jump to navigation

Το Μυστικό της Χαράς των Χριστουγέννων Δεκέμβριος 29, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

π.  Δημητρίου  Μπόκου

Προ­τοῦ ξη­με­ρώ­σει, νύ­χτα ἀ­κό­μη, ξύ­πνη­σε, κα­θὼς τὸ συ­νή­θι­ζε, ὁ γέ­ρο-Φι­λά­γριος. Ἄλ­λα­ξε φυ­τί­λι στὸ καν­τή­λι ποὺ τρε­μό­σβη­νε κι ἀ­νά­βον­τας δυὸ κε­ριὰ μπρὸς στὶς εἰ­κό­νες, δι­ά­βα­σε τὶς ἑ­ω­θι­νές του προ­σευ­χές, τὸ Με­σο­νυ­κτι­κὸ καὶ τὸν Ὄρ­θρο.

Ἔ­φεγ­γε γιὰ τὰ κα­λὰ ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε. Τρά­βη­ξε τὸ ξύ­λι­νο πορ­τό­φυλ­λο ποὺ ἔ­κλει­νε τὸ ἄ­νοιγ­μα τῆς σπη­λιᾶς καὶ βγῆ­κε στὸν ἐ­ξώ­στη, ἕ­να φυ­σι­κὸ πλά­τω­μα τοῦ βρά­χου πά­νω ἀ­π’ τὸν γκρε­μό. Ἀ­πὸ χα­μη­λὰ ἀ­νέ­βαι­νε, μό­νι­μο τρα­γού­δι στ’ αὐ­τιά του, τὸ βου­η­τὸ τοῦ νε­ροῦ, κα­θὼς κυ­λοῦ­σε ὁρ­μη­τι­κὰ στὸ φα­ράγ­γι. Τὸ κα­λο­καί­ρι μό­νο ἡ­σύ­χα­ζε, γι­νό­ταν φλύ­α­ρο μουρ­μου­ρη­τό, μη­τρι­κὸ να­νού­ρι­σμα στὸν ὕ­πνο του.

Ἡ ἀ­να­το­λὴ ρό­δι­ζε στὸ βά­θος κι ἕ­να ὑ­πέ­ρο­χο σύ­νο­λο ἁ­πα­λῶν χρω­μα­τι­σμῶν ξε­χυ­νό­ταν τριγύ­ρω. Τὰ μά­τια του μα­γεύ­τη­καν στὴ θέ­α τῆς αὐ­γῆς. Φω­νὲς που­λι­ῶν, θρο­ΐ­σμα­τα φύλ­λων, γρυ­λί­σμα­τα ἀ­γρι­μι­ῶν, γέ­μι­ζαν ὀ­μορ­φιὰ τὴν ἄ­γρια φύ­ση. Πῶς τ’ ἀ­γα­ποῦ­σε ὅ­λα αὐ­τά! Φι­λά­γριος, βλέ­πεις!

Ἀ­νά­πνευ­σε τὸν πρω­ι­νὸ ἀ­έ­ρα κι ἕ­να κύ­μα εὐ­φο­ρί­ας φού­σκω­σε τὴν καρ­διά του.

«Ὡς ἐ­με­γα­λύν­θη τὰ ἔρ­γα Σου, Κύ­ρι­ε…»

«Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐκ τῆς γῆς… τὰ ὄρη καὶ πάντες οἱ βουνοί, …τὰ θηρία καὶ πάντα τὰ κτήνη, ἑρπετὰ καὶ πετεινὰ πτερωτά…»

Δὲν ἦ­ταν μό­νο μιὰ ὄ­μορ­φη φθι­νο­πω­ρι­ά­τι­κη μέ­ρα ἡ ση­με­ρι­νή. Εἶ­χε κά­τι ξε­χω­ρι­στὸ καὶ γι’ αὐ­τόν.

Ξα­να­γύ­ρι­σε στὸ βά­θος τῆς σπη­λιᾶς, πῆ­ρε στὰ χέ­ρια του ἕ­να μα­κρὺ ξε­φλου­δι­σμέ­νο ξύ­λο καὶ τό ’­φε­ρε ἔ­ξω. Τὸ σή­κω­σε ψη­λὰ καὶ τὸ κοί­τα­ξε στὸ φῶς. Ἦ­ταν γε­μά­το χα­ρα­κι­ές. Κά­θε χα­ρα­κιὰ κι ἕ­νας χρό­νος. Πολ­λὲς χα­ρα­κι­ές, πολ­λὰ χρό­νια!

Χα­μο­γέ­λα­σε. Ἔ­βγα­λε τὸν πα­λιό του σου­γιὰ καὶ τρά­βη­ξε μιὰ χα­ρα­κιὰ ἀ­κό­μα κά­τω ἀ­π’ τὶς ἄλ­λες. Ἑ­κα­τό!

Σή­με­ρα γι­νό­ταν ἑ­κα­τὸ χρο­νῶν! Χα­μο­γέ­λα­σε πά­λι.

–  Ἦρ­θε ὁ και­ρός!… μουρ­μού­ρι­σε.

Ἀ­να­σύ­ρον­τας τὶς βα­ρει­ὲς κουρ­τί­νες τοῦ χρό­νου ἡ μνή­μη του ἔ­τρε­ξε πο­λὺ πί­σω. Τό­τε πού, δε­κά­δες χρό­νια πρίν, ἀ­φή­νον­τας τὸν κό­σμο, ξε­κι­νοῦ­σε τὸ μα­κρὺ τα­ξί­δι γιὰ τὸ ἀ­σκη­τα­ριό του.

–  Θὰ ξα­να­ϊ­δω­θοῦ­με στὰ ἑ­κα­τό μας, ἂν ζοῦ­με, εἶ­πε στὴ δί­δυ­μη μο­να­δι­κὴ ἀ­δελ­φή του, βλέ­πον­τας τὰ δά­κρυ­α στὰ μά­τια της, τά­χα ἀ­στει­ευ­ό­με­νος γιὰ νὰ κρύ­ψει καὶ τὴ δι­κή του συγ­κί­νη­ση. Θὰ γι­ορ­τά­σου­με μα­ζὶ τὰ ἑ­κα­το­στά μας Χρι­στού­γεν­να.

Ἐ­κεί­νη χα­μο­γέ­λα­σε πι­κρὰ μὲ­ς στὰ δά­κρυ­ά της καὶ τὸν φί­λη­σε γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά…

–  Ἦρ­θε ὁ και­ρός, Μαρ­γα­ρί­τα! ξα­νά­πε καὶ τὰ μά­τια του βούρ­κω­σαν. Ποι­ὸς θὰ τὸ πί­στευ­ε! Νὰ ζεῖς ἄ­ρα­γε; (περισσότερα…)

Η επέτειος ενός «Τρελού» Ιούλιος 4, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Λογοτεχνία - Ποίηση, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

