jump to navigation

Στ. Σπανουδάκης: Πιστέψτε και μη φοβάστε Αύγουστος 4, 2013

Posted by Παναγιώτα in : Γενικά, Ελληνισμός / Ρωμιοσύνη, Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία, Προσωπικά / Σκέψεις , 3Σχόλια

Ἔρχονται δύσκολοι καιροί, ἀπ’ ὅλες τὶς μεριὲς θὰ μᾶς χτυπᾶνε. Καὶ θὰ ἀντέξουν μόνο αὐτοί, ποῦ μάθανε νωρὶς νὰ ἀγαπᾶνε. Θέτω, ἕνα δικό μου προσωπικὸ δίλημμα. Ἡ στάση μου στὴν σημερινὴ πραγματικότητα, ὡς Ἕλληνα καὶ Χριστιανοῦ ὀρθόδοξου, ποιὰ πρέπει νὰ ‘ναι;
Ἡ προσευχὴ ἡ τὸ μαχαίρι; Μέσα μου, δυὸ πρόσωπα παλεύουν. Τὸ ἕνα, μοῦ ζητάει νὰ πολεμήσω, ὅλους αὐτοὺς ποὺ χρόνια τώρα καταστρέφουν, ὅτι καὶ ὅσους ἀγαπάω. Τὸ ἄλλο μου ζητάει νὰ τοὺς ἀγαπήσω, ἀκόμα κι ἂν μὲ σταυρώνουν. Ἡ εὐτυχής, «δυστυχία» τοῦ Χριστιανοῦ, εἶναι ὅτι πρέπει πάντα καὶ σὲ κάθε τοῦ δίλημμα, νὰ σκέφτεται: Τί θὰ ‘κανε ὁ Χριστὸς στὴ θέση μου;
Λίγο ἂν Τὸν πιστεύεις καὶ ξέρεις τὰ ὅσα εἶπε καὶ κυρίως ὅσα εἶναι, τὸ δίλημμα ἀπαντιέται. Θέλει πολὺ περισσότερη δύναμη, τὸ νὰ ἀγαπᾶς, ἀπὸ τὸ νὰ μισεῖς. Τὸ νὰ ὑπομένεις τὴν ἀδικία, ἀπὸ τὸ νὰ ἐκδικεῖσαι. Τὸ νὰ συγχωρεῖς καὶ νὰ συμπονᾶς, τὸν ἐκτελεστή σου. Ἀλλὰ κυρίως θέλει ἀκλόνητη πίστη στὸν Χριστὸ καὶ τοὺς ἀρχαγγέλους Του, ποῦ εἶναι καθημερινὰ δίπλα μας καὶ δίνουν, τὶς δικές μας μάχες.
Πιστέψτε μὲ καὶ μὴν φοβάστε. Εἶναι πολὺ περισσότεροι καὶ….
δυνατότεροι οἱ φωτεινοὶ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τοὺς ἤδη ἡττημένους καὶ πανικόβλητους, ἄγγελους τοῦ σκότους καὶ τοὺς γήινους ἐκπροσώπους τους.
Τελικὰ ἀπαντάω ὡς ἑξῆς στὸ δίλημμα: Μαζί σου Χριστέ μου. Μόνο δυνάμωσε τὴν φτωχή μου πίστη καὶ δεῖξε μου γιὰ λίγο τὶς οὐράνιες δυνάμεις Σου, νὰ παρηγορηθῶ καὶ νὰ πάρω τὸ κουράγιο καὶ τὴν δύναμη ποὺ χρειάζομαι γιὰ νὰ συνεχίσω.

Ἀμήν!
Πηγή: orthodoxia-ellhnismos.gr

Ευχαριστίες στο Σπύρο Γκ.

Ωζ – Άγγελος Σεντάτ, ένας Ορθόδοξος Τούρκος Ιούνιος 20, 2013

Posted by Παναγιώτα in : Βίντεο, Γενικά, Ορθοδοξία / Εκκλησία, Προσωπικά / Σκέψεις , 1 comment so far

Ο Άγγελος γνώρισε την Ορθοδοξία από τους Ρωμιούς γείτονές του στην Πόλη. Ελκύστηκε από αυτή και βαπτίστηκε. Στο βίντεο αφηγείται την ιστορία του καθώς και σκέψεις του για το τι σημαίνει να είσαι Ορθόδοξος.

