jump to navigation

Για τους Κληρονόμους του Περιβολιού που λέγεται Ελλάδα Σεπτέμβριος 30, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Βίντεο, Ελληνισμός / Ρωμιοσύνη, Λογοτεχνία - Ποίηση, Πολιτική , 1 comment so far

 

limnh

Παιδί μου, το Περιβόλι μου που θα κληρονομήσεις,
όπως το βρεις κι όπως το δεις να μη το παρατήσεις.
Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και φράξε το πιο στέρεα
και πλούτισε τη χλώρη τουκαι πλάτυνε τη γή του.

Κι ακλάδευτο όπου μπλέκεται να το βεργολογήσεις.
Κι αν αγαπάς τ’ ανθρώπινα και όσα άρρωστα δεν είναι,
ρίξε αγιασμό και ξόρκισε τα ξωτικά να φύγουν.
Και τη ζωντάνια σπείρε του μ’ όσα γερά, δροσάτα.
Γίνε οργοτόμος, φυτευτής, διαφεντευτής).

Κι αν είναι κι έρθουν χρόνια δίσεχτα,
πέσουν καιροί οργισμένοι, κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιαγμένα,
κι όσα δέντρα για τίποτ’ άλλο δέ φελάν παρά για μετερίζια,
μη φοβηθείς το χαλασμό.
Φωτιά! Τσεκούρι!

Τράβα, ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι κόφ’ το,
και χτίσε κάστρο απάνω του και ταμπουρώσου μέσα,

για πόλεμο, για μάτωμα, για την καινούγια γένα,
π’ όλο την περιμένουμε,κι όλο κινάει για να ‘ρθει,
κι όλο συντρίμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων.

Φτάνει μια ιδέα να στο πει, μια ιδέα να στο προστάξει.
Κορώνα ιδέα, ιδέα σπαθί, που θα είν’απάνου απ’όλα.

Κωστής Παλαμάς – Oι Πατέρες

Σε Είδα Σεπτέμβριος 25, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Λογοτεχνία - Ποίηση , add a comment

Love Through The Eyes of Beauty

Κοιτάζοντας μέσα στο κίτρινο, διάφανο σπάρτο,
μπόρεσα κι είδα, θαρρώ, το βάθος του κόσμου:
την ομορφιά, τη σοφία , το γούστο
εκείνου που τόφτιαξε. Το ίδιο και μες
στο βλέμμα του σκίουρου . Είναι μια παρουσία
ζώσα το φως, είναι ένας σύντροφος.
Ξεπερνά τις γυμνές επιφάνειες
και είναι γι αυτό που ενώ με πονούσε η μοναξιά,
την αμφισβητούσα.

Νικηφόρος Βρεττάκος

Πηγή: Σαλογραία

Η επέτειος ενός «Τρελού» Ιούλιος 4, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Λογοτεχνία - Ποίηση, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

