jump to navigation

Πῶς ἀν­τι­δροῦ­με ὅ­ταν μᾶς ἐ­πι­σκέ­πτον­ται οἱ δο­κι­μα­σί­ες; Ιανουάριος 9, 2017

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

 Ἡ ἀληθινὴ εὐσέβεια: Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΙΩΒ

problhma

π. Δημητρίου Μπόκου

Ὁ Ἰ­ὼβ (6 Μα­ΐ­ου) ἦ­ταν ἄν­θρω­πος ἄ­μεμ­πτος ἀ­πέ­ναν­τι στὸν Θε­ὸ καὶ στοὺς ἀν­θρώ­πους. Ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ὸς ἀ­πο­φάν­θη­κε ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε πά­νω στὴ γῆ πιὸ ἐ­νά­ρε­τος καὶ θε­ο­σε­βὴς ἄν­θρω­πος ἀ­πὸ αὐ­τόν. Ὁ Σα­τα­νᾶς ὅ­μως ἀν­τέ­τα­ξε ὅ­τι ἡ ἀ­ρε­τὴ τοῦ Ἰ­ὼβ δὲν εἶ­ναι γνή­σια. Κα­τὰ τὴ γνώ­μη του, ὁ Ἰ­ὼβ σε­βό­ταν τὸν Θε­ό, ἐ­πει­δὴ ἔ­λα­βε ἀ­πὸ αὐ­τὸν πολ­λὰ ἀ­γα­θά. Ὁ Ἰ­ὼβ εἶ­χε ἑ­πτὰ χι­λιά­δες πρό­βα­τα, τρεῖς χι­λιά­δες κα­μῆ­λες, χί­λια βό­δια καὶ πεν­τα­κό­σια γα­ϊ­δού­ρια. Γιὰ τὴ φύ­λα­ξή τους εἶ­χε τε­ρά­στιο ἀ­ριθ­μὸ ὑ­πη­ρε­τῶν. Εἶ­χε ἐ­πί­σης ἀ­πο­κτή­σει καὶ δέ­κα παι­διά, ἑ­πτὰ γιοὺς καὶ τρεῖς θυ­γα­τέ­ρες.

Γιὰ νὰ φα­νεῖ ὅ­τι ἡ ἀ­ρε­τὴ τοῦ Ἰ­ὼβ εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νὴ καὶ δὲν ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὰ ἀ­γα­θά του, ὁ Θε­ὸς ἔ­δω­σε τὴν ἄ­δεια στὸν Σα­τα­νᾶ νὰ τὸν δο­κι­μά­σει. Ἔ­τσι λοι­πὸν σὲ μί­α καὶ μό­νο μέ­ρα ὁ δί­και­ος Ἰ­ὼβ ἔ­λα­βε ἀ­πα­νω­τά, τὴ μί­α πά­νω στὴν ἄλ­λη, τὶς χει­ρό­τε­ρες εἰ­δή­σεις. Οἱ λη­στὲς ἅρ­πα­ξαν τὰ βό­δια καὶ τὰ γα­ϊ­δού­ρια του, σκο­τώ­νον­τας τοὺς ὑ­πη­ρέ­τες. Φω­τιὰ ποὺ ἔ­πε­σε ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ κα­τέ­κα­ψε τὰ πρό­βα­τα, τὶς κα­μῆ­λες καὶ τοὺς βο­σκούς. Σφο­δρὸς ἄ­νε­μος ἀ­πὸ τὴν ἔ­ρη­μο γκρέ­μι­σε τὸ σπί­τι τοῦ με­γά­λου του γιοῦ. Ὅ­λα τὰ παι­διὰ τοῦ Ἰ­ώβ, ποὺ ἔ­τρω­γαν καὶ ἔ­πι­ναν μέ­σα, σκο­τώ­θη­καν.

