jump to navigation

Τρία Πρόσωπα: Οι Επιθυμίες και η Θυσία (διήγημα) Μάιος 2, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

bike-desire

π. Δημητρίου Μπόκου

Ἄστραψα καὶ βρόντηξα, ἀλλὰ μόνο μέσα μου. Ποῦ νὰ τολμήσω νὰ βγάλω ἄχνα μπροστὰ στὸν πατέρα μου! Ὁ τόνος τῆς φωνῆς του ἦταν ἀπόλυτος.
– Πέντε μέρες εἶναι πολλές. Δὲν ξαναβρίσκονται εὔκολα. Ξέχνα το γιὰ φέτος. Δὲν θὰ πᾶς πουθενά!
Ἡ ἀδελφή μου στράβωσε τὸ μοῦτρο της κοροϊδευτικὰ σὰν νὰ μοῦ ’λεγε:
– Δὲν στά ’λεγα;
Ἔβραζα, μὰ τί νά ’κανα; Τέλειωσα βιαστικὰ τὸ φαγητό μου, ση-κώθηκα, πῆγα στὸ δωμάτιό μου. Μόλις ὅμως ἔκλεισα τὴν πόρτα πίσω μου, ξεσπάθωσα. Ἔσκισα μὲ μιὰ κλωτσιὰ τὸ χνουδωτὸ ἐλεφαντάκι τοῦ μικρότερου ἀδελφοῦ μου, χτύπησα τὴ γροθιά μου στὸ γραφεῖο (ὄχι καὶ πολὺ δυνατὰ – γιὰ νὰ λέμε τὴν ἀλήθεια – γιατὶ ποιὸς ἀντέχει τὸν πόνο;), σωριάστηκα πικραμένος στὴν πολυθρόνα. Μοῦ ’ρχόταν νὰ κλάψω ἀπ’ τὸν θυμό μου.
– Μὰ δὲν ὑποφέρεται ἄλλο πιά! οὔρλιαξε ἡ ξαναμμένη σκέψη μου μὲς στὸ κεφάλι μου. Σκέτο μαρτύριο ἡ φετινὴ χρονιά. Πᾶνε οἱ βόλτες, κόπηκε ἡ διασκέδαση σχεδὸν ἐντελῶς. Χάνω τώρα καὶ τὴν πενθήμερη στὴ Ρόδο. Αὐτὸ θὰ πεῖ Γ΄ Λυκείου. Διαζύγιο ἀπ’ τὴ ζωή. Διάβασμα καὶ μόνο διάβασμα. Μέρα νύχτα τὸ ἴδιο τροπάριο στὸν ἴδιο ἦχο.
Ποῦ νὰ μιλήσω καὶ γιὰ τίποτε περισσότερο! Ποὺ φλερτάρω λ.χ. τὴν καινούργια Kawasaki καί, πιστὸς στὸ ραντεβού μου κάθε μέρα, περνάω νὰ τὴ δῶ στὴ βιτρίνα τῆς ἀντιπροσωπείας. Λάγνο τὸ βλέμμα μου τὴν ἀγκαλιάζει. Μπαίνω καμμιὰ φορὰ καὶ μέσα νὰ τὴν ἀπολαύσω ἀπὸ κοντά. Διπλὲς ἐξατμίσεις, ἀστραφτερὴ φινέτσα, φουτουριστικὴ γραμμή. Ὄνειρο! Κλείνω τὰ μάτια μου νὰ φανταστῶ τὸν ἑαυτό μου νὰ μεταρσιώνεται ἀπὸ τὴ μέθη τῆς ταχύτητας, τὴν ἀσυγκράτητη δύναμη, τὴ γοητεία τῆς οὐτοπίας. Ἀλλὰ ποῦ νὰ τολμήσω νὰ μιλήσω γιὰ τέτοια; Πόσο ἀδικημένος αἰσθάνομαι!
Κοίταξα τὸ πρόσωπό μου στὸν καθρέφτη καὶ εἶδα ἕνα βλέμμα ἀ-νήσυχο, ἀκόρεστο, γεμάτο βουλιμία. Ἡ ζωὴ εἶναι ἐκεῖ ἔξω κι ἐγὼ δὲν θέλω νὰ παραιτηθῶ ἀπ’ αὐτήν. Μοῦ δίνει πολλά, ἀλλὰ θέλω περισσότερα. Ἐγὼ τὴ λαχταρῶ, κι αὐτὴ ὅλο καὶ μοῦ γυρνᾶ τὴν πλάτη. Τραγωδία δηλαδή, δὲν εἶναι ἔτσι;
Ξαναγύρισα στὸ καθιστικὸ ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα. Πῆρα στὸ χέρι τὸ τηλεκοντρόλ, ἄνοιξα τὴν τηλεόραση. Ἡ εἰκόνα τοῦ φλεγόμενου Ἰρὰκ γέμισε ἀσφυκτικὰ τὴν ὀθόνη. Τὸ κανάλι μετέδιδε τὰ τελευταῖα νέα τοῦ πολέμου.
Οἱ εἰκόνες τῆς φρίκης διαδέχονται ἡ μιὰ τὴν ἄλλη. Μιὰ καυτὴ κόλαση βασιλεύει ἐκεῖ ποὺ ἄνθιζε τὸ χαμόγελο τοῦ Παραδείσου. Ἀνάμεσα Τίγρη καὶ Εὐφράτη, κατὰ ἀνατολάς, στὴν Ἐδέμ, φύτρωναν μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρό, φυτεμένα ἀπ’ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, πράσινα δέντρα φορτωμένα μὲ καρπούς. Ἐκεῖ τώρα παρελαύνουν τὰ ἀποτρόπαια τέρατα τῆς φονικώτερης πολεμικῆς μηχανῆς τῶν αἰώνων, σκορπώντας τὴν καταστροφὴ καὶ τὸν θάνατο. Ἀνοίγοντας τὰ ἀτσαλένια φτερά τους τὰ ὑπερφίαλα σμήνη τῶν «ἀετῶν ποὺ οὐρλιάζουν*», βυθίζουν σαδιστικὰ τὰ νύχια τους στὴ ζωντανὴ σάρκα ἐκείνων ποὺ ἐπιλέχθηκαν νὰ γίνουν πρόβατα ἐπὶ σφαγήν.

