jump to navigation

Άφρων ή Σώφρων Χριστιανός; Δεκέμβριος 25, 2014

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

rich-detail

Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη

«Είπε δε ο Θεός: Άφρων…»

α. Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της σημερινής Κυριακής (Σημ. Ζ.Ι.: Θ’ Λουκά) προβάλλει το αρνητικό κακέκτυπο του αληθινού ανθρώπου: τον άφρονα πλούσιο, τον άνθρωπο που η μόνη έγνοια του ήταν πώς να έχει και να κατέχει τα υλικά του αγαθά, πώς να αυξάνει τα γεννήματά του, σε βαθμό τέτοιο, που τελικώς να δυστυχεί μέσα στην υποτιθέμενη «ευτυχία» του: η καρποφορία των χωραφιών του τον κάνει να γεμίζει από άγχος και στενοχώρια. Μέχρις ότου εμφανίζεται από το «πουθενά» ο παράγων Θεός, για να βάλει τέλος στους προβληματισμούς και τις λύσεις του: «σήμερα θα πεθάνεις! Ζητάνε την ψυχή σου!» Κι ο θάνατος έρχεται ως το όριο που φωτίζει την ποιότητα της όλης προγενέστερης ζωής του, που του ανοίγει τα μάτια για να δει ότι τελικώς όλα τα χρόνια που πέρασαν ήταν ενώπιον του Θεού μία ανοησία. «Είπε δε ο Θεός: Άφρων!»

β. 1. Δεν πρόκειται για εκτίμηση και αξιολόγηση ενός ανθρώπου, που θα μπορούσε κανείς να αμφισβητήσει το περιεχόμενό της. Ποιος άνθρωπος μπορεί να κατέχει το αλάθητο; «Ο νόμος του ανθρωπίνου μυαλού είναι η πλάνη» σημειώνουν οι άγιοι Πατέρες μας. Ούτε πρόκειται για μία κρίση, που μπορεί να κινείται στο επίπεδο της κατάκρισης, καρπού ζηλοφθονίας και εμπάθειας. Μία τέτοια εμπαθής κρίση δεν επιτρέπεται από τον ίδιο τον νόμο του Θεού, διότι υφαρπάζει δικαίωμα που ανήκει μόνον σ’ Εκείνον. Ο ίδιος ο Κύριος το επισημαίνει: «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε». «Εάν δε κάποιος χαρακτηρίσει τον αδελφό του «ανόητο» είναι ένοχος ενώπιον της κρίσεως του Θεού».

Εδώ, στο περιστατικό που περιγράφει ο Κύριος για τον πλούσιο, έχουμε την κρίση του ίδιου του Θεού, δηλαδή Εκείνου που η κρίση Του είναι απολύτως δίκαιη, διότι «γυμνά και τετραχηλισμένα τα πάντα ενώπιόν Του», συνεπώς ανοίγει τα μάτια του ανθρώπου, ώστε να δει κι αυτός το αποτέλεσμα των επιλογών και των συμπεριφορών της ζωής του. Κι είναι η μόνη αληθινή κρίση, διότι πηγάζει από Εκείνον που η αγάπη Του προς τα πλάσματά Του είναι άπειρη και συνεπώς έχει πάντοτε γνήσιο ενδιαφέρον γι’ αυτά. Μόνον εκείνος που αγαπά μπορεί και να κρίνει ορθά, πέρα από στρεβλώσεις των εμπαθών κινημάτων της καρδιάς του. Όπως το λέει και πάλι ο Κύριος: «Μη κρίνετε κατ’ όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε». Και δικαία κρίση είναι αυτή που πηγάζει από καρδιά που αγαπά. Η άπειρη αγάπη λοιπόν του Θεού αποδεικνύει και την αληθινότητα της κρίσεώς Του.