YouTube Preview Image

Πηγή: Orthodox Christian TV

Πιστεύω στο Θεό, αλλά η Εκκλησία δεν έχει νόημα Απρίλιος 16, 2013

Posted by Παναγιώτα in : Γενικά, Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία, Προσωπικά / Σκέψεις , 1 comment so far

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Πόσες φορές δεν ακούμε στην ζωή μας μέσα στον κόσμο την εξής κατηγορία: «Πιστεύω στο Θεό, αλλά νιώθω ότι η Εκκλησία δεν έχει να μου πει κάτι. Ο κλήρος της δεν μπορεί να με κάνει να πιστέψω, γιατί απέχει πολύ από αυτό που θέλει ο Χριστός». Προσέχουμε τι κάνουν οι ιερείς, πώς φέρονται, αν πορεύονται σύμφωνα με τα πρότυπα που έχουμε στη σκέψη μας γι’ αυτούς. Και όχι μόνο αυτό. Τα τελευταία χρόνια, μέσα από τα ΜΜΕ και την πολεμική που κατά καιρούς ασκείται κατά της Εκκλησίας, η συγκεκριμένη κατηγορία παίρνει διαστάσεις. Ενίοτε γίνεται και η τετριμμένη δικαιολογία στα χείλη των ανθρώπων, γιατί, παρόλο που δεν θέλουν να το παραδεχτούν, η συνείδησή τους τούς ελέγχει για το γεγονός ότι έχουν περιθωριοποιήσει το Θεό από τη ζωή τους. Δεν είναι όμως σε θέση να το παραδεχθούν με ειλικρίνεια. Έτσι, προσαρμόζονται στα δεδομένα ενός άθεου πολιτισμού, ο οποίος θεωρεί την θρησκευτική πίστη και ζωή, όπως αυτή εκφράζεται μέσω της Εκκλησίας, ως ιδιωτικό γεγονός και μάλιστα ξεπερασμένο για το σύνολο. Τα πρόσωπα είναι πάντοτε εύκολος στόχος, όταν δεν θέλουμε να ψάξουμε την ουσία στη ζωή μας.

Αυτή την κατηγορία, διατυπωμένη όμως με παράπονο και απογοήτευση και όχι με απόρριψη, εξέφρασε και ο πατέρας που έβλεπε το παιδί του να πάσχει από δαιμονικό πνεύμα και το έφερε στο Χριστό, λίγο μετά την Μεταμόρφωσή Του. Δεν θέλησε να το πάει πρώτα στον Κύριο, γιατί δεν Τον είδε ανάμεσά τους. Ο Χριστός κατέβαινε με τους τρεις, τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, από το Θαβώρ. Οι υπόλοιποι μαθητές δεν μπόρεσαν να κάνουν καλά το παιδί με το δαιμονικό πνεύμα, παρότι ο Χριστός τους είχε δώσει την ευλογία να κηρύττουν το μήνυμα του Ευαγγελίου και να θαυματουργούν στο όνομά Του, όπως επίσης και είχαν δει τα δαιμόνια να υποτάσσονται σ’ αυτό το όνομα. Όμως, στην συγκεκριμένη περίπτωση, οι μαθητές δεν μπόρεσαν να δώσουν στον πατέρα αυτό που επιζητούσε. Έτσι, εκείνος, όταν ο Χριστός εμφανίζεται ενώπιον όλων, του λέει για το δαιμόνιο: «είπον τοις μαθηταίς σου ίνα αυτό εκβάλωσι, και ουκ ίσχυσαν» (Μάρκ. 9, 18).

Γιατί όμως δεν κατάφεραν οι μαθητές να εκδιώξουν το δαιμόνιο; Η απάντηση βρίσκεται στα λόγια του Χριστού, ο οποίος χαρακτηρίζει τη γενιά των Ιουδαίων «άπιστη». ΟΙ μαθητές δεν ήταν μάγοι. Ήταν άνθρωποι που πίστευαν στο Χριστό. Δεν είχαν μέσα τους μαγικές δυνάμεις, ούτε ήταν θαυματοποιοί. Δεν έκαναν θαύματα κατά παραγγελίαν, ούτε ήταν επαγγελματίες οπαδοί ενός ξεχωριστού προσώπου. Η σχέση του ανθρώπου με το Θεό δεν μπορεί να εγκλωβιστεί στο επίπεδο μιας μαγικής συναλλαγής. «Δώσε μου», για να πιστέψω. «Ικανοποίησέ μου την επιθυμία και το θέλημά μου κι εγώ θα είμαι κοντά Σου». Αυτή η στάση δεν έχει να κάνει με την πίστη, δηλαδή την εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού και στον Θεό ως Πρόσωπο, αλλά ικανοποιεί την ανθρώπινη ιδιοτέλεια και ανάγκη να πετύχει στόχους στη ζωή. Όμως ο Θεός ζητά από εμάς πρωτίστως αγάπη και εμπιστοσύνη στο Πρόσωπό Του και όχι συναλλαγή.

