jump to navigation

Η Μάνα του Στρατιώτη Νοέμβριος 1, 2013

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ελληνισμός / Ρωμιοσύνη, Ιστορία, Κοινωνία , add a comment

Σύζυγος ἥρωα, μητέρα ἥρωα, στοργική νοσοκόμα στό πλευρό τοῦ τραυματία! Αὐτή ἦταν ἡ Καλλιόπη Λύκα, ἡ «Μάνα τοῦ Στρατιώτη», ὅπως ὀνομάσθηκε ἀπό τό Βασιλιά Γεώργιο Β΄. Μια ζωή ἀφοσιωμένη στό Ἱερό Καθῆκον!

Συμμετεῖχε ἐνεργά σέ ὅλους τούς Ἐθνικούς Ἀγῶνες καί προσέφερε ἀνεκτίμητες ὑπηρεσίες.

Ψηλή μέ ὡραῖο παράστημα, πάντα χαμογελαστή, μιλοῦσε μέ ἐνθουσιασμό για τήν Πατρίδα, ἀγαποῦσε ὅλο τόν κόσμο, ἀλλά ἰδιαίτερα τόν ἑλληνικό στρατό. Συ χνά ἔλεγε:«Ὅπου ὑπάρχει Στρατός εἶναι ἐλεύθερη ἡ Πατρίδα!».

Γεννήθηκε στίς 30 Ἰανουαρίου 1889 στήν Ἄρτα καί μεγάλωσε σέ οἰκογένεια πολύ εὔπορη, ἐξαιρετικά φιλάνθρωπη, μέ βαθιά χριστιανική πίστη καί ἀπέραντη ἀγάπη γιά τήν Πατρίδα.

Μπαρουτοκαπνισμένος, μέ τή μορφή τοῦ ὑπολοχαγοῦ Πεζικοῦ, ὁ σύζυγός της Δημήτριος Λύκας δέν ἔλειψε ἀπό καμία μάχη. Παντοῦ ἔδειχνε τήν ἀνδρεία του.Γέμισε παράσημα καί πολεμικά μετάλλια. Παράλληλα ἡ νεαρή τότε Καλλιόπη, μέρα καί νύκτα μέσα στά Στρατιωτικά Νοσοκομεῖα ἔδειχνε τή στοργή της σε κάθε τραυματία καί στεκόταν δίπλα σέκάθε οἰκογένεια πού τήν εἶχε ἀνάγκη, ἠθικά καί ὑλικά.

Τό 1930 ὁ Συνταγματάρχης τότε Δημήτριος Λύκας ἔφυγε για τήν αἰωνιότητα… Ἡ γενναία ἠπειρώτισ σα ἀνέθρεψε μέ στοργή καί φροντίδα το μοναχογιό της Γεώργιο, ἐνῶ συνέχιζε με ἀμείωτη ἔνταση τό κοινωνικό καί φιλανθρωπικό της ἔργο.

Μέ τήν ἔναρξη τῶν Βαλκανικῶν Πολέμων ἄρχισαν νά συγκροτοῦνται ὁμάδες ἐθελοντριῶν ἀδελφῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ. Ἀνάμεσά τους καί ἡ Καλλιόπη…

Κι ὅταν πάλι τό 1940 ξέσπασε ὁ πόλε μος, ἄγρυπνη καί στοργική ἀδελφή παρέμενε στό πλευρό τῶν τραυματισμένων στρατιωτῶν στά Νοσοκομεῖα καί στα Ὀρεινά Χειρουργεῖα. Τό σπίτι της τό εἶ χε κυριολεκτικά διαλύσει. Σεντόνια, πετσέτες, σκεύη φαγητοῦ, ροῦχα τά εἶχε πάει στό Στρατιωτικό Νοσοκομεῖο, για νά προσθέσει κάτι καί ἐκείνη στόν ἐξοπλισμό του. Συχνά ἔφευγε ἐπικεφαλῆς ἀποστολῶν γιά συνοδεία τραυματιῶν. Πῆγε στό Ἀργυρόκαστρο, στήν Πρεμετή, στό Λάμποβο, στό Καλαράτι καί ὅπου ἀλ λοῦ ὁ Στρατός μας πολεμοῦσε. Ἐκεῖ στό Ἀργυρόκαστρο ἦταν πού ὁ Βασιλεύς Γεώργιος Β΄ τήν ἀποκάλεσε γιά πρώτη φορά «ἡ Μάνα τοῦ Στρατιώτου». Ἀπό τότε καί μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς της ἔφερε μέ ὑπερηφάνεια αὐτό τόν τίτλο.

Στό ὑψηλό της ἔργο δέν ξεχώριζε κανένα, οὔτε καί τόν ἐχθρό τραυματία. Παράλληλα τῆς ἀνατέθηκαν καθήκοντα ὑπεύθυνης γιά τή «Φανέλλα τοῦ Στρατιώτου» *.

Στίς 31 Δεκεμβρίου 1940, λίγο πρίν ἀλλάξει ὁ χρόνος ἔφθασε μέσα στους τραυματίες καί ὁ γιός της, Ἀνθυπολοχαγός Γεώργιος Λύκας. Ἡ γενναία Ἑλληνίδα Μητέρα, ἀφοῦ περιποιήθηκε στοργικά τό τραῦμα τοῦ παιδιοῦ της, τό ἔστειλε νά πάρει ἀμέσως τό «φύλλο πορείας»γιά τή θέση του στό μέτωπο. Ὁ Διευθυ ντής τοῦ Νοσοκομείου θέλησε νά τον κρατήσει μιά μέρα ἀκόμη γιά ἰατρική παρακολούθηση. Τήν βρῆκε ὅμως ἀντίθετη καί ἀπόλυτη: «Τό κρεβάτι ἔχω να τό δώσω σέ ἄλλον πού εἶναι βαρύτερα τραυματισμένος!» εἶπε.

6 Απριλίου 1941: ἀτέλειωτες ὀρδές Γερμανῶν φθάνουν στά σύνορά μας. «Ἡ Μάνα τοῦ Στρατιώτη» τότε ἔζησε τις φρικτότερες στιγμές τῆς ζωῆς της μαζί μέ τούς πυροβολητές τῆς VIII Μεραρχίας, πού λόγω τῆς συνθηκολογήσεως ἀ ναγκάσθηκαν νά ἀποχωρισθοῦν τά πυροβόλα τους. Μέ δάκρυα στά μάτια τά στεφάνωσαν μέ ἀγριολούλουδα, τά ἀ σπάσθηκαν, ἔψαλαν τόν Ἐθνικό Ὕμνο καί τα ἀνατίναξαν, γιά νά μήν τά παραδώσουν στόν ἐχθρό. Κάποιοι δείλιασαν καί μπῆ καν στόν πειρασμό νά ἐγκαταλείψουν τή ζωή. Ἀκούστηκε ὅμως ἡ φω νή τῆς Μάνας: «Σταματῆστε! Ἡ Πατρίδα δέν πέθανε καί σᾶς ἔχει ἀνάγκη! Ἄν χαθεῖτε ἐσεῖς, ποιός θά τήν ἐλευθερώσει;». Ὁ σεβασμός πού ἔτρεφαν οἱ στρατιωτικοί στο πρόσωπο της σταμάτησε τό κακό.