2. Κι ακόμη περισσότερο: η κρίση αυτή του Θεού, όπως φαίνεται στο περιστατικό της παραβολής, ηχεί πολύ πένθιμα, σαν καμπάνα που σημαίνει τον θάνατο κάποιου, διότι όχι μόνον είναι αληθινή, αλλά και τελεσίδικη και αμετάκλητη: λέγεται την ώρα του θανάτου, που ο άνθρωπος δεν έχει άλλο περιθώριο αλλαγής του. Ο θάνατος συνιστά το απόλυτο όριο, μετά το οποίο ο άνθρωπος απλώς κρίνεται για όλο το περιεχόμενο της ζωής του, για ό,τι έπραξε, για ό,τι είπε, για ό,τι σκέφτηκε ακόμη. «Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, και μετά τούτο κρίσις» κατά τον απόστολο. Ό,τι διάφορες φιλοσοφίες και θρησκείες έχουν διδάξει περί μεταλλαγής του ανθρώπου, περί μετενσάρκωσης ή μετεμψύχωσής του σε άλλες καταστάσεις, μέσα στον κόσμο τούτο, αποτελούν φληναφήματα και ανοησίες, που προέρχονται από τον σκοτισμένο λόγω της αμαρτίας και των παθών νου του ανθρώπου. Η αλήθεια που απεκάλυψε ο Κύριος είναι κρυστάλλινη: ο άνθρωπος με τον θάνατό του κρίνεται από τον Θεό, κατά μερικό πρώτα τρόπο, λόγω της συνέχειας μόνο της ψυχής του, κι έπειτα, κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, θα κριθεί και γενικά, διότι τότε με την Παρουσία αυτή του Κυρίου θα αναστηθεί και το σώμα του, ώστε ενωμένο με την ψυχή να σταθεί ενώπιον του φοβερού βήματός Του. Η γενική αυτή όμως κρίση δεν θα είναι διαφορετική από την πρώτη. Απλώς θα είναι επιτεταμένη, διότι θα συνυπάρχει μαζί με την ψυχή και το σώμα. Και βεβαίως η κρίση αυτή οδηγεί είτε στην αιώνια ζωή είτε στην αιώνια κόλαση, με την έννοια του πώς «εισπράττει» ο άνθρωπος τη μία και ενιαία αγάπη του Θεού προς όλους: είτε θετικά, αν φεύγει από τη ζωή αυτή εν μετανοία, είτε αρνητικά, αν φεύγει εναντιωμένος προς τον Θεό ή με αδιαφορία προς Αυτόν.

3. Ποια ήταν τα γνωρίσματα της ζωής του άφρονος πλουσίου, που οδήγησαν στον χαρακτηρισμό του ως άφρονος και ανοήτου; Πότε συνεπώς κάποιος ζει ανόητα, κατά την κρίση του ίδιου του Θεού;

(α) Όχι ασφαλώς επειδή «ευφόρησεν η χώρα του». Η ευφορία αυτή των χωραφιών του υπήρξε μία ευλογία που του δόθηκε από τον Θεό – δεν φαίνεται να κοπίασε γι’ αυτήν ο πλούσιος∙ ο Θεός απλώς επέτρεψε να συμβεί, προφανώς για να του δώσει ευκαιρία να ανοιχτεί στον συνάνθρωπο. Αλλά εκείνος πώς την αντιμετώπισε; Μ’ έναν απόλυτα εγωιστικό τρόπο. Πέντε «μου» της προσωπικής αντωνυμίας μετράμε στον προβληματισμό του: «πού συνάξω τους καρπούς μου;..Καθελώ μου τας αποθήκας…και συνάξω εκεί πάντα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου, και ερώ τη ψυχή μου». Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό του. Δεν υπάρχει ίχνος προβληματισμού για τον οποιονδήποτε συνάνθρωπό του, έστω και συγγενή του. Έτσι η αφροσύνη του ήταν ο εγωιστικός τρόπος σκέψεως και ζωής του.

(β) Αυτός ο εγωισμός του, ως νοσηρή στροφή μόνον στον εαυτό του, δεν περιέχει ίχνος αναφοράς και προς τον Θεό. Συνήθως, ακόμη και σε ασχέτους προς την πίστη του Θεού ανθρώπους, σε στιγμές ευτυχίας τους ακούμε και ένα «δόξα τω Θεώ». Εδώ, δεν υπάρχει τίποτε τέτοιο: καμία δοξολογική ενατένιση του Θεού, για κάτι που εξώφθαλμα σχετιζόταν μ’ Εκείνον: είπαμε ότι η ευφορία της γης του δεν είχε να κάνει με καμία από τις δικές του προσπάθειες. Ήταν μία δωρεά του Θεού. Τι σημαίνει αυτό; Ότι η αφροσύνη του δεν έχει αποκλείσει μόνον τον συνάνθρωπο, αλλά και τον ίδιο τον Θεό, τον χορηγό του πλούτου του. Κι είναι τούτο πράγματι που επισημαίνει ο λόγος του Θεού: «είπεν άφρων εν τη καρδία αυτού∙ ουκ έστιν Θεός». Μπορεί θεωρητικά να μην ακούγεται στην παραβολή η αθεΐα του πλουσίου, διαπρυσίως όμως καταγγέλλεται αυτή στο επίπεδο της ζωής του. Κι αυτό είναι το πιο καθοριστικό.

