jump to navigation

Καρνάβαλος & Μεταμόρφωση: Λόγος εις την υποκρισίαν Φεβρουάριος 24, 2017

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

Αδελφοί μου,

Είναι απλή η αλήθεια, καθαρή, ωραία, χαριτωμένη και στην τελευταία της ανάλυση η αλήθεια είναι αγάπη. Έτσι μας την παρουσίασε αυτός, που τόσο πολύ την επλησίασε: Ο Πλάτων. Έτσι μας την απεκάλυψεν ωσάν Ευαγγελικήν χάριν, ο Κύριος μας, την αλήθεια. Απλή, απλά. Εμείς την περιπλέξαμε. Εσιτήσαμε το πέραν της απλότητος. Και αυτό δεν υπάρχει, γιατί δεν υπάρχει επέκεινα της αληθείας.

Ανεζητήσαμε την αλήθεια μέσα εις τους λαβυρίνθους της σοφιστείας, μέσα εις τους μαιάνδρους της αληθοφάνειας. Αλλ’ η αλήθεια, υπομονετική όπως είναι, σταθερή και ακεραία, επανέρχεται πίσω και κρούει την θύραν της ζωής μας. Έτσι την κρούει και σήμερα με την Ευαγγελική περικοπή, πού ακούσατε. Στην περικοπή δεν υπάρχει τίποτε ποιητική αδεία ή ως ρητορικόν σχήμα λόγου. Είναι απλή η αλήθεια. Σαφής ο λόγος του θεού. Τόσον σαφής και κατηγορηματικός, ώστε ούτε καν ανάγκην από ερμηνείαν έχει. Προσέξατε τι είπε: Απλά και αληθινά πράγματα: Εάν δεν συγχωρήσετε τους ανθρώπους δεν θα σας συγχώρηση ο Θεός. Το φαντασθήκατε ποτέ αυτό, ότι η θεία συγχώρησις εξαρτάται από την συγχώρησι του ανθρώπου προς τον συνάνθρωπόν του; Και όλα τα άλλα, όλα τα δήθεν αγαθά μας έργα, όλος ο μοντανισμός μας, όλη η μέριμνα μας διά την σωτηρίαν των άλλων, όλη η κρίσις μας περί του κόσμου από του ύψους της δήθεν αρετής μας, όλα αυτά δεν έχουν καμμίαν αξίαν και δεν μπορούν να φέρουν την Θεία συγχώρησιν, εάν δεν συμπληρωθούν με την συγγνωμικότητά μας προς τον συνάνθρωπόν μας.

Και αυτό μάς λέγεται από τον Κύριον αυτή την στιγμήν, που εισερχόμεθα εις την Μεγάλην Τεσσαρακοστήν και μάς λέγεται εν συνάφεια με ό,τι μας έχει λεχθή τις τρεις προηγούμενες Κυριακές του Τριωδίου.

Την πρώτην Κυριακή, μάς είπε πως ο Τελώνης δικαιώθηκε, ο Φαρισαίος όχι. Την δεύτερη Κυριακή, μας είπε πως η μετάνοια του άσωτου έγινε δεκτή, ο άσωτος λυτρώθηκε, ενώ ο πρεσβύτερος αδελφός, ο δεύτερος άσωτος, η τραγική μορφή της παραβολής, έμεινε ανεξιλέωτος μέσα στην αυταρέσκεια του και αμέτοχος εις την παγκόσμια χαρά της σωτηρίας. Την τρίτη Κυριακή, μας απεκάλυψε το πλέον καταπληκτικό μυστικό των έσχατων, ότι η ανθρωπότης όλη θα κριθή με το πλέον απίθανο μέτρο. Το πλέον παράδοξον, επειδή είναι  θείον μέτρον. Με τι; Με την ταυτοπροσώπησι του θεού προς τον ελάχιστο άνθρωπο. Τον γυμνό, τον πεινασμένο, τον διψασμένο, τον άρρωστο, τον ξένο, τον από οιαδήποτε αιτία σε φυλακή πεταμένο. Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου, των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε. Εφ’ όσον ουκ εποιήσατε, ουδέ εμοί εποιήσατο. Διότι, εγώ ήμουν αυτός ο πεταμένος, ο περιφρονημένος άνθρωπος. Και, αδελφοί μου, το θεανδρικόν μυστήριον προχωρεί: Εάν δεν συγχωρήσετε δεν θα συγχωρηθήτε. Και περαιτέρω: μη υποκρίνεσθε, γίνετε απλοί και ακέραιοι. Αν έχετε και την ελάχιστη αρετή προσποιηθήτε πως δεν την έχετε.

Κρύψτε την, τότε την βλέπει ο Θεός, τότε αυτή φέρει καρπόν είς τό φανερό. Μην είσθε σκυθρωποί και βλοσυροί, για να φαίνεσθε άγιοι. Ποτέ δεν κάνει επίδειξι η αγιότης. Την αισθάνονται οι άνθρωποι και την ροφούν όπως το άρωμα του ρόδου, το όποιο δεν εξαγγέλλει ούτε την ομορφιά του, ούτε τη χάρι του, ούτε το άρωμα του. Και ακόμη, μη θησαυρίζετε θησαυρούς επί της Γης. Και δεν εννοεί, βέβαια, μόνον τους περιουσιακούς, μα ο,τιδήποτε θεωρούμεν ως πολύτιμον αγαθόν και διά την απόκτησιν του όποιου είμεθα έτοιμοι να μετέλθωμεν κάθε μέσον έννομο ή άνομο και για το όποιο πολύτιμο αγαθό είμεθα έτοιμοι να πουλήσουμε και αυτή την καρδιά μας. Γιατί, αλήθεια, είπεν ο Κύριος ότι εκεί όπου είναι ο θησαυρός του ανθρώπου, εκεί είναι και η καρδιά του. Αδελφοί μου, θα σταθώ δ’ ολίγον εις το πρώτο σημείον, της αλληλοσυσχετίσεως της Θείας συγχωρήσεως προς την ανθρωπίνην. Δεν υπάρχει βαθύτερη θεολογική αλήθεια από αυτήν. Μας εισάγει εις το μυστήριον της σωτηρίας. Συγχωρούντες τον συνάνθρωπόν όχι μόνον κατανοούμεν, συνειδητοποιούμεν και κατακτώμεν την θείαν συγχώρησιν, αλλά και συμπράττομε στη σωτηρία μας. Σωζόμενοι, σώζομεν και σώζοντες σωζόμεθα. Είμεθα αλληλέγγυοι ως ανθρώπινο γένος.

