jump to navigation

Ὤρα νὰ πλέξουμε διπλὰ καλάθια Οκτώβριος 11, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

plekein-kalathi

ΕΙΠΕ ΦΙΛΟΣ: «Γνωρίζεις πως μένω σε μονοκατοικία σε κάπως εξοχικό μέρος. Τον τελευταίο καιρό, όλο και πιο συχνά, σταματούν Πακιστανοί και ζητούν δουλειά. Όταν τους απαντάω αρνητικά, άλλοι βάζουν τα κλάματα και ζητούν μια βοήθεια, άλλοι φεύγουν με σκυμμένο κεφάλι – βουρκώνοντας κι αυτοί. Πρώτη φορά είδα τόση απόγνωση σε βλέμμα μετανάστη! Στην αρχή ήθελα να τους πω -κάπως ειρωνικά, κάπως επιθετικά- ότι κι εγώ και η γυναίκα μου (έχουμε και δυο μικρά παιδιά) είμαστε άνεργοι τον τελευταίο καιρό. Δεν τους τo ‘πα – πίστευα πως δεν θα καταλάβαιναν, γιατί το σπίτι μου είναι μεγάλο κι όμορφο! Όμως, μέρα τη μέρα, κλάμα στο κλάμα, κάτι ράγισε μέσα μου. Η δική μας αγωνία για το αύριο φάνηκε στα μάτια μου μικρότερης σημασίας από τη δική τους απόγνωση για το σήμερα. Προχθές, έδωσα λίγα τρόφιμα, λίγο λάδι και δέκα ευρώ σ’ έναν απ’ αυτούς – κρυφά από τη γυναίκα μου, γιατί αυτή φοβάται το αύριο πιο πολύ από μένα. Δυο μέρες μετά, δεν ξέρω πού με θυμήθηκε, πέρασε από το σπίτι ένας μοναχός που είχα να δω χρόνια. Φεύγοντας μου άφησε ένα μεγάλο τενεκέ λάδι που του είχαν δώσει ν’ ανάβει τα καντήλια στο μοναστήρι»!
[] Πάντως, στις μέρες που ζούμε, υπάρχει ο κίνδυνος τα επουράνια να σκοτίσουν περισσότερο τα γήινα και, το χειρότερο, να αποτελέσουν άλλοθι για την παραμέληση του βασικού αλφαβήτου της Πίστεώς μας, τουτέστιν ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΕΛΗΣΗ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ.

Και αφού πλέον καταχράστηκα τόσο πολύ τον φιλόξενο χώρο σου, φαντάζομαι θα μου επιτρέψεις να καταγράψω, από μνήμης, μια ιστορία από το Γεροντικό.