(γ) Η διαγραφή του Θεού και του ανθρώπου όμως φέρνει άγχος. Αντί ο πλουτισμός να του δίνει χαρά – ως ευκαιρία, είπαμε, προσφοράς χαράς σε άλλους – του προσθέτει θλίψη και στενοχώρια. Αλλά πάντοτε αυτό είναι το τίμημα του επιλέγοντος τον εγωιστικό, δηλαδή τον αμαρτωλό, τρόπο ζωής. Το σημειώνει ο απόστολος Παύλος: «θλίψις και στενοχωρία παντί τω εργαζομένω το κακόν». Ο άφρων πλούσιος, δηλαδή, ήδη από τη ζωή αυτή ζούσε με στοιχεία κόλασης. Η πορεία του ήταν προδιαγεγραμμένη, εφόσον δεν έδειχνε σημεία μετάνοιας. Κι επιπλέον: το άγχος του για το «έχει» του, σαν να του «έκλεβε» και το μυαλό του: τον έκανε να αδυνατεί να σκεφτεί το αυτονόητο, ότι δηλαδή τα γεννήματά του, κλεισμένα σε αποθήκες, θα σάπιζαν. Συνήθως ο εγωιστής άνθρωπος χάνει και την όποια «εξυπνάδα» του.

(δ) Η αφροσύνη του όμως έγκειται και στην ψευδαίσθηση της αληθινής ζωής. Ο πλούσιος δεν ελάμβανε υπόψη του το πιο βέβαιο γεγονός της ζωής: την ύπαρξη του θανάτου. Ο προβληματισμός του, βλέπουμε, κινείται σε επίπεδο σχεδόν «αιωνιότητας» γι’ αυτόν της παρούσας ζωής. «Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά, κείμενα εις έτη πολλά». Πράγματι, θα μπορούσαμε να πούμε ότι κυριολεκτικά «πετάει στα σύννεφα». Το φαντασιακό επίπεδο είναι ο χώρος της ζωής του. Γι’ αυτό και η «προσγείωση» έρχεται τόσο απότομα και «ανώμαλα» γι’ αυτόν.

4. Τα κύρια αυτά στοιχεία της αφροσύνης του πλουσίου που οδηγούν σ’ ένα τέλος τραγικό – όχι μόνον έρχεται ο θάνατος, αλλά έρχεται με μία συνοδεία «δυνάμεων» ξένων προς τον Θεό: «την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου», άρα δείχνουν και την αιώνια συνέχεια εκτός Θεού – μας οδηγούν εκ του αντιθέτου στην επισήμανση των στοιχείων που επαινούνται από τον Θεό και μπορούν να χαρακτηριστούν ως εμφροσύνη και σωφροσύνη. Πρόκειται για τον «πλουτισμόν κατά Θεόν», που λέει ο Κύριος στην κατακλείδα της παραβολής, ο οποίος κάνει τον άνθρωπο που τον έχει να βρίσκεται με τον Θεό και να χαίρεται αενάως τη χαρά της παρουσίας Του. Πώς λοιπόν πρέπει να ζει ο άνθρωπος, ώστε στο τέλος του να ακούσει με χαρά ότι ευαρέστησε τον Θεό; Μα, ασφαλώς, πρώτον, να στέκεται καλά έναντι του συνανθρώπου του, δηλαδή με ανιδιοτελή αγάπη και ειλικρινές ενδιαφέρον, έστω κι αν τούτο μπορεί να σημαίνει και θυσία γι’ αυτόν. Το παράδειγμα του καλού Σαμαρείτη της ομώνυμης παραβολής εν προκειμένω συνιστά καθοδηγητικό στοιχείο επ’ αυτού. Δεύτερον, να πιστεύει και να αγαπά τον Θεό. Για τον σώφρονα άνθρωπο, ο Θεός δεν είναι αμελητέα ή ανύπαρκτη κατάσταση, αλλά το κέντρο της ζωής του. Προτεραιότητά του συνεπώς είναι το πώς θα θεμελιώνει αδιάκοπα τη ζωή του, τις σκέψεις του, τα λόγια του, τη συμπεριφορά του, στο θέλημα Εκείνου. Με αποτέλεσμα να νιώθει ως το παιδί στην αγκαλιά του Πατέρα του. Ο σώφρων άνθρωπος, έτσι, τρίτον, δεν ζει με άγχη και ανασφάλειες, αλλά η πάντα νουν υπερέχουσα ειρήνη του Χριστού βραβεύει τον νου και την καρδιά του. Και βεβαίως, τέλος, ο σώφρων, στον οποίο ευαρεστείται ο Θεός, έχει συναίσθηση της προσωρινότητας και της φθαρτότητάς του. «Καθ’ ημέραν αποθνήσκει», όπως λέει και ο απόστολος, με την έννοια ότι δεν τρέμει τον θάνατο, αλλά τον προσδοκά με χαρά, γνωρίζοντας ότι ο ίδιος ο Θεός θα παραλάβει την ψυχή του και όχι κάποιοι που το μόνο που επιζητούν είναι η δυστυχία του.

