jump to navigation

Ἐλπιζα καὶ πάλι ἐλπίζω Φεβρουάριος 22, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Βίντεο , add a comment

Ήχος πλ. α´, Χισάρ Πουσσελίκ

Ἔλπιζα καὶ πάλι ἐλπίζω, μὲ ἐλπίδα σταθερὰ
ἐπειδὴ καὶ ἡ καρδιά μου ἦτον πάντα καθαρά.

Νὰ προσμένῃς πρέπει τέλος κι ὄχι νὰ ἀπελπισθῇς,
καύχημα διὰ νὰ σ᾿ ἔχω, τῆς δικῆς μου τῆς ζωῆς.

Ο Δρόσος Κουτσοκώστας του μουσικού σχήματος “Εν Χορδαίς” τραγουδά το «’Ελπιζα και πάλι ελπίζω» από την “Ευτέρπη» του Χουρμουζίου Χαρτοφύλακος.

Τό ἄσμα «Ἐλπιζα καὶ πάλι ἐλπίζω» του Γρηγορίου Πρωτοψάλτου είναι καταγεγραμμένο στο κώδικα Δοχειαρίου 322 και έχει συμπεριληφθεί στη μουσική συλλογή του Θεοδώρου Φωκαέα «Πανδώρα». Δισκογραφικά έχει εκδοθεί από τον καθηγητή Γρηγόρη Στάθη με τη χορωδία του Θρ. Στανίτσα στο Άλμπουμ για τον Γρηγόριο Πρωτοψάλτη.

Πηγή: Σημεία Καιρών

Εὐχαριστίες στήν Ἰωάννα Ι.

Τα μάτια σου ο Βόσπορος (Βασιλική) Σεπτέμβριος 7, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Βίντεο , add a comment

Απολαύστε την εξαιρετική μουσική που ντύνει ιδανικά τους θαυμάσιους στίχους στο τραγούδι εισαγωγής της τηλεοπτικής σειράς ‘Βασιλική‘ του κυπριακού σταθμού Σίγμα την οποία παρουσιάσαμε πρόσφατα.

Τα μάτια σου ο Βόσπορος,
τα χείλη σου η Πόλη
δως μου τ’ αθάνατο νερό,
να πιώ να μην πεθάνω
να σ’ αγαπώ παντοτινά,
ποτέ να μην σε χάσω.

Χιλιάδες άστρα θα ‘ναι γύρω σου,
μ’ αυτά θα ντύσω τα όνειρά σου
Να ναι γλυκός αγάπη μου ο ύπνος σου,
και το νανούρισμα σου.

Ήρθες γλυκά σαν προσευχή,
σαν επιτάφιου πνοή
σαν αρχαγγέλου προσταγή,
και μου πες έλα.

Επίστεψα και βάδισα,
στα κύματα περπάτησα
σώμα ψυχή παράδωσα
και σου ‘πα γέλα.

Χιλιάδες άστρα…

Σαν ταπεινό προσκυνητή
της Πόλης να μ’ αφήσεις
δώς μου μια νύχτα μοναχά,
για να με περπατήσεις
στα μονοπάτια της ψυχής,
να μ’ εξομολογήσεις.

Χιλιάδες άστρα…

Μουσική: Ανδρέας Γεωργαλλής
Στίχοι: Γιώργος Τσιάκκας
Ερμηνεία: Νιόβη Χαραλάμπους

Προφητεία για την Αγία Σοφιά Μάιος 28, 2014

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ελληνισμός / Ρωμιοσύνη , add a comment

Εικονογράφηση αγνώστου καλλιτέχνη προφητείας για την Αγία Σοφιά στην Κωνσταντινούπολη.

Ευχαριστίες στον Αλεξέι Κ.

Πηγή: Ήγγικεν

Ωζ – Άγγελος Σεντάτ, ένας Ορθόδοξος Τούρκος Ιούνιος 20, 2013

Posted by Παναγιώτα in : Βίντεο, Γενικά, Ορθοδοξία / Εκκλησία, Προσωπικά / Σκέψεις , 1 comment so far

Ο Άγγελος γνώρισε την Ορθοδοξία από τους Ρωμιούς γείτονές του στην Πόλη. Ελκύστηκε από αυτή και βαπτίστηκε. Στο βίντεο αφηγείται την ιστορία του καθώς και σκέψεις του για το τι σημαίνει να είσαι Ορθόδοξος.