ΕΙΠΕ ΓΕΡΩΝ: «Ένας γέροντας ασκητής, κατέβαινε μια φορά τον χρόνο στην πόλη να πουλήσει τα καλάθια που είχε πλέξει στη διάρκεια της χρονιάς στην έρημο. Τον σέβονταν και τον αγαπούσαν όλοι, γιατί ήταν πολύ ασκητικός και προσηνής. Σε μια από τις ετήσιες επισκέψεις του, βρήκε την πόλη ανάστατη και άκρως εχθρική προς το πρόσωπό του. Μια γυναίκα ανύπαντρη είχε γεννήσει, και για να γλιτώσει το λιθοβολισμό –άλλες εποχές εκείνες- κατηγόρησε τον ασκητή ως υπεύθυνο της εγκυμοσύνης της. Ο ασκητής, βουβάθηκε! Μια μονάχα στιγμή βάστηξε η βουβαμάρα και η θύελλα της ψυχής του. Και μετά, με κατεβασμένο κεφάλι είπε: συγχωρήστε με αδελφοί, τώρα πρέπει να πλέκω διπλά και τριπλά καλάθια ΓΙΑΤΙ ΕΧΩ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙ ΝΑ ΘΡΕΨΩ!
Επί τρία χρόνια έπλεκε ασταμάτητα κι όλα τα έσοδα τα έδινε για να τρέφονται η γυναίκα και το παιδί, και ανεχόταν όλες τις λοιδορίες και τις εξυπνάδες των κατοίκων της πόλης, και όλα τα γεμάτα υπονοούμενα βλέμματα και τα μισόλογα των άλλων ασκητών. Όλα αυτά μέχρι που η γυναίκα βρέθηκε στο κατώφλι του θανάτου, και πικρά μετανοημένη είπε την αλήθεια. ΤΟΤΕ ΟΛΟΙ ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΣΑΝ τον ασκητή και τον παρακαλούσαν να τους συγχωρήσει και να μείνει μαζί τους ως πνευματικός τους οδηγός. Αυτός τους είπε πως τους συγχωρεί, αλλά να μείνει μαζί τους δεν μπορεί, γιατί τρία χρόνια ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ ΤΟΥΣ ΔΕΝ ΕΔΕΙΞΕ ΛΙΓΟ ΕΛΕΟΣ γι’ αυτόν».
ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΟΛΗ Η ΧΩΡΑ ΕΧΕΙ ΒΟΥΒΑΘΕΙ και κανείς δεν ξέρει τι μας ξημερώνει, νομίζω πως είναι καιρός:
ΝΑ ΔΕΙΞΟΥΜΕ ΕΛΕΟΣ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΜΑΣ ΣΚΑΝΔΑΛΙΖΟΥΝ.
ΝΑ ΠΛΕΚΟΥΜΕ ΔΙΠΛΑ ΚΑΛΑΘΙΑ, για μας και ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ, γιατί τώρα ΕΧΟΥΜΕ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙ ΝΑ ΘΡΕΨΟΥΜΕ – «γυναίκα και παιδί» οποιουδήποτε χρώματος: Πακιστανό, Ελληνοευρωπαίο, καθαρόαιμο Ελληναρά ή φουκαρά συμπολίτη, ΠΝΙΓΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΑΣ ΑΓΩΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ. ΜΗΝ ΞΕΧΝΩΝΤΑΣ ΟΤΙ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΠΕΝΤΕ ΑΡΤΩΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΜΒΕΙ ΣΤΟΝ ΚΑΘΕΝΑ ΜΑΣ. ΑΜΗΝ!

Νίκος Ἀγνάντος

Πηγή: Σαλογραία – Σχόλιο στήν ἀνάρτηση Πίστη εξ ακοής και πίστη εξ εμπειρίας συνέχεια έκτη

Το βάρος της φιλανθρωπίας Μάρτιος 27, 2014

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

Οι αδελφοί της σκήτης ρώτησαν ένα Γέροντα, αν πραγματικά ωφελούνται εκείνοι που ζητούν από τους άλλους να προσευχηθούν για χάρι τους.