Ταυτόχρονα, όταν οι μαθητές Του θα ρωτήσουν το Χριστό «γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να βγάλουμε αυτό το δαιμονικό πνεύμα;» (Μάρκ. 9, 28), ο Χριστός θα τους απαντήσει ξεκάθαρα ότι το γένος των δαιμόνων, η δύναμη του κακού, δεν εξέρχεται από την ανθρώπινη ύπαρξη παρά μόνο με την προσευχή και τη νηστεία. Η προσευχή είναι η σπουδαιότερη κίνηση εμπιστοσύνης του ανθρώπου προς το Θεό. Μέσα από την προσευχή η ύπαρξη αφήνεται σ’ Αυτόν που την αγαπά και αποδέχεται το θέλημά Του. Η νηστεία είναι ο μικρότερος ή μεγαλύτερος κόπος που καταβάλλει ο άνθρωπος για να μπορέσει να προσαρμόσει τη ζωή του στο Ευαγγέλιο και την Αλήθεια που αυτό φανερώνει, δηλαδή στο λόγο και τη ζωή που ο Χριστός μας διδάσκει. Η νηστεία είναι εκκοπή του θελήματός μας, είναι αλλαγή όχι μόνο διατροφής, αλλά κυρίως της επιθυμίας μας να ζούμε ελεύθερα, χωρίς όμως Θεό, και να απολαμβάνουμε τα πάντα.

Άρα, ο Χριστός απορρίπτει την μαγική λογική της ισχύος έναντι του κόσμου και έναντι του κακού. Δείχνει στους μαθητές Του ότι δεν μπορούν με γνώμονα την αυτάρκειά τους και την προσωπική τους ικανότητα να σώσουν τον άνθρωπο και σωματικά και πνευματικά, αλλά μόνο δια της πίστεως σ’ Εκείνον. Κι αυτή η πίστη εκφράζεται μέσα από την προσευχή και τη νηστεία. Μάς δίνει ο Θεός, αλλά Εκείνος κρίνει τι και πώς και πότε. Ζητά όμως από εμάς, συγκαταβαίνοντας στις ανάγκες μας, να Του προσφέρουμε την εμπιστοσύνη, την προσευχή και τη νηστεία, δηλαδή να κάνουμε πράξη το θέλημά Του μέσα στον τρόπο ζωής της Εκκλησίας.

Κάθε φορά που ακούμε την κατηγορία εναντίον του κλήρου και ζητούμε μαγικά από το Θεό να μας δώσει στη ζωή μας ή ισχυριζόμαστε ότι μπορούμε να έχουμε σχέση με το Θεό εκτός της ζωής της Εκκλησίας, εκτός δηλαδή του τρόπου τον οποίον Εκείνος μας υπέδειξε, παραδίδουμε τον εαυτό μας στις δυνάμεις του κακού, που μας καταλαμβάνουν γιατί μας βρίσκουν δίχα Χριστού και δίχα Εκκλησίας στη ζωή μας. Είναι εύκολο να λιθοβολούμε πρόσωπα, για να δικαιώσουμε τους εαυτούς μας και τις επιλογές μας ή να λειτουργούμε στα πλαίσια του πολιτισμού μας, χωρίς Θεό και συνείδηση. Όμως χωρίς την Εκκλησία και τη ζωή της, χωρίς την πίστη, την προσευχή και τη νηστεία, σώματος και ψυχής, ας μην περιμένουμε ότι θα βρούμε λύτρωση από τις δυσκολίες που το κακό προξενεί τόσο στον κόσμο όσο και στη ζωή μας. Όχι γιατί ο Θεός δεν μπορεί να το καθυποτάξει και να μας δώσει ό,τι ποθούμε. Αλλά γιατί τότε θα προσέκρουε στην ελευθερία μας και στην ανάγκη να την αποδεικνύουμε καταβάλλοντας λίγο κόπο.

Αυτά όλα βεβαίως δεν δικαιολογούν συμπεριφορές και στάσεις ζωής από την μεριά των ταγών της Εκκλησίας που σκανδαλίζουν ή τραυματίζουν τους αδύναμους ανθρώπους. Όμως, όπως υπάρχουν τα κακά παραδείγματα, υπάρχει και ο τρόπος και ο δρόμος των Αγίων μας. Ας διδαχθούμε από αυτούς τουλάχιστον και ο Χριστός δεν θα μας αφήσει.

