jump to navigation

Το Πέντε στην Εξέταση και ο Γέροντας Πορφύριος Δεκέμβριος 16, 2013

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Αταξινόμητα , add a comment

13th June 149/365 : The Calm before the Storm

Κοιτάζω και ξανακοιτάζω την εικόνα του Γέροντα Πορφυρίου- του Αγίου Πορφυρίου, όπως ακούω να τον λένε οι πιστοί ολόγυρά μου. Κοιτάζω την αγιογραφία του με το φωτοστέφανο και νοιώθω ανόητη. Θεέ μου πόσο ανόητη! Ήταν Άγιος λοιπόν εκείνος ο γέροντας που με υποδεχόταν χωρίς να μιλά όταν έμπαινα στο κελάκι του τρομαγμένη; Ήταν άγιος εκείνο το γλυκό, υπομονετικό γεροντάκι που σεβάστηκε πάντα την άρνησή μου να ακούω συμβουλές τύπου Κατηχητικού και δε μου έδωσε ποτέ καμιά τέτοια συμβουλή; Ήταν Άγιος λοιπόν! Κι εγώ νοιώθω ανόητη γιατί πάντα ήξερα ότι ήταν Άγιος, κι όμως τον φοβόμουν. Ένα παιδί ήμουν όταν τον γνώρισα, με όλα τα θέματα που έχει ένα παιδί που μπαίνει σε μια άγρια μαύρη εφηβεία. Ένα παιδί, μεγαλωμένο με χριστιανικές αρχές που όμως ήθελε να τις γκρεμίσει γιατί δεν του άρεσαν, δεν το ικανοποιούσαν, το καταπίεζαν. Τέτοιο παιδί ήμουν όταν γνώρισα το Γέροντα, γι’ αυτό και καταπιεζόμουν όταν έπρεπε να ακολουθήσω την οικογένειά μου που λαχταρούσε να τον επισκεφτεί. Εκείνα τα Κυριακάτικα μεσημέρια όταν έπρεπε να βγάλω τα αγαπημένα μου τζιν και να φορέσω τη φούστα για να πάω να του φιλήσω το χέρι με εξόργιζαν. Τη θυμάμαι αυτή την οργή που έσκαγε μέσα μου σιωπηλά – γιατί δεν τολμούσα να πω ότι δεν ήθελα να τον δω. Δεν τολμούσα γιατί μέσα μου ήξερα ότι ήταν Άγιος- πώς να αρνηθώ την ευχή ενός τέτοιου ανθρώπου; Κι από την άλλη τον φοβόμουν που ήταν Άγιος. Στην αρχή φοβόμουν γιατί ένοιωθα ότι ήξερε τις σκέψεις και τις πράξεις μου και έτρεμα μην τις αποκάλυπτε στη μαμά μου… Κι όταν κατάλαβα ότι δεν αποκάλυπτε τίποτα, πάλι τον φοβόμουν γιατί πίστευα ότι με έκρινε για όσα είχα κάνει, όσα είχα πει, για ότι ήμουν, ότι δε με ενέκρινε για φιλαράκι του – και γιατί να το έκανε άλλωστε; Είχε ήδη εγκρίνει για φιλαράκια του την αδερφή μου, τη μαμά μου, το μπαμπά μου. Σ’ εκείνους μιλούσε, τους καλωσόριζε, τους έδινε το σταυρό που κρατούσε στο χέρι να τον φιλήσουν. Σε μένα δεν το έκανε… δεν άπλωνε το χέρι να του το φιλήσω… πλησίαζα μόνη μου, τρομαγμένη, καταπιέζοντας τον εαυτό μου να το κάνω και πάντα έφευγα με τρόμο ότι δεν με είχε δεχτεί. Ώσπου ένα μεσημέρι Σαββάτου , η μαμά μου ζήτησε επιτακτικά να ετοιμαστώ για να πάμε στο Γέροντα. Ήθελα να της πω ότι δεν ήθελα να έρθω μα δεν τόλμησα. Κι έτσι φώναξα ότι ήθελα να έρθω με το παντελόνι. Η μαμά μου ήταν ανένδοτη κι έτσι μπήκα οργισμένη στο δωμάτιό μου και πίσω από την ασφάλεια της μοναξιάς μου τον έβρισα. Τον έβρισα τόσο, που μετά από τόσα χρόνια ακόμα ντρέπομαι για όσα είπα μονάχη στο δωμάτιό μου. Μετά, βγήκα φορώντας τη φούστα μου, μπήκα στο αυτοκίνητο, σιωπηλή και πάντα με την ίδια οργή μέσα μου. Όταν φτάσαμε στο κελάκι του, μπήκαμε όλοι μέσα – εγώ απλά τυπικά θα του φιλούσα το χέρι και θα έφευγα τρέχοντας έξω. Εκείνο το απόγευμα ήταν η πρώτη φορά που με χαιρέτησε με το όνομά μου. Έλα Μάρω μου είπε και μου άπλωσε το χέρι. Θεέ μου πόσο μου άρεσε που άκουσα τη φωνή του να με λέει όπως με φώναζαν οι φίλοι μου! Και πόση ανακούφιση αισθάνθηκα, με την υποδοχή του! Ασφαλώς για να με υποδεχτεί έτσι για πρώτη φορά, ενώ εγώ είχα ξεσπάσει εναντίον του στο δωμάτιό μου, μάλλον δεν ήταν Άγιος. Μάλλον δεν ήξερε τι είχα πει…