γ. Τι άραγε επιθυμούμε να ακούσουμε και εμείς στο τέλος της ζωής μας ως κριτική γι’ αυτήν από τον Θεό; «Άφρων» ή «σώφρων και έμφρων;» Το ερώτημα μεταφράζεται: θησαυρίζουμε για τον εαυτό μας ή πλουτίζουμε κατά Θεόν; Κι είναι τούτο η καθημερινή και αδιάκοπη πρόκληση επιλογής μας σε κάθε κίνηση της ύπαρξής μας. Στη μία περίπτωση, το κέντρο βάρους είναι ο κόσμος με τη φθαρτότητά του και τη διαρκή ταραχή του, υπό την κυριαρχία του διαβόλου, του άρχοντος του κόσμου τούτου. Στην άλλη, το κέντρο βάρους είναι ο Θεός και το άγιο θέλημά Του, με όλες τις χαρές και τη δόξα που συνοδεύουν την παρουσία Του. Ο Χριστιανός βεβαίως δεν προβληματίζεται: επιλέγει πάντοτε το θέλημα του Θεού. Επιλέγει δηλαδή όχι μόνον το αιώνιο, αλλά και του κόσμου τούτου αληθινό συμφέρον του.

Πηγή: Συνοδοιπορία | φωτογραφία: Captured Writer

Ο Άγνωστος Πλούτος (που δεν συσσωρεύουμε) Δεκέμβριος 16, 2014

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

πατρολογία θεολογία θησαυρός

Οι άνθρωποι όταν ακούμε την λέξη «πλούτος», ο νους μας πηγαίνει στα υλικά αγαθά, στο χρήμα. Η ζωή της πίστης μας όμως μας δείχνει ότι ο πλούτος δεν μπορεί να περιοριστεί στην ύλη. Υπάρχει ένας αλλιώτικος πλούτος, ο οποίος πηγάζει από τον Θεό, προσφέρεται στον άνθρωπο αφειδώλευτα και οδηγεί στην ανάγκη ο άνθρωπος να ανταποδώσει τη δωρεά ως αντίδωρο αγάπης στον δοτήρα Κύριο. Πρόκειται για τον πλούτο της χάριτος του Θεού, ο οποίος μας δίδεται «εν Χριστώ Ιησού» και ο οποίος έχει διάρκεια αιωνιότητας, κρατά δηλαδή για πάντα την αξία του και γίνεται πλούτος αιωνιότητας για τον καθέναν ο οποίος τον κατέχει.

