jump to navigation

Γαμήλιο Ταξίδι ἀπό τόν Παράδεισο στήν Κόλαση καί πάλι στόν Παράδεισο… Απρίλιος 7, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Οικογένεια / Παιδί, Σχέσεις , 15Σχόλια

problhma

Τί χαρά, τί εὐτυχία πλημμύριζε τὶς καρδιές τους τὴν ὥρα τοῦ ἱεροῦ Μυστηρίου! Γύρω τους συγγενεῖς καὶ φίλοι πολλοὶ τοὺς παραστέκονταν στὴν εὐλογημένη ἀρχὴ τῆς οἰκογενειακῆς τους ζωῆς. Δυὸ νέοι ἄνθρωποι, ὁ Τάσος καὶ ἡ Μαρία, ξεκινοῦσαν τὸν δρόμο τῆς οἰκογενειακῆς τους ζωῆς μὲ τὶς Εὐχὲς καὶ τὴ Χάρη τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὶς προσευχὲς τῶν ἀνθρώπων ποὺ τοὺς ἀγαποῦσαν εἰλικρι­νὰ καὶ ποθοῦσαν τὴν εὐτυχία τους.

Ἦταν ὑπάλληλοι σὲ διαφορετικὲς Δημό­σιες Ὑπηρεσίες καὶ δὲν εἶχαν πρόβλημα οἰκονομικό, οὔτε πρόβλημα ὑγείας. Τὸ σπίτι ὅπου ἔμεναν ἦταν τῆς Μαρίας, κληρονομιὰ ἀπὸ τὸν πατέρα της.

Ὅλα κυλοῦσαν ἤρεμα. Ὅταν ἐπέστρεφαν στὸ σπίτι ἀπὸ τὶς δουλειές τους καὶ ἀλληλοασπαζόντουσαν, ξεχνοῦσαν τὸν κόπο τῆς μέρας. Ἦταν ἡ ὡραιότερη στιγμὴ τῆς μέρας τους αὐτή.

Δὲν ἄργησαν ν’ ἀκουστοῦν καὶ τὰ πρῶ­τα κλαψουρίσματα τοῦ πρώτου παιδιοῦ τους, ποὺ μαζὶ μὲ τὰ δικά τους γέλια ἔμοια­ζαν σὰν μιὰ ὡραία συμφωνικὴ ὀρχήστρα στὸ σπίτι τους.Ὁ εὐτυχισμένος μπαμπὰς ἔπαιρνε στὴν ἀγκαλιά του τὸν πρωτογιό του, τὸν σήκωνε ψηλὰ καὶ τὸν καμάρωνε καὶ ἀσπαζόταν τὴ γυναίκα του ποὺ τοῦ χάρισε διάδοχο. Δὲν ἤξερε τί νὰ πρωτοκάνει γιὰ νὰ τὴν ξεκουράσει καὶ νὰ τὴν εὐχαριστήσει.

Βάφτισαν σύντομα τὸ παιδί τους καὶ τὸ ὀνόμασαν Νικόλαο, γιὰ νὰ θυμοῦνται τὸν μακαρίτη τὸν πατέρα τοῦ Τάσου.

Ἡ εὐτυχία εἶχε θρονιαστεῖ στὸ σπιτικό τους. Τὸ ζοῦσαν καθημερινά. Τὸ ἔνιωθαν ὅταν διασταυρώνονταν τὰ βλέμματά τους.

Ξαφνικὰ ὅμως σὰ νὰ ράγισε τὸ γυαλί. Ὁ μισάνθρωπος καὶ μισόκαλος Σατανᾶς φθόνησε τὴν εὐτυχία τους καὶ ἔριξε ἕναν τρίτο ἄνθρωπο ἀνάμεσά τους. Μιὰ γυναίκα ἀπὸ τὴν Ὑπηρεσία, ὅπου ἐργαζόταν ὁ Τάσος, παρόλο ποὺ γνώριζε ὅτι ἦταν παν­τρεμένος καὶ μὲ παιδί, τὸν παρέσυρε στὸ κακό, κι ἔγινε ἄλλος ἄνθρωπος.

Γύριζε στὸ σπίτι μὲ σκοτεινὸ πρόσωπο, ἀγνώριστος. Ὅλα τοῦ ἔφταιγαν. Τὰ φαγητά, οἱ φωνὲς τοῦ παιδιοῦ, ἡ παρουσία τῆς γυναίκας του…

Ἡ Μαρία δὲν μποροῦσε νὰ ἐξηγήσει τὴν ἀλλαγή.

–Τάσο μου, σοῦ ἔφταιξα τίποτε καὶ δὲν τὸ ἔχω καταλάβει; τόλμησε νὰ τὸν ρωτήσει κάποια μέρα. Συγγνώμη, ἄντρα μου. Δὲν ἤθελα νὰ σὲ στενοχωρήσω.

–Ἄσε με ἥσυχο μὲ τὶς συγγνῶμες σου! Δὲν ἔχω ὄρεξη γιὰ κουβέντες, εἶπε ἐκεῖνος κοφτὰ καὶ πῆγε καὶ ξάπλωσε.

–Δὲν θὰ φᾶμε;

–Ὄχι! Φάε μόνη σου!