Ἡ Κατοχή καί τά χρόνια πού ἀκολούθησαν ἔπεσαν βαριά στήν Πατρίδα μας. Ἡ Μά να δέν ἔμεινε μέ δεμένα χέρια οὔτε τότε, οὔτε στά δύσκολα χρόνια πού ἀκολούθησαν… Πιστή στό Καθῆκον βρισκόταν πάντα στήν πρώτη γραμμή ἐν θαρρύνοντας, παρηγορώντας, περιθάλποντας.

Στό Νεστόριο Καστοριᾶς ὁ μοναχογιός της τραυματίσθηκε ξανά. Ὅταν ἔμαθε τίς ἡρωικές του πράξεις, ἡ καρδιά της γέμισε περηφάνεια. Τόν ἀγκάλιασε και τοῦ εἶπε: «Τώρα εἶσαι παιδί μου! Θά σε φιλήσω σάν Μάνα τοῦ Στρατιώτου και αὐτό θά εἶναι τό εὖγε τῆς παλληκαροσύνης σου!». Ὁ γιός της τελικά ἐπέζησε, ἀλλά ἔμεινε τυφλός ἀπό τό ἕνα μάτι!

Δέν ἄργησε ὅμως καί ἡ σειρά της. Στις 9 Μαΐου τοῦ 1948 τραυματίσθηκε σοβαρά ἀπό νάρκη.

Ὅταν τελείωσαν ὅλα, γύρισε στό σπίτι της στά Γιάννενα. Τό βρῆκε λεηλατημένο. Παρ’ ὅλα αὐτά ἡ γενναία Καλλιό πη Λύκα δέν λύγισε. Στάθηκε ὄρθια και σάν γνήσια Ἑλληνίδα συνέχισε τό ἔργο της ὅπου ὑπῆρχε ἀνάγκη… Οἱ Γιαννιῶ τες συχνά τήν ἔβλεπαν να περιφέρεται στίς φτωχογειτονιές γιά συμπαράσταση καί γιά νά μοιράζει ὅ,τι μποροῦσε. Πολλές φορές διαθέτοντας ὅλα της τά χρήματα σέ φιλανθρωπίες, ἔφθασε στό σημεῖο νά μήν ἔχει ἡ ἴδια οὔτε νά φάει!

Τά χρόνια πέρασαν καί γέρασαν τη Μάνα. Μοναδική της παρηγοριά ἡ Παναγία, τήν ὁποία πάντα παρακαλοῦσε, ὄχι γιά τόν ἑαυτό της ἀλλά γιά τήν Ἑλλάδα, τήν Πατρίδα πού τόσο πολύ ἀγάπησε. Στίς 15 Φεβρουαρίου τοῦ 1982,πλήρης ἡμερῶν σέ ἡλικία 93 ἐτῶν, ἀνάλαφρη ἡ ψυχή της πέταξε πάνω ἀπό το Γράμμο, τήν Πίνδο, τή Βόρειο Ἤπειρο, γιά νά ἐπιστρέψει στό Θεό Δημιουρ γό, πλάι στίς ψυχές τόσων ἄλλων ἡρώων.

Μακάρι νά βρεῖ μιμητές, συνεχιστές…

Φ.

το άγαλμα της Μάνας του Στρατιώτη στο Γ Σώμα Στρατού, στην Θεσσαλονίκη

*Ἡ “Φανέλα τοῦ Στρατιώτου” ἱδρύθηκε τό 1939 ἀπό μία ὁμάδα Ἀθηναίων κυριῶν καί δεσποινίδων μέ σκοπό τή συγκέντρωση ρουχισμοῦ γιά τόν μαχόμενο Ἑλληνικό Στρατό στά ἑλληνοαλβανικά σύνορα. Τά ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς προσπάθειας ἀπέδωσαν καρπούς. Τουλάχιστον 107.500 δέματα εἶχαν σταλεῖ στούς μαχόμενους στρατιῶτες μας. Ἡ δράση τοῦ σωματείου σταμάτησε περί τά τέλη 1948 καί ἀρχές 1949.

Πηγή: Περιοδικό Προς τη Νίκη, Οκτώβριος 2013

Ευχαριστίες στον Σπύρο Γκ.

Πηγή: olympia / θησαυρός γνώσεων & ευσεβείας

Ο Μηχανόβιος που έγινε Μοναχός Μάιος 27, 2013

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 1 comment so far

The ROT Biker Rally

Ζούσε την τρέλα της νεότητός του με μοτοσυκλέτα πολλών κυβικών και από ταχύτητα μέγιστη 150 χιλιόμετρα ανά ώρα πού ήταν ρυθμισμένη… μετά από μεταποίηση της μηχανής, έφτασε να τρέχει με 230 χιλιόμετρα ανά ώρα. Επιδιδόταν δε και σε αυτοσχέδιους συναγωνισμούς με άλλους παρομοίους του με μεγάλα χρηματικά στοιχήματα 400 και 500 χιλιάδες δραχμές.