— Πολύ ισχύει δέησις δικαίου, αποκρίθηκε ο Αββάς, πλην όμως «ενεργουμένη»[1] . Βοηθουμένη, με άλλα λόγια, από τον ίδιο που ζητά την προσευχή, σε τι να ωφελήσουν αι προσευχαί των αγίων, εκείνον, που θεληματικά παραμελεί την σωτηρία του;
Και τους διηγήθηκε την παρακάτω ιστορία:
Ο Ηγούμενος κάποιου Κοινοβίου, πολύ ευλαβής κι ενάρετος άνθρωπος, έκανε κάθε μέρα αυτή την προσευχή:
— Σε παρακαλώ, Κύριε, μη με χωρίσης από τα πνευματικά μου παιδιά στην άλλη ζωή, αλλά αξίωσέ μας να απολαύσωμε όλοι μαζί την Ουράνιο μακαριότητα.
Κάποτε όμως τον πληροφόρησε ο Θεός, με τον ακόλουθο τρόπο, πως ο καθένας ετοιμάζει μόνος, με τα έργα του, τη μελλοντική του αποκατάστασι.
Πλησίαζε η εορτή ενός Αγίου, που πανηγύριζε το γειτονικό τους Μοναστήρι. Οι Αδελφοί του Μοναστηρίου εκείνου προσκαλέσανε τον Αββά του Κοινοβίου και ολόκληρη την συνοδεία του να πάρουν μέρος στην πανήγυρι. Εκείνος όμως αποφάσισε να μην πάη, αποφεύγοντας έτσι τις τιμές που συνήθως του έκαναν εκεί. Την παραμονή ακριβώς άκουσε μυστηριώδη φωνή στον ύπνο του να τον διατάζη να πάη οπωσδήποτε στο πανηγύρι, αφού στείλει νωρίτερα τους υποτακτικούς του. Ο Ηγούμενος υπήκουσε στη θεία προσταγή.
Μόλις ξημερωσε, πρόσταξε τους μαθητάς του να ξεκινήσουν παρευθύς για το γειτονικό Κοινόβιο. Στο δρόμο τους συνάντησαν πεσμένον χάμω ένα δυστυχισμένο γέρο να βογγά. Τον ρώτησαν, τι του συνέβαινε.
— Είμαι άρρωστος, τους αποκρίθηκε με κόπο, και δεν έπαψε ν’ αναστενάζη. Πήγαινα στο γιατρό με το ζώο μου, μα σαν έφτασα σε τούτο το μονοπάτι, μ’ έρριξε κάτω κι έφυγε. Τι έγινε, κι εγώ δεν ξέρω. Ούτε άνθρωπος βρέθηκε να με βοηθήση να σηκωθώ.
Τα τελευταία λόγια τα πρόφερε με πολύ παράπονο.
— Τι να σου κάνωμε, γέροντα, του είπαν οι Καλόγεροι. Είμαστε κι εμείς πεζοί και βιαστικοί.
Συνέχισαν έτσι το δρόμο τους για να φτάσουν στην ώρα τους στο πανηγύρι, αφήνοντας στη μεση του δρόμου αβοήθητο το φτωχό γέρο.

Σε λίγο να κι ο Ηγούμενος. Είδε τον άνθρωπο σε κακή κατάστασι. Έσκυψε πάνω του με συμπόνια. Άκουσε τα βάσανα του και τον ρώτησε με καταφανή έκπληξι :
— Καλά, δεν πέρασαν από δω πριν από λίγο κάτι νέοι Καλόγεροι; Γιατί δεν τους σταμάτησες να σε βοηθήσουν; θα έπρεπε, χωρίς άλλο, να σε είδαν.
— Με είδαν και με ρώτησαν, Αββά, είπε με λύπη ο Γέρος. Μου είπαν όμως πως ήσαν πεζοί και βιαστικοί και δε μπορούσαν να μου κάνουν τίποτε.