Ὅμως …
Ἀπ’ ὅλα τὰ συγκλονιστικὰ σκηνικὰ τοῦ πολέμου, μιὰ εἰκόνα ξεχώρισε ἀπρόσκλητη καὶ καρφώθηκε στὸ μυαλό μου.
Μέσα στὸν ἀνελέητο καταιγισμὸ τῶν βομβῶν, τὰ σύννεφα τῶν καπνῶν, τὶς πορφυρὲς λάμψεις τῆς φωτιᾶς, τὰ μακάβρια σκέλεθρα τῶν ἐρειπωμένων σπιτιῶν καὶ τὰ ρημαγμένα κορμιὰ τῶν ἀμάχων νε-κρῶν, ἕνα μικρὸ παιδί, ὄχι πάνω ἀπὸ δέκα, κλαίει μὲ καυτὰ δάκρυα πάνω στὰ διαμελισμένα σώματα τῆς μάνας καὶ τοῦ πατέρα…
Τὸ πρόσωπό του τραγικὰ ἀλλοιωμένο ἀπὸ τὸν τρόμο. Τὸ γόνατο ἀκουμπισμένο στὴ γῆ. Τὰ μάτια στραμμένα στὸν οὐρανό, ποὺ ἐξα-πολύει χιλιάδες κεραυνούς. Τὸ χέρι του ὑψωμένο στὸν πνιγερὸ ἀέρα…
Καὶ μέσα ἀπ’ τὸν ἀνείπωτο στεναγμὸ τῆς τραγικῆς αὐτῆς φιγούρας ἕνα σιωπηλό, πλὴν ἀδυσώπητο, πελώριο «γιατί;» σκίζει τὴ φρίκη τοῦ πολέμου καὶ διαπερνᾶ τοὺς ἐκκωφαντικοὺς κρωγμοὺς τοῦ θανά-του.
Ἀμείλικτα σκίζοντας τὰ πλάτη τῶν αἰθέρων, ἔφτασε ἡ σιωπηλὴ κραυγή του καὶ σ’ ἐμένα. Μὲ συγκλόνισε πιότερο κι ἀπ’ τὶς ἐκρήξεις τοῦ πολέμου. Ντράπηκα βαθιὰ βλέποντας τὸ πρόσωπο τοῦ ἀθώου μικροῦ παιδιοῦ. Ἔνοιωσα ἔνοχος κι ἐγὼ γιὰ τὴ δυστυχία του. Γιατὶ βάδιζα στὸν ἴδιο δρόμο μὲ τοὺς θύτες του: Τὰ ἤθελα ὅλα γιὰ τὸν ἑαυτό μου!
Ὁ μελαγχολικὸς ἦχος μιᾶς καμπάνας ξεχύθηκε στὸ μελιχρὸ ἀπόγευμα. Ἀρχίζει ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Ἕνα ἄλλο δράμα ἀνεβαίνει στὸ προσκήνιο. Ἕνα ἄλλο πρόσωπο πρωταγωνιστεῖ. Ὁ Χριστός.
Μοιάζει μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ παιδιοῦ τοῦ πολέμου. Τὰ χάνει ὅλα κι αὐτός, ἀκόμα καὶ τὴ ζωή του. Οἱ θύτες του ἐξ ἴσου ἀνελέητοι, ἂν ὄχι καὶ χειρότεροι, ἀφοῦ τολμοῦν τὸν πόλεμο ἐνάντια στὸν Θεό, ὄχι στὸν ἄνθρωπο.