reflecting

Περπατούσε μέρα και νύχτα στους δρόμους της πόλης σαν αερικό. Στο ένα χέρι ένα ποτήρι μπίρα και στο άλλο ένα ατελείωτο τσιγάρο. Γελούσε και κουβέντιαζε με σκιές. Έβριζε την μοίρα του και κοιμόταν όπου έβρισκε. Το καλοκαίρι σε παγκάκια κάτω από δέντρα και το χειμώνα σε εισόδους πολυκατοικιών. Είχε σπίτι. Το πατρικό του, αλλά σπάνια πήγαινε. Άντε για κανένα μπάνιο. Ίσως σε κάποια μεγάλη επέτειο, όπως έλεγε. Δίπλα του σε κάθε βήμα υπήρχαν σκυλιά. Άλλοτε γάτες. Μερικές φορές κρατούσε ποντίκια. Τα μεγάλωνε μέσα στις μεγάλες και βαθιές τσέπες του σκισμένου και λιγδιασμένου σακακιού του. Σόκαρε. Του άρεσε να προκαλεί τον φόβο στους νοικοκυραίους. Στους «καθώς πρέπει» πολίτες, που σέβονταν τους νόμους και κυρίως ήταν «εχέφρονες». Ενώ εκείνος για όλους ήταν ο «τρελός» της γειτονιάς.
Εγώ τον γνώρισα στο καφενείο. Καθόταν όπως πάντα μόνος. Βυθισμένος στις σκέψεις. Στο δεξί του χέρι ένα ποτήρι αλκοόλ. Στο αριστερό ένα τσιγάρο το οποίο δεν έσβηνε ποτέ. Λες και είχε τάμα την καταστροφή του. Έπαιρνε τη μπίρα στο χέρι και πηγαινοερχόταν με βιαστικά βήματα μες στο μαγαζί. Καμιά φορά, άμα αισθανόταν πιο καλά έπαιζε κανένα τάβλι. Γελούσε με την ψυχή του. Εάν κέρδιζε την παρτίδα, ένιωθε σπουδαίος και καυχιόταν για τις επιδόσεις του.
Λένε ότι όλα ξεκίνησαν όταν ήταν έφηβος. Τότε χάθηκε στους λαβυρίνθους του μυαλού του. Άρχισε να μιλάει με σκιές. Να ακούει φωνές. Φανταζόταν σκηνές που προβάλλονται κάθε αργά στο βουβό σινεμά του πόνου του. Παρ’ όλα αυτά ήταν ειρηνικός και άκακος. Ήσυχος και αθόρυβος. Μιλούσε και χαμογελούσε σε όλους. Όταν τον χαιρετούσες άνθιζε το πρόσωπό του. Μονάχα με ορισμένους ήταν κάπως επιφυλακτικός και απόμακρος. Ένιωθε με ένα δικό του τρόπο την σκληρότητα που έκρυβαν.
–Αυτούς να τους προσέχετε, συμβούλευε τους θαμώνες του καφενείου. Είναι κακοί άνθρωποι. Κάτω από την γραβάτα υπάρχει βρωμιά. Μυρίζει η καρδιά τους πονηριά.
Παρ’ όλα τα προβλήματα του, δεν έπαψε ούτε μια στιγμή να πλάθει όνειρα. Να κοιμάται στην αγκαλιά της προσωπικής του ελπίδας. Να πίνει πρωινό με πρόσωπα της φαντασίας του και να κοιμάται στις γλυκιές αγκαλιές των ονείρων του.
Αυτοί τουλάχιστον νοιάζονται για κείνον. Τον γλυκοχαιρετούσαν και τον πρόσεχαν. Και ας μην υπήρχαν. Οι άλλοι, οι «κανονικοί», τον κυνηγούσαν. Κρυφά τον λοιδορούσαν. Κι αυτά τα βλέμματά τους, πόσο πολύ τον τυραννούσαν. Γεμάτα οίκτο και λύπηση. Απόρριψη και περιφρόνηση που κόβει σαν τζάμι. Γι’ αυτό και δεν τους κοιτούσε στα μάτια. Σχεδόν καθόλου. Είχε σκυμμένο το κεφάλι και μετρούσε τα βήματά του στα σοκάκια των μονολόγων του. Λες και περίμενε ν’ αλλάξει ο δρόμος της ζωής του.
Ένα βράδυ τον κέρασα μια μπίρα. Την δέχτηκε με χαμόγελο. Έστρεψε το πρόσωπό του και με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια, σπάνιο φαινόμενο για εκείνον. Λες και ήθελε να μου κάνει κάποια μεγάλη δήλωση. Μια σπουδαία ανακοίνωση.
– Φίλε, αύριο έχω επέτειο.
– Τι επέτειο, βρε ; του απάντησα με απορία. Μήπως εννοείς γενέθλια;
– Όχι. Επέτειο. Ξέρω τι σου λέω. Σαν αύριο της Σταυροπροσκύνησης γεννήθηκα. Ήταν η μέρα που ήρθα στην ζωή. Κανείς δεν χάρηκε. Κανείς δεν γέλασε. Ήταν όλοι τους βουβοί και τρομαγμένοι.
– Πού το ξέρεις, ρε; Γιατί το λες;
– Ναι, ξέρω τι σου λέω. Κανείς δεν χάρηκε. Μου το είπε ο μεγάλος μου αδελφός.
Δεν ήθελαν άλλο παιδί και εγώ τούς έτυχα. Από τύχη γεννήθηκα. Θύμωσαν μαζί μου. Ντρεπόντουσαν για μένα. Δεν με ήθελαν. Η μάνα ντρεπόταν να με θηλάσει. Πήρε φάρμακα για να σταματήσει τον θηλασμό. «Σε τέτοια ηλικία να δείχνω τα στήθη μου; Ντροπής είναι». Σε αυτό συμφωνούσε και η γιαγιά μου. Η μάνα του πατέρα μου. Δύστροπη και σκληρή γυναίκα. Έζησε σε εποχές όπου το κορίτσι θεωρούταν κατάρα για μια οικογένεια. Η δε ζωή
της γυναίκας σκέτη κόλαση. Υποταγή, υποτέλεια, βία και περιθώριο. Λίγο καλύτερα από τα ζώα της φαμίλιας. Έτσι η γιαγιά μισούσε την ζωή. Οτιδήποτε είχε σχέση με την χαρά της ζωής. Δεν έζησε αυτή, δεν χάρηκε, κανείς να μην χαρεί. Αυτό ήταν το κρυφό της δόγμα. Έλεγε και ξανάλεγε στη μάνα μου, «Τι το θέλατε το παιδί σε τέτοια ηλικία; Να σας κοροϊδεύει ο κόσμος ότι δεν μπορείτε να κάνετε καλά τις ορμές σας; Ρεζίλι γίναμε σε όλο το χωριό».
Προσπάθησαν να με ρίξουν πολλές φορές. Τι μπουνιές έδινε ο πατέρας στην κοιλιά της μάνας, τι βίαιες και κουραστικές δουλειές τίποτα. Δεν έλεγα να το κουνήσω. Μέσα εκεί, γραπωμένος από την ζωή. Λένε οι παλιοί ότι άμα είναι να παιδευτείς, θα παιδευτείς. Δεν την γλυτώνεις. Και εγώ, φίλε μου, παιδεύομαι από την πρώτη ανάσα ζωής.
Κατάλαβες τώρα γιατί σού λέω ότι δεν με ήθελες κανείς; Αυτό το βασανιστικό ερώτημα στοίχειωσε μέσα στην ύπαρξή μου. Ξημερώνει, βραδιάζει και εγώ διερωτώμαι, «Με θέλεις κανείς;». Μόλις τελείωσε την φράση αυτή πετάχτηκε πάνω λες και τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα.
– Άντε, καληνύχτα. Ευχαριστώ για την μπίρα.
Μέχρι να σηκωθώ είχε χαθεί τρέχοντας στα παρακάτω στενά γύρω από το καφενείο. Είχε τους δικούς του ρυθμούς, τα δικά του όρια και πάνω από όλα τον δικό του κόσμο που δεν χωρούσαν καθωσπρεπισμοί. Όλα ήταν ελεύθερα, αυθεντικά.
Αγαπούσε ιδιαίτερα τα παιδιά, τους παππούδες και τα αδέσποτα ζώα. Όλους τούς αδύναμους. Ένιωθε ότι συγγένευαν μαζί του. Μια σχέση πέρα από το μυαλό και την λογική έρεε μέσα του με αυτές τις υπάρξεις. Το πατρικό του σπίτι το είχε γεμίσει σκύλους και γάτες. Χελώνες, μικρές κουκουβάγιες και νυχτερίδες. Περνούσε, τα τάιζε και έπειτα χανόταν και πάλι στους δρόμους. Είχε συμφιλιωθεί απόλυτα μαζί τους. Ο κόσμος της λογικής τον είχε απορρίψει. Ο κόσμος όμως της «αλόγου» φύσεως τον είχε αγαπήσει και εντάξει απόλυτα στην κοινωνία του.
Τα βράδια, έπαιρνε κάποιο από τα σκυλιά του σπιτιού και κατέβαινε σε φτωχογειτονιές της πόλης. Όπου έβρισκε μια γριά ή ένα γέρο μόνο του βουτηγμένο στην μοναξιά, τον αγκάλιαζε, του έκανε αστεία και καθόταν για παρέα. Έπαιρνε μπίρες από το περίπτερο και κουβέντιαζε με τις ώρες μαζί τους. Έλεγε ότι, επειδή ένιωθαν τελειωμένοι, ήταν ωραίοι. Η σωματική αδυναμία άνθιζε μια δύναμη στην ψυχή τους. Του άρεσε η παρέα τους.
– Να σου κάνω, παιδί μου, ένα καφεδάκι;
– Όχι, ρε θεία, τι να τον κάνω τον καφέ; Ο καφές είναι για κείνους που θέλουν να θυμούνται. Εγώ προτιμώ να ξεχνώ. Να μην σκέφτομαι. Να ησυχάζει ο νους μου. Έτσι η μπιρίτσα κάνει καλύτερη δουλειά. Με ζαλίζει. Θολώνει το μυαλό και δεν καταλαβαίνω τίποτα. Με νιώθεις;
Οι γερόντοι έγνεφαν συγκαταβατικά κι ας μην καταλάβαιναν τίποτα απολύτως. Η ουσία γι’ αυτούς ήταν ότι είχαν μια παρέα. Έναν άνθρωπο να πουν μια κουβέντα. Για τα περασμένα μεγαλεία τους, τους άνδρες που τις τυραννούσαν, για τα παιδιά τους που έλειπαν στα ξένα. Οι περισσότεροι για την εγκατάλειψη που ένιωθαν.
Εκείνος τούς άκουγε. Δεν μαρτυρούσε τα μυστικά τους και το κυριότερο δεν απέρριπτε κανένα. Αντιθέτως τους έδινε με τον δικό του τρόπο δύναμη.
– Έλα, μωρέ θεία. Όλοι λίγο πολύ σταυρωμένοι είμαστε σε αυτό τον ντουνιά. Κάθε σπίτι και καημός. Κάθε άνθρωπος και βάσανα. Είδες εσύ κανένα να μην κουβαλάει σταυρό; Δες και εμένα που είμαι ένα ρεμάλι. Κανείς δε με υπολογίζει. Όλοι με λυπούνται και με φωνάζουν, «τρελό», «κακομοίρη», «άχρηστο». Εντάξει όμως. Ζω και εγώ. Αντέχω. Έφτιαξα τον δικό μου κόσμο και είμαι πρίγκιπας.
Αύριο ξημέρωνε της Σταυροπροσκύνησης. Γιόρταζε. Σκέφτηκε να πάει σπίτι. Να κάνει κανένα μπάνιο. Να αλλάξει τα ρούχα που φορούσε σχεδόν έξι μήνες. Οι γείτονες
του άφηναν στην πόρτα κανένα ρουχαλάκι. Καλά ήταν. Φορεμένα, αλλά καθαρά και σιδερωμένα. Σκέφτηκε ότι είχε να πάει πολύ καιρό στην εκκλησία. Του είχε λείψει. Δεν μπορούσε να παραμείνει πολλή ώρα μέσα στο ναό, μια και δεν ησύχαζε το βήμα του, αλλά
ωστόσο θα άναβε το κερί του και θα έκανε τον Σταυρό του.
Πήγε σπίτι. Πλύθηκε. Έβαλε τα καθαρά ρούχα και κατέβηκε στην εκκλησία. Είχε αρκετό κόσμο. Άναψε κερί και σταμάτησε δίπλα σε ένα παιδί. Εκεί αναπαυόταν. Ένιωθε πιο οικεία. Τους ενήλικες δεν τους εμπιστευόταν.Κάθισε κατάχαμα. Δεν ήθελε τις καρέκλες. Άλλωστε ήξερε ότι δεν θα μπορέσει να μείνει πολύ. Θα τον έπιανε πάλι αυτή η νευρικότητα. Η τρεχάλα.
Η λειτουργία ήταν υπέροχη. Ένιωθε πολύ όμορφα. Τον είχε συνεπάρει τόσο πολύ που ξέχασε τα τρελά βήματά του. Είχε ειρηνεύσει η ψυχή και το σώμα του. Μια γλυκιά υπερκόσμια ηδονή έρεε μέσα στο είναι του. Ποτέ δεν είχε νιώσει τέτοια θαλπωρή. Τέτοιο δυνατό, ζεστό και όμορφο συναίσθημα. Λες και κάποιος τον αγαπούσε. Λες και κάποια τον κρατούσε αγκαλιά.
Αισθάνθηκε έναν γλυκό ύπνο να ξελογιάζει τα μάτια του. Έγειρε το κορμί του στο πάτωμα. Ξάπλωσε. Σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος και μάζεψε τα πόδια του στην κοιλιά του. Έγινε ένα κουβαράκι. Σαν μικρό παιδί.
Μερικοί γέλασαν. Άλλοι πάλι εκνευρίστηκαν με την ασέβειά του. Τι στάση ήταν αυτή μέσα στο ναό και μάλιστα εν ώρα Λειτουργίας; Άσχημα πράγματα Μερικοί είπαν να τον ξυπνήσουν. Να τον σκουντήξουν. Ορισμένοι όμως που τον αγαπούσαν τούς εμπόδισαν.
– Αφήστε τον. Δεν ενοχλεί κανένα.
Εκείνος έδειχνε τόσο ευτυχισμένος. Τόσο χαρούμενος και γαλήνιος. Λουσμένος στο φώς. Έφεγγε μακαριότητα, που έλειπε από όλους τους επικριτές του και ας μιλούσαν με τόσο «σεβασμό» και θρησκευτικό στόμφο για τα τελούμενα μυστήρια. Εκείνος είχε την Χάρη και αυτοί τον νόμο.
Η λειτουργία τελείωσε. Ο Σταυρός ήταν πλέον στην μέση του ναού. Στολισμένος με άνθη που μοσχοβολούσαν ελπίδα. Οι πιστοί είχαν σηκωθεί από τις θέσεις τους, σχηματίζοντας ουρές για το αντίδωρο. Αυτός δεν έλεγε να ξυπνήσει. Στην ίδια θέση γαλήνιος. Στην ίδια στάση ακίνητος και φωτεινός. Ο παπα Χρήστος είπε να φωνάξουν τους επιτρόπους.
– Καλά δε βλέπετε το παλικάρι: Ξυπνήστε τον να πάρει κι αυτός αντίδωρο. Να πάει σπίτι του.
– Σήκω, νεαρέ. Ξύπνα. Τελειώσαμε, είναι ώρα να πηγαίνεις.
Εκείνος όμως είχε μόλις αρχίσει. Στο ναό είχε μείνει μονάχα το σώμα του. Η ψυχή του ταξίδευε.
Στην εξόδιο ακολουθία ο ναός γέμισε από παιδιά και γέρους. Στην αυλή, μπροστά στην πόρτα, είχαν παραταχθεί σκύλοι και γάτες. Λες και κάποιος μυστικά τούς είχε ειδοποιήσει. Οι αγαπημένες του γιαγιάδες ξαγρύπνησαν δίπλα στο λείψανο του γλυκού «τρελού» τους. Όλοι οι «ανώνυμοι» ήταν εκεί.
Τον έθαψαν όπως τον βρήκαν. Σε στάση εμβρύου.