reflecting

Περπατούσε μέρα και νύχτα στους δρόμους της πόλης σαν αερικό. Στο ένα χέρι ένα ποτήρι μπίρα και στο άλλο ένα ατελείωτο τσιγάρο. Γελούσε και κουβέντιαζε με σκιές. Έβριζε την μοίρα του και κοιμόταν όπου έβρισκε. Το καλοκαίρι σε παγκάκια κάτω από δέντρα και το χειμώνα σε εισόδους πολυκατοικιών. Είχε σπίτι. Το πατρικό του, αλλά σπάνια πήγαινε. Άντε για κανένα μπάνιο. Ίσως σε κάποια μεγάλη επέτειο, όπως έλεγε. Δίπλα του σε κάθε βήμα υπήρχαν σκυλιά. Άλλοτε γάτες. Μερικές φορές κρατούσε ποντίκια. Τα μεγάλωνε μέσα στις μεγάλες και βαθιές τσέπες του σκισμένου και λιγδιασμένου σακακιού του. Σόκαρε. Του άρεσε να προκαλεί τον φόβο στους νοικοκυραίους. Στους «καθώς πρέπει» πολίτες, που σέβονταν τους νόμους και κυρίως ήταν «εχέφρονες». Ενώ εκείνος για όλους ήταν ο «τρελός» της γειτονιάς.
Εγώ τον γνώρισα στο καφενείο. Καθόταν όπως πάντα μόνος. Βυθισμένος στις σκέψεις. Στο δεξί του χέρι ένα ποτήρι αλκοόλ. Στο αριστερό ένα τσιγάρο το οποίο δεν έσβηνε ποτέ. Λες και είχε τάμα την καταστροφή του. Έπαιρνε τη μπίρα στο χέρι και πηγαινοερχόταν με βιαστικά βήματα μες στο μαγαζί. Καμιά φορά, άμα αισθανόταν πιο καλά έπαιζε κανένα τάβλι. Γελούσε με την ψυχή του. Εάν κέρδιζε την παρτίδα, ένιωθε σπουδαίος και καυχιόταν για τις επιδόσεις του.
Λένε ότι όλα ξεκίνησαν όταν ήταν έφηβος. Τότε χάθηκε στους λαβυρίνθους του μυαλού του. Άρχισε να μιλάει με σκιές. Να ακούει φωνές. Φανταζόταν σκηνές που προβάλλονται κάθε αργά στο βουβό σινεμά του πόνου του. Παρ’ όλα αυτά ήταν ειρηνικός και άκακος. Ήσυχος και αθόρυβος. Μιλούσε και χαμογελούσε σε όλους. Όταν τον χαιρετούσες άνθιζε το πρόσωπό του. Μονάχα με ορισμένους ήταν κάπως επιφυλακτικός και απόμακρος. Ένιωθε με ένα δικό του τρόπο την σκληρότητα που έκρυβαν.
–Αυτούς να τους προσέχετε, συμβούλευε τους θαμώνες του καφενείου. Είναι κακοί άνθρωποι. Κάτω από την γραβάτα υπάρχει βρωμιά. Μυρίζει η καρδιά τους πονηριά.
Παρ’ όλα τα προβλήματα του, δεν έπαψε ούτε μια στιγμή να πλάθει όνειρα. Να κοιμάται στην αγκαλιά της προσωπικής του ελπίδας. Να πίνει πρωινό με πρόσωπα της φαντασίας του και να κοιμάται στις γλυκιές αγκαλιές των ονείρων του.
Αυτοί τουλάχιστον νοιάζονται για κείνον. Τον γλυκοχαιρετούσαν και τον πρόσεχαν. Και ας μην υπήρχαν. Οι άλλοι, οι «κανονικοί», τον κυνηγούσαν. Κρυφά τον λοιδορούσαν. Κι αυτά τα βλέμματά τους, πόσο πολύ τον τυραννούσαν. Γεμάτα οίκτο και λύπηση. Απόρριψη και περιφρόνηση που κόβει σαν τζάμι. Γι’ αυτό και δεν τους κοιτούσε στα μάτια. Σχεδόν καθόλου. Είχε σκυμμένο το κεφάλι και μετρούσε τα βήματά του στα σοκάκια των μονολόγων του. Λες και περίμενε ν’ αλλάξει ο δρόμος της ζωής του.
Ένα βράδυ τον κέρασα μια μπίρα. Την δέχτηκε με χαμόγελο. Έστρεψε το πρόσωπό του και με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια, σπάνιο φαινόμενο για εκείνον. Λες και ήθελε να μου κάνει κάποια μεγάλη δήλωση. Μια σπουδαία ανακοίνωση.
– Φίλε, αύριο έχω επέτειο.
– Τι επέτειο, βρε ; του απάντησα με απορία. Μήπως εννοείς γενέθλια;
– Όχι. Επέτειο. Ξέρω τι σου λέω. Σαν αύριο της Σταυροπροσκύνησης γεννήθηκα. Ήταν η μέρα που ήρθα στην ζωή. Κανείς δεν χάρηκε. Κανείς δεν γέλασε. Ήταν όλοι τους βουβοί και τρομαγμένοι.
– Πού το ξέρεις, ρε; Γιατί το λες;
– Ναι, ξέρω τι σου λέω. Κανείς δεν χάρηκε. Μου το είπε ο μεγάλος μου αδελφός.