Ὅ­ταν ὁ Ἰ­ὼβ ἄ­κου­σε καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο νέ­ο, ση­κώ­θη­κε, ἔ­σχι­σε τὰ ροῦ­χα του καὶ ἔ­κο­ψε τὰ μαλ­λιά του, γιὰ νὰ δεί­ξει, κα­τὰ τὸ ἔ­θι­μο τῆς ἐ­πο­χῆς, τὸ με­γά­λο του πέν­θος. Στὴ συ­νέ­χεια ὅ­μως ἔ­πε­σε στὸ ἔ­δα­φος, προ­σκύ­νη­σε τὸν Κύ­ριο καὶ εἶ­πε:  «Ἐ­γὼ γυ­μνὸς βγῆ­κα ἀ­πὸ τὴν κοι­λιὰ τῆς μη­τέ­ρας μου, γυ­μνὸς καὶ θὰ ἀ­πέλ­θω ἀ­πὸ τὸν κό­σμο αὐ­τὸν στὸν τά­φο. Ὁ Κύ­ριος ἔ­δω­κε τὰ δῶ­ρα του, ὁ Κύ­ριος τὰ ἀ­φαί­ρε­σε. Ὅ­πως φά­νη­κε ἀ­ρε­στὸ στὸν Κύ­ριο, ἔ­τσι καὶ ἔ­γι­νε. Ἂς εἶ­ναι δο­ξα­σμέ­νο τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου στοὺς αἰ­ῶ­νες». Ἔ­τσι σὲ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς συμ­φο­ρὲς ποὺ τὸν βρῆκαν, ὁ Ἰ­ὼβ δὲν ἁ­μάρ­τη­σε κα­θό­λου ἐ­νώ­πιον τοῦ Κυ­ρί­ου. Δὲν ἔ­κα­με καμ­μιὰ ἀ­νό­η­τη ἐ­νέρ­γεια ἀ­πέ­ναν­τί του. «Οὐκ ἔ­δω­κεν ἀ­φρο­σύ­νην τῷ Θεῷ».

Στὴ συ­νέ­χεια τῆς δο­κι­μα­σί­ας του φά­νη­κε ἀ­κό­μα κα­θα­ρώ­τε­ρα ἡ γνη­σι­ό­τη­τα τῆς εὐ­σέ­βειάς του. Δι­ό­τι ὁ δι­ά­βο­λος ζή­τη­σε τὴν ἄ­δεια νὰ τοῦ ἀ­φαι­ρέ­σει καὶ τὴν ὑ­γεί­α του καί, ἀ­φοῦ ὁ Θε­ὸς τὸ ἐ­πέ­τρε­ψε, χτύ­πη­σε τὸν Ἰ­ὼβ μὲ τὸ χει­ρό­τε­ρο ἕλ­κος, πι­θα­νὸν μὲ λέ­πρα. Ἀ­πο­τέ­λε­σμα: Ὁ Ἰ­ὼβ ἐ­ξο­ρί­σθη­κε καὶ ἀ­πὸ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη κοι­νω­νί­α. Ἔ­μει­νε μό­νος καὶ ἔ­ρη­μος νὰ ξύ­νει τὶς πλη­γές του μὲ ἕ­να ὄ­στρα­κο πά­νω σὲ ἕ­να σω­ρὸ κο­πριᾶς. Ἡ δο­κι­μα­σί­α του μά­λι­στα ἐν­τά­θη­κε ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια τὴ γυ­ναί­κα του, ποὺ ἀν­τὶ νὰ τὸν στη­ρίζει ψυ­χο­λο­γι­κά, τὸν πα­ρό­τρυ­νε νὰ βλα­σφη­μή­σει τὸν Θε­ὸ καὶ ἂς πέ­θαι­νε κα­τό­πιν.