Κέρκυρα, 14 Απριλίου 2013

Το «ακριβώς» της Δύσης και το «περίπου» της Ανατολής Ιανουάριος 26, 2013

Posted by Παναγιώτα in : Ελληνισμός / Ρωμιοσύνη, Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία, Προσωπικά / Σκέψεις , 6Σχόλια
Αντώνης Παπαγιάννης*
Συχνά ακούμε ή χρησιμοποιούμε την ρήση ‘Ανήκομεν εις την Δύσιν’. Έγινε ‘κλισέ’ από τότε που την πρωτοξεστόμισε ο παλιός Καραμανλής. Ως χαρακτήρες όμως οι σύγχρονοι Έλληνες εμφανιζόμαστε διχασμένοι: είμαστε Δυτικοί ή Ανατολίτες; Σαν τον Κολοσσό της Ρόδου, ιστορικά πατούμε με το ένα πόδι σε κάθε πλευρά της νοητής γραμμής που χωρίζει τους δυο κόσμους. Μας διεκδικεί η Δύση (βέβαια από τότε που πρωτοέγραψα το κείμενο ίσως να έχουν αλλάξει τα πράγματα…), την θέλουμε κι εμείς για πολλούς λόγους, που συνδέονται (καλώς ή κακώς) με το άμεσο συμφέρον και την οικονομική επιβίωσή μας. Ωστόσο, δεν μπορούμε να αποβάλουμε τη γονιδιακή, ιστορική και πολιτισμική σχέση μας με την Ανατολή. ‘Δική σου είμαστε φυλή’, της τραγουδούσε πριν μερικά χρόνια ο Μανώλης Μητσιάς, όχι χωρίς λόγο.
Συχνά ως ‘Έλληνας’ θεωρείται το ιδεώδες του κλασικά παιδευμένου και αναθρεμμένου ανθρώπου (όπως τον φαντάζεται η Δύση), σε αντιδιαστολή με τον ‘Ρωμιό’, που βιώνει και εκφράζει τα χαρακτηριστικά της Ανατολής. Ο μακαρίτης Patrick Leigh Fermor στο βιβλίο του ‘Ρούμελη’ απαριθμεί 64 διαφορές του ‘Έλληνα’ από τον ‘Ρωμιό’. Χαρακτηριστική η τελευταία: Οι κίονες του Παρθενώνα από τη μια, οι τρούλοι της Αγια-Σοφιάς από την άλλη. Στις τόσο εύστοχες διαπιστώσεις και αντιδιαστολές του, ας προσθέσω πρόχειρα μερικές ακόμη, παρμένες και από την τρέχουσα επικαιρότητα:
Δύση Ανατολή
1 + 1 = 2                                                       «Χίλιοι καλοί χωράνε»
Ισοσκελισμένος προϋπολογισμός            «Πέντε πάνω, πέντε κάτω»
Πλεονάζον προσωπικό (‘εφεδρεία’)          «Κάπου να χωθεί και το παιδί»
Αξιοκρατία                                                   «Δικός μας είναι αυτός»
Τιμές ορισμένες                                           Υποχρεωτικό παζάρεμα
Τιμή + ΦΠΑ                                                 «Με απόδειξη ή χωρίς;»
Στις 5.30 ακριβώς                                       «Πεντέμιση με έξι» (και βάλε…)
Λογική                                                          Συναίσθημα
Νους                                                              Καρδιά