Δεν ήθελαν άλλο παιδί και εγώ τούς έτυχα. Από τύχη γεννήθηκα. Θύμωσαν μαζί μου. Ντρεπόντουσαν για μένα. Δεν με ήθελαν. Η μάνα ντρεπόταν να με θηλάσει. Πήρε φάρμακα για να σταματήσει τον θηλασμό. «Σε τέτοια ηλικία να δείχνω τα στήθη μου; Ντροπής είναι». Σε αυτό συμφωνούσε και η γιαγιά μου. Η μάνα του πατέρα μου. Δύστροπη και σκληρή γυναίκα. Έζησε σε εποχές όπου το κορίτσι θεωρούταν κατάρα για μια οικογένεια. Η δε ζωή
της γυναίκας σκέτη κόλαση. Υποταγή, υποτέλεια, βία και περιθώριο. Λίγο καλύτερα από τα ζώα της φαμίλιας. Έτσι η γιαγιά μισούσε την ζωή. Οτιδήποτε είχε σχέση με την χαρά της ζωής. Δεν έζησε αυτή, δεν χάρηκε, κανείς να μην χαρεί. Αυτό ήταν το κρυφό της δόγμα. Έλεγε και ξανάλεγε στη μάνα μου, «Τι το θέλατε το παιδί σε τέτοια ηλικία; Να σας κοροϊδεύει ο κόσμος ότι δεν μπορείτε να κάνετε καλά τις ορμές σας; Ρεζίλι γίναμε σε όλο το χωριό».
Προσπάθησαν να με ρίξουν πολλές φορές. Τι μπουνιές έδινε ο πατέρας στην κοιλιά της μάνας, τι βίαιες και κουραστικές δουλειές τίποτα. Δεν έλεγα να το κουνήσω. Μέσα εκεί, γραπωμένος από την ζωή. Λένε οι παλιοί ότι άμα είναι να παιδευτείς, θα παιδευτείς. Δεν την γλυτώνεις. Και εγώ, φίλε μου, παιδεύομαι από την πρώτη ανάσα ζωής.
Κατάλαβες τώρα γιατί σού λέω ότι δεν με ήθελες κανείς; Αυτό το βασανιστικό ερώτημα στοίχειωσε μέσα στην ύπαρξή μου. Ξημερώνει, βραδιάζει και εγώ διερωτώμαι, «Με θέλεις κανείς;». Μόλις τελείωσε την φράση αυτή πετάχτηκε πάνω λες και τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα.
– Άντε, καληνύχτα. Ευχαριστώ για την μπίρα.
Μέχρι να σηκωθώ είχε χαθεί τρέχοντας στα παρακάτω στενά γύρω από το καφενείο. Είχε τους δικούς του ρυθμούς, τα δικά του όρια και πάνω από όλα τον δικό του κόσμο που δεν χωρούσαν καθωσπρεπισμοί. Όλα ήταν ελεύθερα, αυθεντικά.
Αγαπούσε ιδιαίτερα τα παιδιά, τους παππούδες και τα αδέσποτα ζώα. Όλους τούς αδύναμους. Ένιωθε ότι συγγένευαν μαζί του. Μια σχέση πέρα από το μυαλό και την λογική έρεε μέσα του με αυτές τις υπάρξεις. Το πατρικό του σπίτι το είχε γεμίσει σκύλους και γάτες. Χελώνες, μικρές κουκουβάγιες και νυχτερίδες. Περνούσε, τα τάιζε και έπειτα χανόταν και πάλι στους δρόμους. Είχε συμφιλιωθεί απόλυτα μαζί τους. Ο κόσμος της λογικής τον είχε απορρίψει. Ο κόσμος όμως της «αλόγου» φύσεως τον είχε αγαπήσει και εντάξει απόλυτα στην κοινωνία του.
Τα βράδια, έπαιρνε κάποιο από τα σκυλιά του σπιτιού και κατέβαινε σε φτωχογειτονιές της πόλης. Όπου έβρισκε μια γριά ή ένα γέρο μόνο του βουτηγμένο στην μοναξιά, τον αγκάλιαζε, του έκανε αστεία και καθόταν για παρέα. Έπαιρνε μπίρες από το περίπτερο και κουβέντιαζε με τις ώρες μαζί τους. Έλεγε ότι, επειδή ένιωθαν τελειωμένοι, ήταν ωραίοι. Η σωματική αδυναμία άνθιζε μια δύναμη στην ψυχή τους. Του άρεσε η παρέα τους.
– Να σου κάνω, παιδί μου, ένα καφεδάκι;
– Όχι, ρε θεία, τι να τον κάνω τον καφέ; Ο καφές είναι για κείνους που θέλουν να θυμούνται. Εγώ προτιμώ να ξεχνώ. Να μην σκέφτομαι. Να ησυχάζει ο νους μου. Έτσι η μπιρίτσα κάνει καλύτερη δουλειά. Με ζαλίζει. Θολώνει το μυαλό και δεν καταλαβαίνω τίποτα. Με νιώθεις;
Οι γερόντοι έγνεφαν συγκαταβατικά κι ας μην καταλάβαιναν τίποτα απολύτως. Η ουσία γι’ αυτούς ήταν ότι είχαν μια παρέα. Έναν άνθρωπο να πουν μια κουβέντα. Για τα περασμένα μεγαλεία τους, τους άνδρες που τις τυραννούσαν, για τα παιδιά τους που έλειπαν στα ξένα. Οι περισσότεροι για την εγκατάλειψη που ένιωθαν.
Εκείνος τούς άκουγε. Δεν μαρτυρούσε τα μυστικά τους και το κυριότερο δεν απέρριπτε κανένα. Αντιθέτως τους έδινε με τον δικό του τρόπο δύναμη.