Τό­τε ὁ Ἰ­ὼβ δι­όρ­θω­σε τὸν λαν­θα­σμέ­νο της λο­γι­σμό μὲ τὰ θαυμάσια λό­για του: «Για­τί μί­λη­σες σὰν μιὰ ἀ­π’ τὶς ἀ­νό­η­τες γυ­ναῖ­κες; Ἂν δε­χθή­κα­με εὐ­χα­ρί­στως τὰ κα­λὰ ἀ­πὸ τὸν Κύ­ριο, δὲν θὰ ὑ­πο­μεί­νου­με καὶ τὰ κα­κά;» Καὶ ἔ­τσι, πα­ρὰ τὶς τό­σες συμ­φο­ρὲς ποὺ τοῦ συ­νέ­βη­σαν, κα­νέ­να πα­ρά­πο­νο δὲν βγῆ­κε ἀ­πὸ τὰ χεί­λη τοῦ Ἰ­ὼβ ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Θε­οῦ. Δὲν ἁ­μάρ­τη­σε κα­θό­λου ἀ­πέ­ναν­τί Του. Τελικὰ ὁ Θεὸς τὸν ἀποκατέστησε πλήρως, χαρίζοντάς του τὴν ὑγεία καὶ διπλάσια ἀγαθὰ ἀπὸ ὅ,τι εἶχε πρῶτα. «Ὁ Κύριος εὐλόγησε τὰ ἔσχατα Ἰὼβ ἢ τὰ ἔμπροσθεν». Μετὰ τὴ δοκιμασία του τὸν εὐλόγησε περισσσότερο. Τὰ κοπάδια του πλήθυναν. Εἶχε τώρα δεκατέσσερες χιλιάδες πρόβατα, ἕξι χιλιάδες καμῆλες, δυὸ χιλιάδες βόδια καὶ χίλια γαϊδούρια. Καὶ τὸ σπουδαιότερο, ἀπέκτησε ἑπτὰ νέους γιοὺς καὶ τρεῖς θυγατέρες. Καὶ δὲν βρέθηκαν στὴ γῆ, κάτω ἀπ’ τὸν οὐρανό, ὡραιότερες γυναῖκες ἀπὸ τὶς θυγατέρες τοῦ Ἰώβ. Μὰ ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε καὶ χρόνια ζωῆς, γιὰ νὰ χαρεῖ τὰ καλὰ ὅλα ποὺ τοῦ χάρισε. «Ἔζησε δὲ Ἰὼβ μετὰ τὴν πληγὴν ἔτη ἑκατὸν ἑβδομήκοντα, τὰ δὲ πάντα ἔτη ἔζησε διακόσια τεσσαράκοντα· καὶ εἶδεν Ἰὼβ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ καὶ τοὺς υἱοὺς τῶν υἱῶν αὐτοῦ, τετάρτην γενεὰν» (Ἰώβ, κεφ. 1, 2 καὶ 42).

sygxroni-thlipsi

Ὅμως ἐ­μεῖς; Πῶς ἀν­τι­δροῦ­με, ὅ­ταν οἱ δο­κι­μα­σί­ες μᾶς ἐ­πι­σκέ­πτον­ται; Δο­ξά­ζου­με τό­τε τὸν Θε­ό, ἢ ἀ­μέ­σως στρε­φό­μα­στε ἐ­ναν­τί­ον του μὲ «δι­και­ο­λο­γη­μέ­νη» ἀ­γα­νά­κτη­ση; Ἐ­γεί­ρου­με τὸ τό­σο «δί­και­ο» κα­τὰ τὴ γνώ­μη μας «για­τί», ἢ τὸν εὐ­χα­ρι­στοῦ­με «ἐν παν­τὶ» (Α΄ Θεσ. 5, 18), σὲ κά­θε πε­ρί­στα­ση, εἴ­τε εὐ­χά­ρι­στη εἴ­τε δυ­σά­ρε­στη; Πα­ρα­δί­δουμε μὲ ἀπόλυτη ἐμ­πι­στο­σύ­νη τὸν ἑ­αυ­τό μας στὰ χέ­ρια του; Γιὰ νὰ μᾶς κα­θο­δη­γεῖ Ἐ­κεῖ­νος πρὸς τὸ ἀ­λη­θι­νό μας συμ­φέ­ρον μὲ τὴ βα­θειά του σο­φί­α καὶ τὴν ἀ­πέ­ραν­τη ἀ­γά­πη του γιὰ μᾶς;