Κι εκεί που πήγα μια ανάσα ανακούφισης τον άκουσα να μου λέει στοργικά- πολύ στοργικά: Μάρω θα μπορούσες να βγεις λίγο έξω, για να μιλήσω στο μητέρα σου;

Καλύτερα να άνοιγε η γη να με καταπιεί εκείνη την ώρα! Ήμουν σίγουρη ότι, ως Άγιος, όχι μόνο είχε ακούσει όλα όσα είχα ψιθυρίσει, αλλά θα τα έλεγε όλα στη μαμά μου! Βγήκα με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή κι όση ώρα περίμενα απ έξω είχα ετοιμάσει στη σκέψη μου την άμυνά μου: είχα φορτώσει κι ήμουν έτοιμη για μάχη! Κι όμως καμιά μάχη δε συνέβη. Δεν ξέρω τι της είπε, ξέρω όμως ότι όταν βγήκε από το κελάκι η μαμά μου μού ζήτησε συγγνώμη χωρίς να μου εξηγήσει γιατί. Ξέρω ακόμα ότι δεν μου επέβαλε ποτέ ξανά να πάω μαζί τους στο Γέροντα. Μόνη μου πήγαινα, από ντροπή, γιατί δεν άντεχα στην ιδέα ότι δεν ήθελα να πάω, γιατί ζήλευα τη σχέση που είχε η αδερφή μου μαζί του κι ας μην τον πήγαινα! Ήθελα να τον αγαπάω κι ας μην τον αγαπούσα. Ήθελα να ένοιωθα την ευλογία του κι ας μην την ένοιωθα! Ήθελα να με θεωρήσει φιλαράκι του κι ας μην αισθανόμουν ότι ήταν δικός μου φίλος. Έπρεπε να βγω από το σκοτάδι της εφηβείας μου για να καταλάβω με ντροπή ότι εκείνος με είχε αποδεχτεί, έτσι όπως ήμουν. Κατάλαβα πως όταν δεν μου άπλωνε το χέρι να το φιλήσω, το έκανε όχι από αποδοκιμασία αλλά από αποδοχή. Στη μεταξύ μας σχέση εκείνος ήταν ο ειλικρινής κι εγώ η ψεύτικη. Εγώ πλησίαζα κι ας μην ήθελα, εκείνος όμως δεν άπλωνε το χέρι επειδή σεβόταν το φόβο και την αντίδρασή μου. Εγώ καταπίεζα τη Μάρω, ενώ εκείνος την αποδεχόταν κι έκανε αυτό που η Μάρω ήθελε… Ακόμα και την οργή μου εκείνος την ερμήνευε σαν προσευχή. Δε μου έκανε καμιά νύξη για το Χριστό, δε μου έδωσε καμιά συμβουλή, δε μου μίλησε για θαύματα για να με πείσει. Κι όμως ξέρω πια ότι αυτή η σιωπή ήταν η πιο τρανή απόδειξη ότι με είχε αποδεχτεί σα φιλαράκι του, έτσι όπως ήμουν. Ίσως γι’ αυτό ήταν ο μόνος που δεν αντέδρασε όταν πέρασα στη Θεολογία. Όλοι οι άλλοι, φίλοι συγγενείς θορυβήθηκαν: Η Μάρω στη Θεολογία? Ακόμα κι εγώ η ίδια δεν ήξερα γιατί είχα βάλει τη Θεολογία ως πρώτη επιλογή. Εκείνος όμως δεν είπε τίποτα. Ούτε με συνεχάρη, ούτε θριαμβολόγησε. Κράτησε την ίδια σιωπηλή, ξεκάθαρη στάση που επιθυμούσε η ψυχή μου. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι βλέποντας το αγρίμι μέσα μου, με ανέθεσε απευθείας στο Θεό κι αυτό είναι για μένα η μεγαλύτερη απόδειξη ότι με ένοιωθε φιλαράκι του…