Θύμα κι ὁ Χριστός, ἀθῶο θύμα σὰν τὸ μικρὸ παιδί. Μὲ μιὰ διαφορά: Ἑκούσιο θύμα. Ἀρνεῖται νὰ παρατάξει γύρω του λεγεῶνες τῶν ἀγγέλων. Δὲν τοῦ παίρνουν τίποτε χωρὶς νὰ τὸ θέλει. Τὰ παραδίδει ὅ-λα μόνος του. Θεληματικά. Παραιτεῖται ἀπ’ ὅλα σὲ μιὰ κίνηση ἀνεξήγητης ἀγάπης γιὰ ’κείνους, ποὺ χύνουν πάνω του τὴν κόλαση τοῦ μί-σους.
Ὁ Χριστός!
Ἕνα πρόσωπο διαφορετικὸ ἀπὸ τὰ ἄλλα.
Ἀπ’ τὸ δικό μου σιχαμένο πρόσωπο τῆς ἀπληστίας, ποὺ νέους θὰ γεννήσει πολεμοχαρεῖς θύτες αὔριο.
Μὰ κι ἀπ’ τὸ τραγικὸ πρόσωπο τοῦ μικροῦ παιδιοῦ, ποὺ γίνεται θύμα τοῦ πολέμου, παρὰ τὴ θέλησή του ὅμως. Ποτὲ δὲν γίνεται καὶ γιὰ κανέναν θύτης ὁ Χριστός, μὰ οὔτε καὶ παίγνιο, παρὰ τὴ θέλησή του, στὰ χέρια τῶν θυτῶν του. Κι ἂν θυσιάζεται, τὸ κάνει μὲ δική του, ἀβίαστη, ἐλεύθερη ἐπιλογή, γιὰ ὅλους μας.
Μήπως αὐτὸ εἶναι τελικὰ τὸ μυστικὸ γιὰ νὰ ξαναβλαστήσουν πάνω στὴ γῆ τὰ δέντρα τῆς Ἐδέμ;
Τρία πρόσωπα διαγράφονταν μπροστά μου.
Ἀπέστρεψα μὲ ἀηδία τὴ ματιά μου ἀπ’ τὸ δικό μου.
Ἔκλαψα μὲ πόνο μπρὸς στὸ πρόσωπο τοῦ παιδιοῦ τοῦ πολέμου.
Μὰ σκέφτηκα πὼς ἔπρεπε νὰ συναντήσω τὸ τρίτο πρόσωπο, τὸν Χριστό.
Ἔτσι, ὅταν μιὰ δεύτερη καμπάνα ξαναχτύπησε στὸν ἴδιο μελαγχολικὸ τόνο, βαθιὰ συλλογισμένος πῆρα τὸ δρόμο γιὰ τὸ σπίτι του,… τὴν Ἐκκλησία.
Τὸν εἶδα στ’ ἀχνοφῶς, μ’ ἀκάνθινο στεφάνι καὶ λυπημένη τὴ ματιά, ἤρεμα ν’ ἀχτιδοβολάει τὴν ἀγάπη.
Ἔσκυψα τότε αὐθόρμητα… κι εὐλαβικὰ προσκύνησα τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀγαπᾶ νὰ θυσιάζεται,… ἀντὶ νὰ θυσιάζει.