YouTube Preview Image

Πηγή: Orthodox Christian TV

Τό Πάσχα τοῦ Ἰσαάκ Μάιος 15, 2013

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ελληνισμός / Ρωμιοσύνη, Ορθοδοξία / Εκκλησία , 2Σχόλια

Χέρι με κεράκι

Ἐκείνη τήν ἱστορία, πού θύμιζε ζωντανό συναξάρι νεομάρτυρος, μοῦ τήν ἔλεγε ἡ γιαγιά μου καί ἔχει χαραχθεῖ βαθιά μέσα στή μνήμη μου. Ὁ πατέρας της ἦταν παπάς σ’ ἕνα ἀπό τά χωριά τοῦ ἄνω Βοσπόρου, πού σήμερα ἔχει τήν ὀνομασία «Μπέηκοζ». Ὁ πατήρ Ἀντώνιος, ἔτσι ἔλεγαν τόν παπά, εἶχε πολλά παιδιά, ἀνάμεσά τους καί τό Χριστόδουλο. Ὁ Χριστόδουλος ἦταν 10 ἐτῶν ὅταν ἔγιναν ἐκεῖνα τά τρομερά γεγονότα. Μιά Μεγάλη Παρασκευή οἱ ἑβραῖοι ἔκλεψαν τό παιδί καί τό πῆραν μαζί τους. Τήν ἴδια κιόλας μέρα τό κάρφωσαν, τό παιδί, σ’ ἕνα σταυρό, ὅπως τό Χριστό. Κάποιοι περαστικοί βρῆκαν, τήν ἄλλη μέρα, τό Χριστόδουλο ἀναίσθητο στό δρόμο. Μετά ἀπό λίγες μέρες, μέσα στήν ἀναστάσιμη ἀτμόσφαιρα, πέθανε. Αὐτή ἡ διήγηση ἦταν ἀληθινή πέρα γιά πέρα. Ὅταν πλησίαζε τό Πάσχα, παρόμοιες διηγήσεις καί θύμησες ἀνασκάλευαν τό νοῦ μας καί μπαίναμε σέ ἕνα πολεμικό κλίμα μέ τούς ἑβραίους. Ἀποκορύφωμα τοῦ κλίματος αὐτοῦ ἦταν καί τό κάψιμο τοῦ ἑβραίου πού γινόταν Μεγάλη Παρασκευή τό βράδυ, μετά τήν περιφορά τοῦ ἐπιταφίου.

Στή γειτονιά μας, ἐκεῖ στό Σταυροδρόμι, ἔμεναν πολλοί ἑβραῖοι. Κατά τή διάρκεια ὅλης τῆς χρονιᾶς εἴχαμε στίς παρέες μας ἑβραιόπουλα. Μᾶς ἕνωνε ἡ ἀντίθεσή μας μέ τά τουρκάκια. Αὐτές ὅμως τίς ἡμέρες ὅλα ἄλλαζαν. Δέν μποροῦσαν οἱ ἑβραῖοι νά παίζουν τά «χριστιανικά» μας παιχνίδια. Ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα μᾶς προσέφερε μιά καταπληκτική εὐκαιρία γιά παιχνίδια πού ἄρχιζαν ἀπό τό ἱερό τοῦ Ναοῦ τῆς Παναγίας καί συνεχίζονταν στόν αὐλόγυρο καί στά περίχωρα.

Ὁ Ἰσαάκ ἔμενε σέ ἕνα γωνιακό σπίτι στή μεγάλη κατηφόρα, στό Χαμάλμπαση, λίγα μέτρα ἀπό τό σπίτι μας. Ἦταν ἀπό ΄κεῖνα τά ἑβραιόπουλα πού ἦταν καλοί μας φίλοι. Δέν ὑπῆρχε ζαβολιά στήν ὁποία νά μήν μετεῖχε. Τό κοφτερό του, μάλιστα, μυαλό ἀπεδείχθη σπουδαῖο σέ δύσκολες στιγμές. Θυμᾶμαι, μιά φορά, πού ἦρθε μιά γειτόνισσα νά διαμαρτυρηθεῖ, ἐπειδή χτυπούσαμε τά κουδούνια στίς πόρτες τῶν σπιτιῶν καί φεύγαμε τρέχοντας. Ὁ Ἰσαάκ, τότε, μέ πολύ σοβαρό ὕφος, εἶπε:

– Γιά τό καλό σας τό κάναμε ἐμεῖς. Πρόκειται νά βρέξει καί σᾶς εἰδοποιήσαμε νά μαζέψετε τά ροῦχα πού εἴχατε ἁπλώσει στήν ταράτσα νά στεγνώσουν.

– Ποῦ εἶδες μπρέ παλιόπαιδο τή βροχή; Φώναξε ἡ κυρά Κατίνα ἡ Μπαλοῦ.

– Τό εἶπε τό δελτίο καιροῦ στό ραδιόφωνο, ἀπάντησε ὁ Ἰσαάκ.