Όμως ένα απόγευμα στους είδικούς δρόμους πού επέλεγαν να τρέξουν (τους υποτίθεται χωρίς μεγάλη κυκλοφορία αυτοκινήτων), κατά την ώρα ενός αυτοσχέδιου συναγωνισμού παρά την προσπάθειά του να αποφύγει ένα αυτοκίνητο, έγινε σφοδρή σύγκρουση και πετάχτηκε 10 μέτρα μακριά μέσα σε ένα χαντάκι έξω από το δρόμο.
Η μοτοσυκλέτα βεβαίως διαλύθηκε και ο ίδιος υπέστη θανάσιμα τραύματα. Τον περισυνέλεξαν και τον μετέφεραν στο νοσοκομείο. Μετά από την επιβεβαίωση των ιατρών, τον οδήγησαν κατευθείαν στο νεκροτομείο, όπου ένας νοσοκόμος – νεκροτόμος ανέλαβε να τον πλύνει και να τακτοποιήσει τα εγχυμένα σπλάχνα του προκειμένου να τον παραλάβει το γραφείο τελετών πού είχαν στείλει οι συγγενείς του.
Είχαν περάσει περίπου 8 ώρες από το συμβάν. Εκείνη την στιγμή ανοίγει τα μάτια του, σηκώνεται και κάθεται στο μαρμάρινο τραπέζι του νεκροτομείου. Ο νοσοκόμος έντρομος βάζει τις φωνές και αρχίζει να τρέχει προς την έξοδο πανικόβλητος. Αμέσως καταφθάνουν οι ιατροί, τον παραλαμβάνουν και τον οδηγούν στο χειρουργείο όπου μετά από τις απαιτούμενες προσπάθειες «συναρμολόγησης» άρχισε να παρουσιάζει σημεία βελτίωσης.
Παρέμεινε αρκετό χρονικό διάστημα εως ότου θεραπεύτηκε πλήρως και εξήλθε από το νοσοκομείο υγιής. Στη συνέχεια δι΄ αγνωστους δι΄ ημάς λόγους, γνωστούς όμως εις τον ίδιον, εξεδήλωσε την επιθυμία να γίνει μοναχός!
Ο ίδιος διηγείται:… όταν μετά την σύγκρουση τραυματίστηκα θανάσιμα (κατά την δήλωση των ιατρών) ένοιωσα ότι βγήκα από το σώμα μου και αιωρούμενος πέρασα κατά περίεργο τρόπο ανάμεσα από μία κολόνα της ΔΕΗ χωρίς να συγκρουστώ μαζί της.
Στη συνέχεια βρέθηκα σε ένα περιβάλλον με μισοσκόταδο και τελείως κενό. Ένοιωθα πανάλαφρος σαν πούπουλο να αιωρούμαι σ΄ αυτό το κενό και πολύ περίεργος για το πού βρισκόμουν και τι μου ειχε συμβεί.
Ενώ περιπλανιόμουνα για αρκετό χρόνο, άρχισα να διακρίνω μία φωτεινή γυναικεία μορφή να με πλησιάζει μέσα σ΄ ένα ολόφωτο λευκό νέφος. Όταν πλησίασε αρκετά διέκρινα ότι είχε μία υπερκόσμια γλυκιά έκφραση.
Αμέσως την συνέκρινα με τις αγιογραφίες πού είχα δει στους ιερούς ναούς όταν με πήγαινε μικρό παιδί η μητέρα μου και συμπέρανα ότι ήταν η μορφή της Ύπεραγίας Θεοτόκου.
… ήρθα για τα δάκρυα της μάνας σου…. εσύ θα ζήσεις, θα ζήσεις και θα Μας υπηρέτησης….μού είπε με γλυκό και ειρηνικό ύφος και σιγά σιγά άρχισε να χάνεται.

Μετά από αυτό όλα σαν να έσβησαν, ένοιωσα να διαλύομαι και μία δύναμη να με απορροφά με ορμή και να με κατευθύνει κάπου. Αμέσως ένοιωσα σαν να ξύπνησα από λήθαργο. Βρέθηκα γυμνός με ένα πολυτραυματισμένο σώμα στο μαρμάρινο τραπέζι του νεκροτομείου, ενώ ταυτόχρονα άκουγα κάτι (σαν ουρλιαχτά) από έναν άνθρωπο καθώς απομακρυνόταν τρέχοντας προς την πόρτα…
Ο νέος αυτός μετά την πλήρη θεραπεία του, ηρθε στο Άγιον Όρος, στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου, όπου συνάντησε τον ηγούμενο πατέρα Χριστόδουλο και αφού του διηγήθηκε το περιστατικό του ατυχήματός του εξεδήλωσε την επιθυμία να γίνει μοναχός.
Πράγματι εκεί ο γέροντας μετά την απαραίτητη δοκιμασία τον έκειρε μοναχό και του έδωσε το πατερικό όνομα «Σωφρόνιος».
Σήμερα είναι ένας ευλαβής μοναχός, ο οποίος δεν έπαυσε ποτέ να διηγείται την παράξενη συνάμα και ψυχωφελή αυτή ιστορία της ζωής του.
Στη συνέχεια αναχώρησε για ένα ησυχαστήριο στην Καστοριά όπου ήταν και η ιδιαίτερη πατρίδα του.

Πηγή: Αληθινές προφορικές διηγήσεις μετανοίας πού γράφονται για την ψυχική ωφέλεια των Ορθοδόξων Χριστιανών, Επιμέλεια Έκδοσης «Φίλοι Αγίου Όρους Λαμίας».

Αναδημοσίευση από: Απόψεις για την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου

H πόρνη της παλιάς μας γειτονιάς Μάιος 18, 2013

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 1 comment so far

IN HOPES THAT YOU WILL DREAM

Αυτή ήταν το μίασμα. Ούτε ο σαράφης που έπαιρνε τις χρυσές βέρες των μεροκαματιάρηδων για δύο ενέσεις πενικιλίνης! Ούτε η μεγαλοκυρία του αρχοντόσπιτου που ξυλοφόρτωνε αλύπητα την παρακόρη της Περσεφόνη. Ούτε βέβαια τ’ αφεντικό του αρχοντόσπιτου που «σορομαδούσε» την Περσεφόνη όταν κοιμόταν η μεγαλοκυρία. Όχι αυτοί, η Βασιλεία ήταν το μίασμα. Γιατί, αυτή έπαιρνε αντίτιμο όταν την «σορομαδούσαν» οι πελάτες στην κάμαρα του Συνοικισμού στη Χρυσομαλλούσα. Ήταν τότε, στα χρόνια της λαϊκής γειτονιάς, των ανθισμένων περιβολιών, αλλά και της χαμένης αθωότητας…

Πελατεία μεγάλη δεν είχε η Βασιλεία. Ήταν κακομούτσουνη, την είχαν πάρει και τα χρόνια… H Βασιλεία, ποτέ δεν μάλωνε με τη γειτονιά, κι ας έφτυναν στο κατόπι της! Περνούσε μακριά από τα κατώφλια των νοικοκυράδων με ψηλά κρατημένο το κεφάλι. Σαν να ‘βλεπε μόνο τις κορφές των δέντρων. Πιο ψηλά δεν θα τολμούσε ν’ ατενίσει… Δεν έσμιγε τα βλέμματα των άλλων η Βασιλεία। Λες κι αν δεν έβλεπε, δεν θα την έβλεπαν κιόλας। Kαι μόνο σαν τύχαινε ξώφαλτσα ν’ ανταμώσεις τα μάτια της, σ’ έπιανε ένα σύγκρυο αλλιώτικο και δεν ήξερες από πού να φύγεις.