– Έλα, μωρέ θεία. Όλοι λίγο πολύ σταυρωμένοι είμαστε σε αυτό τον ντουνιά. Κάθε σπίτι και καημός. Κάθε άνθρωπος και βάσανα. Είδες εσύ κανένα να μην κουβαλάει σταυρό; Δες και εμένα που είμαι ένα ρεμάλι. Κανείς δε με υπολογίζει. Όλοι με λυπούνται και με φωνάζουν, «τρελό», «κακομοίρη», «άχρηστο». Εντάξει όμως. Ζω και εγώ. Αντέχω. Έφτιαξα τον δικό μου κόσμο και είμαι πρίγκιπας.
Αύριο ξημέρωνε της Σταυροπροσκύνησης. Γιόρταζε. Σκέφτηκε να πάει σπίτι. Να κάνει κανένα μπάνιο. Να αλλάξει τα ρούχα που φορούσε σχεδόν έξι μήνες. Οι γείτονες
του άφηναν στην πόρτα κανένα ρουχαλάκι. Καλά ήταν. Φορεμένα, αλλά καθαρά και σιδερωμένα. Σκέφτηκε ότι είχε να πάει πολύ καιρό στην εκκλησία. Του είχε λείψει. Δεν μπορούσε να παραμείνει πολλή ώρα μέσα στο ναό, μια και δεν ησύχαζε το βήμα του, αλλά
ωστόσο θα άναβε το κερί του και θα έκανε τον Σταυρό του.
Πήγε σπίτι. Πλύθηκε. Έβαλε τα καθαρά ρούχα και κατέβηκε στην εκκλησία. Είχε αρκετό κόσμο. Άναψε κερί και σταμάτησε δίπλα σε ένα παιδί. Εκεί αναπαυόταν. Ένιωθε πιο οικεία. Τους ενήλικες δεν τους εμπιστευόταν.Κάθισε κατάχαμα. Δεν ήθελε τις καρέκλες. Άλλωστε ήξερε ότι δεν θα μπορέσει να μείνει πολύ. Θα τον έπιανε πάλι αυτή η νευρικότητα. Η τρεχάλα.
Η λειτουργία ήταν υπέροχη. Ένιωθε πολύ όμορφα. Τον είχε συνεπάρει τόσο πολύ που ξέχασε τα τρελά βήματά του. Είχε ειρηνεύσει η ψυχή και το σώμα του. Μια γλυκιά υπερκόσμια ηδονή έρεε μέσα στο είναι του. Ποτέ δεν είχε νιώσει τέτοια θαλπωρή. Τέτοιο δυνατό, ζεστό και όμορφο συναίσθημα. Λες και κάποιος τον αγαπούσε. Λες και κάποια τον κρατούσε αγκαλιά.
Αισθάνθηκε έναν γλυκό ύπνο να ξελογιάζει τα μάτια του. Έγειρε το κορμί του στο πάτωμα. Ξάπλωσε. Σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος και μάζεψε τα πόδια του στην κοιλιά του. Έγινε ένα κουβαράκι. Σαν μικρό παιδί.
Μερικοί γέλασαν. Άλλοι πάλι εκνευρίστηκαν με την ασέβειά του. Τι στάση ήταν αυτή μέσα στο ναό και μάλιστα εν ώρα Λειτουργίας; Άσχημα πράγματα Μερικοί είπαν να τον ξυπνήσουν. Να τον σκουντήξουν. Ορισμένοι όμως που τον αγαπούσαν τούς εμπόδισαν.
– Αφήστε τον. Δεν ενοχλεί κανένα.
Εκείνος έδειχνε τόσο ευτυχισμένος. Τόσο χαρούμενος και γαλήνιος. Λουσμένος στο φώς. Έφεγγε μακαριότητα, που έλειπε από όλους τους επικριτές του και ας μιλούσαν με τόσο «σεβασμό» και θρησκευτικό στόμφο για τα τελούμενα μυστήρια. Εκείνος είχε την Χάρη και αυτοί τον νόμο.
Η λειτουργία τελείωσε. Ο Σταυρός ήταν πλέον στην μέση του ναού. Στολισμένος με άνθη που μοσχοβολούσαν ελπίδα. Οι πιστοί είχαν σηκωθεί από τις θέσεις τους, σχηματίζοντας ουρές για το αντίδωρο. Αυτός δεν έλεγε να ξυπνήσει. Στην ίδια θέση γαλήνιος. Στην ίδια στάση ακίνητος και φωτεινός. Ο παπα Χρήστος είπε να φωνάξουν τους επιτρόπους.
– Καλά δε βλέπετε το παλικάρι: Ξυπνήστε τον να πάρει κι αυτός αντίδωρο. Να πάει σπίτι του.
– Σήκω, νεαρέ. Ξύπνα. Τελειώσαμε, είναι ώρα να πηγαίνεις.
Εκείνος όμως είχε μόλις αρχίσει. Στο ναό είχε μείνει μονάχα το σώμα του. Η ψυχή του ταξίδευε.
Στην εξόδιο ακολουθία ο ναός γέμισε από παιδιά και γέρους. Στην αυλή, μπροστά στην πόρτα, είχαν παραταχθεί σκύλοι και γάτες. Λες και κάποιος μυστικά τούς είχε ειδοποιήσει. Οι αγαπημένες του γιαγιάδες ξαγρύπνησαν δίπλα στο λείψανο του γλυκού «τρελού» τους. Όλοι οι «ανώνυμοι» ήταν εκεί.
Τον έθαψαν όπως τον βρήκαν. Σε στάση εμβρύου.