Ὁ Ἰσαάκ, λοιπόν, μέ τό κοφτερό μυαλό, πού τόσες φορές μᾶς ἔβγαλε ἀπό δύσκολες καταστάσεις, αὐτή τή φορά γινόταν «ἀποσυνάγωγος». Ἦταν ἑβραῖος. Δέν μποροῦσε τώρα νά εἶναι μαζί μας. Αὐτός, αὐτή τήν Ἑβδομάδα τή Μεγάλη, δέν μποροῦσε νά παίξει. Ἐμεῖς τό βλέπαμε φυσικό. Ὁ Ἰσαάκ ἔπρεπε νά τιμωρηθεῖ ἐπειδή οἱ ἑβραῖοι εἶχαν σταυρώσει τό Χριστό.

Ἦταν Μεγάλη Παρασκευή. Ἡμέρα τοῦ μεγάλου παιχνιδιοῦ. Ἡ ἐκκλησία ἔμενε ἀνοιχτή ὅλη τή μέρα. Κόβαμε λουλούδια, ραντίζαμε τόν κόσμο μέ κολώνια, κρατούσαμε τήν τάξη στό ναό, κάναμε στόν αὐλόγυρο τῆς ἐκκλησίας τήν περιφορά τοῦ ἐπιταφίου κι ἕνα σωρό ἄλλα πράγματα πού μᾶς ἐνθουσίαζαν.

Κατά τή διάρκεια τῆς ἀκολουθίας τῶν Μεγάλων Ὡρῶν ἦρθε μέσα στό ἱερό, ὅπου ἤμαστε μαζεμένοι, ἡ εἴδηση: Ὁ Ἰσαάκ φάνηκε στόν αὐλόγυρο. Ὁ Ἰσαάκ στόν αὐλόγυρο; Αὐτό ἦταν ἀπαράδεκτο. Τέτοια μέρα;

-Ἦρθε σίγουρα γιά νά μᾶς βεβηλώσει, εἶπε ὁ Σούλης ὁ χερούκλας.

– Ναί, σίγουρα, φώναξαν ὅλοι οἱ ἄλλοι.

– Θά πρέπει νά μάθει πώς δέν μπορεῖ ἑβραῖος τέτοια μέρα νά γυρνάει μέ τό μέτωπο ψηλά σάν νά μή συμβαίνει τίποτε. Καί τό Χριστό σταύρωσαν καί ἀπό τό παιχνίδι θέλουν νά ἐπωφεληθοῦν, φώναξε ὁ Λάμπης ὁ Γό.

Ἔτσι τόν ἀποκαλοῦσαν γιατί τό γράμμα Ρ τό πρόφερε Γό.

Ὁ Σούλης ὁ χερούκλας ἔλαβε ἀμέσως τό λόγο, ἀφοῦ ἐθεωρεῖτο καί ὁ φυσικός ἀρχηγός τῶν παιδιῶν τοῦ ἱεροῦ. Στράφηκε σέ μένα λέγοντας:

– Ντῖνο, θά πᾶς νά τοῦ πεῖς πώς εἶναι ἀνεπιθύμητος. Ἐσύ τόν γνωρίζεις πιό καλά. Εἶναι καί γείτονάς σου.

– Ναί, εἶπα. Ἔδειχνα ὅμως διστακτικός.

– Φοβᾶσαι, ρέ; μοῦ εἶπε ὁ Σούλης καί συνέχισε:

– Ἑβραῖος εἶναι, τό κατάλαβες; Τήν ἑβδομάδα αὐτή δέν πρέπει νά τούς ἀφήσουμε σέ χλωρό κλαρί. Αὐτοί σταύρωσαν τό Χριστό. Θά τούς σταυρώσουμε κι ἐμεῖς.

– Ὁ Χριστός, ὅμως, δέ σταύρωσε αὐτούς πού τόν σταύρωσαν, τόλμησα νά πῶ.

– Τί λές ρέ; Τί λές ρέ; Τί εἶναι αὐτό πού ἄκουσαν τ΄ αὐτιά μου; Χρονιάρα μέρα μέ τούς ἑβραίους εἶσαι; Ἔ; λέγε.

– Ὄχι, τοῦ εἶπα.

– Ἄσε, λοιπόν, τά λόγια καί κάνε αὐτό πού λέω γιατί χάθηκες. Πάσχα δέ θά κάνεις ἐσύ. Καί στό παιχνίδι κομμένος.

– Καλά, τοῦ εἶπα φοβισμένος.

Βγῆκα ἔξω. Ὁ Ἰσαάκ πράγματι βρισκόταν ἔξω. Τόν πλησίασα ἀφοῦ πῆρα ὕφος αὐστηρό.