Θυμάμαι εκείνα τα μάτια με τους μελανιασμένους κύκλους ολόγυρα. Είχαν κάτι σαν ικεσία, σαν περαστική λάμψη αγνότητας. Kάτι, σαν άφωνο πόνο δαρμένου σκυλιού. Kάτι σαν βουβό «κατηγορώ», σαν γροθιά που σ’ έβρισκε στο στομάχι και πονούσες μέχρι βαθιά στη… συνείδηση! Ίσως γι’αυτό την υπερασπίστηκε σε δίκη μιά φορά ο σπουδαίος δικηγόρος Γεώργιος Βογιατζής। Για το βουβό «κατηγορώ» ίσως. Για το πόνο του δαρμένου σκυλιού στα μάτια της… «Μέγας είσαι κύριε και θαυμαστά τα έργα σου…».

Oι «παντοθειές» της γειτονιάς η κυρα-Σοφία και η κυρα-Σταυρίτσα έλεγαν πως η Βασιλεία κάνει και ψυχικά, πως η χήρα του μεθύστακα με τ’ ορφανό τη Βαγγελούδα ζούσαν, γιατί η πόρνη φρόντιζε। Kαι πως σαν πήρε φωτιά ο παλιόπυργος της φαμελίτισσας οικογένειας κι απομείναν στο δρόμο, η πόρνη πάλι έστειλε παπλώματα και προικιά για τα κορίτσια και θέλησε να μην μαθευτεί το χερικό. Kι άλλα: πως άφηνε νύχτα καντήλια χρυσά στην Παναγιά τη Χρυσομαλλούσα, πως ξεθάβαν με δικά της έξοδα ξεχασμένους παρακατιανούς, τους έκανε και κασάκια με τ’ όνομά τους απ’ έξω. Έτσι λέγαν πως ήταν η Βασιλεία, εκείνοι που ξέραν. Εγώ μόνο ξέρω –το θυμάμαι σαν όνειρο, σαν παραμύθι τάχα– πως πίσω από το θολό τζάμι της στενής της πόρτας με το ξεθωριασμένο κουρτινάκι, έβλεπα όλα τα χρόνια της παιδικής μου ζωής, ένα καντήλι πάντα αναμμένο. Κρεμόταν από το χαμηλό ταβάνι, μπροστά σ’ ένα και μοναδικό εικόνισμα κάποιας θλιμμένης Παναγιάς.

Eκείνη τη Μεγάλη Παρασκευή στις Ώρες, η Βασιλεία τόλμησε το παράτολμο. Έφερε στην εκκλησιά ένα στεφάνι καμωμένο από ροζ μαγιάτικα τριαντάφυλλα και μωβ βιολέτες κι ένα χαρτί γεμάτο σπιτικό μοσχολίβανο. Ήταν τα δώρα της για τον Eσταυρωμένο. Μισοκρύφτηκε πίσω από τ’ ανθισμένα φλάμπουρα της εκκλησιάς κι έδωσε σ’ εμάς τα παιδιά τα φτωχά της δώρα. «Για τον Επιτάφιο –είπε– δώστε τα στον επίτροπο». Δεν χρειάστηκε, εκείνος είχε δει. Αφηνιασμένος θαρρείς ο «ευσεβής» τούτος, άρπαξε το στεφάνι της Βασιλείας, το πέταξε στο χώμα και το τσαλαπάτησε με λύσσα. Και το μοσχολίβανο την ίδια τύχη είχε. «Mην σε ξαναδώ –ούρλιαξε– παλιοβρώμα κοντά στην εκκλησιά θα σου ξυρίσω το κεφάλι…».

Tο ίδιο βράδυ, ο Επιτάφιος ανέβαινε τη Xρυσομαλλούσης με το πιστό ποίμνιο ν’ ακολουθεί: «Aι γενεαί πάσαι» ήταν εκεί, εκτός από τη Βασιλεία. Εκεί, στο ανηφοράκι της Αδαίου, κρυμμένη μες το σκοτάδι, πεσμένη στα γόνατα ήταν η πόρνη. Έκλαιγε, σερνόταν μες τη σκόνη, τα μαύρα μαλλιά της δεμένα μέσα στο πένθιμο μαντήλι. Παιδί εγώ και κοίταξα. Δεν με γελούσαν τα μάτια μου, είδα κι άκουσα… Mα να ‘ταν η Βασιλεία, τούτη η μαυροφορούσα ή μην ήταν η Μαγδαληνή;

Tο βράδυ στ’ όνειρό μου, στο ξύπνιο μου, τι να ‘ταν άραγε, δεν το ξεδιάλυνα ποτέ। Σα να μου φάνηκε πως από το κουβούκλιο του Επιταφίου σηκώθηκε ένας ολοφώτεινος Χριστός με το στεφάνι της Βασιλείας ολόγυρα στο μέτωπο। Eκείνο που ποδοπάτησε ο επίτροπος. Kαι πως πήγε κοντά στη γονατισμένη πόρνη. Mόνος Eκείνος απ’ το πλήθος. Μήπως και στην επίγεια ζωή του έτσι δεν έκανε; Mα πάλι παιδί ήμουν, ποιος παίρνει στα σοβαρά τα «νείρατα» των παιδιών; Πολλά χρόνια μετά, έμαθα πως η Βασιλεία πέθανε μια Μεγάλη Πέμπτη. Tην κηδέψανε θέλοντας και μη Μεγάλη Παρασκευή, μαζί μ’ Eκείνον!

Πηγή: Μηθυμναίος

Ο Άγιος Σύζυγός της Πόρνης Απρίλιος 14, 2013

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 2Σχόλια

Pencil vs Camera - 61

Ζούσε στην Αθήνα πρό ετών κάποιος άνθρωπος πού τον έλεγαν Νικόλαο.
Ταπεινός, ευσεβής, με τη νηστεία του, την αγρυπνία του και με «Θεϊκές καταστάσεις» όπως γράφει στις άγιες προσευχές του.

Είχε μάλιστα και την αρετή της ελεημοσύνης, όπως εδώ σε μιά παρόμοια σκηνή βλέπουμε…

Στα 35 χρόνια του, εφόσον τακτοποίησε τις άγαμες αδελφές του, απεφάσισε κι΄ αυτός να παντρευτεί. Όπως ήταν φυσικό, εφόσον ήταν και ευσεβής, θα έπρεπε να ψάξει να βρεί μία κοπέλα μέσα από την Εκκλησία, και πιθανόν να πείτε και μέσα από τις αδελφότητες, και οπουδήποτε αλλού υπήρχε ευλάβεια και ευσέβεια σε χώρους χριστιανικούς.