 

Πηγή: π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος (π. Λίβυος), «Ο Κινέζος, ο Θεός και η Μοναξιά» εκδ. Αρμός 2011

Αναδημοσίευση από: Ποιείν

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Πρόκειται για δεκαοκτώ διηγήματα. Δεκαοκτώ αυτοτελής ιστορίες από την ζωή και για την ζωή. Τα κείμενα δεν είναι αυτοβιογραφικά, παρά μονάχα από ένα. Ωστόσο όλα έχουν αφορμές και πυρήνα έμπνευσης αληθινά περιστατικά.
Κυρίαρχο αίτημα των διηγημάτων είναι η επαφή με την ζωή. Την ζωή όχι ως μια απλή επιβίωση, αλλά την ζωή ως έκταση και θαύμα.
Το ζητούμενο αυτού του βιβλίο είναι η ανακάλυψη της ζωής ως δώρο. Δυστυχώς ο πολιτισμός μέσα στο οποίο ζούμε μας θέλει δυστυχισμένους. Μας εκπαιδεύει από μικρά παιδιά για την δυστυχία. Σε τέτοιο βαθμό ώστε να νιώθουμε ένοχοι στην χαρά. Όλη η κοινωνική πραγματικότητα μέσα στην όποια γεννιόμαστε και αναπτυσσόμαστε, μας εκπαιδεύει ότι εάν θέλουμε να μας δώσουν σημασία, οι γονείς, οι δάσκαλοι ,η γυναίκα μας ή τα παιδιά μας, το κράτος και οι υπηρεσίες, θα πρέπει να είμαστε δυστυχισμένοι, μίζεροι και κακόμοιροι. Αυτό είναι ένα θέατρο, ένα παιγνίδι που συνειδητά ή ασυνείδητα παίζουμε όλοι στην ζωή μας.
Οι ήρωες όμως αυτού του βιβλίου, δεν είναι μίζεροι. Ούτε κακόμοιροι και δυστυχισμένοι. Δεν χρησιμοποιούν τον πόνο και τα βάσανα τους, ως άλλοθι.
Αναλαμβάνουν τις ευθύνες της ζωής τους. Παλεύουν για την πραγμάτωση των προσωπικών τους ονείρων. Δίνουν μάχες για την ατομική τους αξιοπρέπεια και ιδιαιτερότητα. Έρχονται σε άμεση σύγκρουση με τους κοινωνικούς ρόλους, τους νόμους, την άνευρη ηθική και διεκδικούν το δώρο της στιγμής, το δώρο της ζωής.
Δεν μεταθέτουν την ζωή στην μεταφυσική αλλά στο εδώ και τώρα. Γνωρίζουν ότι εάν εδώ δεν είμαστε καλά, πουθενά αλλού όπως και αν ονομάσουμε αυτόν τον χώρο δεν θα είμαστε καλά. Ο παράδεισος για τους ήρωες του βιβλίου είναι ένας γλυκός καρπός όχι μεταφυσικός, αλλά υπαρκτός στο τώρα της ζωής.
Μια ζωή που αφήνει γλυκιά γεύση και απαλά αποτυπώματα στην ύπαρξης μας, συνεχίζει και μετά θάνατο να λαμπρύνει την ψυχή μας.
Η ομορφιά αυτής της ζωής ανακαλύπτεται από τους πρωταγωνιστές των διηγημάτων στα απλά και καθημερινά. Η ευτυχία είναι απλή, αλλά δεν μας έμαθαν την τέχνη να την ζούμε. Η ευτυχία κρύβεται μέσα στο πρωινό καφέ, σε ένα περίπατο με συνείδηση. Στην συντροφιά ενός ανθρώπου. Στο βλέμμα ενός παιδιού, στην συνάντηση με τον Θεό, τους ανθρώπους, την φύση. Έλεγε ο Νίκος Καζαντζάκης «Η ευτυχία είναι απλή και λιτοδίαιτη – ένα ποτήρι κρασί, ένα κάστανο, ένα μαγκαλάκι, η βουή της θάλασσας…»
Οι πρωταγωνιστές του βιβλίου, προσπαθούν να βιώσουν την σχέση τους με τον Θεό και τον έρωτα μακριά από ενοχές, τύψεις, ψυχολογισμούς και νομικισμούς, ελεύθερα και αγαπητικά. Κυνηγάνε την ζωή που φεύγει μέσα από τα χέρια τους σκορπισμένη και δωρισμένη σε ένα σύστημα που είναι εναντίον του ανθρώπου.
Ανακαλύπτουν την χαμένη αθωότητα και παρθενικότητα τους στο παιδί που όλοι κρύβουμε μέσα μας, αλλά το οποίο πρώιμα και βίαια φιμώσαμε. Του πάψαμε το δικαίωμα να επιθυμεί, δεν του μάθαμε τον τρόπο να πραγματώνει τα όνειρα του.
Κυρίως οι ήρωες των διηγημάτων δρουν πέρα από την συμβατικότητα που μυρίζει θάνατο. Συναντιούνται πρόσωπο με πρόσωπο όπως ελπίζω να πράξετε και όσοι διαβάσετε αυτά τα διηγήματα με το ψέμα και την αλήθεια της ζωής.