Συγχωρούντες λυπούμεθα ως μοναδική ανθρωπινή προσωπικότης. Όσοι δεν έχετε ποτέ συγχωρήσει στη ζωή σας, τότε, μετά τον Κύριο, υπάγετε και ερωτήσατε τον ψυχίατρο σας: που οφείλονται όλαι αι ψυχώσεις, νευρώσεις, πλέγματα, τα οποία, χωρίς να το θέλετε, κατευθύνουν πολλάς φοράς περίεργον κοινωνικήν συμπεριφοράν σας; Και αντιστρόφως, σεις που έχετε συγχωρήσει, αναγνωρίσατε και ομολογήσατε, πέραν της Κυριακής δικαιώσεως, τι εσωτερική βαθειά ελευθερία έχετε αποκτήσει.

Και τώρα έρχομαι εις το δεύτερο σημείον της περικοπής: Αυτό της υποκρισίας.

(περισσότερα…)

Ο Φαρισαίος, ο Τελώνης και η χαρά Φεβρουάριος 8, 2017

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Μία περίοδος του εκκλησιαστικού έτους, όπως το Τριώδιο, στους καιρούς μας έχει πάψει να έχει για τους πολλούς το νόημα του παρελθόντος. Στην ανάγκη μας να ξεφύγουμε από τους ρυθμούς της καθημερινότητας, να χαρούμε και να διασκεδάσουμε απογυμνώσαμε το Τριώδιο από το εκκλησιαστικό του νόημα και επιστρέψαμε σε συνήθειες προχριστιανικές, όπως είναι οι μεταμφιέσεις, προκειμένου να αποκρύψουμε το αληθινό μας πρόσωπο ή να ξεφύγουμε από αυτό, να ονειρευτούμε το πώς θα θέλαμε να είμαστε, αλλά και να παραδοθούμε στο πνεύμα της φιληδονίας, χωρίς φραγμούς, χωρίς το εμπόδιο της ταυτότητάς μας, χωρίς τις σχέσεις που το υπόλοιπο διάστημα του χρόνου μας δεσμεύουν. Έχοντας ταυτίσει την χριστιανική παράδοση με την εγκατάλειψη της χαράς και την υιοθέτηση της σοβαρότητας, της σκυθρωπότητας, της ενασχόλησης με την μεταθανάτια ζωή, μας φαίνεται πολύ δύσκολο να ακολουθούμε καθόλη τη διάρκεια του χρόνου αυτόν τον τρόπο σκέψης και ζωής. Η αναφορά μας στην παγανιστική φάση της ιστορίας μας, θεωρούμε ότι και δεν πειράζει και είναι λυτρωτική.

                Η Εκκλησία όμως, εισάγοντας στον λειτουργικό της χρόνο το Τριώδιο, την περίοδο δηλαδή στην οποία οι ύμνοι που ψάλλονται στις ακολουθίες της είναι συντομότεροι και πιο κατανυκτικοί, προκειμένου να δεσπόσει ο λόγος και ο προβληματισμός, δεν αρνείται την χαρά. Μας δείχνει όμως ότι αυτή πηγάζει από μία ουσιαστικότερη σχέση με τον Θεό και τον πλησίον. Από την αγάπη η οποία συγκαταβαίνει. Από την ταπείνωση, η οποία μας δείχνει ότι η επιστροφή στον Θεό και η συναίσθηση ότι μόνοι μας δεν μπορούμε δεν είναι υποτίμηση του εαυτού μας, αλλά επίγνωση των ορίων μας. Από την μετάνοια για τα λάθη μας, τα οποία γίνονται αδικίες εις βάρος των άλλων ανθρώπων και μας δίνουν την αίσθηση ότι εμείς είμαστε θεωμένοι. Από την νηστεία, η οποία μας βοηθά να αφήσουμε κατά μέρος την χαρά της τροφής, της ηδονής, της υπεροχής εις βάρος των άλλων και να υιοθετήσουμε έναν τρόπο ζωής στον οποίο η προσευχή και η ευσπλαχνία δεν θεωρούνται υποτιμημένες καταστάσεις αλλά αληθινή ευλογία. Έτσι βοηθιόμαστε στους σταυρούς της ζωής μας, για να συναναστηθούμε με τον Χριστό.

                Το Τριώδιο ξεκινά με την παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου. Ένα από τα κύρια στοιχεία της είναι ο τρόπος με τον οποίο τα δύο αυτά πρόσωπα βλέπουν την χαρά. Ο τελώνης την βλέπει στο να αρπάζει από τους ανθρώπους τα χρήματα και τα αγαθά τους, παρότι θα μπορούσε να έχει όσα πραγματικά χρειαζόταν από την εργασία του. Την βλέπει στην αδικία, δηλαδή στην φιμωμένη συνείδησή του, η οποία δεν τον ελέγχει για τίποτε που κάνει κακό στους συνανθρώπους του, ούτε διότι ο Θεός διά του μωσαϊκού νόμου του έχει πει αλλιώς να ζει και αλλιώς εκείνος έχει επιλέξει. Την βλέπει πιθανόν και στην μοιχεία, δηλαδή στην ελευθερία της ηδονής με πρόσωπα που δεν χρειάζεται και δεν αγαπά. Στην πρόταξη δηλαδή ενός τρόπου ζωής, στον οποίο η ύλη, ο παρών χρόνος, η εκμετάλλευση του πλησίον γεννούν την ευχαρίστηση, την οποία ο άνθρωπος ταυτίζει με την χαρά.  Ο Φαρισαίος, πάλι, βλέπει την χαρά στο να τηρεί τις εντολές του Θεού. Να νηστεύει δύο φορές την εβδομάδα, να προσφέρει στον ναό το ένα δέκατο από τα εισοδήματά του και να μην είναι σαν τους υπόλοιπους ανθρώπους, άρπαγας, άδικος, μοιχός, ούτε όπως ο τελώνης. Η χαρά του Φαρισαίου μάλιστα γίνεται και ευχαριστία στον Θεό και με πνεύμα επίδειξης, ενώπιον των ανθρώπων, αποκαλύπτει τα θρησκευτικά του κατορθώματα.

                Η παραβολή όμως συμπεριλαμβάνει και την ανατροπή. Ο τελώνης συναισθάνεται ότι η ευχαρίστηση που ζει με τον τρόπο που ο Θεός δεν θέλει, δεν μπορεί να μετατραπεί σε αληθινή χαρά. Έτσι, με ταπεινότητα ζει την μετάνοια. Ζητά από τον Δωρεοδότη της χαράς να τον ελεήσει για τον τρόπο σκέψης και ζωής του, να τον συγχωρέσει και να τον βοηθήσει να κάνει μια καινούργια αρχή στη ζωή του. «Κατέβη ούτος δεδικαιωμένος εις τον οίκον αυτού» (Λουκ. 18, 14). «Έφυγε για το σπίτι του αθώος και συμφιλιωμένος με τον Θεό», μας λέει ο Χριστός. Βρήκε το νόημα της αληθινής χαράς. Αυτό περιλαμβάνεται στην σχέση με τον Θεό, η οποία όμως γίνεται επίγνωση της καρδιάς μας, συναίσθηση ότι έχουμε αμαρτίες και πάθη, ότι αδικώντας δεν μπορούμε να είμαστε αληθινά χαρούμενοι, κυρίως όμως αποφεύγοντας την κατάκριση του πλησίον. Αυτός ο οποίος βλέπει την πραγματική κατάσταση της καρδιάς του δεν απελπίζεται, δεν αποκαρδιώνεται. Μπορεί να κατανοήσει ότι ο Θεός βλέπει την μετάνοια της καρδιάς του και συμφιλιώνεται μαζί του. Αυτή είναι η χαρά που κρατά. Να ξέρουμε ότι ο Θεός μας συγχωρεί και μας ελεεί, για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε   στη ζωή μας αυτή την  πνευματική αλλαγή, που θα δώσει στη χαρά μας διάρκεια.