Αλλά όμως εκείνος διάλεξε κάτι άλλο…

Πήγε λοιπόν στην πλατεία Βάθης και πήγε σε ένα σπίτι της αμαρτίας. Και την πρώτη κοπέλα που τον υποδέχτηκε, της είπε :
—«Σήκω και έλα μαζί μου. Έταξα στο Θεό να γλυτώσω μια ψυχή από τη λάσπη. Έλα να σε βγάλω από δω μέσα. Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;»
Βέβαια κεραυνός να έπεφτε στο κεφάλι εκείνης τής κοπέλας, δεν θα ξαφνιάζονταν τόσο πολύ, όπως ξαφνιάστηκε εκείνη τη στιγμή. Την ευκαιρία βέβαια δεν την έχασε και έτσι δέχτηκε. Την δέχτηκε με την προϋπόθεση ότι θα εξομολογείτο και θα άρχιζαν μία καινούργια ζωή, όπως και πράγματι έγινε.

Η πρώην άσωτη γυναίκα ήταν πλέον στο πλευρό του Νικόλα σαν αγνότατο ρόδο. Φρόνιμη και σιωπηλή με τα νεανικά της χρόνια φωτεινά πλέον, απ’ τη μετάνοια και την εξομολόγηση στο καθαρό της πρόσωπο.
Πέρασε έτσι αρκετός καιρός. Αλλά η αμαρτία όμως είναι δυνατή, και δεν παρατάει εύκολα τα πλάσματα που δουλέψανε γι’ αυτήν, και για το μεγάλο αφεντικό της αμαρτίας που λέγεται διάβολος.
Έτσι λοιπόν η γυναίκα του Νικόλα, κύλισε ξαφνικά στην παλιά αμαρτία, και έγινε τώρα πλέον μοιχαλίδα. Σαν να την έπιασε βέβαια ένα είδος τρέλας.

Της μίλησε ο Νικόλας, ο καλός εκείνος σύζυγος,
–«Κοίταξε», της είπε, «δεν σου κρατάω καμιά κακία. Θα σ’ αφήσω όσα λεφτά έχω και το σπίτι ακόμα, και εγώ θα πάω στο Άγιο Όρος. Και αν με κρατήσουν εκεί θα γίνω μοναχός, αν όχι, θα γυρίσω πίσω, και θα δούμε τι θα κάνουμε.»
Και έφυγε…
Φτάνοντας ο Νικόλας στο Άγιο Όρος, έψαξε και έμαθε για έναν περίφημο και άγιο πνευματικό, ας τον πούμε παπα-Σάββα, και πήγε να τον συμβουλευτεί. Σαν τον άκουσε εκείνος, πήρε αυστηρή όψη και του είπε:
—«Δεν έχεις καμιά δουλειά εδώ πέρα. Αμαρτάνεις μόνον που το σκέπτεσαι. Έταξες να σώσεις την γυναίκα σου. Να πας πίσω να την ξαναπάρεις κοντά σου. Και προσπάθησε με τη ζωή σου, με νηστεία, αγρυπνία και προσευχή και ελεημοσύνη να την σώσεις…»

Αποσβολώθηκε ο Νικόλας, κοντοστάθηκε, του φάνηκε πολύ βαριά αυτή η εντολή του πνευματικού, κατάλαβε όμως ύστερα από προσευχή που έκαμε κατά την διάρκεια της αγρυπνίας εκεί στο κελάκι εκείνου του αγιασμένου γέροντος και πήρε την απόφαση να γυρίσει πίσω.
Άνοιξε την αγκαλιά του, άνοιξε το σπιτικό του και την ξαναπήρε μέσα. Εκείνη ύστερα από την όλη αυτή διαδικασία, συγκινήθηκε, εξομολογήθηκε και έβαλε καινούργια αρχή.
Μα η αμαρτία είναι και γλυκιά και δυνατή και ισχυρή. Και η γυναίκα ξαναέπεσε, και ξαναέπεσε, και ξαναέπεσε, και ξαναέπεσε…
Ο Νικόλας υπέμενε, καρτερούσε, αγρυπνούσε ώρες, γονατιστός προσευχόταν γι’ αυτήν, σιωπούσε και νήστευε, νήστευε εξαντλητικά.

Ερεθισμένη από αυτήν την ανοχή πρόσθεσε στην ντροπή και κάτι άλλο πλέον, την άσχημη συμπεριφορά της. Άρχισε να τον φωνάξει, να τον ξεφτιλίζει, να τον βρίζει, να τον ματώνει καθημερινά με την θηριώδη εκείνη συμπεριφορά της, την διαβολική.

Πόσο θα μπορούσε αλήθεια να βαστάξει ο ανεξίκακος εκείνος άγιος άνθρωπος του αιώνος μας;
Περνούσαν τα χρόνια και ο Σταυρός γινόταν όλο και πιο αβάσταχτος. Έδειχνε σιγά σιγά να λυγίζει.

Και ξημέρωνε ημέρα της Καθαράς Δευτέρας.

Την πέρασε γονατιστός, λύγισε μπροστά στην σιωπή του Θεού που έδειχνε πως δεν νοιαζόταν πλέον για το πλάσμα του. Έπεσε μπροστά στο εικονοστάσι και με λυγμούς φώναξε:
—«Θεέ μου, ή φώτισέ την και δώσε της μετάνοια αληθινή, ή πάρε με. Δεν αντέχω άλλο τούτο το βάσανο 15 ολόκληρα χρόνια».
Δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια!
Η γυναίκα του που ήλθε απέξω από την αμαρτία, γιατί είπαμε ήτανε νύχτα και ξημέρωνε η Καθαρά Δευτέρα, ήταν μια τέτοια ημέρα, που τον βρήκε γονατιστό και άκουσε και τα λόγια που έλεγε κλαίγοντας τούτος ο άνθρωπος, τη συγκλόνισε κυριολεκτικά, την πήραν τα κλάματα, … κατάλαβε την άβυσσο των κριμάτων της, … ήταν «η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή», αλλά η μετανοημένη πλέον.
Κεραυνοχτυπημένη λοιπόν από την θεία φώτιση, σωριάστηκε στα πόδια του και φώναξε:

«Συγχώρεσέ με, δεν είμαι μόνο τιποτένια, αλλά για τελευταία φορά. Για τελευταία και μοναδική φορά συγχώρεσέ με».
Και κείνος πάλι την συγχώρεσε.
Και ακολούθησαν μετά από κείνην την βραδιά που ξημέρωνε η Μεγάλη Σαρακοστή και η Καθαρά Δευτέρα, ακολούθησαν χρόνια ευτυχίας, και με παιδιά μέσα στην οικογένεια, δύο αγγελούδια που τους χάρισε ο Πανάγιος Θεός, και ευλογία ήλθε μια για πάντα σε αυτό το σπιτικό, χάρις στην αγία υπομονή, τη μεγάλη καρδιά και την συγχωρητικότητα αυτού του ανθρώπου του Νικολάου, χάρις στην προσευχή του, χάρις στην υπομονή του, την ματωμένη υπομονή του, την πολλή του προσευχή και τα πολλά του τα δάκρυα.