Εικόνα: Γεώργιος Κόρδης

Τρία Πρόσωπα: Οι Επιθυμίες και η Θυσία (διήγημα) Μάιος 2, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

bike-desire

π. Δημητρίου Μπόκου

Ἄστραψα καὶ βρόντηξα, ἀλλὰ μόνο μέσα μου. Ποῦ νὰ τολμήσω νὰ βγάλω ἄχνα μπροστὰ στὸν πατέρα μου! Ὁ τόνος τῆς φωνῆς του ἦταν ἀπόλυτος.
– Πέντε μέρες εἶναι πολλές. Δὲν ξαναβρίσκονται εὔκολα. Ξέχνα το γιὰ φέτος. Δὲν θὰ πᾶς πουθενά!
Ἡ ἀδελφή μου στράβωσε τὸ μοῦτρο της κοροϊδευτικὰ σὰν νὰ μοῦ ’λεγε:
– Δὲν στά ’λεγα;
Ἔβραζα, μὰ τί νά ’κανα; Τέλειωσα βιαστικὰ τὸ φαγητό μου, ση-κώθηκα, πῆγα στὸ δωμάτιό μου. Μόλις ὅμως ἔκλεισα τὴν πόρτα πίσω μου, ξεσπάθωσα. Ἔσκισα μὲ μιὰ κλωτσιὰ τὸ χνουδωτὸ ἐλεφαντάκι τοῦ μικρότερου ἀδελφοῦ μου, χτύπησα τὴ γροθιά μου στὸ γραφεῖο (ὄχι καὶ πολὺ δυνατὰ – γιὰ νὰ λέμε τὴν ἀλήθεια – γιατὶ ποιὸς ἀντέχει τὸν πόνο;), σωριάστηκα πικραμένος στὴν πολυθρόνα. Μοῦ ’ρχόταν νὰ κλάψω ἀπ’ τὸν θυμό μου.
– Μὰ δὲν ὑποφέρεται ἄλλο πιά! οὔρλιαξε ἡ ξαναμμένη σκέψη μου μὲς στὸ κεφάλι μου. Σκέτο μαρτύριο ἡ φετινὴ χρονιά. Πᾶνε οἱ βόλτες, κόπηκε ἡ διασκέδαση σχεδὸν ἐντελῶς. Χάνω τώρα καὶ τὴν πενθήμερη στὴ Ρόδο. Αὐτὸ θὰ πεῖ Γ΄ Λυκείου. Διαζύγιο ἀπ’ τὴ ζωή. Διάβασμα καὶ μόνο διάβασμα. Μέρα νύχτα τὸ ἴδιο τροπάριο στὸν ἴδιο ἦχο.
Ποῦ νὰ μιλήσω καὶ γιὰ τίποτε περισσότερο! Ποὺ φλερτάρω λ.χ. τὴν καινούργια Kawasaki καί, πιστὸς στὸ ραντεβού μου κάθε μέρα, περνάω νὰ τὴ δῶ στὴ βιτρίνα τῆς ἀντιπροσωπείας. Λάγνο τὸ βλέμμα μου τὴν ἀγκαλιάζει. Μπαίνω καμμιὰ φορὰ καὶ μέσα νὰ τὴν ἀπολαύσω ἀπὸ κοντά. Διπλὲς ἐξατμίσεις, ἀστραφτερὴ φινέτσα, φουτουριστικὴ γραμμή. Ὄνειρο! Κλείνω τὰ μάτια μου νὰ φανταστῶ τὸν ἑαυτό μου νὰ μεταρσιώνεται ἀπὸ τὴ μέθη τῆς ταχύτητας, τὴν ἀσυγκράτητη δύναμη, τὴ γοητεία τῆς οὐτοπίας. Ἀλλὰ ποῦ νὰ τολμήσω νὰ μιλήσω γιὰ τέτοια; Πόσο ἀδικημένος αἰσθάνομαι!
Κοίταξα τὸ πρόσωπό μου στὸν καθρέφτη καὶ εἶδα ἕνα βλέμμα ἀ-νήσυχο, ἀκόρεστο, γεμάτο βουλιμία. Ἡ ζωὴ εἶναι ἐκεῖ ἔξω κι ἐγὼ δὲν θέλω νὰ παραιτηθῶ ἀπ’ αὐτήν. Μοῦ δίνει πολλά, ἀλλὰ θέλω περισσότερα. Ἐγὼ τὴ λαχταρῶ, κι αὐτὴ ὅλο καὶ μοῦ γυρνᾶ τὴν πλάτη. Τραγωδία δηλαδή, δὲν εἶναι ἔτσι;
Ξαναγύρισα στὸ καθιστικὸ ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα. Πῆρα στὸ χέρι τὸ τηλεκοντρόλ, ἄνοιξα τὴν τηλεόραση. Ἡ εἰκόνα τοῦ φλεγόμενου Ἰρὰκ γέμισε ἀσφυκτικὰ τὴν ὀθόνη. Τὸ κανάλι μετέδιδε τὰ τελευταῖα νέα τοῦ πολέμου.
Οἱ εἰκόνες τῆς φρίκης διαδέχονται ἡ μιὰ τὴν ἄλλη. Μιὰ καυτὴ κόλαση βασιλεύει ἐκεῖ ποὺ ἄνθιζε τὸ χαμόγελο τοῦ Παραδείσου. Ἀνάμεσα Τίγρη καὶ Εὐφράτη, κατὰ ἀνατολάς, στὴν Ἐδέμ, φύτρωναν μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρό, φυτεμένα ἀπ’ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, πράσινα δέντρα φορτωμένα μὲ καρπούς. Ἐκεῖ τώρα παρελαύνουν τὰ ἀποτρόπαια τέρατα τῆς φονικώτερης πολεμικῆς μηχανῆς τῶν αἰώνων, σκορπώντας τὴν καταστροφὴ καὶ τὸν θάνατο. Ἀνοίγοντας τὰ ἀτσαλένια φτερά τους τὰ ὑπερφίαλα σμήνη τῶν «ἀετῶν ποὺ οὐρλιάζουν*», βυθίζουν σαδιστικὰ τὰ νύχια τους στὴ ζωντανὴ σάρκα ἐκείνων ποὺ ἐπιλέχθηκαν νὰ γίνουν πρόβατα ἐπὶ σφαγήν.