Και­ρὸς νὰ ἐ­στερ­νι­σθοῦ­με τὴν κρυ­στάλ­λι­νη σκέ­ψη τοῦ Ἰ­ώβ, ποὺ ἂν καὶ ἔ­ζη­σε στὴν πο­λὺ μα­κρι­νὴ «πρὸ τῆς χά­ρι­τος» ἐ­πο­χή, διέ­βλε­πε τὸ θέ­λη­μα τοῦ Κυ­ρί­ου πο­λὺ πιὸ φω­τει­νὰ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς.

Πηγή: ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 382, Μάιος 2015, ἐπηυξημένο

Εικόνες: Γεώργιος Κόρδης

Θέλει θόρυβο η πίστη; Νοέμβριος 12, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 1 comment so far

λυχνάρι σκοτάδι φως

π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού

Υπάρχουν άνθρωποι που εξαιτίας της θέσης τους ή των έργων τους προσελκύουν τη δημοσιότητα, είτε το θέλουν είτε όχι. Υπάρχουν και κάποιοι που αγωνίζονται συνειδητά γι’ αυτήν. Για να ακούσουν τα «μπράβο» των άλλων, να συζητηθεί το όνομά τους. Κάποτε φτάνουν στο σημείο να ευχαριστούνται ακόμη και με το να σχολιάζονται για το κακό το οποίο κάνουν. Δεν τους ενδιαφέρει όμως η αιτία ή το περιεχόμενο. Αρκεί να ασχοληθούν οι άλλοι μαζί τους. Η εποχή μας έχει αναγάγει αυτή τη στάση ζωής σε απόλυτη αξία, μέσω της εικονικής πραγματικότητας, μέσω του Διαδικτύου. Τώρα δεν είναι λόγοι ή έργα που οδηγούν στη συζήτηση για τους ανθρώπους. Είναι η εικόνα, η φωτογραφία, η σωματική διάσταση. Ζητούμε να μας συζητούν γι’ αυτό που φαινόμαστε. Κάποτε η τύχη του κόσμου και τω λαών, κατά άνθρωπον, κρίνεται από το ποιοι θα γίνουν ηγέτες όχι γι’ αυτό που είναι και πρεσβεύουν, αλλά γι’ αυτοί που δείχνουν προς τα έξω, την εμφανισιμότητα, την επικοινωνιακότητα, ίσως το «απόλυτο τίποτα».
Απέναντι σ’ αυτήν την κατηγορία των ανθρώπων, υπάρχουν και κάποιοι άλλοι, οι οποίοι λειτουργούν με σεμνότητα. Με μέτρο. Όχι μόνο δεν αυτοπροβάλλονται, αλλά και όταν χρειάζεται να ελκύσουν το ενδιαφέρον των άλλων για συγκεκριμένους λόγους, προχωρούν σχεδόν κρυφά. Χωρίς θόρυβο. Ει δυνατόν να μην τους αντιληφθεί κανείς. Είναι όσοι γράφουν ιστορία μέσα από την ταπεινή διακονία. Όσοι ζούνε και πορεύονται στον χρόνο όντας γνωστοί από λίγους που μπορούν να τους εκτιμήσουν, κυρίως όμως από τον Θεό. Αυτοί που δεν κραυγάζουν και που δε θα γίνουν γνωστά τα αιτήματα, τα όνειρα, τα «θέλω» τους, που δε θα τους χρησιμοποιήσουν οι λίγοι και ισχυροί, αλλά θα μείνουν στις καρδιές όσων τους συναντούν όντας οι γείτονες της διπλανής πόρτας, αυτοί που είναι διαθέσιμοι οτιδήποτε κι αν συμβεί, αυτοί που ξέρουν να αγαπήσουν, να συμπαρασταθούν, ακόμη κι αν δεν μπορούν να απαντήσουν στα ερωτήματα των μεγάλων και τρανών.
Δύο ανθρώπινους τύπους, έναν επιφανή και έναν ταπεινό, συνάντησε ο Χριστός, όταν, μετά τη θεραπεία του δαιμονισμένου των Γαδαρηνών, επιστρέφει στην Καπερναούμ. Από την μία τον αρχισυνάγωγο Ιάειρο, γνωστό και σπουδαίο στην περιοχή, το δωδεκάχρονο κορίτσι του οποίου ήταν ετοιμοθάνατο. Από την άλλη μία αιμορροούσα γυναίκα, η οποία επί δώδεκα έτη ήταν καταδικασμένη να μην μπορεί να προχωρήσει στη ζωή όπως όλες οι άλλες γυναίκες, καθώς η αιμορραγία της φύσης της την καθιστούσε ανίκανη να κάνει οικογένεια, να αγαπήσει, να γεννήσει παιδιά. Ξόδεψε όλη της την περιουσία στους