Τελικά έσωσε έναν άνθρωπο !

Τώρα εγώ και σεις, αν ήμασταν στη θέση του, τι θα κάναμε; Γιατί αυτός ο άνθρωπος, όταν αύριο μεθαύριο κοιμηθεί, θα μας κρίνει επάνω στην Βασιλεία των Ουρανών για το πόσο υπήρξαμε ανεκτικοί στα σφάλματα του πλησίον μας. Δεν λέω του συντρόφου μας, λέω του πλησίον μας, του οποιουδήποτε πλησίον μας.

Και πόση προσευχή κάναμε γι’ αυτόν, και πόση νηστεία, και πόσα δάκρυα χύσαμε για να αλλάξει ζωή, για να αλλάξει διαγωγή.
Αυτή είναι η αληθινή ζωή του Ευαγγελίου. Αυτή είναι η πράξις των Πράξεων των Αποστόλων, των συμβουλών των Αποστόλων, των εντολών του Αγίου Θεού, αυτή είναι η πράξις, την οποία πρέπει να την δείχνουμε με την ζωή μας κάθε μέρα.
Πάντως εκείνο που θέλω να παρακαλέσω όλους σας, είναι να ενθυμούμεθα ότι την αρετήν θα την διαπράττουμε όσο το δυνατόν δύναται στα κρυφά, μέσα στο ταμείον της καρδιάς μας, όπου θα θησαυρίζουμε τις αρετές του Αγίου Θεού, για να ωφεληθούμε…

Να ωφεληθούμε όχι μόνον εμείς προσωπικά, αλλά για να ωφεληθεί και ο σύντροφος της ζωής μας, να ωφεληθούν τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας, και να δημιουργήσουμε με την δική μας αγιασμένη ζωή, με τη δική μας ανεξικακία, με την δική μας συγχωρητικότητα, με τη δική μας ολόθερμη αγάπη, όχι την ψεύτικη, όχι την φαινομενική, όχι των χειλέων, την καρδιακή αγάπη, να δημιουργήσουμε μία ασπίδα, ένα προπέτασμα πως θα το πώ, μια ασφάλεια, γύρω από την οικογένειά μας…

Έτσι ώστε χάριν ημών και χάριν των προσωπικών μας αγώνων, και της αγάπης που θα έχομε προς τον Θεόν και τον πλησίον, όταν θα έρθουν οι δύσκολες ώρες, -και έρχονται, δεν καθορίζουμε είπαμε ημερομηνίες, αλλά έρχονται,- να μας ασφαλίσει ο Θεός.

Να πιάνουμε το σάπιο δένδρο και να ζωντανεύει, το ξερό και να βγάζει καρπούς, να σταυρώνουμε το άδειο μπουκάλι και να γεμίζει από λάδι. Θα το κάνει το θαύμα αυτό ο Θεός στούς δικούς Του ανθρώπους, αφού το έκανε και στον άπιστο τον αχάριστο εκείνον Ισραηλιτικό λαό, για σαράντα ολόκληρα χρόνια στην έρημο.

Θα το κάνει και σε μας ο Χριστός όταν έρθουν οι δύσκολες αυτές ώρες, αρκεί να είμεθα από σήμερα και από τούτη τη στιγμή κοντά εις τον Πανάγιο Θεόν.
Η αγάπη του Αγίου Θεού, εύχομαι νάναι πάντοτε μαζί σας,
καλή και ευλογημένη Σαρακοστή,
και να υποδεχτούμε με την χάριν, και την αγάπη και τη δύναμη του Αγίου Θεού
και το Άγιον Πάσχα,
Αμήν.

Πηγή: Patrablog

Ιστορικό της αποκάλυψης των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης Μυτιλήνης Απρίλιος 10, 2013

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Βίντεο, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment YouTube Preview Image

Η γερόντισσα Βασιλική Ράλλη αφηγείται το ιστορικό της εμφάνισης & αποκάλυψης του Αγίου Ραφαλή στις Καρυές της Λέσβου.

Πώς έχασα ένα φίλο και κέρδισα ένα φασίστα Οκτώβριος 28, 2012

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία, Πολιτική , 14Σχόλια

Off With Their Heads

Στην Εκκλησία μαθαίνουμε να δια-κρίνουμε τις συμπεριφορές από τους ανθρώπους αποφεύγοντας «ταμπέλες» και να τοποθετούμαστε κατάλληλα. Επίσης δίνουμε προτεραιότητα στην ατομική ευθύνη και δράση αντί της (εύκολης) καταγγελίας αλλότριων λαθών. Αναδημοσιεύουμε την παρακάτω μαθητική επιστολή με την προτροπή να διαβαστεί με πνεύμα διάκρισης, ώστε να αντλήσουμε τα χρήσιμα κι ωφέλιμα μηνύματα που περιέχει.

Στην Ελλάδα υπάρχουν πολλές κατηγορίες ανθρώπων, πλούσιοι, μεσαίοι, φτωχοί. Πολλοί πλούσιοι κλέβουν, εξαπατούν, φοροδιαφεύγουν, βάζουν τους φτωχότερους να δουλεύουν για λογαριασμό τους για λίγα ευρώ. Πολλοί φτωχοί, Έλληνες και ξένοι δουλεύουν απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ για ένα κομμάτι ψωμί.

Κάποιοι απ’ αυτούς κλέβουν, σκοτώνουν για να ληστέψουν και πουλούν ναρκωτικά. Εγώ δε γουστάρω τους εγκληματίες, όπως δεν γουστάρω και τους πλούσιους που βγάζουν τα λεφτά τους στην Ελβετία για να μην φορολογηθούν. Οι φασίστες τα βάζουν μόνο με τους μετανάστες γιατί λέει είναι ξένοι και φταίνε αυτοί. Εγώ λέω ότι τα βάζουν μαζί τους γιατί είναι ο εύκολος στόχος και δε μπορούν να τα βάλουν με τους ισχυρούς. Άλλωστε ξέρω καλά ότι να χτυπάς το συμμαθητή σου δεν δείχνει δύναμη, αλλά αδυναμία. Η καημένη η γιαγιά δεν κέρδισε καμιά παρηγοριά από αυτή τη πράξη εκδίκησης και ο συμμαθητής μου μας κοιτάει πια όλους με καχυποψία.