                Ο Φαρισαίος απορρίφθηκε από τον Θεό παρότι τηρούσε τις εντολές Του. Η χαρά του όμως ήταν εγωκεντρική. Δεν έφτανε σ’  αυτόν η θρησκευτική του πρόοδος, αλλά ήταν χαιρέκακος, ευχαριστιόταν με την πτώση των άλλων, διότι έτσι αισθάνονταν θρησκευτικά δοξασμένος. Η χαρά του τελικά δεν ήταν γιατί είχε σχέση με τον Θεό, αλλά γιατί ξεπερνούσε τους άλλους με τα θρησκευτικά του κατορθώματα. Όμως ο Θεός δεν ζητά από τον άνθρωπο να ανταγωνίζεται και να νικά τον πλησίον του για να είναι χαρούμενος, αλλά να τον συμπαθεί. Να συμπορεύεται μ’  αυτόν στην οδό της βασιλείας. Να χαίρεται όταν προοδεύει ο πλησίον του πνευματικά και υλικά, αλλά και να συμπάσχει για τις πτώσεις και τα λάθη τόσο τα προσωπικά όσο και του άλλου.

                Η εποχή μας είναι γεμάτη Φαρισαίους. Χαιρόμαστε συχνά λιγότερο για την πορεία μας και περισσότερο με τις ήττες και τις πτώσεις των άλλων. Νομίζουμε ότι είμαστε ξεχωριστοί γιατί πετυχαίνουμε πρόοδο σε όσους τομείς ασχολούμαστε, αλλά και έχουμε την ματιά μας στραμμένη στους άλλους, μην τυχόν και προοδεύσουν περισσότερο από μας και είμαστε έτοιμοι μέσα μας να τους κατακρίνουμε και να τους υποτιμήσουμε. Αγνοούμε τελικά ότι η αληθινή χαρά βρίσκεται στην επίγνωση του ποιοι είμαστε σε σχέση με τον Θεό και την ίδια στιγμή στην επιείκειά μας έναντι του άλλου. Εκείνοι όμως μπορεί μέσα στην ασχήμια της ήττας να βρούνε ταπεινωμένοι την οδό της επίγνωσης, της μετάνοιας, της αλλαγής και ο Θεός να τους δώσει να ξεκινήσουν νέα ζωή, με την χαρά της κοινωνίας μαζί Του.

                Το Τριώδιο μας βοηθά να ξαναβρούμε την οδό της γνήσιας χαράς, η οποία περιλαμβάνει τόσο την δική μας αλλαγή όσο και την προσευχή για την αλλαγή του πλησίον. Δηλαδή την κοινωνία στην Εκκλησία των προσώπων που χαίρονται να έχουν βρει την αληθινή πορεία προς τον Θεό, σε ό,τι κάνουν. Δεν είναι η διασκέδαση, η μεταμφίεση, η ευχαρίστηση με τους τρόπους του κόσμου ο δρόμος της χαράς, αλλά η επίγνωση που συνοδεύεται από την χαρά ότι συγχωρεθήκαμε από τον Θεό, όπως επίσης και η θέλησή μας και οι άλλοι να βρούνε αυτή  την οδό. Αυτή είναι η χαρά που κρατά και μας οδηγεί στο να γνωρίσουμε όχι μόνο ποιοι είμαστε, αλλά ποιοι μπορούμε να γίνουμε!

Πηγή: Συνοδοιπορία

Ευχαριστίες στην Ιωάννα Ι.

Τὸ νόημα τῆς ἀγάπης Νοέμβριος 26, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

xeira-bohtheias

Ἀντωνίου Μπλουμ, Μητροπολίτη Σουρόζ

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
Τὸ νόημα τῆς ἀγάπης εἶναι τὸ νόημα τῆς ζωῆς, ἐπειδὴ ἀγάπη, παρότι πολὺ συχνὰ πιστεύουμε ἤ φανταζόμαστε, δὲν εἶναι ἕνα ἁπλὸ συναίσθημα. Ὅταν μιλᾶμε γιὰ τὸν Θεὸ, καὶ λέμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη, δὲν ἐννοοῦμε ὅτι Αὐτὸς εἶναι ἕνα συναίσθημα δίχως τέλος. Ἐννοοῦμε κάτι βαθύτερο ἀπ’ αὐτὸ: ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι πλοῦτος ζωῆς και ὕπαρξης. Καὶ αὐτὸ βρίσκει ἐφαρμογὴ στὴν δική μας ἀνθρώπινη ἀγάπη.
Κάποιος ποὺ κατέχεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἔχει μέσα του πλοῦτο ζωῆς, στὸν ὁποῖο ἡ αἴσθηση τῆς ζωῆς, ἡ δύναμη τῆς ζωῆς εἶναι τόσο πλήρης, τόσο σπουδαία, ὥστε αὐτὴ ἡ ἀγάπη εἶναι σίγουρη γιὰ τὸν ἑαυτό της. Καὶ αὐτὸ γεννάει χαρά, κουράγιο, ἐνθουσιασμό, καὶ πηγαίνει τόσο βαθιὰ ὥστε φτάνει πέρα ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ θάνατο.