Πάσχα 2003

*«Ἀετοὶ ποὺ οὐρλιάζουν»: ἔτσι ὀνομάζονταν τὰ σμήνη τῶν ἀμερικανικῶν μαχητικῶν ποὺ βομβάρδιζαν τὸ Ἰρὰκ τὸ 2003.

Θεολογικά tips: Πάσχα Κυρίου κι ας είναι με φασόλια Απρίλιος 30, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

anastash-pistoi

Αυτοέλεγχος και φύγαμε….
– Αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι εν μέσω μιας εθιμοτυπικής, επετειακής και πολυφωτισμένης εκδήλωσης; Ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός. Κατά πάσα πιθανότητα, θα περάσει δίπλα σου χωρίς να το καταλάβεις. Πίσω από τα φώτα, πέρα από την εκδήλωση.

– Βλέπεις ότι δεν «τρελαίνεσαι» (σε εισαγωγικά) με το φολκλορικό και συναισθηματικό περιτύλιγμα του Πάσχα; Καλύτερα!! Προτιμότερο είναι να τρελαίνεσαι (χωρίς εισαγωγικά) με τη μόνιμη και απροϋπόθετη αγάπη του Θεού. Αν μάλιστα βρεθείς τις ημέρες αυτές σε κάποιο μοναστήρι, θα δεις ότι οι άνθρωποι εκεί βιώνουν τα γεγονότα ήρεμα. Όχι όμως α(συ)ναίσθητα. Επειδή για την Εκκλησία κάθε ημέρα είναι ευκαιρία συμμετοχής στο Πάθος του Κυρίου. Κάθε Θεία Λειτουργία είναι αναστάσιμη.

– Πάσχα σημαίνει βίωση των γεγονότων ως τωρινά και υπαρξιακά. Χρειάζεται λοιπόν η συμμετοχή στις ακολουθίες (με βιβλίο για να παρακολουθείς τα λεγόμενα), το διάβασμα σχετικών θεολογικών κειμένων και η ακρόαση βυζαντινών ύμνων. Όχι επετειακά, αλλά ως μια καλή αρχή.
– Κάνε ό,τι κάνεις, γνωρίζοντας γιατί το κάνεις. Βάφεις αυγά; Θυμήσου ότι συμβολίζουν τους τάφους μας που είναι λουσμένοι από το Αίμα του Κυρίου. Ας μείνει παραπονεμένη φέτος η διακόσμηση του σπιτιού σου που απαιτεί αυγά μπλε, κίτρινα, ή πράσινα.

