jump to navigation

Ζωντανή ιστορία αληθινών Ορθοδόξων Χριστιανών Δεκέμβριος 31, 2014

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ελληνισμός / Ρωμιοσύνη, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

ellhnas-geros-xeimwnas-kryo

Καλή Χρονιά!

Το Ζωντανό Ιστολόγιο

«Ο χειμώνας βαρύς. Το χιόνι πολύ, και το κρύο τσουχτερό. Τα περισσότερα σπίτια ήσαν παγωμένα από την έλλειψη φωτιάς – και αυτό το έζησα παιδί.
Στο σπίτι για το οποίο μιλάμε είχε πέσει μεγάλη αρρώστια. Αφενός μεν από δυσεντερία, αφετέρου δε από ελονοσία. Μικροί και μεγάλοι στρωματσάδα, οι μόνοι όρθιοι που είχαν μείνει ήταν ο παππούς και η γιαγιά.
Ένα πρωί λέγει ο παππούς:
– Θα πάω να φέρω ξύλα από το απέναντι δάσος.
– Που θα πας ευλογημένε, του λέει η γιαγιά, γέρος άνθρωπος; Το δάσος απέχει δύο ώρες, εσύ θα κάνεις τρείς. Και πόσα ξύλα μπορείς να φέρεις εσύ, γέρος άνθρωπος; Ύστερα θα σε πιάσουν και οι Βούλγαροι.. Πού πάς;
– Όχι, θα πάω.
Έκανε την προσευχή του, αφού την είχε κάνει και όλη τη νύχτα. Έκανε το σταυρό του, και ξεκίνησε.
Πέρασε το μεσημέρι, κόντευε έτσι απόγευμα, τρείς – τέσσερεις, και δεν είχε φανεί. Έβγαινε η γιαγιά κάθε τόσο και κοίταζε στο βάθος του χωραφόδρομου.
Σε λίγο περνάει ένας γείτονας φορτωμένος στην πλάτη με λίγα ξύλα.
– Έρχεται, της λέγει, ο μπάρμπα Μήτσος. Τον βοήθησε πολύ και ένας ξένος.
Τελικά βλέπει η γιαγιά τον παππού μαζί με τον ξένο, να σέρνουν με σχοινιά δυο μεγάλα δένδρα.
Πώς τα είχαν κόψει; Μάλλον ο ξένος θα τάκοψε.
Πλησίασαν, τα έβαλαν εκεί έξω από την αυλή, τους καλωσόρισε η γιαγιά και τους κάλεσε μέσα. Εκείνη θα έκοβε μερικά κλαδιά και θα άναβε την σόμπα, για να ζεσταθούν, και οι άρρωστοι, και ο ξένος, και ο κατάκοπος παππούς.
Μπήκε μέσα ο παππούς, έκατσε σε ένα σκαμνί και λέγει:
– Άντε βρε γυναίκα κάνε λίγο τσάι ζεστό και φέρε λίγο ψωμί.
-Περίμενε, του λέει, ώσπου νάρθει ο ξένος.
– Ποιος ξένος;
– Να, αυτός που έσερνε μαζί σου τα δένδρα.
– Κανένας ξένος δεν ήταν μαζί μου. Μόνος μου έσερνα τα δένδρα.
– Πώς δεν ήταν, του λέει. Αφού σε είδε ο γείτονας. Και μάλιστα να κόβει τα δένδρα. Να τα φορτώνεται μαζί σου, να τα σέρνετε μαζί. Μα σε είδα και γω. Και τον καλωσόρισα και έξω απ’ την αυλή.
– Τι λές βρέ γυναίκα. Μόνος μου ήμουνα.
Και στάθηκε για λίγο.
Ξαφνικά φωτίστηκε το πρόσωπό του και φωνάζει:
– Άγγελος θα ήταν γυναίκα! Άγγελος θα ήταν! Γι’ αυτό λοιπόν τόσο γρήγορα τα τελείωσα και τάσερνα λές και ήταν πούπουλα. Άγγελος θα ήταν! Δόξα Σοι ο Θεός! Δόξα Σοι ο Θεός! Δόξα Σοι ο Θεός! Έλα τώρα γυναίκα να κάνουμε και εκατό μετάνοιες για να ευχαριστήσουμε τον Θεόν.
Και εκατό μετάνοιες, για να πουν ευχαριστώ στο Θεό. Μάλιστα.
Αυτές είναι οι ζωντανές ιστορίες των αληθινών Ορθοδόξων Χριστιανών.»

Ευχαριστίες στην Έλλη Π.

Άγγελέ μου πρόσεξε, μη χάσεις τα φτερά σου! Νοέμβριος 23, 2009

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Λογοτεχνία - Ποίηση, Ορθοδοξία / Εκκλησία , 2Σχόλια

Κάποτε,  λέει  ένας  μύθος,  ήταν  ένας άγγελος, που θέλησε να γνωρίσει τις χαρές και τις ηδονές, που ξελογιάζουν τους ανθρώπους. Ήταν παράξενος  να  μάθει  γι’  όλα  αυτά,  που  οι  ανθρωποι θυσιάζουν ακόμη και τη ψυχή τους.

Παρουσιάσθηκε  λοιπόν  μπροστά  στο  θρόνο του  ∆εσπότη  Χριστού  και  ζήτησε  να  κατέβει στη Γη και να ζήσει κι αυτός όπως οι άνθρωποι. Ο  Πανάγαθος  Θεός  θέλησε  να  τον  αποτρέψει. Όμως αυτός τον πίεζε με παρακάλια να τον αφήσει. Τελικά τον άφησε, λέγοντάς του με πόνο:

– «Άγγελέ μου πρόσεξε, μη χάσεις τα φτερά σου»!

Κατέβηκε λοιπόν στη γη ο άγγελος με την φωτεινή του τη μορφή και τα ολόλευκα φτερά του κι άρχισε να συναναστρέφεται με τους ανθρώπους, που γλεντούσαν, όπως  έλεγαν, τη ζωή τους. Στην αρχή  η  καθάριά  του  μορφή  και  η  καλοσύνη  ελέγχανε  τους  σκοτι σμένους απ’ τα πάθη τους ανθρώπους και τον κοιτούσαν όλοι τους εκστατικοί, με δέος. Όμως, σαν μάθανε γιατί και πώς βρέθηκε εκεί, άρχισαν από κακία κι από ζήλια να προσπαθούν στης αμαρτίας τις πλάνες τέχνες να τον μυήσουν, για να τον κάνουν όμοιο μ’  αυτούς και η συνείδηση – όση τους είχε απομείνει – να πάψει πια να τους ελέγχει. Κι έτσι πες-πες, σιγά-σιγά, με την μαλαγανιά και τη ψευτιά και  την  ψευδαίσθηση  της  ηδονής  τον  έκαναν  τελείως  να  ξεχάσει ποιος ήταν και από πού κατέβηκε.

Διαβάστε τη συνέχεια του διηγήματος του Ιωάννη Γ. Θαλασσινού εδώ.