Ἡ Ἁγία Γραφὴ λέει ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τὸν θάνατο. Πράγματι εἶναι πιὸ δυνατὴ ἐπειδὴ ἔχει τοποθετήσει τὸν ἑαυτό της μέσα ἀπὸ τὴν πληρότητα της, τὴν δύναμή της, τὴν ἔνταση της στὸ βασίλειο τῆς ἀνάστασης, στὸ βασίλειο τῆς αἰώνιας ζωῆς. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἡ ἀγάπη εἶναι ἱκανὴ γιὰ μιὰ ἔσχατη θυσία, ὄχι μόνο ὅταν προσφέρουμε καὶ δεχόμαστε, ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ θυσιάζει κάποιος τὴν ἴδια του τὴ ζωή, γιατὶ αὐτὴ ἡ ζωή, ἐὰν προσφέρεται, σημαίνει ὅτι τὴν κατέχει κάποιος στὴν πληρότητα της. Εἶναι πλοῦτος ζωῆς ποὺ ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὴν ἔσχατη θυσία. Ἴσως νὰ θυμόσαστε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ: « Κανεὶς δὲν μοῦ ἀφαιρεῖ τὴν ζωή, τὴν προσφέρω ὁ ἴδιος ἐλεύθερα ». Ἡ ἀγάπη, ἡ πληρότητα τῆς ζωῆς ποὺ αὐτὴ ἐκφράζει, εἶναι ἄτρωτη. Οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νὰ μᾶς πάρουν τὴ ζωή, μποροῦν νὰ μᾶς ὑποβάλλουν σὲ ὁποιαδήποτε δοκιμασία, καὶ ὅμως ἕνας ἄνθρωπος παραμένει ἀλώβητος ἐπειδὴ κανένας στὴ πραγματικότητα δὲν τοῦ ἀφαιρεῑ τὴν ζωή· τὸ πρόσωπο ποὺ ἀγαπάει προσφέρει.

Θὰ ἤθελα νὰ σᾶς δώσω ἕνα παράδειγμα. Στὴ διάρκεια τῆς Ρωσικῆς Ἐπανάστασης μία μητέρα μὲ δύο παιδιὰ κρυβόταν σὲ μιὰ μικρὴ πόλη. Ἕνα βράδυ ἦλθε μιὰ γυναίκα, τόσο νέα, στὰ εἴκοσι της χρόνια, καὶ τῆς εἶπε ὅτι ἐπρόκειτο νὰ συλληφθεῖ τὴ νύχτα γιὰ νὰ ἐκτελεστεῖ. Ἡ μητέρα κοίταξε τὰ παιδιά, καὶ ἡ καινούργια της φίλη τῆς εἶπε, « Μὴν ἀνησυχεῖς, πήγαινε καὶ κρύψου.» Καὶ ἡ μητέρα εἶπε, « Πῶς θὰ μποροῦσα νὰ φύγω μὲ αὐτὰ τὰ παιδιά. Θὰ μὲ εὕρισκαν σὲ δυὸ ὧρες.» «Ὄχι », εἶπε ἡ ἄγνωστη φίλη της, «Θὰ μείνω πίσω, θὰ δώσω τὸ δικό σου ὄνομα καὶ ἴσως νὰ ἐκτελεστῶ, ἀλλὰ ἐσὺ θὰ δραπετεύσεις.» Καὶ ἔτσι ἔκανε.
Αὐτὴ ἦταν μιὰ πράξη ἀγάπης, ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ μιὰ τέτοια πληρότητα ζωῆς, ἀπὸ μιὰ τέτοια βεβαιότητα ὅτι ἡ ζωὴ δὲν τελειώνει, καὶ ὅτι μονάχα μὲ τὴν ὁλοκλήρωση ποὺ θὰ εὕρισκε στὸ θάνατο της θὰ μποροῦσε νὰ κάνει αὐτὴν τὴν πράξη.
Κανένας δὲν ἔχει μεγαλύτερη ἀγάπη ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ θυσιάζει τὴν ζωὴ του γιὰ τοὺς φίλους του. Αὐτὸς ποὺ τὸ κάνει μόνος του ἐλεύθερα, προσεγγίζει τὴν ἐκπλήρωση τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς, ἐπειδὴ ἡ ζωὴ ἀξίζει μόνο γι’ αὐτὸ ποὺ κάποιος ζεῖ, καὶ ἡ ζωὴ φτάνει τούτη τὴν πληρότητα ὅταν ὅλα τὰ πράγματα ποὺ μποροῦν ἀνθρώπινα νὰ γίνουν, γίνονται πέρα ἀπὸ τὸ φόβο, μὲ χαρά, μὲ βεβαιότητα.
Αὐτὸ εἶναι γιὰ μένα τὸ νόημα τῆς ἀγάπης. Τέτοια πληρότητα ζωῆς, ποὺ θὰ μοῦ ἐπιτρέψει νὰ δεχτῶ νὰ γίνω ἀπόλυτα εὐάλωτος, ποτὲ νὰ μὴν κάνω πίσω, ποτὲ νὰ μὴν ἀντιστέκομαι, νὰ προσφέρω τὸν ἑαυτό μου μέχρι τὴν τελευταία στιγμή, δίχως διάκριση σὲ κανέναν μὲ μιὰ βεβαιότητα ὅτι ἡ ἀγάπη ποτὲ δὲν θὰ νικηθεῖ, ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τὸν θάνατο· γιατὶ ἀγαπᾶμε σημαίνει ὅτι ἔχουμε ἤδη ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό μας καὶ γινόμαστε κοινωνία, αὐτὴ εἶναι ἡ κοινωνία ζωῆς μὲ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ὁ ἴδιος ἀγάπη. Ἀμήν.
Ἀπόδοση Κειμένου: www.agiazoni.gr

Πρωτότυπο Κείμενο

The meaning of love 1966

Anthony Bloom – Metropolitan of Sourozh (1914- 2003)

In the name of the Father, the Son and the Holy Ghost.
The meaning of love is the meaning of life, because love, in spite of what we very often think or imagine, is not a simple feeling. When we speak of God, and we say that God is love, we do not mean that He is infinite feeling. We mean something deeper than this: that God is a plenitude of life and of being. And this applies also to our human love. Someone who is possessed by love is a man who has a plenitude of life in himself, in whom the sense of life, the power of life is so full, so great, that life is sure of itself. And this generates joy, courage, enthusiasm, and it goes so deep that it is beyond death itself. The Holy Scripture says that love is stronger than death. Indeed it is stronger than death because it has placed itself by its fullness, its power, its intensity in the realm of the resurrection, in the realm of eternal life. And this is why love is capable of final sacrifice, not only of giving and of receiving but of laying down one’s life, because this life, if it is given, is also possessed in its fullness. It is plenitude of life which finds expression in final sacrifice. You may remember the words of Christ: ‘No one is taking My life from Me, I give it freely Myself.’ In that respect love, the fullness of life which it expresses, is invulnerable. People may take our lives, people may put us to any test, and yet one remains invulnerable because no one in reality is taking; the person who loves is giving.
I would like to give an example of this. During the Russian Revolution a mother with two children was hiding in a small town. One evening a woman came, as young as she was, in her late twenties, and told her that she had been discovered, betrayed, and that she was to be arrested in the night in order to be shot. The mother looked at the children, and her new friend said, ‘Don’t worry, you go, and you hide.’ And the mother said, ‘How could I go with these two children. I would be found within a few hours.’- ‘No’, said her unknown friend, ‘I will stay behind, call myself with your name and be shot perhaps, but you will escape.’ And so she did.
This was an act of love, which proceeded from such fullness of life, from such certainty that life was not ending, and that it was only in the fulfilment that she would find in her death that she could do this.
No one has greater love than he who lays down his life for his friends. Who does it himself, freely, and who in doing so, attains to the fulfillment of life because life is worth only what one lives for, and life attains this fulfillment when all is done that can humanely be done beyond fear, in joy, in certainty.
This is the meaning of love to me. Such fullness of life, that will allow me to accept, to become totally vulnerable, never recoil, never resist, give myself to the last, without discrimination to anyone and for anyone with a certainty that love shall never be defeated, that love is stronger than death; because to love means that we already have renounced a limited self and grown into communion, that is community of life with God, who is love itself. Amen.