Αυτή τη σχέση την παθιασμένη την είχα με το Γέροντα ως το τέλος. Εγώ δε μαλάκωσα ποτέ κι εκείνος δεχόταν πάντα την ορμή μου σαν δείγμα αγάπης. Τον ξαναπρόσβαλα το Γέροντα, άλλη μια φορά και πάλι πίσω από την πλάτη του – ως γνήσια θρασύδειλη! Πάλι Σάββατο ήταν κι εγώ ήμουν φοιτήτρια πια και είχα εξεταστική. Τη Δευτέρα έδινα μάθημα και στις 9 το βράδυ του Σαββάτου έμαθα ότι είχα διαβάσει λάθος ύλη. Πανικοβλήθηκα κι όταν η μαμά μου προσπαθώντας να με ηρεμήσει μου είπε «Βρε τι σκας? Αφού έχεις το Γέροντα!», εγώ έγινα ηφαίστειο που έσκασε: «Δε μας παρατάς με το Γέροντά σου! Τι να μου κάνει τωρα ο Γέροντας;» Εκείνη την ώρα χτύπησε το τηλέφωνο κι όταν άκουσα τη μαμά μου να λέει: Γέροντα!… ναι εδώ είναι η Μάρω. Δίπλα μου!» ήθελα να έχει το πάτωμα μια καταπακτή για να χωθώ μέσα! Σα βρεμένο γατί πήρα το ακουστικό και η φωνή μου που τόσο στεντόρια τον είχε αμφισβητήσει, τώρα είχε γίνει ψίθυρος. Την απορία του δε θα την ξεχάσω ποτέ: «Άραγε, ποια από τις δυο σας με επικαλέστηκε στ’ αλήθεια;» με ρώτησε, σα να ήθελε να με διαβεβαιώσει ότι εκείνος ως Άγιος δεν άκουγε λόγια του στόματος αλλά της ψυχής… «θα μπορούσες να έρθεις αύριο να διαβάσεις εδώ;» με ρώτησε με μια ευγένεια που όμοιά της δεν έχω συναντήσει. Είπα ναι, όλο ντροπή και χωρίς άλλα λόγια έκλεισε το τηλέφωνο. Το άλλο πρωί στις 7 ήμουν με τους γονείς μου στη Μαλακάσα. Ο Γέροντας είχε δώσει εντολή να ανοίξουν ένα γραφείο για να περιμένω- κι ας είχε λειτουργία στο Ναό. Εκείνος με αποδεχόταν όπως ήμουν… Όταν με δέχτηκε στο κελάκι, μετά τις 10, πάλι δεν είχε πολλά λόγια: «Αχ και να πίστευες λίγο! 10 θα έγραφες!» μου είπε απαλά κι άνοιξε το βιβλίο τέσσερις φορές. «δεν πειράζει όμως. Και το 5 καλό είναι!»

Από τα τέσσερα θέματα διάβασα τα δύο. Τα άλλα τα βρήκα ανούσια και χαζά! Έπεσαν και τα τέσσερα κι εγώ πήρα 5! Καλό ήταν! Καλό μου έκανε! Άλλωστε πάντα με το Γέροντα 5 έπαιρνα. Το παραπάνω δεν το αντέχω, ούτε το αξίζω και το ξέρω. Μου αρκεί όμως αυτό το 5… με κάνει να νοιώθω ότι τον έχω κοντά μου κι αυτό μου αρκεί. Όσο για το ότι είναι Άγιος; Το ξέρω μα δε το αντέχει το μυαλό μου… ο γέροντας ήταν άγιος πάντα , μόνο ένας Άγιος θα άντεχε κάποιαν σαν εμένα. Για μένα είναι Άγιος μα παραμένει ο Γέροντας, ο δικός μου Γέροντας, αυτός που χρησιμοποιεί την απιστία και τον εγωισμό και την αμφιβολία μου ως μέσα για να επικοινωνήσει μαζί μου. Είναι ο Γέροντας που δε με μάλωσε ποτέ, δε με κολάκεψε ποτέ, δε με εγκατέλειψε ποτέ μα μόνο με τα εντελώς απαραίτητα λόγια. Είναι ο Γέροντας που δε μου απαντά όταν απευθύνομαι σ’ αυτόν από υποκριτικό καθωσπρεπισμό και που με καλωσορίζει πάντα όταν του μιλάω απλά ως Μάρω…