– Ἰσαάκ τί γυρεύεις ἐδῶ;

– Γιατί νά μήν εἶμαι; Ποιός μπορεῖ νά μ΄ ἐμποδίσει; Μετά, ἀφοῦ ἄλλαξε τόνο, μοῦ εἶπε ἐμπιστευτικά:

– Ντῖνο, τί ἔπαθες; Ποῦ εἶναι ἡ καρδιακή μας φιλία;

– Ὁ Χριστός μᾶς χωρίζει Ἰσαάκ. Ἐσεῖς οἱ ἑβραῖοι σταυρώσατε τό Χριστό, δέν μπορεῖτε νά πατᾶτε ἐδῶ τέτοια μέρα.

– Ὁ Χριστός σας, ὅμως, δέν ἔδιωξε κανένα ἀπό κοντά του.

– Ἰσαάκ, τώρα δέ γίνεται τίποτε. Μετά τό Πάσχα θά εἴμαστε καί πάλι φίλοι, εἶπα κι ἔφυγα τρέχοντας ἐπειδή δέν ἄντεχα τήν ἀναμέτρηση.

Ὅταν τελείωσε ἡ ἀκολουθία κι ἄρχισαν τά γνωστά παιχνίδια στόν αὐλόγυρο, ἔνιωθα μιά πλάκα νά πιέζει τό στῆθος μου. Σάν νά ἤμουν ἕνας ἀπό τούς σταυρωτές τοῦ Χριστοῦ. Εἶχα δίκαιο ἤ ἄδικο; Δέν μποροῦσα νά χαρῶ τή μέρα. Τότε βρῆκα τή λύση. Τή βρῆκα καθώς στεκόμουν ἀφηρημένος μπροστά στόν ἐπιτάφιο. Μπροστά στήν ἄκρα ταπείνωση. Ἔπρεπε νά κάνω κάτι. Αὐτός πού ἦταν μέσα στόν ἐπιτάφιο ἔκανε τόσο μεγάλη συγκατάβαση. Πῆρα τήν ἀπόφασή μου. Πῆγα στό σπίτι τοῦ Ἰσαάκ. Καθόταν στά σκαλοπάτια βλοσυρός. Μιά λάμψη διαπέρασε τή ματιά του, ἀλλά ἐξωτερικά δέν τό ἔδειξε.

– Ἰσαάκ, τοῦ εἶπα, συγγνώμη γιά τό πρωί. Ἐκπροσωποῦσα ξέρεις, μιά ὁμάδα παιδιῶν. Γνωρίζεις τή νοοτροπία. Σκέφθηκα ὅμως κάτι σπουδαῖο. Θά ποῦμε στά παιδιά πώς εἶσαι μέν ἑβραῖος, ἀλλά μέσα στήν καρδιά σου ἀγαπᾶς τό Χριστό καί λυπᾶσαι πού οἱ ἑβραῖοι τόν σταύρωσαν. Θά πεῖς πώς δέν μπορεῖς νά κάνεις ἀλλιῶς.

Ὁ Ἰσαάκ μέ παρατηροῦσε μέ προσοχή. Μέ ἕνα βλέμμα κοφτερό καί ἀντρίκιο.

– Ντῖνο, μοῦ εἶπε, οὔτε προφήτης νά ἤσουν, ἔτσι σκέπτομαι ἀλήθεια. Ἐγώ πῆρα μιά βαθιά ἀνάσα.

– Σέ περιμένω τό βράδυ στήν περιφορά τοῦ ἐπιταφίου. Τά παιδιά θά τά ἀναλάβω ἐγώ.

Τά παιδιά, ὅμως, δέν μέ πίστευαν μέ τίποτε. Προσπάθησα πολύ. Τίποτε. Ἦταν ἀμετάπειστοι.

– Μά, ὁ Χριστός συγχώρεσε τούς σταυρωτές του.

– Μή μιλᾶς, σταμάτα, ἄν δέ θέλεις ἀπόψε βράδυ, νά σέ κάψουμε μαζί μέ τόν ἑβραῖο, εἶπε ὁ Σούλης.

Τό βράδυ στήν περιφορά τοῦ ἐπιταφίου ψιχάλιζε. Συνήθως ψιχαλίζει στήν περιφορά τοῦ ἐπιταφίου. Ἐμεῖς ὅλοι, τά χριστιανόπουλα, περιφέραμε ἀγέρωχα τόν ἐπιτάφιο στό μεγάλο αὐλόγυρο τῆς Παναγίας.