Ὅμως …
Ἀπ’ ὅλα τὰ συγκλονιστικὰ σκηνικὰ τοῦ πολέμου, μιὰ εἰκόνα ξεχώρισε ἀπρόσκλητη καὶ καρφώθηκε στὸ μυαλό μου.
Μέσα στὸν ἀνελέητο καταιγισμὸ τῶν βομβῶν, τὰ σύννεφα τῶν καπνῶν, τὶς πορφυρὲς λάμψεις τῆς φωτιᾶς, τὰ μακάβρια σκέλεθρα τῶν ἐρειπωμένων σπιτιῶν καὶ τὰ ρημαγμένα κορμιὰ τῶν ἀμάχων νε-κρῶν, ἕνα μικρὸ παιδί, ὄχι πάνω ἀπὸ δέκα, κλαίει μὲ καυτὰ δάκρυα πάνω στὰ διαμελισμένα σώματα τῆς μάνας καὶ τοῦ πατέρα…
Τὸ πρόσωπό του τραγικὰ ἀλλοιωμένο ἀπὸ τὸν τρόμο. Τὸ γόνατο ἀκουμπισμένο στὴ γῆ. Τὰ μάτια στραμμένα στὸν οὐρανό, ποὺ ἐξα-πολύει χιλιάδες κεραυνούς. Τὸ χέρι του ὑψωμένο στὸν πνιγερὸ ἀέρα…
Καὶ μέσα ἀπ’ τὸν ἀνείπωτο στεναγμὸ τῆς τραγικῆς αὐτῆς φιγούρας ἕνα σιωπηλό, πλὴν ἀδυσώπητο, πελώριο «γιατί;» σκίζει τὴ φρίκη τοῦ πολέμου καὶ διαπερνᾶ τοὺς ἐκκωφαντικοὺς κρωγμοὺς τοῦ θανά-του.
Ἀμείλικτα σκίζοντας τὰ πλάτη τῶν αἰθέρων, ἔφτασε ἡ σιωπηλὴ κραυγή του καὶ σ’ ἐμένα. Μὲ συγκλόνισε πιότερο κι ἀπ’ τὶς ἐκρήξεις τοῦ πολέμου. Ντράπηκα βαθιὰ βλέποντας τὸ πρόσωπο τοῦ ἀθώου μικροῦ παιδιοῦ. Ἔνοιωσα ἔνοχος κι ἐγὼ γιὰ τὴ δυστυχία του. Γιατὶ βάδιζα στὸν ἴδιο δρόμο μὲ τοὺς θύτες του: Τὰ ἤθελα ὅλα γιὰ τὸν ἑαυτό μου!
Ὁ μελαγχολικὸς ἦχος μιᾶς καμπάνας ξεχύθηκε στὸ μελιχρὸ ἀπόγευμα. Ἀρχίζει ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Ἕνα ἄλλο δράμα ἀνεβαίνει στὸ προσκήνιο. Ἕνα ἄλλο πρόσωπο πρωταγωνιστεῖ. Ὁ Χριστός.
Μοιάζει μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ παιδιοῦ τοῦ πολέμου. Τὰ χάνει ὅλα κι αὐτός, ἀκόμα καὶ τὴ ζωή του. Οἱ θύτες του ἐξ ἴσου ἀνελέητοι, ἂν ὄχι καὶ χειρότεροι, ἀφοῦ τολμοῦν τὸν πόλεμο ἐνάντια στὸν Θεό, ὄχι στὸν ἄνθρωπο.
Θύμα κι ὁ Χριστός, ἀθῶο θύμα σὰν τὸ μικρὸ παιδί. Μὲ μιὰ διαφορά: Ἑκούσιο θύμα. Ἀρνεῖται νὰ παρατάξει γύρω του λεγεῶνες τῶν ἀγγέλων. Δὲν τοῦ παίρνουν τίποτε χωρὶς νὰ τὸ θέλει. Τὰ παραδίδει ὅ-λα μόνος του. Θεληματικά. Παραιτεῖται ἀπ’ ὅλα σὲ μιὰ κίνηση ἀνεξήγητης ἀγάπης γιὰ ’κείνους, ποὺ χύνουν πάνω του τὴν κόλαση τοῦ μί-σους.
Ὁ Χριστός!
Ἕνα πρόσωπο διαφορετικὸ ἀπὸ τὰ ἄλλα.
Ἀπ’ τὸ δικό μου σιχαμένο πρόσωπο τῆς ἀπληστίας, ποὺ νέους θὰ γεννήσει πολεμοχαρεῖς θύτες αὔριο.
Μὰ κι ἀπ’ τὸ τραγικὸ πρόσωπο τοῦ μικροῦ παιδιοῦ, ποὺ γίνεται θύμα τοῦ πολέμου, παρὰ τὴ θέλησή του ὅμως. Ποτὲ δὲν γίνεται καὶ γιὰ κανέναν θύτης ὁ Χριστός, μὰ οὔτε καὶ παίγνιο, παρὰ τὴ θέλησή του, στὰ χέρια τῶν θυτῶν του. Κι ἂν θυσιάζεται, τὸ κάνει μὲ δική του, ἀβίαστη, ἐλεύθερη ἐπιλογή, γιὰ ὅλους μας.
Μήπως αὐτὸ εἶναι τελικὰ τὸ μυστικὸ γιὰ νὰ ξαναβλαστήσουν πάνω στὴ γῆ τὰ δέντρα τῆς Ἐδέμ;
Τρία πρόσωπα διαγράφονταν μπροστά μου.
Ἀπέστρεψα μὲ ἀηδία τὴ ματιά μου ἀπ’ τὸ δικό μου.
Ἔκλαψα μὲ πόνο μπρὸς στὸ πρόσωπο τοῦ παιδιοῦ τοῦ πολέμου.
Μὰ σκέφτηκα πὼς ἔπρεπε νὰ συναντήσω τὸ τρίτο πρόσωπο, τὸν Χριστό.
Ἔτσι, ὅταν μιὰ δεύτερη καμπάνα ξαναχτύπησε στὸν ἴδιο μελαγχολικὸ τόνο, βαθιὰ συλλογισμένος πῆρα τὸ δρόμο γιὰ τὸ σπίτι του,… τὴν Ἐκκλησία.
Τὸν εἶδα στ’ ἀχνοφῶς, μ’ ἀκάνθινο στεφάνι καὶ λυπημένη τὴ ματιά, ἤρεμα ν’ ἀχτιδοβολάει τὴν ἀγάπη.
Ἔσκυψα τότε αὐθόρμητα… κι εὐλαβικὰ προσκύνησα τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀγαπᾶ νὰ θυσιάζεται,… ἀντὶ νὰ θυσιάζει.

Πάσχα 2003

*«Ἀετοὶ ποὺ οὐρλιάζουν»: ἔτσι ὀνομάζονταν τὰ σμήνη τῶν ἀμερικανικῶν μαχητικῶν ποὺ βομβάρδιζαν τὸ Ἰρὰκ τὸ 2003.

Ο Επιτάφιος του Σαλού (διήγημα) Απρίλιος 28, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

epitafios2006_02

Tό Πάσχα ἐκείνη τή χρονιά ἦρθε ἀργά. Τά χελιδόνια εἶχαν ἤδη ἀρχίσει νά κτίζουν τίς φωλιές τους. Τά χελιδόνια ἦταν πάντοτε ἕνα μέτρο χρονικό. Ἄν ἔφταναν πρίν τό Πάσχα, τότε εἴχαμε καλοκαιριάτικο Πάσχα, ἄν ὄχι, τό Πάσχα ἦταν χειμωνιάτικο. Κανείς βέβαια δέν μπορεῖ νά γνωρίζει γιατί τά χελιδόνια ἔρχονται κάποια στιγμή. Εἶναι, ὅμως, σίγουρο ὅτι ὁ Πλάστης καί Δημιουργός τούς ἔδωσε μιά σοφία πού εἶναι ἀρκετή γιά νά καταξιώσει τίς κινήσεις τους.

Ὁ Μάριος ὁ Σεβντάς δέν ἐνδιαφερόταν βέβαια τόσο γιά τά χελιδόνια, ἀλλοῦ ἦταν στραμμένα τά ἐνδιαφέροντά του. Ὁπωσδήποτε, ὅμως, χάρηκε φέτος γιά τό Πάσχα πού γιορταζόταν μαγιάτικα. Ὁ Μάριος δέν ἦταν κάποια ἔκτακτη προσωπικότητα πού θά ἔκανε κάποιον νά ἀσχοληθεῖ μαζί του. Ἀλλά χωρίς νά τό καταλάβει εἶχε κάνει ὅλο τό Νιχώρι νά ἀσχολεῖται μαζί του. Σ᾿ αὐτό τό χωριό τοῦ ἄνω Βοσπόρου, ὁ Μάριος κατεῖχε μιά θέση δική του. Μιά θέση μοναδική. Ἦταν ὁ γελωτοποιός τοῦ χωριοῦ. Χωρίς νά τό θέλει. Χωρίς νά τό ἐπιδιώκει. Ὅλοι γελοῦσαν μαζί του καί μόνο πού τόν ἔβλεπαν. Τόν εἶχαν λίγο γιά χαζό, λίγο γιά κουτό καί λίγο γιά τεμπελάκο, ἀφοῦ δέν ἔκανε μιά συγκεκριμένη ἐργασία. Ἄλλοτε καθάριζε ἕναν κῆπο, ἄλλοτε ἔκανε τά ψώνια κάποιας κυρᾶς. Δουλειές ὅλες τοῦ ποδαριοῦ. Φτωχοζοῦσε. Δέν τόν ἔνοιαζε ὅμως. Ὅλοι γελοῦσαν μαζί του. Τόν πείραζαν. Ἐκεῖνος ποτέ δέν θιγόταν. Πάντα εἶχε καί μιά ἀπάντηση εὐτράπελη, χαριτωμένη.

– Μάριε, θά πᾶς σήμερα γιά ψώνια;

– Ὁ Μάριος δέν πάει ἁπλῶς γιά ψώνια, εἶναι ψώνιο, ἀπαντοῦσε ἐκεῖνος. Τόν ρωτοῦσαν:

– Μάριε, πόσα χρόνια πῆγες σχολεῖο;

– Πηγαίνω κάθε μέρα ἀφοῦ σχολάζω ἀπό κάθε δουλειά, ἔλεγε ἐκεῖνος. Ἄλλοτε τοῦ ὑπέβαλαν τό δύσκολο ἐρώτημα:

– Ποιός εἶναι ὁ πιό σπουδαῖος στό χωριό;

– Ὅποιος κάνει τά πιό σπουδαῖα πράγματα χωρίς νά τόν βλέπει κανείς, ἀπαντοῦσε ἐκεῖνος.

Εἶναι ἀλήθεια πώς αὐτά πού ἔλεγε δέν ἦταν πάντα ἀστεῖα. Ἀλλά τό χωριό εἶχε συνηθίσει νά γελάει. Μόνο ὁ παπά Ἀντώνης, ἐφημέριος τοῦ Ἁγίου Νικολάου, τόν ἄκουε μέ προσοχή. Μερικές φορές, μάλιστα, ἔλεγε ὁ εὐλογημένος αὐτός ἱερέας:

– Αὐτός δέν εἶναι ἠλίθιος. Λέει ἀλήθειες. Ὁ Θεός, βέβαια, γνωρίζει πιό καλά.

Πράγματι, μόνο ὁ Θεός πρέπει νά γνώριζε τήν ἀρετή τοῦ Μάριου. Μιά ἀρετή πού φωλιάζει μέσα στήν καρδιά μερικῶν ἀνθρώπων καί κανείς δέν τήν ἀναγνωρίζει. Μιά ἀρετή πού ἔχει ἀπαίτηση νά πεῖ στόν ἄλλο ἀλήθειες χωρίς νά τόν θίξει. Προτιμᾶς τότε νά σέ θεωρήσει ὁ ἄλλος τρελό, παρά νά τόν τρελάνεις.