Αὐτὸ ἐπαναλήφθηκε καὶ δυό-τρεῖς ἄλλες φορές, καὶ ἀναγκάστηκε ἡ Μαρία μὲ δάκρυα στὰ μάτια νὰ τοῦ πεῖ κάποτε:

–Τί σοῦ συμβαίνει, Τάσο μου; Γιατί αὐτὴ ἡ ἀνεξήγητη γιὰ μένα συμπεριφορά σου; Φταίω ἐγώ;

–Δὲν φταῖς, ἀλλὰ σὲ βαρέθηκα. Θὰ φύγω! Θὰ ἀνοίξω ἄλλη οἰκογένεια. Αὐτὸ εἶ­ναι ὅλο! καὶ ἄσε με ἥσυχο. Ἀπόψε στὶς 8 ἔκλεισα ραντεβοῦ στὸ γνωστό μας δικηγόρο, γιὰ νὰ κανονίσουμε τὰ χαρτιά. (περισσότερα…)

Ιστορία Αγάπης: Η Ξεστρατισμένη Πιστή Σύζυγος και η Δύναμη της Μετανοίας Δεκέμβριος 29, 2014

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία, Οικογένεια / Παιδί, Σχέσεις , add a comment

agaph-agkaliasma-zeygari 

π. Δη­μη­τρί­ου Μπό­κου

Ὁ ὁ­δη­γὸς ἀ­νέ­βη­κε σβέλ­τα στὴ θέ­ση του καὶ ἔ­βα­λε μπρὸς τὴ μη­χα­νή. Οἱ τε­λευ­ταῖ­οι ἐ­πι­βά­τες ἀ­νέ­βη­καν βι­α­στι­κά, βάλ­θη­καν νὰ ψά­χνουν τὶς θέ­σεις τους. Προ­πα­ρα­μο­νὴ Χρι­στου­γέν­νων, ἡ κί­νη­ση στὸ ζε­νίθ.

Ἔ­σκυ­ψε νὰ ση­κώ­σει τὴ βα­λί­τσα της, μὰ ὁ ἄν­τρας της τὴν πρό­λα­βε. Τὴν τα­κτο­ποί­η­σε στὸν χῶ­ρο τῶν ἀ­πο­σκευ­ῶν καὶ γύ­ρι­σε κε­φά­τος κον­τά της.

–  Ἄν­τε λοι­πόν, κα­λό σου τα­ξί­δι, τῆς χα­μο­γέ­λα­σε ἀ­πο­χαι­ρε­τών­τας την. Σὲ λίγο πάλι ραν­τε­βοῦ ἐ­δῶ.

Χα­μο­γέ­λα­σε κι ἐ­κεί­νη μὲ τὸ ζό­ρι, ἀν­τάλ­λα­ξαν ἕ­να βι­α­στι­κό, ψυ­χρὸ φι­λὶ κι ἀ­νέ­βη­κε στὴ θέ­ση της. Ἔ­φευ­γε γιὰ τὴν Ἀ­θή­να ἐ­κτά­κτως. Γιὰ δυ­ὸ μέ­ρες μο­νά­χα. Νὰ δώ­σει ἕ­να χέ­ρι βο­ή­θειας στὴν κό­ρη τους, ποὺ ἔμ­παι­νε γιὰ μιὰ μι­κρο-ἐ­πέμ­βα­ση στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο. Τί­πο­τε ἀ­νη­συ­χη­τι­κό, θά ’βγαι­νε αὐ­θη­με­ρόν, μὰ κά­ποι­ος ἔ­πρε­πε νὰ κρα­τή­σει τὰ μι­κρά, ὥ­σπου νὰ ξα­νάρ­θει ἡ μά­να τους.

Τὸ με­γά­λο λε­ω­φο­ρεῖ­ο ξε­κί­νη­σε. Πρὶν στρί­ψουν γιὰ τὸν με­γά­λο δρό­μο, εἶ­δε ξα­νὰ μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ της τὸν ἄν­τρα της. Τῆς κού­νη­σε τὸ χέ­ρι του. Κού­νη­σε κι ἐ­κεί­νη ἐ­λα­φρὰ μὰ ἀ­νό­ρε­χτα τὸ κε­φά­λι της. Μιὰ με­λαγ­χο­λι­κὴ δι­ά­θε­ση τὴν πλημ­μύ­ρι­ζε.

Μὲ τὸ ποὺ χά­θη­κε τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἀ­π’ τὰ μά­τια του, ὁ ἄν­τρας ἔ­βγα­λε τὸ κι­νη­τό. Ἔ­ψα­ξε τὴ λί­στα μὲ τὰ νού­με­ρα, ἔ­κα­νε μιὰ κλή­ση.

–  Εἶ­μαι ἐ­λεύ­θε­ρος! εἶ­πε εὔ­θυ­μα κα­θὼς ἄ­νοι­ξε ἡ γραμ­μή. Τί θά ’λε­γες γιὰ τὸ βρα­δά­κι στὶς ὀ­κτώ;

–  Ὀ­κέ­υ. Στὸ γνω­στὸ ση­μεῖ­ο ἀ­πό­ψε στὶς ὀ­κτώ, ἀ­πάν­τη­σε λα­κω­νι­κὰ μιὰ γυ­ναι­κεί­α φω­νὴ καὶ ἔ­κλει­σε βι­α­στι­κὰ ἡ γραμ­μή.

Ἔ­τρι­ψε τὰ χέ­ρια χα­ρού­με­νος. Ὅ­λα τοῦ ’ρχόν­του­σαν βο­λι­κά. Τὸ ἔ­κτα­κτο τα­ξι­δά­κι τῆς γυ­ναί­κας του ἦ­ταν λα­χεῖ­ο ἀ­πρό­σμε­νο. Σχεδὸν δυ­ὸ με­ροῦ­λες ἐ­λεύ­θε­ρος μὲ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο αἰ­σθη­μα­τά­κι του δὲν ἦ­ταν καὶ λί­γο. Θὰ εἶ­χαν ὅ­λη τὴν ἄ­νε­ση καὶ τὸν χρό­νο δι­κό τους. Ἀ­πί­θα­να! (περισσότερα…)