Πηγή: Ἠλιαχτίδα 

Εὐχαριστίες στήν Ἰωάννα Ι.

Photo Credit: Creativity103 cc

Άφρων ή Σώφρων Χριστιανός; Δεκέμβριος 25, 2014

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

rich-detail

Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη

«Είπε δε ο Θεός: Άφρων…»

α. Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της σημερινής Κυριακής (Σημ. Ζ.Ι.: Θ’ Λουκά) προβάλλει το αρνητικό κακέκτυπο του αληθινού ανθρώπου: τον άφρονα πλούσιο, τον άνθρωπο που η μόνη έγνοια του ήταν πώς να έχει και να κατέχει τα υλικά του αγαθά, πώς να αυξάνει τα γεννήματά του, σε βαθμό τέτοιο, που τελικώς να δυστυχεί μέσα στην υποτιθέμενη «ευτυχία» του: η καρποφορία των χωραφιών του τον κάνει να γεμίζει από άγχος και στενοχώρια. Μέχρις ότου εμφανίζεται από το «πουθενά» ο παράγων Θεός, για να βάλει τέλος στους προβληματισμούς και τις λύσεις του: «σήμερα θα πεθάνεις! Ζητάνε την ψυχή σου!» Κι ο θάνατος έρχεται ως το όριο που φωτίζει την ποιότητα της όλης προγενέστερης ζωής του, που του ανοίγει τα μάτια για να δει ότι τελικώς όλα τα χρόνια που πέρασαν ήταν ενώπιον του Θεού μία ανοησία. «Είπε δε ο Θεός: Άφρων!»

β. 1. Δεν πρόκειται για εκτίμηση και αξιολόγηση ενός ανθρώπου, που θα μπορούσε κανείς να αμφισβητήσει το περιεχόμενό της. Ποιος άνθρωπος μπορεί να κατέχει το αλάθητο; «Ο νόμος του ανθρωπίνου μυαλού είναι η πλάνη» σημειώνουν οι άγιοι Πατέρες μας. Ούτε πρόκειται για μία κρίση, που μπορεί να κινείται στο επίπεδο της κατάκρισης, καρπού ζηλοφθονίας και εμπάθειας. Μία τέτοια εμπαθής κρίση δεν επιτρέπεται από τον ίδιο τον νόμο του Θεού, διότι υφαρπάζει δικαίωμα που ανήκει μόνον σ’ Εκείνον. Ο ίδιος ο Κύριος το επισημαίνει: «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε». «Εάν δε κάποιος χαρακτηρίσει τον αδελφό του «ανόητο» είναι ένοχος ενώπιον της κρίσεως του Θεού».

Εδώ, στο περιστατικό που περιγράφει ο Κύριος για τον πλούσιο, έχουμε την κρίση του ίδιου του Θεού, δηλαδή Εκείνου που η κρίση Του είναι απολύτως δίκαιη, διότι «γυμνά και τετραχηλισμένα τα πάντα ενώπιόν Του», συνεπώς ανοίγει τα μάτια του ανθρώπου, ώστε να δει κι αυτός το αποτέλεσμα των επιλογών και των συμπεριφορών της ζωής του. Κι είναι η μόνη αληθινή κρίση, διότι πηγάζει από Εκείνον που η αγάπη Του προς τα πλάσματά Του είναι άπειρη και συνεπώς έχει πάντοτε γνήσιο ενδιαφέρον γι’ αυτά. Μόνον εκείνος που αγαπά μπορεί και να κρίνει ορθά, πέρα από στρεβλώσεις των εμπαθών κινημάτων της καρδιάς του. Όπως το λέει και πάλι ο Κύριος: «Μη κρίνετε κατ’ όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε». Και δικαία κρίση είναι αυτή που πηγάζει από καρδιά που αγαπά. Η άπειρη αγάπη λοιπόν του Θεού αποδεικνύει και την αληθινότητα της κρίσεώς Του.

2. Κι ακόμη περισσότερο: η κρίση αυτή του Θεού, όπως φαίνεται στο περιστατικό της παραβολής, ηχεί πολύ πένθιμα, σαν καμπάνα που σημαίνει τον θάνατο κάποιου, διότι όχι μόνον είναι αληθινή, αλλά και τελεσίδικη και αμετάκλητη: λέγεται την ώρα του θανάτου, που ο άνθρωπος δεν έχει άλλο περιθώριο αλλαγής του. Ο θάνατος συνιστά το απόλυτο όριο, μετά το οποίο ο άνθρωπος απλώς κρίνεται για όλο το περιεχόμενο της ζωής του, για ό,τι έπραξε, για ό,τι είπε, για ό,τι σκέφτηκε ακόμη. «Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, και μετά τούτο κρίσις» κατά τον απόστολο. Ό,τι διάφορες φιλοσοφίες και θρησκείες έχουν διδάξει περί μεταλλαγής του ανθρώπου, περί μετενσάρκωσης ή μετεμψύχωσής του σε άλλες καταστάσεις, μέσα στον κόσμο τούτο, αποτελούν φληναφήματα και ανοησίες, που προέρχονται από τον σκοτισμένο λόγω της αμαρτίας και των παθών νου του ανθρώπου. Η αλήθεια που απεκάλυψε ο Κύριος είναι κρυστάλλινη: ο άνθρωπος με τον θάνατό του κρίνεται από τον Θεό, κατά μερικό πρώτα τρόπο, λόγω της συνέχειας μόνο της ψυχής του, κι έπειτα, κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, θα κριθεί και γενικά, διότι τότε με την Παρουσία αυτή του Κυρίου θα αναστηθεί και το σώμα του, ώστε ενωμένο με την ψυχή να σταθεί ενώπιον του φοβερού βήματός Του. Η γενική αυτή όμως κρίση δεν θα είναι διαφορετική από την πρώτη. Απλώς θα είναι επιτεταμένη, διότι θα συνυπάρχει μαζί με την ψυχή και το σώμα. Και βεβαίως η κρίση αυτή οδηγεί είτε στην αιώνια ζωή είτε στην αιώνια κόλαση, με την έννοια του πώς «εισπράττει» ο άνθρωπος τη μία και ενιαία αγάπη του Θεού προς όλους: είτε θετικά, αν φεύγει από τη ζωή αυτή εν μετανοία, είτε αρνητικά, αν φεύγει εναντιωμένος προς τον Θεό ή με αδιαφορία προς Αυτόν.