Ἐκείνη, λοιπόν, τή χρονιά, ὁ Μάριος εἶχε χαρά μεγάλη γιά τό καθυστερημένο Πάσχα. Τό ἔλεγε, ἐξάλλου, παντοῦ.

– Γιατί Μάριε χαίρεσαι γιά τό καθυστερημένο Πάσχα;

– Μά ἐπειδή κεντάω. Πρέπει νά τελειώσω τό κέντημα.

Κι ὅλα τά παιδιά γύρω ἔσκαγαν στό γέλιο.

– Τί σχέση ἔχει τό κέντημα μέ τό Πάσχα; ρώτησε ὁ Μανώλης ὁ μανάβης, πού ἦταν γνωστός γιά τό ἀντιεκκλησιαστικό του φρόνημα.

– Ὅση σχέση ἔχεις καί σύ μέ τήν Ἐκκλησία, τοῦ ἔλεγε ὁ Μάριος, καμιά καί μεγάλη.

Τή σχέση, βέβαια, πού εἶχε τό κέντημα μέ τό Πάσχα τή γνώριζε καλά ὁ Μάριος. Πρίν τρία χρόνια, στήν περιφορά τοῦ ἐπιταφίου, μερικά ἀπρόσεκτα παιδιά εἶχαν κάψει, παίζοντας, μιά μεγάλη ἄκρη τοῦ ἐπιταφίου. Εἶχε στενοχωρηθεῖ πολύ κι ὁ παπά Ἀντώνης. Πῶς θ᾿ ἀγόραζε καινούργιο ἐπιτάφιο; Τά ἔσοδα τοῦ ναοῦ ἦταν μετρημένα. Μόλις καί κάλυπταν τίς βασικές ἀνάγκες. Στό τέλος τό ξεπέρασε. Δέν πειράζει, μιά φορά τό χρόνο ἦταν. Θά κάλυπτε μέ λουλούδια τό καμμένο μέρος. Κανείς δέν θά τό ᾿βλεπε. Ὁ Μάριος, ὅμως, τό τόνισε:

– Δέν μπορεῖ νά εἶναι τρύπιος ὁ ἐπιτάφιος. Ἀρκετά ὅσα ἔκαναν οἱ ἑβραῖοι στό Χριστό.

Ἔπρεπε κάτι νά γίνει. Χρήματα δέν εἶχε. Ἀλλά εἶχε χέρια. Κάποτε δούλευε στό Πέρα πλάι σ᾿ ἕναν τεχνίτη κεντημάτων. Θά προσπαθοῦσε. Γιά τό Χριστό θά τό ἔκανε. Δέν μποροῦμε κι ἐμεῖς νά μαρτυροῦμε γιά τό Χριστό; Θά εἶχε κόπο αὐτή ἱστορία. Ὑπολόγιζε τρία χρόνια. Ἔπρεπε νά γίνει τέλειος. Ἐπιτάφιος θά ἦταν. Μεράκι χρειαζόταν. Ἀγάπη καί σεβντάς μέ μεράκι.

Γιά Ἐκεῖνον ὅμως θά τό ᾿κανε. Τρία χρόνια. Δέν πειράζει. Ἐκεῖνος εἶχε κατέβει τρεῖς μέρες στόν Ἅδη. Τί εἶναι τρία χρόνια δουλειᾶς γιά τό Χριστό; Σ᾿ ὅλη τή ζωή μας ἔπρεπε νά δουλεύουμε γι᾿ Αὐτόν. Τρία χρόνια λίγα ἦταν. (περισσότερα…)

Μωρό στη Θάλασσα: Θεέ μου συγχώρησέ με, που κοίταξα το τομάρι μου (διήγημα) Ιανουάριος 8, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ελληνισμός / Ρωμιοσύνη, Λογοτεχνία - Ποίηση, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

African-migrants-boat-to-Europe-hi-res-620x413

Ξημέρωνε των Θεοφανίων. Ούτε σήμερα είχε καταφέρει να κλείσει μάτι. Είχε μέρες να κοιμηθεί. Όσο κι αν το γέρικο και κουρασμένο κορμί του το επιθυμούσε, δεν μπορούσε. Ογδοντάριζε πια, με πολλά προβλήματα υγείας και απίστευτες ταλαιπωρίες στην ζωή του. Ποτέ όμως, δεν είχε αντιμετωπίσει πρόβλημα με τον ύπνο. Ακόμη και τότε που έχασε τον γιό του, τον Νικολή από την αρρώστια, ο ύπνος λειτουργούσε ως κρυψώνα και καταφυγή. Εκεί προσέτρεχε, βλέποντας όνειρα που γλύκαιναν την πικρή απελπισία του. Τώρα όμως δεν μπορούσε. Από εκείνο το βράδυ. Την νύχτα εκείνη στην θάλασσα που όλο το νησί προσπαθούσε να σώσει τους πρόσφυγες που κατά εκατοντάδες ερχόντουσαν από τα παράλια της Τουρκίας, με στόχο την καλύτερη ζωή προς την Ευρώπη.

Αυτές οι σάπιες βάρκες βυθισμένες από το βάρος της ελπίδας, τα φοβισμένα πρόσωπα των προσφύγων που δεν ήξερες, εάν τα μέτωπα τους ήταν μουσκεμένα από το νερό ή τον ιδρώτα του φόβου, εκείνα τα βλέμματα των γυναικών που μες στην νύχτα και την παγωνιά προσπαθούσαν να ζεστάνουν τα παιδιά τους με τον πόθο της ζωής, και αυτά τα νεκρά κορμιά που ξέβραζε επί μέρες η θάλασσα έρημα και εγκαταλειμμένα, μη μπορώντας να χωνέψει την αθωότητα τους, είχαν στοιχειώσει το μυαλό του.

Ψαράς ο ίδιος, είχε βάλει την μικρή του βάρκα στην προσπάθεια διάσωσης. Δεν ήταν ο μόνος. Όλο το νησί βοήθησε. Όμως κάτι μέσα του δεν μπορούσε να βρει ησυχία. Τον τυραννούσε, μια εικόνα, μια σκηνή. Δεν μπορούσε να την διώξει από το μυαλό του. Η ενοχή είχε φαρμακώσει την ψυχή του. Εκείνο το βράδυ μες στα κύματα και την παγωνιά, δεκάδες μωρά χάθηκαν στην θάλασσα. Ένα μωρό ημερών, μπροστά στα μάτια του, στην ταραχή και τον πανικό γλίστρησε από τα χέρια της μάνας του και εξαφανιστηκε στο μαύρο βυθό. Εκείνο το ουρλιαχτό της κοπέλας με το μαύρο μαντήλι και την άδεια αγκαλιά, είχε γίνει ο εφιάλτης του. Δεν ήξερε την γλώσσα της, δεν μπορούσε να καταλάβει τι φώναζε και ποιο Θεό παρακαλούσε, όμως ήξερε καλά να αναγνωρίζει την κραυγή του πόνου. Βλέπεις τα ανθρώπινα συναισθήματα, έχουν μία γλώσσα… της καρδιάς. (περισσότερα…)

Τά Τρία Σημαντικότερα Ἐρωτήματα τῆς Ζωῆς Δεκέμβριος 21, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Αταξινόμητα, Γενικά, Κοινωνία , add a comment

agalma-sea-sunset

Λέοντος Τολστόι

Μια φορά και έναν καιρό, ένας βασιλιάς σκέφτηκε ότι αν ήξερε πάντοτε:
1) την κατάλληλη στιγμή για ν’αρχίζει κάτι, αν ήξερε ποιοι είναι:
2) οι κατάλληλοι άνθρωποι για ν’ ακούει και ποιοι είναι εκείνοι που θά’πρεπε ν’ αποφεύγει και πάνω από όλα:
3) αν ήξερε πάντοτε ποιο είναι το σημαντικότερο πράγμα να κάνει,
δε θα αποτύχαινε σε ό,τι επιχειρούσε.

Και όταν του ήρθε αυτή η σκέψη, φρόντισε να διακηρυχθεί σε ολόκληρο το
βασίλειό του ότι θα έδινε σπουδαία αμοιβή σ’εκείνον που θα του μάθαινε ποια
είναι η κατάλληλη στιγμή για κάθε ενέργεια, ποιοι είναι οι πιο αναγκάιοι άνθρωποι και πως θα μπορούσε να ξέρει ποιό είναι το πιο σπουδαίο πράγμα να κάνει.

Και ήλθαν σοφοί άνθρωποι στο βασιλιά, αλλά όλοι έδωσαν διαφορετικές
απαντήσεις στα ερωτήματα.