Ο πλούτος αυτός είναι «υπερβάλλων». Έχει πληρότητα και η ποσότητά του δεν είναι περιορισμένη. Ενώ τα υλικά αγαθά αριθμούνται, αποτιμάται η αξία τους σε χρηματικές μονάδες, η χάρις του Θεού δεν έχει μέτρο και όριο. Όποιος την έχει, την γεύεται χωρίς περιορισμό. Ταυτόχρονα, ενώ τα υλικά αγαθά δίνουν χαρές στον άνθρωπο, τον βοηθούν να απολαμβάνει τη ζωή του, ενίοτε τον ρίχνουν και σε πολλούς και μεγάλους πειρασμούς, η χάρις του Θεού δίνει σε όποιον τη γεύεται την αληθινή πληρότητα. Τον οδηγεί όχι στο να απολαμβάνει με την έννοια της ηδονής αυτή τη ζωή, αλλά να χαίρεται που βιώνει την αγάπη του Θεού προσωπικά, την χάρη και την ελπίδα που η πίστη δίδει και να βιώνει τον σκοπό της ζωής που προέρχεται από την κοινωνία με το Θεό. Αυτή η πληρότητα δίδει ομορφιά στην καρδιά του ανθρώπου. Τον καθιστά χαρούμενο στο πρόσωπο. Τον απαλλάσσει από την κακία και την εκδικητικότητα. Τον κάνει να βλέπει στο πρόσωπο του αδελφού του τον Θεό. Την ίδια στιγμή τον κάνει να προσπαθεί για το καλό του αδελφού του, ακόμη κι αν αυτό δεν μπορεί να αποτιμηθεί με ενέργειες του θελήματός του, ακόμη κι αν αυτό περιορίζεται μόνο στην προσευχή και στην εναπόθεση στο Θεό της μέριμνας για τον πλησίον, διότι εκείνος δεν μπορεί να δεχθεί κάτι άλλο.

Ο πλούτος αυτός φανερώνεται «εν τοις αιώσι τοις επερχομένοις». Έχει διάρκεια. Δεν κληροδοτείται όπως τα υλικά πλούτη από γονείς σε παιδιά, αλλά αποκτιέται από τον καθέναν προσωπικά, εφόσον τον ζητήσει και αγωνιστεί γι’ αυτόν. Αυτό συνεπάγεται ότι είναι ένας πλούτος ανά πάσα στιγμή διαθέσιμος. Αρκεί όποιος τον επιθυμεί να κάνει το βήμα προς αυτόν. Να απαλλαγεί από την κυριαρχία του σαρκικού φρονήματος. Να εμπιστευθεί το Θεό, στις χαρές και τις λύπες. Να αγωνιστεί δια της ασκητικής οδού, της νηστείας, της προσευχή, της μετανοίας, να έχει καθαρή καρδιά. Και ο καθένας ξεκινά όχι απλώς για να μιμηθεί τον πλούτο της χάριτος που έχει ο άλλος ή να επαναπαυθεί σε όσους τον κατέχουν ήδη, αλλά για να χτίσει τη δική του υποδομή, ώστε ο πλούτος αυτός να εγκατασταθεί δια παντός εντός του.

Στους περισσότερους ανθρώπους ο πλούτος αυτός είναι άγνωστος. Συνήθως θεωρούμε τη σχέση μας με το Θεό ως κάτι παραδοσιακό, γιορτινό, χρήσιμο στις δυσκολίες. Ενίοτε βλέπουμε αυτή τη σχέση και ως κάτι το μαγικό, κάτι που αφ’ εαυτού του δίνει δύναμη όταν τη χρειαζόμαστε, χωρίς να είναι ανάγκη το υπόλοιπο διάστημα της ζωής μας να αλλάξουμε πορεία ή να προσπαθήσουμε να τον κατακτήσουμε. Άλλοτε μεταβάλλεται σε αξιομισθία, σε περίσσευμα αγαθών έργων εκείνων που τον είχαν ή τον έχουν και που καλούνται να δώσουν και σε μας, χωρίς να συναισθανόμαστε ότι πρωτίστως η ευθύνη έγκειται στο να τον ζητήσουμε και να τον λάβουμε εμείς από το Θεό όχι απλώς ως ευλογία για τον κόπο μας, αλλά ως νόημα ζωής. Άλλοτε πάλι προσπερνιέται με το πρόσχημα της ταπεινώσεως. Δεν είμαστε ικανοί να τον έχουμε ή να τον διαχειριστούμε. Έτσι, τον αφήνουμε σε άλλους κι εμείς ζητούμε να συνεχίσουμε μία ζωή χωρίς αυτόν.

Η χάρις του Θεού όμως είναι η ζωοποιός ενέργειά Του η οποία ενεργοποιεί τις δυνάμεις της ύπαρξής μας σε μια πορεία κοινωνίας, φωτός και ελπίδας. Αυτή είναι και η οδός της αγιότητας. Ο άγιος, μέσα στην ταπεινοσύνη του, εκζητεί την χάρη και το έλεος του Θεού. Και ο Κύριος δίδει. Τότε η χάρις αποτυπώνεται στο πρόσωπο του Αγίου. Στην παρρησία με την οποία προσεύχεται στο Θεό για όσους μπορεί. Στην ιλαρότητα της καρδιάς με την οποία ακούει όσους δυσκολεύονται, προσφέρει και αγαπά. Αλλά και στην βαθιά πεποίθηση εντός του ότι «ζει Κύριος ο Θεός» και ότι τον αγαπά προσωπικά, όπως και τον κάθε άνθρωπο.