Πηγή: Επτάλοφος

Γράμμα στον πιο ταπεινωμένο άγιο του σύγχρονου κόσμου (Μάρω Σιδέρη) Ιανουάριος 4, 2008

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία, Οικογένεια / Παιδί, Πολιτισμός , 9Σχόλια

Καλέ μου Αγιε Βασίλη,

Άγιος ΒασίλειοςΜη σε παραπλανά η ηλικία μου: στην πραγματικότητα παραμένω το ίδιο παιδί που σου έστελνε τα ανορθόγραφα γράμματα για να ζητήσει κάποιο παιχνίδι από το μαγικό σου εργαστήρι και να φιξάρει το ραντεβού σας κάθε Πρωτοχρονιά. Είμαι το ίδιο παιδί που πίστευε ότι υπάρχεις ό,τι κι αν έλεγαν οι «ψιλιασμένοι» συμμαθητές της: Στον δικό μου κόσμο υπάρχεις, όσο υπάρχουν άνθρωποι που έχουν την ανάγκη μιας αγκαλιάς, μιας ευγενικής χειρονομίας, ή ενός χαμόγελου. Υπάρχεις κι ας προσπαθούν οι μεγάλοι να σε απομυθοποιήσουν στα μάτια των παιδιών. Πιστεύω μάλιστα ότι όλη αυτή η κρίση «αλήθειας» δεν είναι παρά βουτιά στην απανθρωπιά και στο ψέμα του εδώ και του τώρα: Πράγματι, δεν υπάρχεις για τον άνθρωπο που ζει χωρίς φιλοσοφική διάθεση, που διακρίνει την προσφορά μόνο σ’ ένα καλοτυλιγμένο μεγάλο κουτί με κόκκινους φιόγκους και που δεν έχει διάθεση να δώσει παρά μόνο εκεί όπου φτάνει το χρέος ή – χειρότερα- το συμφέρον του. Δεν υπάρχεις για τον άνθρωπο που δεν κάνει όνειρα, που δεν έχει οράματα που ταΐζει το σώμα του μα αφήνει την ψυχή και το πνεύμα του ατάιστα και κακοποιημένα. Δεν υπάρχεις για τον κακομοίρη μεμψίμοιρο απαισιόδοξο και γκρινιάρη άνθρωπο του 21ου αιώνα, για εκείνον που δεν θέλει να δώσει στο συνάνθρωπό του, όχι ένα ποτήρι νερό, μα ούτε ένα χαμόγελο καλημέρας.

Νομίζω ότι καταλαβαίνεις καλύτερα από μένα το λόγο για τον οποίον διαψεύδεται η ύπαρξη σου στις μέρες μας: Ένας άγιος που δίνει, ένας άγιος που δεν κρατά για τον εαυτό του τίποτα, που μοιράστηκε την περιουσία του με τους συνανθρώπους του και που αφιερώνει τη νύχτα της πρωτοχρονιάς στο ρεβεγιόν της καρδιάς και της αγάπης, είναι επικίνδυνο σύμβολο σ’ έναν κόσμο αρπακτικών. Εάν πασχίζω όλο το χρόνο να εξαπατήσω το διπλανό μου για να πάρω τη θέση του στο ταμείο, στο πάρκιν ακόμα και στην εκκλησία (!) σε ποιον άγιο Βασίλη πιστεύω; Αν έχω διαρκώς παράπονα από τους ανθρώπους, γιατί δε μ’ αγαπούν, γιατί είναι αμαθείς, αστοιχείωτοι, μπανάλ, ηλίθιοι και βαρετοί, αν τους πλησιάζω μόνο όταν θέλω να ζητήσω κάτι και τσαντίζομαι και βρίζω Θεό και δαίμονες όταν δε μου δίνουν όσα τους ζητήσω, για ποιον Άγιο Βασίλη θα μιλήσω στο παιδί μου; Προφανώς για έναν Άγιο Βασίλη που δεν υπάρχει γιατί στ’ αλήθεια δεν υπάρχει τέτοιος Άγιος – προστάτης της αρπαγής και της ρεμούλας, της γκρίνιας, και της αλαζονικής κακομοιριάς.