γιατρούς, αλλά δεν κατάφερε τίποτε. Η καταδικαστική αρρώστια επέμενε. Ο Ιάειρος πηγαίνει και παρακαλεί δημόσια τον Χριστό να έρθει στο σπίτι του και να γιατρέψει την άρρωστη θυγατέρα του. Η αιμορροούσα, αισθανόμενη ντροπή για τη ασθένειά της, αλλά και με μεγάλη ταπείνωση «προσελθούσα οπίσω ήψατο του κρασπέδου του ιματίου αυτού και παραχρήμα έστη η ρύσις του αίματος αυτής» (Λουκ. 8, 44). «Πήγε πίσω από τον Ιησού, άγγιξε την άκρη του ρούχου Του κι αμέσως η αιμορραγία της σταμάτησε». Κανείς δεν την είδε, στριμωγμένη κι αυτή μέσα στο πλήθος που περιτριγύριζε τον Ιησού. Μόνο ο Χριστός κατάλαβε ότι έφυγε από Αυτόν δύναμη θεραπευτική. Και όταν απαίτησε να φανερωθεί «ποιος Τον άγγιξε», τότε «τρέμουσα» (Λουκ. 8,47) η γυναίκα έπεσε στα πόδια Του και ομολόγησε ενώπιον όλων την αρρώστια και την ίαση. Για να ακούσει το «θάρσει, θύγατερ. Η πίστις σου σέσωκέ σε. Πορεύου εις ειρήνην» (Λουκ. 8,48). Στη συνέχεια ο Χριστός θα αναστήσει και την νεκρή κόρη του Ιάειρου, δείχνοντας ότι ο Θεός ακούει και βλέπει όσους αγαπούν και πιστεύουν, ανεξαρτήτως αν κάνουν θόρυβο ή μένουν κρυμμένοι.
Ας μείνουμε στην αιμορροούσα γυναίκα. Τρία είναι τα χαρακτηριστικά της παρουσίας της. Πρώτα το ότι προσπάθησε να αντιμετωπίσει την ασθένειά της με τα ανθρώπινα μέσα. Την επιστήμη. Τη γνώση. Δεν έμεινε απαθής στο πρόβλημά της. Μοιρολατρική. Παραιτημένη. Το δεύτερο είναι ότι πίστευε στον Θεό. Πίστευε ότι στα αδύνατα των ανθρώπων υπάρχει η δύναμη του Θεού και αυτή την πίστη την εξέφρασε στο πρόσωπο του Χριστού. Το τρίτο είναι η ταπεινή προσέγγιση. Δεν αισθάνθηκε ικανή να βγει δημόσια να ζητήσει το θαύμα. Άξια να παρακαλέσει ή να απαιτήσει. Μόνο αγγίζει κρυφά το ιμάτιο του Χριστού, δείχνοντας ότι δεν ήθελε τον θόρυβο, αλλά γνώμονάς της η ελπίδα ότι ο Θεός δε θα την απορρίψει για την αμαρτωλότητά της, καθότι εκείνα τα χρόνια η αρρώστια θεωρούνταν ως η τιμωρία από τον Θεό για τις αμαρτίες των ανθρώπων. Και αναγνωρίζοντας τη δική της αναξιότητα, αγγίζει. Και σώζεται.
Δε θέλει θόρυβο η ζωή. Η πίστη. Η σχέση με τον Χριστό. Δε θέλει καμία απαίτηση. Συναίσθηση της αναξιότητάς μας θέλει. Ελπίδα και τόλμη να αγγίξουμε, όχι όμως γιατί δικαιούμαστε, αλλά γιατί Εκείνος μας αγαπά. Δε θέλει θόρυβο ούτε η σύγχρονη ζωή. Δεν έχει νόημα να προβάλλουμε μάταια την εικόνα μας, το πρόσωπό μας, τον εαυτό μας, αλλά μόνο όταν μας ζητηθεί από τον Θεό και τους ανθρώπους όχι για να έχουμε μία πρόσκαιρη δόξα, αλλά για να λειτουργήσει η δύναμη του Θεού και μέσα μας και δι’ ημών στον κόσμο. Γιατί ο Θεός αποκαλύπτεται μέσω των ανθρώπων. Μέσω της πίστης και της αγάπης. Και τότε ακόμη και οι σπουδαίοι, όπως ο Ιάειρος, λαμβάνουν απάντηση δια της παρουσίας του Χριστού στη ζωή τους. Όλη η δόξα του Ιάειρου δεν αξίζει μπροστά στη δύναμη της παρουσίας του Χριστού. Το ίδιο και η περιουσία της αιμορροούσης, ακόμη και η σιωπηλή της κίνηση. Τα πάντα Χριστός. Αυτή είναι η μοναδική αλήθεια την οποία λησμονεί ο κόσμος και που καλούμαστε τελικά δια των αγίων και της δικής μας ζωής να ζούμε και να φανερώνουμε με τις λιγοστές μας δυνάμεις.