Μέσα στόν κόσμο ξεχώρισα τόν Ἰσαάκ. Οἱ ματιές μας συναντήθηκαν. Δέν μπόρεσα νά διακρίνω ἄν ἦταν οἱ ψιχάλες ἤ τά δάκρυα πού ἔτρεχαν ἀπό τά μάτια τοῦ φίλου μου, τοῦ Ἰσαάκ. Κι ἄν ἔκλαιγε, ἔκλαιγε ἐπειδή δέν τόν δέχτηκαν τά παιδιά παρά τήν ὁμολογία του, ἤ ἐπειδή λυπόταν γιά τή σκληροκαρδία μας;

Μετά τήν περιφορά δέν γλύτωσα ἀπό τή σχετική καρπαζιά τοῦ Σούλη τοῦ χερούκλα.

– Σέ εἶδα βρέ, σέ εἶδα, ἄλλαξες φιλικές ματιές μέ τόν ἑβραῖο. Καί πρόσθεσε:

– Ἐσύ ἀπόψε ἑβραῖο δέν καῖς.

– Δέν πειράζει, εἶπα, θά πάρω πάνω μου τήν εὐθύνη γιά τόν Ἰσαάκ.

Ἀπό τό παράθυρο τοῦ σπιτιοῦ μου παρατηροῦσα τό ἄτυπο τελετουργικό.

Στό τέλος τῆς καύσεως, πέρασε ἕνας ἀπεσταλμένος τοῦ Σούλη, κάτω ἀπό τό παράθυρο, φωνάζοντας:

– Ἄκου Ντῖνο, ἐσύ Ἀνάσταση φέτος δέν θά κάνεις, οὔτε καί ὁ ἑβραῖος.

Ἡ κρίσιμη στιγμή ἦταν κατά τήν Ἀνάσταση. Στήν Πόλη πολλές χρονιές ἡ Ἀνάσταση δέν γινόταν τά μεσάνυχτα, ἀλλά στίς πέντε τό πρωί. Ἡ Ἀνάσταση εἶναι πάντοτε μιά κρίσιμη στιγμή. Τό συναπάντημα τοῦ Χριστοῦ μέ τόν Ἅδη. Ἡ ἥττα τοῦ Ἅδη. Ἡ ἀπελευθέρωση τῶν νεκρῶν.

Ὅλα αὐτά τά ζήσαμε ἐκεῖνο τό πρωί μέσα στή λειτουργία τῆς Ἀναστάσεως. Τά παιδιά εἶχαν φθάσει ἐκεῖ μέ τίς τσέπες γεμάτες ἀπό αὐγά καί βαρελότα. Τήν ὥρα τοῦ «Χριστός Ἀνέστη», στίς πέντε τό πρωί, θά γινόταν χαμός.

Αὐγά ἀνάμεικτα μέ βαρελότα θά ταξίδευαν πάνω ἀπό τά κεφάλια μας.

Εἶχα φθάσει φοβισμένος. Δέν τόλμησα νά μπῶ στό ἱερό. Τά παιδιά ἐξάλλου μέ παρατήρησαν λίγο περιφρονητικά. Στάθηκα πλάι στήν ἐξέδρα, ἐκεῖ πού θά γινόταν ἡ Ἀνάσταση. «Δεῦτε λάβετε Φῶς!»

«Χριστός Ἀνέστη».

Χαρά ἀνεκλάλητη. Ξέχασα τά πάντα. Χαιρόμουν πολύ. Δέν φοβόμουν τό Σούλη τό χερούκλα, οὔτε κανέναν. Χαιρόμουν ἀτελείωτα. Τά βαρελότα ἔδιναν τόνο πολεμικῆς ἀτμόσφαιρας. Κραυγές, πανδαιμόνιο χαρᾶς. Καί ἀνάμεσα στό θόρυβο ἄκουσα κάποιες κραυγές θυμωμένων ἀνθρώπων. Σά νά μάλωναν ἤ νά ἔδερναν κάποιον. Στράφηκα πρός τά ἐκεῖ μαζί μέ ὅλα τά παιδιά, πού ἦταν σέ ἀπόσταση βολῆς. Ναί, ἦταν πραγματικές κραυγές. Ὁ πατέρας τοῦ Ἰσαάκ εἶχε παρακολουθήσει τό γιό του πού ἔφυγε κρυφά ἀπό τό σπίτι. Τήν ὥρα τοῦ «Χριστός Ἀνέστη» ἄρχισε νά τόν χτυπάει ἀλύπητα. Πῶς τόλμησε ἕνας ἑβραῖος νά πεῖ: «Χριστός Ἀνέστη»;

Ντροπή, μεγάλη ντροπή, γιά τήν οἰκογένεια. Εἶδα τόν Ἰσαάκ νά ποδοπατεῖται ἀπό τόν πατέρα του μέ μίσος.

– Τί εἶπες; Τί εἶπες; Χριστός Ἀνέστη; Φώναζε ξέφρενα ἐκεῖνος.