Δεν ξέρω καλέ μου Άγιε Βασίλη αν υπάρχει άλλος Άγιος τόσο ταπεινωμένος, όσο εσύ, θυσιασμένος στο βωμό της Λουκούλιας υπερκατανάλωσης. Ο άνθρωπος που αγάπησε τη μόρφωση με όλο του το είναι, δε μοιράζεις πια βιβλία, ούτε γνώση στα μπουχτισμένα από παιχνίδια παιδιά , γιατί «το βιβλίο είναι φτηνό και βαρετό πρωτοχρονιάτικο δώρο». (Γουρλώνουν τα ματάκια τους από έκπληξη και δυσπιστία τα παιδιά όταν ακούνε ότι είσαι εσύ ο ίδιος Μέγας Βασίλειος , ο ένας από τους τρεις Ιεράρχες). Ο άνθρωπος της εγκράτειας και της προσφοράς εμφανίζεσαι πια σαν ευτραφές θύμα των γήινων εδεσμάτων, βουτηγμένος στη χοληστερίνη, γίνεσαι cartoon, πίνεις συγκεκριμένα αναψυκτικά και κρεμιέσαι από τα μπαλκόνια σα πρωτάρης διαρρήκτης .

Θα ήθελα να ζητήσω συγγνώμη για το βιασμό της υστεροφημίας σου, αλλά τώρα που το ξανασκέφτομαι, δε βιάζουμε τη δική σου υστεροφημία αλλά τη δική μας. Απλά το όνομά σου δανειστήκαμε, μα αφού δεν πιστεύουμε ότι υπάρχεις, αυτός ο χοντρούλης τύπος με την κόκκινη πρησμένη μύτη που εμφανίζεται κάθε Χριστούγεννα δεν είσαι εσύ, αλλά όλοι εμείς. Τις κοιλιές μας αγιοποιήσαμε, τα πάθη μας ντύσαμε με κόκκινη στολή κι αφήσαμε την αμάθεια και τη ρηχότητά μας να οδηγεί το έλκηθρο.

Γι’ αυτό δεν υπάρχεις Άγιε Βασίλη μου, γι΄ αυτό βιάζονται οι μεγάλοι να σε βγάλουν από τη ζωή και τα όνειρα των παιδιών τους: γιατί αν σε γνώριζαν οι αθώες παιδικές ψυχές, αν γνώριζαν το μεγαλείο και την ομορφιά σου, τη μόρφωση και την καλοσύνη σου, την εγκράτεια και τη σταθερότητά σου, θα έκριναν αυστηρότερα τους γονείς, τους παππούδες, τους δασκάλους, τους ιερείς, τους γείτονες, τον κόσμο των υπερφίαλων ενηλίκων και την υποκρισία τους. Επειδή λοιπόν καλέ μου, μια τέτοια κριτική θα ήταν επώδυνη για κάθε πληγωμένο εγωισμό, προτιμούμε να διδάσκουμε τα παιδιά μας ότι ο Άγιος δεν υπάρχει κι ότι τα δώρα τα φέρνουν οι γονείς, γιατί στο κάτω – κάτω δώρο για όλους μας είναι μόνο ό,τι έχει τιμή. Τα ανεκτίμητα οι φαύλοι δεν τα θεωρούν δώρα, αλλά σκουπίδια!

Για φέτος καλέ μου Άγιε Βασίλη, δε θα ζητήσω το ακριβό, αλλά το ανεκτίμητο , γιατί κουράστηκα να είναι φαύλη: Σου ζητώ λοιπόν φέτος, να πλησιάσεις στο κρεβατάκι κάθε νηπίου και να ψιθυρίσεις την αλήθεια σου στο αυτί του, πριν προλάβει η ενήλικη φαυλότητα να το αγγίξει. Αν το παρόν μοιάζει χαμένο, ψέλλισε τα ανεκτίμητα στην αθωότητα του μέλλοντος. Έτσι η Αγιότητά σου δε θα πάει χαμένη, ούτε οι επόμενες γενιές…

Με σεβασμό

Μάρω Σιδέρη