Ένα πρόχειρο πολιτισμικό παράδειγμα αυτής της διαφοράς αποτελεί η μουσική. Η εκλεπτυσμένη αρμονική πολυφωνία της Δύσης και το ανατολίτικο ‘μακάμι’ είναι δυο διαφορετικά πράγματα. Έτσι, δεν μπορείς να συνταιριάσεις την αρμονία των φωνών σ’ ένα αναγεννησιακό μαδριγάλι αν ‘παίζεις’ αυθαίρετα με το τονικό ύψος και τα διαστήματα των φθόγγων. Αντίθετα, στα μέλη της Ανατολής η ‘έλξη’ των φθόγγων είναι πανταχού παρούσα, και η αναλελυμένη εκτέλεση ενός ‘παπαδικού’ βυζαντινού μέλους είναι περισσότερο υπόθεση φωνητικής ευελιξίας του ψάλτη παρά συνθετικής έμπνευσης του μουσουργού. Πριν από έναν αιώνα ένας θεωρητικός της δυτικής μουσικής υποστήριζε με πάθος ότι δεν υπάρχει μουσικό διάστημα μικρότερο από το ημιτόνιο. Τα συνεχή γλιστρήματα (glissando) της φωνής ενός μουεζίνη, ή ενός καλού ψάλτη, του ήταν αδιανόητα, διότι δεν μπορούσε να τα χωρέσει μέσα στο θεωρητικό του σχήμα. Και πρακτικά, ένας καλός κλασικός τενόρος δύσκολα ακούγεται ευχάριστα ως παραδοσιακός ψάλτης, και αντιστρόφως.
Οι διαφορές Δύσης και Ανατολής δεν είναι μόνο ιστορικές, φυλετικές, πολιτισμικές. Είναι πρωτίστως θεολογικές: άλλο δυτικός και άλλο ανατολικός Χριστιανισμός. Η Δύση ερμηνεύει ορθολογικά ακόμη και τα μυστήρια, όπως τη μετάνοια: πες τόσα ‘Άβε Μαρία’ και τόσα ‘Πάτερ ημών’, και ξεχρέωσες. Η δικανική δυτική αντίληψη (νόμος->παράβαση -> ποινή) είναι τελείως διαφορετική από την Ορθόδοξη ανατολική θεώρηση της αμαρτίας ως ασθένειας (‘ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού…’): «Θέλεις υγιής γενέσθαι;» ρωτάει ο Κύριος τον παράλυτο. Ο άνθρωπος είναι το ‘μέγα τραύμα’ που πρέπει να ιαθεί, όχι να τιμωρηθεί. Ο ασθενής Χριστιανός μπορεί ‘μιά ροπή’ να σωθεί, όπως μας λέει η υμνολογία της Μ. Πέμπτης για τον ληστή στο σταυρό. «Ένι (= υπάρχει) μετάνοια, αββά;», ρωτάει η μετανοημένη αμαρτωλή Ταϊσία τον Αββά Ιωάννη τον Κολοβό (Γεροντικό), και ανέρχεται στον ουρανό την ίδια νύχτα, χωρίς να προλάβει να κάνει καμιά άλλη πράξη μετανοίας.
Με το πνεύμα αυτό μπορούμε να διακρίνουμε τις δυο έννοιες του όρου ‘οικονομία’. Υπό αυστηρή γλωσσική έννοια η ‘νομή’ σημαίνει την διαχείριση του οίκου, άρα απαιτεί ακριβολογία και συνέπεια. Από την άλλη, το ‘κατ’ οικονομίαν’ στην Ορθόδοξη Ανατολή σημαίνει να αφήνουμε περιθώριο για ενέργεια του Θεού που οικονομεί τα πάντα ‘προς το του πλάσματος συμφέρον’. Εδώ η ‘νομή’ περιλαμβάνει και φιλάνθρωπη ανοχή, περιχώρηση, τακτοποίηση του αδελφού, που μπορεί να μην ακολουθεί πάντα αυστηρά καθορισμένους τυπολατρικούς δρόμους. Όπως λένε στο Άγιον Όρος, «ψαλώ τω Θεώ μου όπως μπορώ»: ακόμη και ο αδελφός που είναι μουσικά άσχετος ή παράφωνος αφήνεται να συνεισφέρει στην ψαλμωδία, για να μη χαλάσει η αγάπη. Το Σάββατο έγινε για τον άνθρωπο, όχι ο άνθρωπος για το Σάββατο.
Η δυτική προσέγγιση, με την αναγωγή της λογικής σε υπέρτατη αξία, οδηγεί εύκολα στην απαίτηση για το ‘αλάθητο’ (= όλα μπορούν να προβλεφθούν και να προληφθούν με τη λογική, άρα κάθε σφάλμα έχει υποχρεωτικά και τον ένοχό του). Αντίθετα, στην Ανατολή η έμφαση δίνεται στην ταπείνωση: αναγνωρίζουμε ότι δεν είμαστε τέλειοι, άρα πάντα υπάρχει περιθώριο ανθρωπίνου λάθους, που θα προσπαθήσουμε κατά το δυνατό να μειώσουμε, αλλά και θα το ανεχθούμε στον κάθε ατελή συνάνθρωπο.