Ὁ Ἰσαάκ ἦταν σέ ἄσχημη κατάσταση. Ἔτρεχε αἷμα ἀπό τό στόμα καί τή μύτη του. Τόλμησε νά πεῖ.

– Ναί, πατέρα, Χριστός Ἀνέστη. Γιατί ἐμεῖς οἱ ἑβραῖοι τόν σταυρώσαμε. Χριστός Ἀνέστη.

Κυλιόταν κάτω σάν μάρτυρας, χωρίς γογγυσμό, ψελλίζοντας.

– Χριστός Ἀνέστη…

Μᾶς θύμισε τό μαρτύριο τόσων καί τόσων πού φώναξαν αὐτό τό «Χριστός Ἀνέστη» στά ματωμένα χώματα τῆς Πόλης.

Μετά ἔμεινε ἀναίσθητος. Δέν τολμήσαμε νά πλησιάσουμε. Τά παιδιά εἶχαν παγώσει. Ὁ πατέρας τοῦ Ἰσαάκ τόν ἅρπαξε στά χέρια του. Ἤ μᾶλλον τόν ἔσερνε. Ἐμεῖς μείναμε ἄφωνοι. Ὁ Σούλης μέ κοίταξε. Τόν κοίταξα. Μέ φίλησε.

– Ἀληθῶς Ἀνέστη, εἶπε δακρυσμένος.

– Ναί, Ἀληθῶς Ἀνέστη.

Τόν Ἰσαάκ, μετά, τόν χάσαμε. Μάθαμε πώς ἔμεινε μῆνες στό κρεβάτι. Ἔφυγαν ἀπό τή γειτονιά.

Μετά ἀπό χρόνια, κάποιος μοῦ μίλησε γιά ἕναν ἱερομόναχο σέ μιά σκήτη τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πού παλιά ζοῦσε στήν Πόλη καί ἦταν ἑβραῖος. Καί μετά ἔγινε χριστιανός. Γιά ἕναν ἱερομόναχο πού ἦταν κυρτός ἀπό κάποιο ἀτύχημα. Ἦταν σιωπηλός πάντα καί ἔλεγε «Χριστός Ἀνέστη», σέ ὅσους τόν συναντοῦσαν.

Ἔτσι μοῦ εἶπαν καί τό πιστεύω, ναί, πώς εἶναι ὁ φίλος μου ὁ Ἰσαάκ.

Χριστός Ἀνέστη!


Πηγή: αὐτοτελές ἀπόσπασμα ἀπό το βιβλίο «Τό σταυροδρόμι τῆς καρδιᾶς μου», Σελίδα 9, ἐκδόσεις «Φιλοκαλία», Μάϊος 2002 στόν ἰστοχῶρο floga.gr

Πάχος ή πάθος ελευθερίας; Σεπτέμβριος 17, 2009

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ελληνισμός / Ρωμιοσύνη, Ιστορία, Ορθοδοξία / Εκκλησία, Πολιτική , 14Σχόλια

Αποσπάσματα ομιλίας του Σαράντου Καργάκου «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος — ο τελευταίος των Βυζαντινών, ο πρώτος των Ελλήνων» για την επέτειο της άλωσης της Πόλης το 1453 στις 29 Μαΐου 2009 στο Ιερό Κοινόβιο Όσιου Νικοδήμου.

[] μια ιστορική επέτειος είναι ήμερα νεκρών. Δεν είναι όμως ήμερα νεκρή.

[] οι Τούρκοι εδώ και αιώνες κρατούν το έδαφος της Πόλης αλλά εμείς κρατούμε το πνεύμα και την ψυχή της Πόλης… Η Πόλη, ως πνεύμα και ως ψυχή, δεν είναι εκεί, είναι εδώ. Από μας εξαρτάται, είπε, το αν κάποτε μεταφερθεί εκεί… Αν δηλαδή μέσα σε κάθε καινούργια γενιά φυτεύουμε έναν Μαρμαρωμένο Βασιλιά. Και κάποτε, κάποια γενιά, πιο άξια από εμάς, θα τον ξεμαρμαρώσει. Και θα συνεχιστεί το «χερουβικό» από το σημείο πού διακόπηκε. Και οι παπάδες της Αγιά-Σοφιάς θα υψώσουν πάλι τ’ Άγια…

[] χρειάζεται να ξεμαρμαρώσει μέσα στην ψυχή μας ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς του θρύλου και να γίνει ζώσα ελπίδα, ζώσα πραγματικότητα στην καθημερινή μας συμπεριφορά. Ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς εκφράζει την ιδέα του αδούλωτου, του απροσκύνητου και ανυπότακτου ανθρώπου.