Ο Ηγούμενος αναστέναξε βαθειά, ντροπιασμένος από την συμπεριφορά των μαθητών του.
— Αν στηριχτής πάνω μου, θα μπορέσης να περπατήσης λίγο;
— Αδύνατο να κινηθώ, Πάτερ.
Έλα λοιπόν να σε ανεβάσω στους ώμους μου, είπε ο γέρο Ηγούμενος αποφασιστικά, κι ο Θεός θα βοηθήση να φτάσωμε εκεί που πηγαίνεις.
— Δε μπορείς να με κουβαλήσης τοσο δρόμο πάνω στους ώμους σου. Μήπως είσαι κι εσύ νέος; Πήγαινε, Αββά, στη δουλειά σου και μη χασομεράς άδικα για μένα. Ευχήσου μόνο να μ’ ελεήση ο Θεός.
Δε σ’ αφήνω έτσι, σε τέτοια κατάστασι, διαμαρτυρήθηκε ο άνθρωπος του Θεού. Θα σε πάω στην πόλι.
Με πολύ κόπο ανέβασε τον άρρωστο στους αδύνατους ώμους του ο γέρο Ηγούμενος. Το βάρος στην αρχή του φάνηκε ασήκωτο. Με μεγάλη δυσκολία κατώρθωσε να σέρνη τα πόδια του.
Παράδοξο πράγμα!
Σιγά – σιγά αλάφραινε, ώσπου σε μια στιγμή του φάνηκε πως του έφυγε από την πλάτη το φορτίο. Σήκωσε το κεφάλι να ιδή τι συνέβαινε. Αντί του φτωχού γέρου, που είχε πάρει στους ώμους του, στεκόταν μπροστά του ένας πανέμορφος Άγγελος.
Μ’ έστειλε ο Κύριος να σε πληροφορήσω, του είπε με τη γλυκειά φωνή του που έμοιαζε με υπερκόσμια μουσική, πως τότε μόνο θ’ αξιωθούν οι μαθηταί σου να βρεθούν μαζί σου στη Βασιλεία Του, όταν ακολουθήσουν τα ίχνη σου. Διαφορετικά, άδικα κοπιάζεις και προσεύχεσαι γι’ αυτούς. Ο Θεός δίνει στον καθένα την αμοιβή των έργων του.
Ο Άγγελος με μιας χάθηκε στα ούρανια. Ο γέρο Ηγούμενος, συλλογισμένος, γύρισε πίσω στο Μοναστήρι του για ν’ αρχίση καινούργιο αγώνα. Χρειαζόταν ακόμη κοπιαστική δουλειά για να μορφώση χαρακτήρες. [1] Ιακώβου ε’. 16
Πηγή: Γεροντικόν, μοναχής Θεοδώρας Χαμπάκη, εκδ. Λυδία).

http://www.sostis.gr
http://www.diakonima.gr

Ευχαριστίες στους Σπύρο Γκ. & Κώστα Κ.

Ο Ποντικός και ο Καλόγερος Απρίλιος 10, 2012

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία , 1 comment so far

Κάποτε χριστιανοί μου κάποιος μοναχός, έφυγε από το κοινόβιο και την ευλογημένη υπακοή και πήγε στην έρημο να γίνει ησυχαστής. Ο λογισμός του απαιτούσε να αφοσιωθεί μέρα νύχτα στη μελέτη και θεωρία του ονόματος του Ιησού Χριστού και μάλιστα στο μυστήριο της Τριαδικότητος του Αγίου Θεού.
Έτσι πίστευε ότι θα μπορούσε μέσα στην ερημιά και στη γαλήνη της ησυχίας να ενωθεί με τον Θεόν χωρίς μέριμνες και χωρίς σκοτούρες.
Ύστερα όμως από δύο τρεις ημέρες, δεν μπορεί κανένας να αντέξει και παραπάνω εδώ που τα λέμε, σε κάποια στιγμή των ιερών του στοχασμών, αισθάνθηκε κοντά του την παρουσία κάποιου ;
Τι ήταν ; Ένα μικρό ποντίκι.
Είχε ανεβεί στην μπαλωμένη και τρύπια παντούφλα του, και μύριζε το μεγάλο δάκτυλο του ποδιού του. Έτσι αποσπάσθηκε η προσοχή του και ήταν αδύνατον να κρατήσει αμετακίνητο το νου του, στην ενθύμηση του Θεού και στην προσευχή του.

Το είδε και είπε μέσα του, τι είπε μέσα του τώρα,
«Εγώ άφησα τα πάντα για να επικοινωνώ αμέριμνα και σωστά με τον Θεόν και να έρχεται τώρα να μου την χάλασε ένας ποντικός. Ε, αυτό δα, παρατραβάει το κορδόνι, και λέγει νευριασμένος στο ποντίκι, δυνατά τώρα:
-«Γιατί βρε σιχαμένο μου διακόπτεις την προσευχή μου;»
-«Γιατί πεινάω, απάντησε το ποντίκι».
Και ο ησυχαστής ανταπάντησε με αγανάκτηση, χωρίς να αναρωτηθεί, πως το ποντίκι μίλησε με ανθρώπινη φωνή,
-«Φύγε από δω βρε μαγαρισμένο, εγώ προσπαθώ με χίλιους κόπους να δω πως θα ενωθώ με τον Θεό, και συ ήρθες να μου ζητήσεις να ασχοληθώ με την κοιλιά σου;» και φραπ, τίναξε το πόδι του και πέταξε τον ποντικό στην απέναντι γωνία της σπηλιάς του.