3. Ποια ήταν τα γνωρίσματα της ζωής του άφρονος πλουσίου, που οδήγησαν στον χαρακτηρισμό του ως άφρονος και ανοήτου; Πότε συνεπώς κάποιος ζει ανόητα, κατά την κρίση του ίδιου του Θεού;

(α) Όχι ασφαλώς επειδή «ευφόρησεν η χώρα του». Η ευφορία αυτή των χωραφιών του υπήρξε μία ευλογία που του δόθηκε από τον Θεό – δεν φαίνεται να κοπίασε γι’ αυτήν ο πλούσιος∙ ο Θεός απλώς επέτρεψε να συμβεί, προφανώς για να του δώσει ευκαιρία να ανοιχτεί στον συνάνθρωπο. Αλλά εκείνος πώς την αντιμετώπισε; Μ’ έναν απόλυτα εγωιστικό τρόπο. Πέντε «μου» της προσωπικής αντωνυμίας μετράμε στον προβληματισμό του: «πού συνάξω τους καρπούς μου;..Καθελώ μου τας αποθήκας…και συνάξω εκεί πάντα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου, και ερώ τη ψυχή μου». Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό του. Δεν υπάρχει ίχνος προβληματισμού για τον οποιονδήποτε συνάνθρωπό του, έστω και συγγενή του. Έτσι η αφροσύνη του ήταν ο εγωιστικός τρόπος σκέψεως και ζωής του.

(β) Αυτός ο εγωισμός του, ως νοσηρή στροφή μόνον στον εαυτό του, δεν περιέχει ίχνος αναφοράς και προς τον Θεό. Συνήθως, ακόμη και σε ασχέτους προς την πίστη του Θεού ανθρώπους, σε στιγμές ευτυχίας τους ακούμε και ένα «δόξα τω Θεώ». Εδώ, δεν υπάρχει τίποτε τέτοιο: καμία δοξολογική ενατένιση του Θεού, για κάτι που εξώφθαλμα σχετιζόταν μ’ Εκείνον: είπαμε ότι η ευφορία της γης του δεν είχε να κάνει με καμία από τις δικές του προσπάθειες. Ήταν μία δωρεά του Θεού. Τι σημαίνει αυτό; Ότι η αφροσύνη του δεν έχει αποκλείσει μόνον τον συνάνθρωπο, αλλά και τον ίδιο τον Θεό, τον χορηγό του πλούτου του. Κι είναι τούτο πράγματι που επισημαίνει ο λόγος του Θεού: «είπεν άφρων εν τη καρδία αυτού∙ ουκ έστιν Θεός». Μπορεί θεωρητικά να μην ακούγεται στην παραβολή η αθεΐα του πλουσίου, διαπρυσίως όμως καταγγέλλεται αυτή στο επίπεδο της ζωής του. Κι αυτό είναι το πιο καθοριστικό.

(γ) Η διαγραφή του Θεού και του ανθρώπου όμως φέρνει άγχος. Αντί ο πλουτισμός να του δίνει χαρά – ως ευκαιρία, είπαμε, προσφοράς χαράς σε άλλους – του προσθέτει θλίψη και στενοχώρια. Αλλά πάντοτε αυτό είναι το τίμημα του επιλέγοντος τον εγωιστικό, δηλαδή τον αμαρτωλό, τρόπο ζωής. Το σημειώνει ο απόστολος Παύλος: «θλίψις και στενοχωρία παντί τω εργαζομένω το κακόν». Ο άφρων πλούσιος, δηλαδή, ήδη από τη ζωή αυτή ζούσε με στοιχεία κόλασης. Η πορεία του ήταν προδιαγεγραμμένη, εφόσον δεν έδειχνε σημεία μετάνοιας. Κι επιπλέον: το άγχος του για το «έχει» του, σαν να του «έκλεβε» και το μυαλό του: τον έκανε να αδυνατεί να σκεφτεί το αυτονόητο, ότι δηλαδή τα γεννήματά του, κλεισμένα σε αποθήκες, θα σάπιζαν. Συνήθως ο εγωιστής άνθρωπος χάνει και την όποια «εξυπνάδα» του.

(δ) Η αφροσύνη του όμως έγκειται και στην ψευδαίσθηση της αληθινής ζωής. Ο πλούσιος δεν ελάμβανε υπόψη του το πιο βέβαιο γεγονός της ζωής: την ύπαρξη του θανάτου. Ο προβληματισμός του, βλέπουμε, κινείται σε επίπεδο σχεδόν «αιωνιότητας» γι’ αυτόν της παρούσας ζωής. «Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά, κείμενα εις έτη πολλά». Πράγματι, θα μπορούσαμε να πούμε ότι κυριολεκτικά «πετάει στα σύννεφα». Το φαντασιακό επίπεδο είναι ο χώρος της ζωής του. Γι’ αυτό και η «προσγείωση» έρχεται τόσο απότομα και «ανώμαλα» γι’ αυτόν.

4. Τα κύρια αυτά στοιχεία της αφροσύνης του πλουσίου που οδηγούν σ’ ένα τέλος τραγικό – όχι μόνον έρχεται ο θάνατος, αλλά έρχεται με μία συνοδεία «δυνάμεων» ξένων προς τον Θεό: «την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου», άρα δείχνουν και την αιώνια συνέχεια εκτός Θεού – μας οδηγούν εκ του αντιθέτου στην επισήμανση των στοιχείων που επαινούνται από τον Θεό και μπορούν να χαρακτηριστούν ως εμφροσύνη και σωφροσύνη. Πρόκειται για τον «πλουτισμόν κατά Θεόν», που λέει ο Κύριος στην κατακλείδα της παραβολής, ο οποίος κάνει τον άνθρωπο που τον έχει να βρίσκεται με τον Θεό και να χαίρεται αενάως τη χαρά της παρουσίας Του. Πώς λοιπόν πρέπει να ζει ο άνθρωπος, ώστε στο τέλος του να ακούσει με χαρά ότι ευαρέστησε τον Θεό; Μα, ασφαλώς, πρώτον, να στέκεται καλά έναντι του συνανθρώπου του, δηλαδή με ανιδιοτελή αγάπη και ειλικρινές ενδιαφέρον, έστω κι αν τούτο μπορεί να σημαίνει και θυσία γι’ αυτόν. Το παράδειγμα του καλού Σαμαρείτη της ομώνυμης παραβολής εν προκειμένω συνιστά καθοδηγητικό στοιχείο επ’ αυτού. Δεύτερον, να πιστεύει και να αγαπά τον Θεό. Για τον σώφρονα άνθρωπο, ο Θεός δεν είναι αμελητέα ή ανύπαρκτη κατάσταση, αλλά το κέντρο της ζωής του. Προτεραιότητά του συνεπώς είναι το πώς θα θεμελιώνει αδιάκοπα τη ζωή του, τις σκέψεις του, τα λόγια του, τη συμπεριφορά του, στο θέλημα Εκείνου. Με αποτέλεσμα να νιώθει ως το παιδί στην αγκαλιά του Πατέρα του. Ο σώφρων άνθρωπος, έτσι, τρίτον, δεν ζει με άγχη και ανασφάλειες, αλλά η πάντα νουν υπερέχουσα ειρήνη του Χριστού βραβεύει τον νου και την καρδιά του. Και βεβαίως, τέλος, ο σώφρων, στον οποίο ευαρεστείται ο Θεός, έχει συναίσθηση της προσωρινότητας και της φθαρτότητάς του. «Καθ’ ημέραν αποθνήσκει», όπως λέει και ο απόστολος, με την έννοια ότι δεν τρέμει τον θάνατο, αλλά τον προσδοκά με χαρά, γνωρίζοντας ότι ο ίδιος ο Θεός θα παραλάβει την ψυχή του και όχι κάποιοι που το μόνο που επιζητούν είναι η δυστυχία του.