Σ’ απάντηση του πρώτου ερωτήματος, μερικοί είπαν ότι για να ξέρει κανείς την κατάλληλη στιγμή για κάθε ενέργεια, πρέπει να φτιάξει προκαταβολικά ένα πρόγραμμα ημερών, μηνών και ετών και να το ακολόυθήσει πιστά.
Μόνον έτσι, είπαν αυτοί, θα μπορούσε να γίνει το κάθε τι στην κατάλληλη στιγμή. (περισσότερα…)

Οι Πρωτοχρονιές του 65άρη Δεκέμβριος 31, 2013

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία, Οικογένεια / Παιδί , add a comment

αναπόληση περίσκεψη αναθεώρηση αναδρομή

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
του Κωνσταντίνου Κίνα

31 Δεκεμβρίου 1955
Το πρωί πήγαμε με τον αδερφό μου και είπαμε τα κάλαντα. Αν και είχε πολύ κρύο, περάσαμε πολύ ωραία. Μαζέψαμε λιχουδιές, κεράσματα και κάποια χρήματα. Ανυπομονώ να βραδιάσει, γιατί τα μεσάνυχτα θα έρθει ο Αι Βασίλης. Θα είμαι κολλήμένος στο παράθυρο και θα περιμένω μήπως τον δω στον ουρανό. Μετά, όπως κάθε χρόνο, θα κάτσουμε όλοι μαζί για το οικογενειακό πρωτοχρονιάτικο τραπέζι. Μου αρέσει πολύ, γιατί κόβουμε την βασιλόπιτα και μπορεί να κερδίσω εγώ το φλουρί. Πέρσι το έτυχε η μαμά και την φιλήσαμε όλοι.

31 Δεκεμβρίου 1966
Σήμερα είχαμε μια πολύ ωραία συζήτηση με τον Νίκο τον καλό μου φίλο. Με αφορμή την αλλαγή του χρόνου συζητήσαμε φιλοσοφικά ζητήματα σχετικά με το νόημα της ζωής. Συμφωνήσαμε ότι η ευτυχία έγκειται στην αρετή και την εσωτερική καλλιέργεια. Το ανώτερο ιδανικό είναι η ανθρωπιά και η καλοσύνη. Μια εξωτερική και ρηχή ζωή είναι χωρίς νόημα και σίγουρα οδηγεί στη δυστυχία. Θέσαμε στόχους για το νέο έτος. Προσωπικούς κανόνες που απαράβατα θα τηρήσουμε. Ειδικά την ερχόμενη χρονιά που θα ζήσουμε μακριά από την οικογένεια μας ως φοιτητές θα έχουμε την ευκαιρία να ασκηθούμε σε ποικίλες καταστάσεις.

31 Δεκεμβρίου 1977
Φέτος θα γιορτάσουμε οικογενειακά την αλλαγή του χρόνου. Εγώ, η Πελαγία και το μωρό μας ο Αλέξανδρος. Ο μικρός…μεγάλωσε. Είναι τώρα σχεδόν έξι μηνών. Ένιωσα πολύ έντονα το συναίσθημα της πατρότητας από τη στιγμή πού έμαθα για την εγκυμοσύνη. Κάνω πολλά όνειρα για μας. Θέλω να του προσφέρω ό, τι καλύτερο μπορώ και να έχουμε μια τέλεια σχέση, όταν μεγαλώσει. Για τη νέα χρονιά ονειρεύομαι να πάει καλά η επιχείρηση που ξεκινάω και να μπορούμε να έχουμε μια καλύτερη οικονομική κατάσταση, ώστε να περνάμε όμορφα όλοι μαζί. Η Πελαγία είναι για μένα λιμάνι στοργής. Χάρη σε αυτήν μπορώ να ξεκινήσω νέα πράγματα χωρίς να φοβάμαι τις αποτυχίες. Έχω την συναίνεση της εν λευκώ για τα πάντα..

31 Δεκεμβρίου 1985
Οι δουλειές μου πάνε υπέροχα. Ό, τι επιλογή κάνω, μου βγαίνει. Νιώθω πολύ δημιουργικός. Το άστρο μου είναι φωτεινό και η λάμψη του συνεχώς δυναμώνει. Το άγχος μου είναι πώς θα επεκτείνω και σε άλλους τομείς τις επιχειρηματικές μου δραστηριότητες. Δεν βλέπω πολύ τον Αλέξανδρο, αλλά δεν πειράζει. Γι’αυτόν δουλεύω. Θα καταλάβει όταν μεγαλώσει. Καλύτερα θα είναι για εκείνον, όταν ενηλικιωθεί, να έχει οικονομική άνεση, παρά να μην έχει στον ήλιο μοίρα. Μετά τι θα του πω, αν μου ζητήσει να σπουδάσει ή να ξεκινήσει μια δουλειά και δεν μπορώ να του προσφέρω; «Λυπάμαι αλλά επειδή ήμασταν όλη την ώρα μαζί δεν μπορώ να προσφέρω κάτι άλλο»; Θα εκτιμήσει κάποια πράγματα, όταν μεγαλώσει. Είναι η καλύτερη περίοδος της ζωής μου. Νιώθω γοητευτικός και με τις γυναίκες έχω πολλές κατακτήσεις. Αυτό με ανανεώνει. Αν καθόμουν σπίτι με τις παντόφλες όλη μέρα με την Πελαγία, μόνο θα μαλώναμε. Καλύτερα έτσι.

31 Δεκεμβρίου 1999
Παραμονή Πρωτοχρονιάς κι εγώ τρελαίνομαι! Ο Αλέξανδρος είναι τελείως ξεροκέφαλος. Μας χάλασε τις γιορτές φέτος. Δεν θα έρθει να κάνουμε μαζί ρεβεγιόν. Δεν σέβεται τίποτε. Μου έφερε μια κοπελίτσα και ζήτησε να παντρευτεί. Δεν ξέρει τι του γίνεται. Εγώ έχω κάνει τόσα σχέδια γι’ αυτόν κι αυτός είναι στον κόσμο του. Άσε που η κοπελιά δεν είναι γι’αυτόν. Φαίνεται από το ύφος της. Θα τον χαντακώσει. Παρόλο που του τα εξήγησα με ορθολογιστικά επιχειρήματα, αυτός δεν καταλαβαίνει τίποτα. Ελπίζω να του περάσει σε λίγο καιρό. Έχω ένα σωρό μέριμνες για τις δουλειές και τις περιουσίες που πρέπει φροντίσω. Ασχολούμαι τώρα και με τις ανοησίες του μικρού. Δυστυχώς όμως βγήκα εκτός εαυτού και ανταλλάξαμε βαριές κουβέντες. Η Πελαγία επηρεασμένη από τα οιδιπόδεια της συμπλέγματα παίρνει το μέρος του. Πιστεύω ότι σύντομα θα τα καταλάβουν και θα μου ζητήσουν συγγνώμη.

31 Δεκεμβρίου 2013
Κάθομαι εδώ μόνος μου πάλι τέτοιες μέρες. Τώρα καταλαβαίνω την αξία της Πελαγίας. Η παρουσία της και μόνο ήταν βάλσαμο. Πάνε πέντε χρόνια που την έχασα από την καταραμένη αρρώστια. Τόσα χρόνια περίμενα και τη μετάνοια του Αλέξανδρου. Ήμουν σίγουρος ότι θα ζητήσει να αποκαταστήσουμε τις σχέσεις μας. Τόσα χρόνια ζούμε στην ίδια πόλη και δεν έχουμε επαφές. Τέλος. Αύριο μόλις ξημερώσει θα πάω να τον βρω. Θα πέσω στα γόνατα και θα ζητήσω συγχώρηση. Θα φιλήσω και τα χέρια της γυναικούλας του και τα μαλλιά των παιδιών του. Είμαι ακόμα νέος. Νιώθω ακμαιότατος. Μπορώ να κάνω μια νέα αρχή σε όλα..
——————————–

Το άλλο πρωί βρέθηκε να κρατά τα φύλλα χαρτιού του προσωπικού ημερολογίου του. Είχε σκίσει τις σελίδες που αναφέρονταν στις πρωτοχρονιές της ζωής του. Όμως δεν πρόλαβε. Η ληξιαρχική πράξη θανάτου του ανέφερε ως αιτία θανάτου την ανακοπή καρδιάς. Το ημερολόγιο μαζί με τις σκισμένες σελίδες δόθηκε στον γιο του Αλέξανδρο.

Το Κεράκι και το Νόημα της Ζωής Ιούλιος 2, 2012

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Αταξινόμητα , add a comment

Μια φορά κι έναν καιρό
Ένα μικρό κεράκι βρισκόταν σε ένα δωμάτιο μαζί με άλλα κεριά
Τα περισσότερα από τα οποία ήταν πολύ μεγαλύτερα και πολύ ομορφότερα από αυτό.
Μερικά ήταν δεμένα με κορδέλες πολύχρωμες, άλλα ήταν πιο απλά, σαν κι αυτό.
Δεν ήξερε τον λόγο που βρισκόταν εκεί και τα άλλα το έκαναν να αισθάνεται μικρό και ασήμαντο.
Όταν έπεσε ο ήλιος και σκοτείνιασε το δωμάτιο είδε έναν άνθρωπο να μπαίνει μέσα στο δωμάτιο.
Έρχονταν προς το μέρος του κρατώντας ένα αναμμένο σπίρτο.
Κατάλαβε οτι θα του έβαζε φωτιά.
– Μη!! φώναξε, σε παρακαλώ μη!
Όμως ήξερε ότι δεν μπορούσε να ακουστεί και ετοιμάστηκε να υποφέρει τον πόνο
Που ήταν σίγουρο ότι θα ακολουθούσε.
Προς μεγάλη του έκπληξή το δωμάτιο γέμισε με φως.
Αναρωτήθηκε από που έρχεται το φως, αφού ο άνδρας είχε σβήσει το σπίρτο.
Κατάλαβε ότι προερχόταν από τον εαυτό του.
Ύστερα ο άνδρας άναψε κι άλλα σπίρτα για να ανάψει με την σειρά του και τα άλλα κεριά.
Όλα τα κεριά έδιναν το ίδιο φως με εκείνο.
Καθώς περνούσαν οι ώρες παρατήρησε ότι το κερί άρχισε να λιώνει.
Κατάλαβε ότι σύντομα θα πέθαινε.
Με την παρατήρηση αυτή, ανακάλυψε και τον λόγο που είχε δημιουργηθεί.
– Ίσως ο λόγος που βρίσκομαι στη Γη, είναι για να δίνω φως μέχρι να πεθάνω, ψιθύρισε.
Και αυτό έκανε.
Θαρρώ λοιπόν πως όλοι μας μπορούμε να δώσουμε λίγο φως στον κόσμο.
Δίχως να έχει σημασία το πόσο σημαντικοί ή ασήμαντοι, μικροί ή μεγάλοι είμαστε.