Έχουμε όμως συνηθίσει να σκεφτόμαστε δικανικά: όλοι ζητούμε το δίκαιο (που, κατά περίεργο τρόπο, πάντα είναι με το μέρος μας), την τιμωρία του άλλου που (πιστεύουμε ότι) αδίκησε εμάς ή την κοινωνία γενικότερα, την ικανοποίηση του ‘κοινού περί δικαίου αισθήματος’. Έχουμε την πέτρα έτοιμη στα χέρια για να εφαρμόσουμε τον Νόμο απέναντι στον παραβάτη. Από την άλλη, ακούμε από τον ίδιο τον Χριστό ότι πρέπει να συγχωρούμε «έως εβδομηκοντάκις επτά», «οσάκις αν αμάρτη εις σε ο αδελφός σου…». Αυτό είναι ανήκουστο για το δυτικό ‘γράμμα του νόμου’, που θέλει τον παραβάτη να πληρώνει μέχρι και το τελευταίο ευρώ.
Όλα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω σαν σκέψεις δεν σημαίνουν ότι αποδεχόμαστε ολοκληρωτικά και ασυζήτητα τη μια πλευρά και απορρίπτουμε κατηγορηματικά την άλλη. Μπορεί οι προτιμήσεις μας (ή τα γονίδιά μας, αν θέλετε) να τείνουν περισσότερο προς την πλευρά της Ανατολής, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αρετές και στη Δύση. Ούτε σημαίνει ότι όλα όσα—σωστά ή εσφαλμένα—βαφτίζουμε ως ‘ανατολική παράδοση’ είναι όντως έτσι, και είναι πρέποντα. Έτσι π.χ. συχνά οικτείρουμε την τυπολατρία των Δυτικών, και ανεχόμαστε την Ανατολίτικη οχλαγωγία (ιδίως σε εκκλησιαστικούς χώρους) περίπου ως φυσιολογική κατάσταση, ξεχνώντας το «πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω» και το «ουκ έστιν ο Θεός ακαταστασίας, αλλά ειρήνης» του Αποστόλου Παύλου.
Χρειαζόμαστε και τη μια και την άλλη θεώρηση, με μέτρο και στο κατάλληλο μίγμα, κι εδώ είναι απαραίτητη η αρετή της διάκρισης: πού σταματάει η ‘οικονομία’ και αρχίζει η ασυδοσία; Πολύ πρόχειρα, θα πρέπει να είμαστε αυστηροί με τον εαυτό μας και να ενεργούμε φιλάνθρωπα προς τους άλλους. Καλοί οι υπολογισμοί, αλλά να αφήνουμε περιθώριο και για τα έκτακτα συμβάντα, να αποδεχόμαστε να μας χαλούν κάποια σχέδια οι άνθρωποι, αλλά και ο Θεός. Και να βάζουμε στην άκρη τους λεπτομερειακά σχεδιασμένους προϋπολογισμούς προκειμένου να διακονήσουμε τους αδελφούς.
Γιατί τα έγραψα όλα αυτά; Διότι δυστυχώς τις τελευταίες δεκαετίες προσπαθήσαμε, μεταξύ άλλων νεωτερισμών στη χώρα μας, να μπούμε σε δυτικές λέσχες και να παίξουμε δυτικά οικονομικά ‘παίγνια’, με ανατολίτικο όμως τρόπο, με τα γνωστά αποτελέσματα. Από τη μεριά τους, οι Γερμανοί, Ολλανδοί και άλλοι ‘εταίροι’ επιχειρούν να προσεγγίσουν και να ερμηνεύσουν το ‘οριεντάλ’ πολίτευμά μας με καθαρώς δυτικά κριτήρια. Ακόμη κι αν (αφελώς σκεπτόμενοι) δεν τους καταλογίσουμε κανενός είδους δόλο, ερωτούμε: με τι προσόντα;