Και τότε η χάρις του Θεού προσθέτει στον ανθρώπινο κόπο. Δίδει περισσότερη διάθεση για προσευχή. Δίδει δύναμη ώστε να είναι περισσότερος ο χρόνος προσφοράς στους άλλους. Δίδει την καλλιέργεια όλων των χαρισμάτων, ώστε τα πάντα να αντιπροσφέρονται ως αντίδωρο αγάπης προς τον Θεό, δια του πλησίον. Στις δοκιμασίες φαίνεται η περίσσεια της ψυχής του δοκιμαζόμενου, καθώς δεν καθιστά κέντρο της ενασχόλησής του τον εαυτό του, αλλά την προσευχή και την παρηγοριά στους άλλους που χειμάζονται με το δικό τους τρόπο. Ο γενναίος γίνεται γενναιότερος. Ακόμη κι αυτός που αισθάνεται την ασθένειά του, του προστίθεται δύναμη. Είναι μία μυστική κοινωνία με το Θεό, που κάνει τον άνθρωπο να βλέπει τις λεπτομέρειες της ψυχής του. Τις ρίζες των παθών του. Να κατανοεί το λίγο που μπορεί σε σχέση με το Θεό και τον συνάνθρωπο. Και να αγιάζεται για να μπορεί να αγιάσει.

Είναι αλλιώτικος αυτός ο πλούτος, όπως τον περιγράφει ο απόστολος Παύλος στους Εφεσίους: «χάριτι εστέ σεσωσμένοι . και συνήγειρε και συνεκάθισεν εν τοις επουρανίοις εν Χριστώ Ιησού, ίνα ενδείξηται εν τοις αιώσι τοις επερχομένοις τον υπερβάλλοντα πλούτον της χάριτος αυτού εν χρηστότητι εφ’ ημάς εν Χριστώ Ιησού» (Εφεσ. 2, 6-7). Αγωνιζόμαστε οι άνθρωποι να αποκτήσουμε αγαθά για να τα κληροδοτήσουμε στους μετά από εμάς, χωρίς να διαβλέπουμε ότι η αληθινή ομορφιά βρίσκεται στον πλούτο που ο Θεός προσφέρει δια της χάριτός Του σε όσους Τον εμπιστεύονται και γνωρίζουν ότι μόνο κοντά Του και στη ζωή της Εκκλησίας βρίσκεται η αλήθεια της ζωής. Αυτή την χάρη, αυτό το κάλλος ας προσπαθούμε εν τη Εκκλησία και εν τη πίστη να το γευτούμε και να το κληροδοτήσουμε με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος και μέσα από την πίστη στον Κύριό μας. Και ας βοά ο κόσμος μόνο για τις υλικές ανάγκες. Με την πίστη και αυτές θα καλυφτούν. Αλλά και αυτό να γίνει, δεν είναι ό,τι θα δώσουμε στους επερχόμενους. Γιατί δεν θα κρατήσει μπροστά στη φθορά και τον θάνατο. Μόνο η χάρις είναι τελικά το νόημα.

Πηγή: Συνοδοιπορία

Άφρων Χριστιανός: Ατομισμός, Υλικά Αγαθά και Φιλαυτία Νοέμβριος 24, 2014

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία, Ομιλίες / Ηχογραφήσεις, Ομιλίες / Ηχογραφήσεις , add a comment

mindless-rich-graffiti

Πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία του Αρχιμανδρίτη π. Μαξίμου Κυρίτση, ηγουμένου Ιεράς Μονής Αγίου Διονυσίου Ολύμπου, στο Αρχονταρίκι για την Παραβολή του Άφρωνου Πλουσίου (Ευαγγέλιο Κυριακής Θ’ Λουκά).

π. Μάξιμος Κυρίτσης Άφρων Πλούσιος

Πηγή: Ορθόδοξα Ακούσματα (Ι.Μ. Ζωοδόχου Πηγής Βαρείας Μυτιλήνης) | φωτογραφία: flickr