Και τότε το ποντίκι γυρίζει και με πολύ ηρεμία, αφού τον κοίταξε στα μάτια, του απάντησε, με ανθρώπινη γλώσσα:

– «Μάθε το μία για πάντα, πάτερ, αν δεν μπορέσεις με τους γύρω συνασκητάς σου και με τον γέρο Αββακούμ, που ψήνεται στον πυρετό, και πεθαίνει από την πείνα μέσα σε μία διπλανή σου σπηλιά, αλλά και με τον κάθε Αββακούμ, δηλαδή τον πλησίον σου, που πονάει και υποφέρει, που πεινάει και διψάει και κείται γυμνός και πληγιασμένος, και δεν τον συμπονέσεις, και δεν του σταθείς, στα προβλήματά του, τότε, ποτέ, μα ποτέ δεν θα μπορέσεις να ενωθείς με τον Θεόν της αγάπης και του ελέους. »

Και χάθηκε ο ποντικός.

Πηγή: π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος (από το Γεροντικό)

Αναδημοσίευση από: Αηδόνι

Κύριε μη με ελεήσεις! Ιούνιος 29, 2009

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 7Σχόλια

tapeinwsh1

Πριν από πολλά χρόνια ζούσε σε κάποιο χωριό της πατρίδος μας ένας νέος, που από μικρός είχε τον πόθο να γίνει ασκητής. Υπήρχαν όμως κάποιες δυσκολίες: Ήταν αγράμματος, βραδύγλωσσος, λίγο βραδύνους και με οικογενειακές υποχρεώσεις.

Ομως στην ηλικία των 40 περίπου ετών μπόρεσε να πραγματοποιήσει τη κρυφή του αγία επιθυμία. Έφυγε από το χωριό του και περιπλανώμενος από τόπου εις τόπο κατέληξε σε ένα ερημονήσι, όπου βρήκε ένα γέρο ασκητή που του ανέπαυε την καρδιά και έγινε υποτακτικός του.
Με έκπληξη λοιπόν παρατηρούσε ότι: όταν προσευχόταν ο Γέροντάς του έλαμπε ολόκληρος, και ιδιαιτέρως όταν παρακλητικά και μετά δακρύων έλεγε «Κύριε, ελέησόν με».

Ο Γέρων-ασκητής ήταν και αυτός αγράμματος, αλλά οι συμβουλές του ήταν πολύτιμες και γεμάτες σοφία και όλη του η πνευματική προσπάθεια συγκεντρώνετο στο πως να μάθει να προσεύχεται και ο υποτακτικός του με το «Κύριε, ελέησόν με».

Την τελευταία ημέρα της ζωής του ο Γέροντας ασκητής χάρισε στον υποτακτικό του το τρίχινο μισοτριμμένο ράσο του, ξάπλωσε κάτω, έκανε τον σταυρό του και λέγοντας τρεις φορές «Κύριε, ελέησόν με», «Κύριε, ελέησόν με», «Κύριε, ελέησόν με» η οσιακή του ψυχή πέταξε στον ουρανό.

Μετά την κοίμηση και ταφή του Γέροντος του ο εν λόγω υποτακτικός ζούσε πλέον ολομόναχος στο ερημονήσι ως ασκητής και ησυχαστής μέσα σε μια σπηλιά, ακολουθώντας το ίδιο τυπικό προσευχής και κανόνων που παρέλαβε από τον Γέροντά του. Έτσι πέρασαν 30 ολόκληρα χρόνια, χωρίς να δει ποτέ του άνθρωπο.
Με το πέρασμα όμως των ετών και με την βραδυγλωσσία και βραδύνοια που τον διέκρινε, μπέρδευε τα λόγια της Ευχής προσευχόμενος έλεγε «Κύριε, μη με ελεήσεις«.