 

Πηγή: π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος (π. Λίβυος), «Ο Κινέζος, ο Θεός και η Μοναξιά» εκδ. Αρμός 2011

Αναδημοσίευση από: Ποιείν

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Πρόκειται για δεκαοκτώ διηγήματα. Δεκαοκτώ αυτοτελής ιστορίες από την ζωή και για την ζωή. Τα κείμενα δεν είναι αυτοβιογραφικά, παρά μονάχα από ένα. Ωστόσο όλα έχουν αφορμές και πυρήνα έμπνευσης αληθινά περιστατικά.
Κυρίαρχο αίτημα των διηγημάτων είναι η επαφή με την ζωή. Την ζωή όχι ως μια απλή επιβίωση, αλλά την ζωή ως έκταση και θαύμα.
Το ζητούμενο αυτού του βιβλίο είναι η ανακάλυψη της ζωής ως δώρο. Δυστυχώς ο πολιτισμός μέσα στο οποίο ζούμε μας θέλει δυστυχισμένους. Μας εκπαιδεύει από μικρά παιδιά για την δυστυχία. Σε τέτοιο βαθμό ώστε να νιώθουμε ένοχοι στην χαρά. Όλη η κοινωνική πραγματικότητα μέσα στην όποια γεννιόμαστε και αναπτυσσόμαστε, μας εκπαιδεύει ότι εάν θέλουμε να μας δώσουν σημασία, οι γονείς, οι δάσκαλοι ,η γυναίκα μας ή τα παιδιά μας, το κράτος και οι υπηρεσίες, θα πρέπει να είμαστε δυστυχισμένοι, μίζεροι και κακόμοιροι. Αυτό είναι ένα θέατρο, ένα παιγνίδι που συνειδητά ή ασυνείδητα παίζουμε όλοι στην ζωή μας.
Οι ήρωες όμως αυτού του βιβλίου, δεν είναι μίζεροι. Ούτε κακόμοιροι και δυστυχισμένοι. Δεν χρησιμοποιούν τον πόνο και τα βάσανα τους, ως άλλοθι.
Αναλαμβάνουν τις ευθύνες της ζωής τους. Παλεύουν για την πραγμάτωση των προσωπικών τους ονείρων. Δίνουν μάχες για την ατομική τους αξιοπρέπεια και ιδιαιτερότητα. Έρχονται σε άμεση σύγκρουση με τους κοινωνικούς ρόλους, τους νόμους, την άνευρη ηθική και διεκδικούν το δώρο της στιγμής, το δώρο της ζωής.
Δεν μεταθέτουν την ζωή στην μεταφυσική αλλά στο εδώ και τώρα. Γνωρίζουν ότι εάν εδώ δεν είμαστε καλά, πουθενά αλλού όπως και αν ονομάσουμε αυτόν τον χώρο δεν θα είμαστε καλά. Ο παράδεισος για τους ήρωες του βιβλίου είναι ένας γλυκός καρπός όχι μεταφυσικός, αλλά υπαρκτός στο τώρα της ζωής.
Μια ζωή που αφήνει γλυκιά γεύση και απαλά αποτυπώματα στην ύπαρξης μας, συνεχίζει και μετά θάνατο να λαμπρύνει την ψυχή μας.
Η ομορφιά αυτής της ζωής ανακαλύπτεται από τους πρωταγωνιστές των διηγημάτων στα απλά και καθημερινά. Η ευτυχία είναι απλή, αλλά δεν μας έμαθαν την τέχνη να την ζούμε. Η ευτυχία κρύβεται μέσα στο πρωινό καφέ, σε ένα περίπατο με συνείδηση. Στην συντροφιά ενός ανθρώπου. Στο βλέμμα ενός παιδιού, στην συνάντηση με τον Θεό, τους ανθρώπους, την φύση. Έλεγε ο Νίκος Καζαντζάκης «Η ευτυχία είναι απλή και λιτοδίαιτη – ένα ποτήρι κρασί, ένα κάστανο, ένα μαγκαλάκι, η βουή της θάλασσας…»
Οι πρωταγωνιστές του βιβλίου, προσπαθούν να βιώσουν την σχέση τους με τον Θεό και τον έρωτα μακριά από ενοχές, τύψεις, ψυχολογισμούς και νομικισμούς, ελεύθερα και αγαπητικά. Κυνηγάνε την ζωή που φεύγει μέσα από τα χέρια τους σκορπισμένη και δωρισμένη σε ένα σύστημα που είναι εναντίον του ανθρώπου.
Ανακαλύπτουν την χαμένη αθωότητα και παρθενικότητα τους στο παιδί που όλοι κρύβουμε μέσα μας, αλλά το οποίο πρώιμα και βίαια φιμώσαμε. Του πάψαμε το δικαίωμα να επιθυμεί, δεν του μάθαμε τον τρόπο να πραγματώνει τα όνειρα του.
Κυρίως οι ήρωες των διηγημάτων δρουν πέρα από την συμβατικότητα που μυρίζει θάνατο. Συναντιούνται πρόσωπο με πρόσωπο όπως ελπίζω να πράξετε και όσοι διαβάσετε αυτά τα διηγήματα με το ψέμα και την αλήθεια της ζωής.