[] η ηρωική στάση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου μπροστά στον θάνατο, η συνειδητή επιλογή ήταν πού τον έκανε να αναστηθεί αμέσως στην ψυχή του λάου, να γίνει θρύλος, τραγούδι και σύμβολο. Γιατί σ’ αυτόν ο λαός είδε τη θέληση για αντίσταση, τη διάθεση για θυσία… Γιατί έπεσε σαν Σπαρτιάτης: μαχόμενος. Μέσα του είχε κάτι από το φρόνημα του Λεωνίδα, κάτι από το φρόνημα των θερμοπυλομάχων… Μίλησε, έδρασε, πέθανε όπως ο ήρωας των Θερμοπυλών.

[] Ως δεσπότης του Μυστρά (1443 – 1449), λίγο προτού στεφθεί αυτοκράτορας της Βασιλεύουσας, ο Κωνσταντίνος οραματίσθηκε τον συνασπισμό των Βαλκανικών λαών για την από κοινού αντιμετώπιση και αναχαίτιση της τουρκικής επεκτατικής πολιτικής. Με αυτόν άρχισε η απελευθερωτική πορεία του Ελληνισμού, πού δυστυχώς δεν ολοκληρώθηκε, γιατί στο μεταξύ πεθαίνει ο αυτοκράτορας αδελφός του, Ιωάννης Η’, το 1448 και τον αναπληρώνει στο θρόνο της Βασιλεύουσας. Στέφεται στον Μυστρά. Είναι ο τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας… Φθάνει στην Πόλη και αρχίζει να οργανώνει την άμυνα της. Η στρατιωτική δύναμη της ήταν περιορισμένη και οι άνθρωποι διχασμένοι από τις θρησκευτικές έριδες και διαμάχες. Στο μεταξύ ανεβαίνει στον σουλτανικό θρόνο ο Μωάμεθ Β’. Ο Κωνσταντίνος αντιλαμβάνεται ότι έχει φθάσει η μεγάλη στιγμή της τελικής αναμετρήσεως. Όμως αγνόησε το θλιβερό παρόν, αδιαφόρησε για τον εαυτό του και ατένισε προς το ένδοξο παρελθόν. Έπρεπε να σταθεί αντάξιος των πιο ένδοξων προκατόχων του. Αυτό πού είχε, αυτό πού ήταν, δεν ήταν δικά τον, ανήκαν στο Γένος. Και το Γένος απαιτούσε θυσία, όχι παράδοση.

Ο Κωνσταντίνος δεν πολέμησε για να νικήσει, πολέμησε για να μην ηττηθεί η αξιοπρέπεια και η τιμή τον Γένους… Και έρχεται τελικά η ώρα της τελικής αναμετρήσεως… Η μάχη πάνω στα τείχη άρχισε. Μια μάχη άνιση. Ο Κωνσταντίνος, όπως ο (Αθανάσιος) Διάκος, πολεμούσε με σπασμένο σπαθί στην τελευταία φάση της μάχης. Κάποια στιγμή ένοιωσε ότι ήταν μόνος, ότι πολεμούσε μόνος. Οι γενναίοι είχαν πέσει. Πέφτει κι αυτός. Το πτώμα του ουδέποτε βρέθηκε. Ο λαός έθαψε τον Κωνσταντίνο στην ψυχή του. Και τον ανέστησε. Έτσι αναστήθηκε και το Γένος. Ο Κωνσταντίνος ξεμαρμαρώθηκε το 1821. Έγινε το πτηνό Φοίνικας, πού αναγεννάται οπό την τέφρα τον. Η αναγέννηση τον Κωνσταντίνου μέσα στη λαϊκή ψυχή δίνει σε κάθε κρίσιμη στιγμή νέα πνοή στο Γένος… Ο λαός ποτέ δεν πίστεψε στον θάνατο του… Όταν ένας άνθρωπος γίνεται με τη θυσία του Ιδέα και σύμβολο, ασφαλώς δεν πεθαίνει… Ζει και θα ζει, όσο το έθνος θα τον αναζητεί… Πολλοί ασφαλώς δεν θα ζήλευαν τη ζωή τον Κωνσταντίνου, θα ζήλευαν όμως τον θάνατο του. Και επειδή τον ζήλεψαν πάρα πολλοί άνθρωποι, κατόρθωσε το έθνος μας να αναστηθεί και να μεγαλουργήσει. Ο Κωνσταντίνος αυτό πού μας διδάσκει δεν είναι πώς να ζήσουμε, αλλά πώς να πεθαίνουμε. Ένας λαός πού φοβάται να πεθάνει, έχει αρχίσει ήδη να μυρίζει πτωμαΐνη. Και είναι πολλά τα κινούμενα πτώματα πού κινούνται ανάμεσα μας, πολλά τα φαντάσματα πού περπατούν πίσω από το πτώμα τους και κυριαρχούν στην άσαρκη ζωή μας. Όμως το ερώτημα που κάθε χρόνο θέτει αμείλικτο η 29η Μαΐου και η στάση του Κωνσταντίνου είναι: θα προχωρήσουμε στη ζωή χορτασμένοι και γονατισμένοι η απροσκύνητοι, έστω κι αν χάσουμε την κάλπικη ευημερία πού μας τρέφει, αλλά μας κάνει ότι έκανε τους συντρόφους του Οδυσσέα το μαγικό ραβδί της Κίρκης; Το ερώτημα λοιπόν είναι: αντίσταση ή υποταγή; Πάχος ή πάθος ελευθερίας;