Κι έτσι, έχασα έναν Έλληνα φίλο και κέρδισα έναν φασίστα.

Οι φασίστες όλο μιλάνε για την ένδοξη ελληνική φυλή και τον ελληνικό πολιτισμό. Οι ίδιοι όμως δεν ξέρουν καλά την ιστορία μας και δεν γνωρίζουν τίποτα απ’τα έργα των αρχαίων Ελλήνων. Η καλύτερη απόδειξη ότι αγαπάς την χώρα σου είναι να την υπερασπίζεσαι όχι με μεγάλα λόγια, αλλά με πράξεις. Έχω διαβάσει πως στον τελευταίο πόλεμο που έζησε η χώρα μας κάποιοι χωρίς χρήματα, οπλισμό και βοήθεια από κανέναν στήσανε αντάρτικο στρατό εναντίον των κατακτητών Γερμανών.

Κάποιοι άλλοι, οι λεγόμενοι ταγματασφαλίτες, μπήκανε στην υπηρεσία των Χιτλερικών, πήρανε όπλα και λεφτά, φόρεσαν κουκούλες, ρουφιανέψαν και πολέμησαν τους Έλληνες.

Οι φασίστες σήμερα θεωρούν τους ταγματασφαλίτες πατριώτες και κάνουν εκδηλώσεις στη μνήμη τους.

Τις προάλλες στο σχολείο συνέβη κάτι άλλο. Η Ελένη η συμμαθήτρια μου, είναι φωνακλού και τα ”χώνει”, η μάνα της είναι αριστερή.

Ο φασίστας συμμαθητής μου την χτύπησε εγώ όμως δεν αντέδρασα. Είναι που η Ελένη καμιά φορά γίνεται εκνευριστική και μέσα μου σκέφτηκα (καλά της έκανε). Μετά το ξανασκέφτηκα, αλλά ήταν αργά πια, αργά και αισθάνομαι ότι έχω πέσει στα μάτια της.

Κι έτσι, έχασα μια φίλη και κέρδισα έναν φασίστα.

Στο γήπεδο οι φασίστες φωνάζανε πίθηκο τον καλύτερο παίκτη της ίδιας μας της ομάδας, γιατί είναι από την Αφρική. Ο καλύτερος μας παίκτης πικράθηκε και ζήτησε μεταγραφή.

Κι έτσι, έχασα τον παικταρά μας και κέρδισα έναν φασίστα.

Οι φασίστες προωθούν το μίσος και την απανθρωπιά. Μισούν και χτυπούν τους ξένους, τις γυναίκες, τους ομοφυλόφιλους, τους μορφωμένους, τους δημοκράτες, τους ελεύθερους ανθρώπους. Μισούν ότι τους ξεπερνά και ότι δεν καταλαβαίνουν. Όποτε όμως βρεθούν απέναντι σε αντιφασίστες το βάζουν στα πόδια. Τον τελευταίο καιρό με τόσους φασίστες που μ’ έχουν κερδίσει, έχω αρχίσει να προσέχω τι λέω και να διστάζω να πάρω θέση.
Κι έτσι, πριν χάσω το θάρρος μου για πάντα με αντάλλαγμα το φόβο του φασίστα, ΣΟΥ ΦΩΝΑΖΩ:

ΕΞΩ ΟΙ ΦΑΣΙΣΤΕΣ ΑΠ’ ΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ,

ΕΞΩ ΟΙ ΦΑΣΙΣΤΕΣ ΑΠ’ ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΜΑΣ!

Κι έτσι, ξανακέρδισα τον εαυτό μου, χάνοντας μόνο έναν φασίστα.

ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ ΜΑΘΗΤΩΝ ΗΛΙΟΥΠΟΛΗΣ

Πηγή: Lay-out

Για να αποκτήσεις καλύτερη οικογένεια, θα πρέπει πρώτα να διορθώσεις τον εαυτό σου Οκτώβριος 23, 2012

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία, Οικογένεια / Παιδί, Σχέσεις , add a comment

Philip's

Κάποια φορά την πήρε για δρομολόγιο μια κοπελίτσα 16 χρονών, η οποία είχε σχέση με ένα αγόρι 17 χρόνων. Και φυσικά αυτό το αγόρι που γνώριζε και είχε σχέση δεν ήταν το μοναδικό. Προηγήθηκαν και άλλα πολλά αγόρια με τα οποία είχε ολοκληρωμένες σχέσεις. Η Ράνια της έπιασε την κουβέντα μέσα στο ταξί:

– Γιατί το κάνεις αυτό κοριτσάκι μου, ρωτάω ευγενικά και μου απαντάει τσαχπίνικα.
– Ε, μια παροιμία δεν λέει απάτησε τον άντρα του και μάγια μη του κάνεις;
– Και ποιος σου έμαθε κοριτσάκι μου αυτή την παροιμία;
– Η μαμά μου και η γιαγιά μου.
– Αυτό κάνουν αυτές;
– Ναι!
– Δηλαδή έχουν εραστή κι αυτές;
– Ουυυ, αν έχουν…
– Ο παππούς σου και ο μπαμπάς σου δεν το ξέρουν;
– Άντε καλέ, αυτοί κοιμούνται με τα τσαρούχια!
– Ωραία οικογένεια είσαστε ε;
– Αμέ… μια χαρά! Α, δεν σας είπα και το αστείο της υπόθεσης… Ο αδελφός μου είναι ομοφυλόφιλος. Του παίρνω τους άνδρες του και μαλώνουμε. Χαμός γίνεται!

Το κερασάκι στην τούρτα ήρθε και έδεσε!

– Άκου κοριτσάκι μου, πολύ νωρίς δεν ξεκίνησες να παίζεις έτσι με τους άντρες; Ξέρεις πως όποιος παίζει με τη φωτιά στο τέλος καίγεται;
– Δηλαδή;
– Είπες πριν λίγο, απάτησε τον άντρα σου και μάγια μη του κάνεις. Έτσι δεν είπες;
– Ναι!
– Καρδούλα μου, είσαι ευτυχισμένη μ’ αυτό που κάνεις;
– Δεν ξέρω.
– Αφού αμφιβάλλεις, άρα δεν πρέπει να είσαι. Πας σχολείο;
– Ναι πάω.
– Σου αρέσει η οικογένειά σου έτσι όπως είναι;
– Όχι.
– Θα ήθελες καλύτερη οικογένεια;
– Ναι! Θα ήθελα.
– Λοιπόν, για να αποκτήσεις καλύτερη οικογένεια, θα πρέπει πρώτα να διορθώσεις εσένα.
– Δηλαδή;
– Δηλαδη. Θα πρέπει να σταματήσεις να πηγαίνεις με αγόρια και να ασχοληθείς με το σχολείο σου και με το μέλλον σου. Και επειδή σίγουρα χρειάζεσαι βοήθεια για να πετύχεις τα θέλω σου, θα σε στείλω κάπου, που θα σε βοηθήσουνε πολύ. Θέλεις;
– Θέλω, αλλά που θα με στείλετε;
– Θα πάμε μαζί τώρα, θέλεις;
– Πάμε.