Εικόνα: Γεώργιος Κόρδης

Σιωπή Ιούνιος 20, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Λογοτεχνία - Ποίηση, Φύση / Ζώα , 2Σχόλια

taxidi-skepshs

Αγκαλιαζω την ηρεμια.
Απο το μπαλκονι ο ωκεανος.
Σιγαλια. Εκκωφαντικη.
Το νερο αμυδρα στο βαθος.
Απουσια παρουσια. Καλοκαιρακι, τζιτζικιων εποχη, εδω στον Νοτο.
Ο ουρανος ατελειωτος μετραει φεγγαριων επιστροφες.
Μακρια απο την αμμο περπαταω στα κυματα, αφηνοντας πισω ενα ποτηρι κρασι.

Χρήστος Νιάρος

Πηγή: Τρελογιάννης

Εικόνα: Γεώργιος Κόρδης

Να εκπέμπεις αγάπη, γιατί εδώ είμαστε περαστικοί Μάιος 6, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία, Λογοτεχνία - Ποίηση, Σχέσεις , add a comment

tafos-roloi

Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις
για όλα τα προβλήματα της ζωής σου,
ούτε έχω απαντήσεις
για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου ˙
όμως μπορώ να σ’ ακούσω
και να τα μοιραστώ μαζί σου.

Δεν μπορώ ν’ αλλάξω
το παρελθόν ή το μέλλον σου.
Όμως όταν με χρειάζεσαι
θα είμαι εκεί μαζί σου.

Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματα σου.
Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου
να κρατηθείς και να μη πέσεις.

Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σου
δεν είναι δικές μου.
Όμως ειλικρινά απολαμβάνω να σε βλέπω ευτυχισμένο.

Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια
αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις,
όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο
που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις.

Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου
όταν κάποιες θλίψεις
σου σκίζουν την καρδιά,
όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου
και να μαζέψω τα κομμάτια της
για να την φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.

Δεν μπορώ να σου πω ποιος είσαι
ούτε ποιος πρέπει να γίνεις.
Μόνο μπορώ
να σ’ αγαπώ όπως είσαι
και να είμαι φίλος σου.

Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν
τους φίλους μου και τις φίλες μου,
δεν ήσουν πάνω
ή κάτω ή στη μέση.

Δεν ήσουν πρώτος
ούτε τελευταίος στη λίστα.
Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο.

Να κοιμάσαι ευτυχισμένος.
Να εκπέμπεις αγάπη.
Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.

Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις με τους άλλους.

Να αρπάζουμε τις ευκαιρίες.
Να ακούμε την καρδιά μας.
Να εκτιμούμε τη ζωή.

Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι
ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος
στη λίστα σου.

Μου αρκεί που με θέλεις για φίλο.
Ευχαριστώ που είμαι.

Ποίημα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες (1899-1986),

Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες (1899-1986) γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής. Ήταν απόγονος αγωνιστών για τη χειραφέτηση της Αργεντινής, ενώ ο πατέρας του ήταν δικηγόρος και καθηγητής ψυχολογίας σε ξενόγλωσση παιδαγωγική σχολή.