* O κ. Παπαγιάννης είαναι Ιατρός πνευμονολόγος.

Αντώνης Παπαγιάννης*
Συχνά ακούμε ή χρησιμοποιούμε την ρήση ‘Ανήκομεν εις την Δύσιν’. Έγινε ‘κλισέ’ από τότε που την πρωτοξεστόμισε ο παλιός Καραμανλής. Ως χαρακτήρες όμως οι σύγχρονοι Έλληνες εμφανιζόμαστε διχασμένοι: είμαστε Δυτικοί ή Ανατολίτες; Σαν τον Κολοσσό της Ρόδου, ιστορικά πατούμε με το ένα πόδι σε κάθε πλευρά της νοητής γραμμής που χωρίζει τους δυο κόσμους. Μας διεκδικεί η Δύση (βέβαια από τότε που πρωτοέγραψα το κείμενο ίσως να έχουν αλλάξει τα πράγματα…), την θέλουμε κι εμείς για πολλούς λόγους, που συνδέονται (καλώς ή κακώς) με το άμεσο συμφέρον και την οικονομική επιβίωσή μας. Ωστόσο, δεν μπορούμε να αποβάλουμε τη γονιδιακή, ιστορική και πολιτισμική σχέση μας με την Ανατολή. ‘Δική σου είμαστε φυλή’, της τραγουδούσε πριν μερικά χρόνια ο Μανώλης Μητσιάς, όχι χωρίς λόγο.
Συχνά ως ‘Έλληνας’ θεωρείται το ιδεώδες του κλασικά παιδευμένου και αναθρεμμένου ανθρώπου (όπως τον φαντάζεται η Δύση), σε αντιδιαστολή με τον ‘Ρωμιό’, που βιώνει και εκφράζει τα χαρακτηριστικά της Ανατολής. Ο μακαρίτης Patrick Leigh Fermor στο βιβλίο του ‘Ρούμελη’ απαριθμεί 64 διαφορές του ‘Έλληνα’ από τον ‘Ρωμιό’. Χαρακτηριστική η τελευταία: Οι κίονες του Παρθενώνα από τη μια, οι τρούλοι της Αγια-Σοφιάς από την άλλη. Στις τόσο εύστοχες διαπιστώσεις και αντιδιαστολές του, ας προσθέσω πρόχειρα μερικές ακόμη, παρμένες και από την τρέχουσα επικαιρότητα:
Δύση- Ανατολή
1 + 1 = 2                                                       «Χίλιοι καλοί χωράνε»
Ισοσκελισμένος προϋπολογισμός            «Πέντε πάνω, πέντε κάτω»
Πλεονάζον προσωπικό (‘εφεδρεία’)          «Κάπου να χωθεί και το παιδί»
Αξιοκρατία                                                   «Δικός μας είναι αυτός»
Τιμές ορισμένες                                           Υποχρεωτικό παζάρεμα
Τιμή + ΦΠΑ                                                 «Με απόδειξη ή χωρίς;»
Στις 5.30 ακριβώς                                       «Πεντέμιση με έξι» (και βάλε…)
Λογική                                                          Συναίσθημα
Νους                                                              Καρδιά
Ένα πρόχειρο πολιτισμικό παράδειγμα αυτής της διαφοράς αποτελεί η μουσική. Η εκλεπτυσμένη αρμονική πολυφωνία της Δύσης και το ανατολίτικο ‘μακάμι’ είναι δυο διαφορετικά πράγματα. Έτσι, δεν μπορείς να συνταιριάσεις την αρμονία των φωνών σ’ ένα αναγεννησιακό μαδριγάλι αν ‘παίζεις’ αυθαίρετα με το τονικό ύψος και τα διαστήματα των φθόγγων. Αντίθετα, στα μέλη της Ανατολής η ‘έλξη’ των φθόγγων είναι πανταχού παρούσα, και η αναλελυμένη εκτέλεση ενός ‘παπαδικού’ βυζαντινού μέλους είναι περισσότερο υπόθεση φωνητικής ευελιξίας του ψάλτη παρά συνθετικής έμπνευσης του μουσουργού. Πριν από έναν αιώνα ένας θεωρητικός της δυτικής μουσικής υποστήριζε με πάθος ότι δεν υπάρχει μουσικό διάστημα μικρότερο από το ημιτόνιο. Τα συνεχή γλιστρήματα (glissando) της φωνής ενός μουεζίνη, ή ενός καλού ψάλτη, του ήταν αδιανόητα, διότι δεν μπορούσε να τα χωρέσει μέσα στο θεωρητικό του σχήμα. Και πρακτικά, ένας καλός κλασικός τενόρος δύσκολα ακούγεται ευχάριστα ως παραδοσιακός ψάλτης, και αντιστρόφως.
Οι διαφορές Δύσης και Ανατολής δεν είναι μόνο ιστορικές, φυλετικές, πολιτισμικές. Είναι πρωτίστως θεολογικές: άλλο δυτικός και άλλο ανατολικός Χριστιανισμός. Η Δύση ερμηνεύει ορθολογικά ακόμη και τα μυστήρια, όπως τη μετάνοια: πες τόσα ‘Άβε Μαρία’ και τόσα ‘Πάτερ ημών’, και ξεχρέωσες. Η δικανική δυτική αντίληψη (νόμος->παράβαση -> ποινή) είναι τελείως διαφορετική από την Ορθόδοξη ανατολική θεώρηση της αμαρτίας ως ασθένειας (‘ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού…’): «Θέλεις υγιής γενέσθαι;» ρωτάει ο Κύριος τον παράλυτο. Ο άνθρωπος είναι το ‘μέγα τραύμα’ που πρέπει να ιαθεί, όχι να τιμωρηθεί. Ο ασθενής Χριστιανός μπορεί ‘μιά ροπή’ να σωθεί, όπως μας λέει η υμνολογία της Μ. Πέμπτης για τον ληστή στο σταυρό. «Ένι (= υπάρχει) μετάνοια, αββά;», ρωτάει η μετανοημένη αμαρτωλή Ταϊσία τον Αββά Ιωάννη τον Κολοβό (Γεροντικό), και ανέρχεται στον ουρανό την ίδια νύχτα, χωρίς να προλάβει να κάνει καμιά άλλη πράξη μετανοίας.