Πηγή: lllazaros

Ευχαριστίες στην Ιωάννα Ι. για την αποστολή του κειμένου.

Φωτογραφία: s.m.zamani

Το ρόδο των Χριστουγέννων Ιανουάριος 3, 2011

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Βιβλία / Περιοδικά , 12Σχόλια

χριστούγεννα ρόδο τριαντάφυλλο χιόνι

Ένας ληστής, μία ζητιάνα, πέντε παιδιά, o ενάρετος ηγούμενος, ένας δύσπιστος μοναχός και το θαύμα των Χριστουγέννων.

Συγκινητικό χριστουγεννιάτικο μυθιστόρημα της Σέλμα Λάγκερλεφ.

Διαβάστε το όλο εδώ (pdf).

Πηγή: Η Άλλη Όψη

Ήταν άνθρωπος… Δεκέμβριος 23, 2010

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 4Σχόλια

Με την πρώτη ματιά έβλεπε κανείς απλώς μια γριούλα. Έσερνε τα βήματά της στο χιόνι, μόνη, παρατημένη, με σκυμμένο κεφάλι. Όσοι περνούσαν από το πεζοδρόμιο της πόλης αποτραβούσαν το βλέμμα τους, για να μη θυμηθούν ότι τα βάσανα και οι πόνοι δεν σταματούν όταν γιορτάζουμε Χριστούγεννα. Ένα νέο ζευγάρι μιλούσε και γελούσε με τα χέρια γεμάτα από ψώνια και δώρα και δεν πρόσεξαν τη γριούλα. Μια μητέρα με δυο παιδιά βιάζονταν να πάνε στο σπίτι της γιαγιάς. Δεν έδωσαν προσοχή. Ένας παπάς είχε το νου του σε ουράνια θέματα και δεν την πρόσεξε.

Αν πρόσεχαν όλοι αυτοί, θα έβλεπαν ότι η γριά δεν φορούσε παπούτσια. Περπατούσε ξυπόλητη στον πάγο και το χιόνι. Με τα δυο της χέρια η γριούλα μάζεψε το χωρίς κουμπιά παλτό της στο λαιμό. Φορούσε ένα χρωματιστό φουλάρι στο κεφάλι· σταμάτησε στη στάση σκυφτή και περίμενε το λεωφορείο. Ένας κύριος που κρατούσε μια σοβαρή τσάντα περίμενε κι αυτός στη στάση, αλλά κρατούσε μια απόσταση. Μια κοπέλα περίμενε κι αυτή, κοίταξε πολλές φορές τα πόδια της γριούλας, δεν μίλησε.

Ήρθε το λεωφορείο και η γριούλα ανέβηκε αργά και με δυσκολία. Κάθισε στο πλαϊνό κάθισμα, αμέσως πίσω από τον οδηγό. Ο κύριος και η κοπέλα πήγαν βιαστικά προς τα πίσω καθίσματα. Ο άντρας που καθόταν δίπλα στη γριούλα στριφογύριζε στο κάθισμα κι έπαιζε με τα δάχτυλά του. «Γεροντική άνοια», σκέφτηκε. Ο οδηγός είδε τα γυμνά πόδια και σκέφτηκε: «Αυτή η γειτονιά βυθίζεται όλο και πιο πολύ στη φτώχεια. Καλύτερα να με βάλουν στην άλλη γραμμή, της λεωφόρου». Ένα αγοράκι έδειξε τη γριά. «Κοίταξε, μαμά, αυτή η γριούλα είναι ξυπόλυτη». Η μαμά ταράχτηκε και του χτύπησε το χέρι. «Μη δείχνεις τους ανθρώπους, Αντρέα! Δεν είναι ευγενικό να δείχνεις». «Αυτή θα έχει μεγάλα παιδιά», είπε μια κυρία που φορούσε γούνα. «Τα παιδιά της πρέπει να ντρέπονται». Αισθάνθηκε ανώτερη, αφού αυτή φρόντισε τη μητέρα της.

Μια δασκάλα στη μέση του λεωφορείου στερέωσε τα δώρα που είχε στα πόδια της. «Δεν πληρώνουμε αρκετούς φόρους, για να αντιμετωπίζονται καταστάσεις σαν αυτές;» είπε σε μια φίλη της που ήταν δίπλα της. «Φταίνε οι δεξιοί», απάντησε η φίλη της. «Παίρνουν από τους φτωχούς και δίνουν στους πλούσιους». «Όχι, φταίνε οι άλλοι», μπήκε στη συζήτηση ένας ασπρομάλλης. Με τα προγράμματα πρόνοιας κάνουν τους πολίτες τεμπέληδες και φτωχούς». «Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν ν’ αποταμιεύουν», είπε ένας άλλος που έμοιαζε μορφωμένος. «Αν αυτή η γριά αποταμίευε όταν ήταν νέα, δεν θα υπέφερε σήμερα». Και όλοι αυτοί ήταν ικανοποιημένοι για την οξύνοιά τους που έβγαλε τέτοια βαθιά ανάλυση.

Αλλ’ ένας έμπορος αισθάνθηκε προσβολή από τις εξ αποστάσεως μουρμούρες των συμπολιτών του. Έβγαλε το πορτοφόλι του και τράβηξε ένα εικοσάρι. Περπάτησε στο διάδρομο και το έβαλε στο τρεμάμενο χέρι της γριούλας. «Πάρε, κυρία, ν’ αγοράσεις παπούτσια». Η γριούλα τον ευχαρίστησε κι εκείνος γύρισε στη θέση του ευχαριστημένος, που ήταν άνθρωπος της δράσης.

Μια καλοντυμένη κυρία τα πρόσεξε όλα αυτά και άρχισε να προσεύχεται από μέσα της. «Κύριε, δεν έχω χρήματα. Αλλά μπορώ ν’ απευθυνθώ σε σένα. Εσύ έχεις μια λύση για όλα. Όπως κάποτε έριξες το μάννα εξ ουρανού, και τώρα μπορείς να δώσεις ό,τι χρειάζεται η κυρούλα αυτή για τα Χριστούγεννα».

Στην επόμενη στάση ένα παλληκάρι μπήκε στο λεωφορείο. Φορούσε ένα χοντρό μπουφάν, είχε ένα καφέ φουλάρι και ένα μάλλινο καπέλο που κάλυπτε και τα αυτιά του. Ένα καλώδιο συνέδεε το αυτί του με μια συσκευή μουσική. Ο νέος κουνούσε το σώμα του με τη μουσική που άκουε. Πήγε και κάθισε απέναντι στη γριούλα. Όταν είδε τα ξυπόλυτα πόδια της, το κούνημα σταμάτησε. Πάγωσε. Τα μάτια του πήγαν από τα πόδια της γιαγιάς στα δικά του. Φορούσε ακριβά ολοκαίνουργια παπούτσια. Μάζευε λεφτά αρκετό καιρό για να τα αγοράσει και να κάνει εντύπωση στην παρέα. Το παλληκάρι έσκυψε και άρχισε να λύνει τα παπούτσια του. Έβγαλε τα εντυπωσιακά παπούτσια και τις κάλτσες. Γονάτισε μπροστά στη γριούλα. «Γιαγιά, είπε, βλέπω ότι δεν έχεις παπούτσια. Εγώ έχω κι άλλα». Προσεκτικά κι απαλά σήκωσε τα παγωμένα πόδια και της φόρεσε πρώτα τις κάλτσες κι ύστερα τα παπούτσια του. Η γριούλα τον ευχαρίστησε συγκινημένη.

Τότε το λεωφορείο έκανε πάλι στάση. Ο νέος κατέβηκε και προχώρησε ξυπόλυτος στο χιόνι. Οι επιβάτες μαζεύτηκαν στα παράθυρα και τον έβλεπαν καθώς βάδιζε προς το σπίτι του. «Ποιος είναι;», ρώτησε ένας. «Πρέπει να είναι άγιος», είπε κάποιος. «Πρέπει να είναι άγγελος», είπε ένας άλλος. «Κοίτα! Έχει φωτοστέφανο στο κεφάλι!» φώναξε κάποιος. «Είναι ο Χριστός!» είπε η ευσεβής κυρία. Αλλά το αγοράκι, που είχε δείξει με το δάχτυλο τη γιαγιά, είπε: Όχι, μαμά τον είδα πολύ καλά. Ήταν ΑΝΘΡΩΠΟΣ».

Πηγή: Ηλεκτρονικό Περιοδικό «Το Γράμμα», Τεύχος 100, σελ. 14. (Από την Ξένια Σώντερς)

Πηγή: Ηλιαχτίδα