γ. Τι άραγε επιθυμούμε να ακούσουμε και εμείς στο τέλος της ζωής μας ως κριτική γι’ αυτήν από τον Θεό; «Άφρων» ή «σώφρων και έμφρων;» Το ερώτημα μεταφράζεται: θησαυρίζουμε για τον εαυτό μας ή πλουτίζουμε κατά Θεόν; Κι είναι τούτο η καθημερινή και αδιάκοπη πρόκληση επιλογής μας σε κάθε κίνηση της ύπαρξής μας. Στη μία περίπτωση, το κέντρο βάρους είναι ο κόσμος με τη φθαρτότητά του και τη διαρκή ταραχή του, υπό την κυριαρχία του διαβόλου, του άρχοντος του κόσμου τούτου. Στην άλλη, το κέντρο βάρους είναι ο Θεός και το άγιο θέλημά Του, με όλες τις χαρές και τη δόξα που συνοδεύουν την παρουσία Του. Ο Χριστιανός βεβαίως δεν προβληματίζεται: επιλέγει πάντοτε το θέλημα του Θεού. Επιλέγει δηλαδή όχι μόνον το αιώνιο, αλλά και του κόσμου τούτου αληθινό συμφέρον του.

Πηγή: Συνοδοιπορία | φωτογραφία: Captured Writer

Ο Άγνωστος Πλούτος (που δεν συσσωρεύουμε) Δεκέμβριος 16, 2014

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

πατρολογία θεολογία θησαυρός

Οι άνθρωποι όταν ακούμε την λέξη «πλούτος», ο νους μας πηγαίνει στα υλικά αγαθά, στο χρήμα. Η ζωή της πίστης μας όμως μας δείχνει ότι ο πλούτος δεν μπορεί να περιοριστεί στην ύλη. Υπάρχει ένας αλλιώτικος πλούτος, ο οποίος πηγάζει από τον Θεό, προσφέρεται στον άνθρωπο αφειδώλευτα και οδηγεί στην ανάγκη ο άνθρωπος να ανταποδώσει τη δωρεά ως αντίδωρο αγάπης στον δοτήρα Κύριο. Πρόκειται για τον πλούτο της χάριτος του Θεού, ο οποίος μας δίδεται «εν Χριστώ Ιησού» και ο οποίος έχει διάρκεια αιωνιότητας, κρατά δηλαδή για πάντα την αξία του και γίνεται πλούτος αιωνιότητας για τον καθέναν ο οποίος τον κατέχει.

Ο πλούτος αυτός είναι «υπερβάλλων». Έχει πληρότητα και η ποσότητά του δεν είναι περιορισμένη. Ενώ τα υλικά αγαθά αριθμούνται, αποτιμάται η αξία τους σε χρηματικές μονάδες, η χάρις του Θεού δεν έχει μέτρο και όριο. Όποιος την έχει, την γεύεται χωρίς περιορισμό. Ταυτόχρονα, ενώ τα υλικά αγαθά δίνουν χαρές στον άνθρωπο, τον βοηθούν να απολαμβάνει τη ζωή του, ενίοτε τον ρίχνουν και σε πολλούς και μεγάλους πειρασμούς, η χάρις του Θεού δίνει σε όποιον τη γεύεται την αληθινή πληρότητα. Τον οδηγεί όχι στο να απολαμβάνει με την έννοια της ηδονής αυτή τη ζωή, αλλά να χαίρεται που βιώνει την αγάπη του Θεού προσωπικά, την χάρη και την ελπίδα που η πίστη δίδει και να βιώνει τον σκοπό της ζωής που προέρχεται από την κοινωνία με το Θεό. Αυτή η πληρότητα δίδει ομορφιά στην καρδιά του ανθρώπου. Τον καθιστά χαρούμενο στο πρόσωπο. Τον απαλλάσσει από την κακία και την εκδικητικότητα. Τον κάνει να βλέπει στο πρόσωπο του αδελφού του τον Θεό. Την ίδια στιγμή τον κάνει να προσπαθεί για το καλό του αδελφού του, ακόμη κι αν αυτό δεν μπορεί να αποτιμηθεί με ενέργειες του θελήματός του, ακόμη κι αν αυτό περιορίζεται μόνο στην προσευχή και στην εναπόθεση στο Θεό της μέριμνας για τον πλησίον, διότι εκείνος δεν μπορεί να δεχθεί κάτι άλλο.

Ο πλούτος αυτός φανερώνεται «εν τοις αιώσι τοις επερχομένοις». Έχει διάρκεια. Δεν κληροδοτείται όπως τα υλικά πλούτη από γονείς σε παιδιά, αλλά αποκτιέται από τον καθέναν προσωπικά, εφόσον τον ζητήσει και αγωνιστεί γι’ αυτόν. Αυτό συνεπάγεται ότι είναι ένας πλούτος ανά πάσα στιγμή διαθέσιμος. Αρκεί όποιος τον επιθυμεί να κάνει το βήμα προς αυτόν. Να απαλλαγεί από την κυριαρχία του σαρκικού φρονήματος. Να εμπιστευθεί το Θεό, στις χαρές και τις λύπες. Να αγωνιστεί δια της ασκητικής οδού, της νηστείας, της προσευχή, της μετανοίας, να έχει καθαρή καρδιά. Και ο καθένας ξεκινά όχι απλώς για να μιμηθεί τον πλούτο της χάριτος που έχει ο άλλος ή να επαναπαυθεί σε όσους τον κατέχουν ήδη, αλλά για να χτίσει τη δική του υποδομή, ώστε ο πλούτος αυτός να εγκατασταθεί δια παντός εντός του.