Με το πνεύμα αυτό μπορούμε να διακρίνουμε τις δυο έννοιες του όρου ‘οικονομία’. Υπό αυστηρή γλωσσική έννοια η ‘νομή’ σημαίνει την διαχείριση του οίκου, άρα απαιτεί ακριβολογία και συνέπεια. Από την άλλη, το ‘κατ’ οικονομίαν’ στην Ορθόδοξη Ανατολή σημαίνει να αφήνουμε περιθώριο για ενέργεια του Θεού που οικονομεί τα πάντα ‘προς το του πλάσματος συμφέρον’. Εδώ η ‘νομή’ περιλαμβάνει και φιλάνθρωπη ανοχή, περιχώρηση, τακτοποίηση του αδελφού, που μπορεί να μην ακολουθεί πάντα αυστηρά καθορισμένους τυπολατρικούς δρόμους. Όπως λένε στο Άγιον Όρος, «ψαλώ τω Θεώ μου όπως μπορώ»: ακόμη και ο αδελφός που είναι μουσικά άσχετος ή παράφωνος αφήνεται να συνεισφέρει στην ψαλμωδία, για να μη χαλάσει η αγάπη. Το Σάββατο έγινε για τον άνθρωπο, όχι ο άνθρωπος για το Σάββατο.
Η δυτική προσέγγιση, με την αναγωγή της λογικής σε υπέρτατη αξία, οδηγεί εύκολα στην απαίτηση για το ‘αλάθητο’ (= όλα μπορούν να προβλεφθούν και να προληφθούν με τη λογική, άρα κάθε σφάλμα έχει υποχρεωτικά και τον ένοχό του). Αντίθετα, στην Ανατολή η έμφαση δίνεται στην ταπείνωση: αναγνωρίζουμε ότι δεν είμαστε τέλειοι, άρα πάντα υπάρχει περιθώριο ανθρωπίνου λάθους, που θα προσπαθήσουμε κατά το δυνατό να μειώσουμε, αλλά και θα το ανεχθούμε στον κάθε ατελή συνάνθρωπο.
Έχουμε όμως συνηθίσει να σκεφτόμαστε δικανικά: όλοι ζητούμε το δίκαιο (που, κατά περίεργο τρόπο, πάντα είναι με το μέρος μας), την τιμωρία του άλλου που (πιστεύουμε ότι) αδίκησε εμάς ή την κοινωνία γενικότερα, την ικανοποίηση του ‘κοινού περί δικαίου αισθήματος’. Έχουμε την πέτρα έτοιμη στα χέρια για να εφαρμόσουμε τον Νόμο απέναντι στον παραβάτη. Από την άλλη, ακούμε από τον ίδιο τον Χριστό ότι πρέπει να συγχωρούμε «έως εβδομηκοντάκις επτά», «οσάκις αν αμάρτη εις σε ο αδελφός σου…». Αυτό είναι ανήκουστο για το δυτικό ‘γράμμα του νόμου’, που θέλει τον παραβάτη να πληρώνει μέχρι και το τελευταίο ευρώ.
Όλα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω σαν σκέψεις δεν σημαίνουν ότι αποδεχόμαστε ολοκληρωτικά και ασυζήτητα τη μια πλευρά και απορρίπτουμε κατηγορηματικά την άλλη. Μπορεί οι προτιμήσεις μας (ή τα γονίδιά μας, αν θέλετε) να τείνουν περισσότερο προς την πλευρά της Ανατολής, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αρετές και στη Δύση. Ούτε σημαίνει ότι όλα όσα—σωστά ή εσφαλμένα—βαφτίζουμε ως ‘ανατολική παράδοση’ είναι όντως έτσι, και είναι πρέποντα. Έτσι π.χ. συχνά οικτείρουμε την τυπολατρία των Δυτικών, και ανεχόμαστε την Ανατολίτικη οχλαγωγία (ιδίως σε εκκλησιαστικούς χώρους) περίπου ως φυσιολογική κατάσταση, ξεχνώντας το «πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω» και το «ουκ έστιν ο Θεός ακαταστασίας, αλλά ειρήνης» του Αποστόλου Παύλου.
Χρειαζόμαστε και τη μια και την άλλη θεώρηση, με μέτρο και στο κατάλληλο μίγμα, κι εδώ είναι απαραίτητη η αρετή της διάκρισης: πού σταματάει η ‘οικονομία’ και αρχίζει η ασυδοσία; Πολύ πρόχειρα, θα πρέπει να είμαστε αυστηροί με τον εαυτό μας και να ενεργούμε φιλάνθρωπα προς τους άλλους. Καλοί οι υπολογισμοί, αλλά να αφήνουμε περιθώριο και για τα έκτακτα συμβάντα, να αποδεχόμαστε να μας χαλούν κάποια σχέδια οι άνθρωποι, αλλά και ο Θεός. Και να βάζουμε στην άκρη τους λεπτομερειακά σχεδιασμένους προϋπολογισμούς προκειμένου να διακονήσουμε τους αδελφούς.
Γιατί τα έγραψα όλα αυτά; Διότι δυστυχώς τις τελευταίες δεκαετίες προσπαθήσαμε, μεταξύ άλλων νεωτερισμών στη χώρα μας, να μπούμε σε δυτικές λέσχες και να παίξουμε δυτικά οικονομικά ‘παίγνια’, με ανατολίτικο όμως τρόπο, με τα γνωστά αποτελέσματα. Από τη μεριά τους, οι Γερμανοί, Ολλανδοί και άλλοι ‘εταίροι’ επιχειρούν να προσεγγίσουν και να ερμηνεύσουν το ‘οριεντάλ’ πολίτευμά μας με καθαρώς δυτικά κριτήρια. Ακόμη κι αν (αφελώς σκεπτόμενοι) δεν τους καταλογίσουμε κανενός είδους δόλο, ερωτούμε: με τι προσόντα;
* O κ. Παπαγιάννης είαναι Ιατρός πνευμονολόγος.
Πηγή: Αντίφωνο