Η καρδιά του όμως ήταν δοσμένη ολόκληρη στον Θεό, για αυτό και δάκρυα έτρεχαν άφθονα από τα γεροντικά του μάτια, όταν μέρα-νύχτα προσευχόταν με κατάνυξη και συντριβή, επαναλαμβάνοντας χιλιάδες φορές το «Κύριε, μη με ελεήσεις».

Κάποια ανοιξιάτικη μέρα ένα καράβι άραξε κοντά στο ερημονήσι. Ένας από τους επιβάτες του ήταν και ο επίσκοπος της επαρχίας εκείνης και ο καπετάνιος για να τον ξεκουράσει και να τον ευχαριστήσει τον πήρε με μια βάρκα κα πήγαν στο νησί για να περπατήσουν.
Αντίκρυσαν εκεί ένα μονοπάτι το οποίο ακολούθησαν και έφτασαν μπροστά σε μια σπηλιά όπου από μέσα άκουσαν την πονεμένη προσευχή του ασκητού που έλεγε συνεχώς «Κύριε, μη με ελεήσεις».
Προχώρησε ο επίσκοπος και είδε ένα σκελετωμένο γέροντα ασκητή, με μάτια βαθουλωμένα μέσα στις κόγχες τους, να είναι γονατιστός και ολόλαμπρος’ να προσεύχεται και να κλαίει.
Ο δεσπότης με πολλή συστολή προσπάθησε να του πει οτι αυτή η προσευχή του δεν είναι σωστή και πρέπει να λέει «Κύριε, ελέησόν με’.
Ταράχθηκε ο ασκητής πιστεύοντας, ότι 30 τόσα χρόνια έκανε κακό στη ψυχή του και ξέσπασε σε κλάμματα ικετεύοντας τον επίσκοπο να τον μάθει να λέει σωστά την προσευχή. Κι εκείνος με δέος προσπάθησε για αρκετή ώρα να του «στρώσει» τη γλώσσα στο να λέει «Κύριε, ελέησόν με».
Φεύγοντας ο επίσκοπος τον συνόδευσε ο ασκητής μέχρι την ακροθαλασσιά, επαναλαμβάνοντας μαζί του το «΄Κύριε, ελέησόν με», για να μην το ξεχάσει.
Το καράβι έφυγε και ο ασκητής το παρακολουθούσε με το βλέμμα του λέγοντας συνεχώς «Κύριε, ελέησόν με».
Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και ο ερημίτης ξέχασε το «Κύριε, ελέησόν με», σάστισε και ζαλίστηκε!!!
– Και τώρα τι θα γίνω; και ξέσπασε σε δάκρυα.
Στην απελπισία του πετάει στην θάλασσα το κουρελιασμένο ράσο του και βαδίζει πάνω σε αυτό προς το καράβι.
-Φάντασμα, φάντασμα…!φώναζαν τρομαγμένοι οι ναύτες.
Με τις φωνές ανέβηκε ο δεσπότης στο κατάστρωμα και είδε τον ασκητή να του φωνάζει:
– Τι να λέω; Τι να λέω δεσπότη μου;
Και εκείνος με συγκίνησι του απάντησε:
– Ότι έλεγες να λες παιδί μου! Αυτή είναι η καλύτερη προσευχή για την ψυχή σου. Συγχώρεσέ με και κάνε και για μένα ένα σταυρό!

(Μητροπολίτου Χίου Παντελεήμονος Φωστίνη, (διασκευή από) Το βιβλίο της ζωής, τ.Α’ Πειραιάς 1987, σελ. 25
Πρωτοπρεσβύτερου Στέφανου Κ Αναγνωστόπουλου Η «Ευχή» μέσα στον κόσμο Πειραιάς 2007 σελίδες 20-22)

πηγή