Πήγαμε σε κάποιον πνευματικό γνωστό μου. Μίλησαν επί μία ώρα, εγώ περίμενα απ’ έξω. Όταν τελείωσαν και ήρθε κοντά μου, με αγκάλιασε και με φίλησε. Και με κλαμμένα μάτια μου είπε: «Σ’ ευχαριστώ».

Από εκείνη την ημέρα είναι κοντά του. Σήμερα είναι δασκάλα, παντρεμένη και ευτυχισμένη.

Πηγή: Ταξιδεύοντας στα τείχη της πόλης, μοναχής Πορφυρίας

Δώστε στα Όνειρά σας Φως, Ζωή, Χαρά, Ελπίδα, Αγάπη, Θεό Σεπτέμβριος 26, 2012

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Βίντεο, Ορθοδοξία / Εκκλησία , 1 comment so far YouTube Preview Image

Αληθινή ιστορία από το βιβλίο Ταξιδεύοντας στα Τείχη της Πόλης της μοναχής Πορφυρίας, πρώην οδηγού ταξί.

Το Ποντιακό Σταυρουδάκι, μια αληθινή ιστορία Σεπτέμβριος 8, 2012

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Βίντεο, Ελληνισμός / Ρωμιοσύνη, Ιστορία, Ορθοδοξία / Εκκλησία , 1 comment so far

Συγκινητική, πραγματική ιστορία του Ποντιακού Ελληνισμού.

Ένας Έλληνας χριστιανός ο Χάρης Εφραιμίδης, καθηγητής στο Ε.Μ. Πολυτεχνείο κατόπιν προτροπής της θείας του πήγε μετά από πολλά χρόνια στην Τραπεζούντα και να βρει και να πάρει ένα κρυμμένο κουτί με χρυσαφικά και κυρίως ένα πολύτιμο σταυρουδάκι που είχε μεγάλη σημασία για εκείνη. Δείτε τι έγινε καθώς έφτασε στο σπίτι…

YouTube Preview Image

Πηγή: Συνοδοιπορία

Μνήμη Κολοκοτρώνη: Στην κόλαση ή στον Παράδεισο; Μάρτιος 28, 2012

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ελληνισμός / Ρωμιοσύνη, Ιστορία , 1 comment so far

Την αρχιχρονιά του έτους 1843, έτος του θανάτου του, ο γέρο Κολοκοτρώνης ανέβηκε ως το κορφινότερο μέρος της νεοκτισμένης κατοικίας του, να αποφύγει τους πολλούς χαιρετισμούς της ημέρας. Από τα γερατειά και τας ασθενείας επεθύμει ανάπαυσιν, αγνάντευε από τα παράθυρα και την πρασινάδα των ελιών και την πόλιν των Αθηνών. Οι στενοί του γνώριμοι όμως ανέβαιναν και εκεί να του ευχηθούν την καλή χρονιά. Ένας φίλος του επήγε προς χαιρετισμόν έχοντας μαζί του νέον, νεοφερμένο από τες ακαδημίες της Γερμανίας. Κατά την ομιλία τους, κατά τύχην, επερνούσαν λείψανον νεκρού από τον δρόμον. Είπε τότε ο γέρος: Αν είχαμεν εδώ τον Περσιάνο φιλόσοφο, θα μας έλεγε αν πάγει εις την Κόλασιν ή εις τον Παράδεισον. Είναι καμιά ιστορία; είπεν ο φίλος. –Είναι, απεκρίθη ο γέρος. –Θα μας την ειπείς; –Μετά χαράς.

–Τον παλαιόν καιρόν ήλθε εδώ εις τας Αθήνας ένας φιλόσοφος της Περσίας και έκανε παρέα με εκλεκτούς Αθηναίους. Μια φορά, καθήμενοι εις τα μεντέρια τους, επέρασεν λείψανον, καθώς τώρα, και ο φιλόσοφος καλεί τον γραμματικό του. Πήγαινε, του είπε, να ιδείς αν ο αποθαμένος πηγαίνει εις την κόλασιν ή εις την παράδεισον. Επήγε ο γραμματικός, επέστρεψε. –Πάει, κύριε μου, εις την κόλασιν. Οι Αθηναίοι, φύσει περίεργοι, πλην διά να μη προδώσουν αμάθειαν εις τον Πέρση, εφύλαξαν σιωπή, και δεν ερώτησαν πώς μαντεύει τα κρύφια και τα άδηλα. Έπειτα από καιρό, τυχαίνοντας μαζί οι ίδιοι φίλοι και περνώντας λείψανον, ο Περσιάνος έστειλε πάλι τον γραμματικό του για να μάθει την πορεία του νεκρού. Επιστρέφει και του λέει ότι παγαίνει εις την παράδεισον. –Καλό φθάσιμο, είπε με πρόσωπο χαρούμενο και σοβαρό ο φιλόσοφος. Οι Αθηναίοι τότε του είπαν: Δεν σε ερωτήσαμε την πρώτη φορά, σ’ ερωτούμε τώρα, πώς εσύ μαντεύεις την τύχην, διαβάζεις το γραφτό της αθανασίας του καθενός; Ποίον μυστικόν γνώρισμα, ποίον τηλεσκόπιον, χαρίζεις εις τον υποτακτικό σου; –Είναι απλό, απεκρίθη, η οργή του κόσμου, η κατάρα των συμπολιτών συνοδεύει εις την θανή τους τους κακούς ανθρώπους, πρόδρομος τα αναθήματα της κρίσεως του θεού. Αλλά οι ευλογίες των ανθρώπων συνοδεύουν τους αγαθούς άνδρας, καθένας διηγείται με δάκρυα τα αγαθοεργήματά τους, και ρίχνει με τρέμουσαν παλάμην χώμα εις τον τάφον τους.

Απόσπασμα από τα «Άπαντα» του Τερτσέτη που αναφέρεται στα «Απομνημονεύματα» του Κολοκοτρώνη, Εκδόσεις «Παρθενών» (1958).

Πηγή: Μνήμη αρχιστράτηγου Θεόδωρου Κολοκοτρώνη – Εφημερίδα Παρόν της Κυριακής