Στους περισσότερους ανθρώπους ο πλούτος αυτός είναι άγνωστος. Συνήθως θεωρούμε τη σχέση μας με το Θεό ως κάτι παραδοσιακό, γιορτινό, χρήσιμο στις δυσκολίες. Ενίοτε βλέπουμε αυτή τη σχέση και ως κάτι το μαγικό, κάτι που αφ’ εαυτού του δίνει δύναμη όταν τη χρειαζόμαστε, χωρίς να είναι ανάγκη το υπόλοιπο διάστημα της ζωής μας να αλλάξουμε πορεία ή να προσπαθήσουμε να τον κατακτήσουμε. Άλλοτε μεταβάλλεται σε αξιομισθία, σε περίσσευμα αγαθών έργων εκείνων που τον είχαν ή τον έχουν και που καλούνται να δώσουν και σε μας, χωρίς να συναισθανόμαστε ότι πρωτίστως η ευθύνη έγκειται στο να τον ζητήσουμε και να τον λάβουμε εμείς από το Θεό όχι απλώς ως ευλογία για τον κόπο μας, αλλά ως νόημα ζωής. Άλλοτε πάλι προσπερνιέται με το πρόσχημα της ταπεινώσεως. Δεν είμαστε ικανοί να τον έχουμε ή να τον διαχειριστούμε. Έτσι, τον αφήνουμε σε άλλους κι εμείς ζητούμε να συνεχίσουμε μία ζωή χωρίς αυτόν.

Η χάρις του Θεού όμως είναι η ζωοποιός ενέργειά Του η οποία ενεργοποιεί τις δυνάμεις της ύπαρξής μας σε μια πορεία κοινωνίας, φωτός και ελπίδας. Αυτή είναι και η οδός της αγιότητας. Ο άγιος, μέσα στην ταπεινοσύνη του, εκζητεί την χάρη και το έλεος του Θεού. Και ο Κύριος δίδει. Τότε η χάρις αποτυπώνεται στο πρόσωπο του Αγίου. Στην παρρησία με την οποία προσεύχεται στο Θεό για όσους μπορεί. Στην ιλαρότητα της καρδιάς με την οποία ακούει όσους δυσκολεύονται, προσφέρει και αγαπά. Αλλά και στην βαθιά πεποίθηση εντός του ότι «ζει Κύριος ο Θεός» και ότι τον αγαπά προσωπικά, όπως και τον κάθε άνθρωπο.

Και τότε η χάρις του Θεού προσθέτει στον ανθρώπινο κόπο. Δίδει περισσότερη διάθεση για προσευχή. Δίδει δύναμη ώστε να είναι περισσότερος ο χρόνος προσφοράς στους άλλους. Δίδει την καλλιέργεια όλων των χαρισμάτων, ώστε τα πάντα να αντιπροσφέρονται ως αντίδωρο αγάπης προς τον Θεό, δια του πλησίον. Στις δοκιμασίες φαίνεται η περίσσεια της ψυχής του δοκιμαζόμενου, καθώς δεν καθιστά κέντρο της ενασχόλησής του τον εαυτό του, αλλά την προσευχή και την παρηγοριά στους άλλους που χειμάζονται με το δικό τους τρόπο. Ο γενναίος γίνεται γενναιότερος. Ακόμη κι αυτός που αισθάνεται την ασθένειά του, του προστίθεται δύναμη. Είναι μία μυστική κοινωνία με το Θεό, που κάνει τον άνθρωπο να βλέπει τις λεπτομέρειες της ψυχής του. Τις ρίζες των παθών του. Να κατανοεί το λίγο που μπορεί σε σχέση με το Θεό και τον συνάνθρωπο. Και να αγιάζεται για να μπορεί να αγιάσει.

Είναι αλλιώτικος αυτός ο πλούτος, όπως τον περιγράφει ο απόστολος Παύλος στους Εφεσίους: «χάριτι εστέ σεσωσμένοι . και συνήγειρε και συνεκάθισεν εν τοις επουρανίοις εν Χριστώ Ιησού, ίνα ενδείξηται εν τοις αιώσι τοις επερχομένοις τον υπερβάλλοντα πλούτον της χάριτος αυτού εν χρηστότητι εφ’ ημάς εν Χριστώ Ιησού» (Εφεσ. 2, 6-7). Αγωνιζόμαστε οι άνθρωποι να αποκτήσουμε αγαθά για να τα κληροδοτήσουμε στους μετά από εμάς, χωρίς να διαβλέπουμε ότι η αληθινή ομορφιά βρίσκεται στον πλούτο που ο Θεός προσφέρει δια της χάριτός Του σε όσους Τον εμπιστεύονται και γνωρίζουν ότι μόνο κοντά Του και στη ζωή της Εκκλησίας βρίσκεται η αλήθεια της ζωής. Αυτή την χάρη, αυτό το κάλλος ας προσπαθούμε εν τη Εκκλησία και εν τη πίστη να το γευτούμε και να το κληροδοτήσουμε με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος και μέσα από την πίστη στον Κύριό μας. Και ας βοά ο κόσμος μόνο για τις υλικές ανάγκες. Με την πίστη και αυτές θα καλυφτούν. Αλλά και αυτό να γίνει, δεν είναι ό,τι θα δώσουμε στους επερχόμενους. Γιατί δεν θα κρατήσει μπροστά στη φθορά και τον θάνατο. Μόνο η χάρις είναι τελικά το νόημα.

Πηγή: Συνοδοιπορία

Άφρων Χριστιανός: Ατομισμός, Υλικά Αγαθά και Φιλαυτία Νοέμβριος 24, 2014

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία, Ομιλίες / Ηχογραφήσεις, Ομιλίες / Ηχογραφήσεις , add a comment

mindless-rich-graffiti

Πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία του Αρχιμανδρίτη π. Μαξίμου Κυρίτση, ηγουμένου Ιεράς Μονής Αγίου Διονυσίου Ολύμπου, στο Αρχονταρίκι για την Παραβολή του Άφρωνου Πλουσίου (Ευαγγέλιο Κυριακής Θ’ Λουκά).

π. Μάξιμος Κυρίτσης Άφρων Πλούσιος

Πηγή: Ορθόδοξα Ακούσματα (Ι.Μ. Ζωοδόχου Πηγής Βαρείας Μυτιλήνης) | φωτογραφία: flickr

Μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος: Τι ποιήσας ζωήν αιώνιον κληρονομήσω; Δεκέμβριος 12, 2012

Posted by Παναγιώτα in : Βίντεο, Γενικά, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment YouTube Preview Image

Πηγή: www.synodoiporia.blogspot.gr