Ματαιοδοξία: Λένε για μένα Αύγουστος 17, 2011

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 4Σχόλια

Μια ιστορία μιλούσε για ένα ψηλό φοίνικα που μεγάλωνε δίπλα σε ένα δρόμο και κάτω από αυτόν υπήρχε ένα αγκάθι. Περνούσαν ταξιδιώτες από εκεί και το αγκάθι γρατζουνούσε τον καθένα και αυτού παραπονεμένοι το μάλωναν που δεν το κόβει κανείς, για να μην κάνει κακό στους ανθρώπους.

Το αγκάθι με αυθάδεια είπε στο φοίνικα: «Τι βοηθά εσένα το ύψος σου, αφού κανένας δε μιλάει για σένα; Είσαι ένα τίποτα, ενώ για μένα μιλούν συνέχεια».

Ο φοίνικας απάντησε: «Η δόξα σου είναι μαύρη το ίδιο και εσύ. Εκείνο που λένε για σένα είναι χειρότερο από την σιωπή. Για μένα μιλούν οι άνθρωποι όταν μαζεύουν τους καρπούς από τα κλαριά μου. Σπάνια είναι αλήθεια ακούγονται αυτά τα λόγια, αλλά είναι γεμάτα ευγνωμοσύνη».

Πηγή: Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς: Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται σ. 207—208 | φωτογραφία: tokiipictures | Ευχαριστίες στον Σπύρο Γκ.