Από παιδί ακόμα ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες ήταν δίγλωσσος, αφού παράλληλα με τα ισπανικά, η αγγλόφωνη γιαγιά του του μάθαινε να μιλά και να γράφει την αγγλική γλώσσα. Ο μικρός δήλωσε στον πατέρα του ότι ήθελε να γίνει συγγραφέας και σε ηλικία επτά χρόνων σύνταξε στα ελληνικά μια σύνοψη της ελληνικής μυθολογίας. Οκτώ χρονών γράφει το πρώτο διήγημά του, ενώ ένα χρόνο αργότερα μεταφράζει και δημοσιεύει τον «Ευτυχισμένο πρίγκιπα» του Όσκαρ Ουάιλντ.

Εξαιτίας μιας πάθησης στα μάτια του, που θα τον οδηγήσει προοδευτικά σε πλήρη τύφλωση, η οικογένεια Μπόρχες εγκαθίσταται στη Γενεύη, όπου ο Χόρχε Λουίς εγκαινιάζει της λυκειακές σπουδές του και αποκτά μια υψηλού επιπέδου μόρφωση, καθώς τελειοποιεί τις γνώσεις στην αγγλική, γαλλική και γερμανική γλώσσα. Ανακαλύπτει την εξπρεσσιονιστική ποίηση, τη γερμανική φιλοσοφία, τελειοποιεί τα λατινικά του και το 1919 εγκατεστημένος στη Μαγιόρκα της Ισπανίας ολοκληρώνει την πρώτη ποιητική συλλογή του «Οι κόκκινοι ρυθμοί» όπου είναι φανερός ο θαυμασμός για την επανάσταση των μπολσεβίκων στη Ρωσία.

Η οικογένεια των Μπόρχες, έπειτα από πολλές προσωρινές διαμονές και πολλά ταξίδια στην Ευρώπη, επιστρέφουν το 1921 στο Μπουένος Άιρες, όπου και θα παραμείνει. Τώρα ο Μπόρχες ανακαλύπτει τις φτωχογειτονιές της γενέτειράς του με τους compafritos («μόρτες»), γράφει ποιήματα, διηγήματα, δοκίμια και «φαντασίες», ιδρύει διάφορα περιοδικά, παίρνει μέρος σε λογοτεχνικούς ομίλους και από το 1925, που θα δημοσιεύσει την ποιητική συλλογή «Η απέναντι Σελήνη» και τα δοκίμια «Έρευνες», θα δίνει το λογοτεχνικό παρόν με ένα έως δύο έργα το χρόνο, μέχρι το 1985 που θα δημοσιευθεί και η τελευταία ποιητική συλλογή του, «Οι συνωμότες».

Ο Μπόρχες πέθανε στις 14 Ιουνίου του 1986 στη Γενεύη.

Ποιήματα, μετάφρ. Δ. Καλοκύρης , Ελληνικά Γράμματα, 1995

Πηγή: awakengr | tvxs

Ευχαριστίες στην Ε.Τ.

Ουτοπίες (Κική Δημουλά) Μάιος 5, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία, Λογοτεχνία - Ποίηση, Σχέσεις , add a comment

wire-6

Ουτοπίες

Καθ’ οδόν
(7 και 30΄ πρωινή προς εργασίαν)
συναντώ τον Μάρτιο
ευδιάθετον,
υπαινιγμών πλήρη
περί ανοίξεως και λοιπά.

Αναβάλλω την υπόστασή μου,
ανακόπτω τη σύμβασή μου
με το χειμώνα,
και διασπείρομαι σε χώμα.
Μια μικρή γη φυσική συντελούμαι,
ξαπλωμένη, απλωμένη
απέναντι στο
καθ’ όλα σύμφωνο
σύμπαν.
Φυτεύομαι άνθη,
ανθίζω συναισθήματα,
και είμαι πολύ καλά
εις άπλετον προορισμόν
και τοποθέτησιν.

«Απαγορεύεται η άνοιξις!»
ξάφνου μια πινακίδα – σύννεφο
απειλεί. Αμέσως
μια βροχή άρχισε κι έλεγε
εις βάρος της ανοίξεως
και εις βάρος μου,
ένας δύσθυμος άνεμος
μου κατάσχει τα άνθη,
μου κατάσχει τα συναισθήματα
και μ’ οδηγεί στο Γραφείο.

Παράβασις, λοιπόν, βαρεία,
και μάλιστα καθ’ οδόν,
από κυρία σχεδόν ώριμη,
με οικογενειακές υποχρεώσεις,
και πολυετή θητείαν
εις Δημοσίαν θέσιν
και χειμώνες.

Από τη συλλογή Ερήμην (1958) της Κικής Δημουλά

Πηγή: Κική Δημουλά, Ποιήματα (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1998)

Αναδημοσίευση από: Κική Δημουλά

Ευχαριστίες στην Ιωάννα Ι.