[] Αν συνεχίσουμε να φοβόμαστε τους νεκρούς μας, πού μας διδάσκουν την όρθια στάση, φοβάμαι ότι στο μέλλον η επέτειος της Αλώσεως θα πάψει να γιορτάζεται… Η λήθη του ενδόξου παρελθόντος είναι έγκλημα πού δεν διαγράφεται. Νεκροί θα μας δικάσουν και οι αγέννητοι πού θά’ ρθουν, όπως λέει ο Παλαμάς… Διότι στους ανάξιους λαούς η ιστορική αμνησία δεν προσφέρει αμνηστία. Η λήθη του ένδοξου παρελθόντος είναι έγκλημα διαρκείας, γιατί παράγει και αναπαράγει την δουλοφροσύνη, τον γραικυλισμό και το ραγιαδισμό. Αλλ’ εμείς όμως, όπως λέει ο Παύλος, «επ’ ελευθερία εκλήθημεν». Αυτή είναι η μοίρα μας. Κι αν σήμερα, κάποια πράγματα φαίνονται σκοτεινά, αυτό δεν πρέπει να μας αποθαρρύνει. Ο Γέρος τον Μοριά (και εδώ μνημόνευσε την περίφημη συνομιλία του με τον Άγγλο πλοίαρχο Χάμιλτον. Η απροσκύνητη και ασυμβίβαστη στάση του Γέρου κατά τη διάρκεια του Αγώνα άφησε ενεό και εμβρόντητο τον ξένο…), πού έκλεισε μέσα στην ψυχή του τον Παλαιολόγο μας έχει πει: «η ώρα η πιο σκοτεινή της νυκτός είναι λίγο πριν ξημερώσει… Η αυγή έρχεται μετά το πιο βαθύ σκοτάδι». Άς έχουμε ελπίδα λοιπόν. Ο Πλάτων, η μεγαλύτερη πνευματική φυσιογνωμία του αρχαίου κόσμου, το είχε πει με τρόπο επιγραμματικό: «Ημείς λήξομεν δαίμονα, ου δαίμων λήξει ημάς»… Να αισιοδοξούμε; Ναι, με μια διαφορά. ‘Ότι αισιοδοξία σημαίνει πάλη. Για να αισιοδοξείς πρέπει να παλεύεις. Κι αυτή τη στιγμή φεύγω με μεγάλη αισιοδοξία, γιατί είδα το πάλεμα πού γίνεται σε μαρμαρένια αλώνια – σε τούτον τον τόπο -όπου αυτό το μεγαλειώδες κτίσμα είναι ένας καινούργιος τόπος που οι ρασοφόροι μας φυλάττουν Θερμοπύλες… Ο Κωνσταντίνος δεν απέθανε είναι εδώ!

πηγή: ζωηφόρος

Βυζαντινή Μουσική στην Αγία Σοφία Σεπτέμβριος 2, 2008

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Βίντεο, Ορθοδοξία / Εκκλησία , 11Σχόλια

Ερμηνεία ύμνων Βυζαντινής Μουσικής Μ. Παρασκευής στην Αγιά Σοφιά Κωνσταντινουπόλεως με τη βοήθεια της ψηφιακής τεχνολογίας. Ψάλλει ο Παναγιώτης Καβαρνός.

Εξέδυσάν με… 
YouTube Preview Image
Byzantine music in Hagia Sofia

Επί ξύλου βλέπουσα

YouTube Preview Image
Byzantine music concert in Agia Sophia 2

Εγκώμια (Η ζωή εν τάφω, Άξιον Εστί)

YouTube Preview Image

Για τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και την Κωνσταντινούπολη Μάιος 22, 2007

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Βίντεο, Ελληνισμός / Ρωμιοσύνη, Ιστορία, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment YouTube Preview Image YouTube Preview Image YouTube Preview Image