Κοινωνία (Ζωή Καρέλλη) Απρίλιος 16, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Λογοτεχνία - Ποίηση , add a comment

syggrafeas

Κοινωνία

Κύριε, συγχώρεσέ με που τόλμησα
να πάρω στα χέρια τον λόγο Σου.
Αφού δεν είμαι έτοιμος να παραδώσω
το αγαπητό σώμα, δεν μπορώ
να κρατήσω στα χέρια το πνεύμα
του σώματος, τα υπερούσια λόγια.
Λόγε, ολόκληρη η ζωή
πληρώνει την αλλαγή
της ουσίας σε λόγον,
τη στιγμή της μεταμόρφωσης.

Κύριε, ελέησόν μου την χαρά
να εγγίσω μόνο, μιλώντας, τον λόγο.

Από τη συλλογή Πορεία (1940) της Ζωής Καρέλλη

Πηγή: Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη, τόμος πρώτος (1940-1955) [Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1973]

Αναδημοσίευση από: Ζωή Καρέλλη

Εικόνα: Γεώργιος Κόρδης

Ευχαριστίες στην Ιωάννα Ι.

Άνοιξη Μάρτιος 31, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Βίντεο, Λογοτεχνία - Ποίηση, Φύση / Ζώα , 1 comment so far

του Κωνσταντίνου Κομιάνου
Πηγή: βιβλίο ποιημάτων «ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ», Εκδόσεις Γαβριηλίδης (2015)

Mια πρωτόγνωρη καλημέρα
του ευχήθηκε η φύση
Οι ήχοι της ηρεμίας κατώφλι
νέου ξεκινήματος

Ευωδιές ανάστατες
ενσυναίσθητη παραζάλη οι εκπνοές
στον νοτισμένο από αρώματα αιθέρα

Το ξύλο που ακτινοβολεί
ουσία προσωπικότητας
αντίληψη επάρκειας να σε στυλώσει
στην ψυχή του σήμερα•
κι αυτό το μπόλιασμα να γίνει
αγνάντεμα μέλλοντος άγιας αναγέννησης

Ερύθημα παιδικής αθωότητας
που αγνοεί τον ξεπεσμό
Όστρακο βούλησης να σφαλίσει τη χαρά

Ζωή χωρίς συναίσθηση ενοχής
σ’ αυτό το μονοπάτι της ελπίδας
βηματισμός με την ειρήνη στην καρδιά

Στης επικράτειάς του
τη λυτρωμένη άνοιξη
ν’ ανθίζουν πάντα οι μυγδαλιές

Ευχαριστίες στην Ε.Τ.

Ἀνταλλαγές Ἐλπίδας Μάρτιος 20, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Λογοτεχνία - Ποίηση, Σχέσεις , add a comment

apelpisia-parhgoria

Μέ κατάνυξη

Ελα να ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά.

Να σου δώσω απόγνωση, να μην είσαι ζώο,

να μου δώσεις δύναμη, να μην είμαι ράκος.

Να σου δώσω συντριβή, να μην είσαι μούτρο,

να μου δώσεις χόβολη, να μην ξεπαγιάσω.

Κι ύστερα να πέσω με κατάνυξη στα πόδια σου,

για να μάθεις πια να μην κλωτσάς.

– Ντίνος Χριστιανόπουλος –

Χαρά-ζει Μάρτιος 19, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Λογοτεχνία - Ποίηση, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

Χαράζει,
θα πει η χαρά ζει,
θα πει πως ο κόσμος ηχεί,
θα πει ότι φωτίζεται η εικόνα της γης,
από το διάχυτο καντήλι του ήλιου…

Έχεις δει πρόσωπο χαρούμενο;
είναι σαν Ανατολή!
Έχεις δει ηλιοβασίλεμα:
είναι σαν την χαρά που πάει να κοιμηθεί,
να ξεκουραστεί.
Σβήνει το ανεξίτηλο γέλιο
και εικονίζεται ένα μωβ φιλί στα χείλη,
που κινούνται προς τις λέξεις,
Θεός, δόξα,
αδελφός, η δική μου ψυχή!!

Χαρά μου,
το παιδί που τρέχει στην αγκαλιά μου,
ο αδελφός που βρίσκει κοντά μου τη δική του χαρά.

Το χριστουγεννιάτικο παιχνίδι,
που με χαζεύει απ’ του δένδρου τα κλαδιά’
το μακάριο χαμόγελο που προσανατολίζει,
το βιβλίο που με συλλογίζεται,
η εκδρομή που στου Θεού τη λεωφόρο με βγάζει,
η θάλασσα, η κούκλα, σε όποια κορνίζα βολεύεται’
η μουσική όταν με φιλά!

Εὐχαριστίες στήν Ἰωάννα Ι.