– Μην ασχολείσαι τόσο με την τιμή του αμνού στα κρεοπωλεία, όσο με την τιμή του Αμνού επί του σταυρού. Καλύτερα Πάσχα Κυρίου κι ας είναι με φασόλια…
– Είσαι από αυτούς που «ακούνε» το Χριστός Ανέστη ή από αυτούς που γίνονται ένα με τον Ένα; Στην πρώτη περίπτωση, θυμήσου την τρίωρη προετοιμασία που θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί πριν από τις 23:50. Με τα καλά σου, με το εορταστικό σου χαμόγελο, με την ευχή «Χρόνια Πολλά», πάρε θέση έξω από την Εκκλησία. Μην ξεχάσεις στις 00:10 να φύγεις. Έτσι όπως ήρθες. Κύριος και κυρία. Το σύνθημα για τη μαζική αποχώρηση είναι το «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού…». Εάν ανήκεις στη δεύτερη περίπτωση, ο Ένας σε περιμένει στο Άγιο Ποτήριο.

– Απόφυγε τις «ευγενικές» ευχές του τύπου «το φως της Ανάστασης να σας φέρει ό,τι επιθυμείτε». Δηλαδή, σαν τι; Η SantaClaussοποίηση του Πάσχα με τη μαγική αστρόσκονη της νεραϊδοχώρας ξεπερνούν τα όρια της γραφικότητας. Το φως της Ανάστασης ή σε πυρπολεί από αγάπη, με αγάπη και για αγάπη ή και φέτος Πόντιος Πιλάτος (με τα χέρια καθαρά και τη συνείδηση ήσυχη….).
– Πάσχα σημαίνει πέρασμα από το θάνατο στη Ζωή. Πέρασες, πισωγύρισες ή το σκέφτεσαι ακόμη;

Παναγιώτης Ασημακόπουλος
Δρ. Θεολογίας – Καθηγητής

Πηγή: «Εκπαιδευτικές και θεολογικές αταξίες«

Ο Επιτάφιος του Σαλού (διήγημα) Απρίλιος 28, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

epitafios2006_02

Tό Πάσχα ἐκείνη τή χρονιά ἦρθε ἀργά. Τά χελιδόνια εἶχαν ἤδη ἀρχίσει νά κτίζουν τίς φωλιές τους. Τά χελιδόνια ἦταν πάντοτε ἕνα μέτρο χρονικό. Ἄν ἔφταναν πρίν τό Πάσχα, τότε εἴχαμε καλοκαιριάτικο Πάσχα, ἄν ὄχι, τό Πάσχα ἦταν χειμωνιάτικο. Κανείς βέβαια δέν μπορεῖ νά γνωρίζει γιατί τά χελιδόνια ἔρχονται κάποια στιγμή. Εἶναι, ὅμως, σίγουρο ὅτι ὁ Πλάστης καί Δημιουργός τούς ἔδωσε μιά σοφία πού εἶναι ἀρκετή γιά νά καταξιώσει τίς κινήσεις τους.

Ὁ Μάριος ὁ Σεβντάς δέν ἐνδιαφερόταν βέβαια τόσο γιά τά χελιδόνια, ἀλλοῦ ἦταν στραμμένα τά ἐνδιαφέροντά του. Ὁπωσδήποτε, ὅμως, χάρηκε φέτος γιά τό Πάσχα πού γιορταζόταν μαγιάτικα. Ὁ Μάριος δέν ἦταν κάποια ἔκτακτη προσωπικότητα πού θά ἔκανε κάποιον νά ἀσχοληθεῖ μαζί του. Ἀλλά χωρίς νά τό καταλάβει εἶχε κάνει ὅλο τό Νιχώρι νά ἀσχολεῖται μαζί του. Σ᾿ αὐτό τό χωριό τοῦ ἄνω Βοσπόρου, ὁ Μάριος κατεῖχε μιά θέση δική του. Μιά θέση μοναδική. Ἦταν ὁ γελωτοποιός τοῦ χωριοῦ. Χωρίς νά τό θέλει. Χωρίς νά τό ἐπιδιώκει. Ὅλοι γελοῦσαν μαζί του καί μόνο πού τόν ἔβλεπαν. Τόν εἶχαν λίγο γιά χαζό, λίγο γιά κουτό καί λίγο γιά τεμπελάκο, ἀφοῦ δέν ἔκανε μιά συγκεκριμένη ἐργασία. Ἄλλοτε καθάριζε ἕναν κῆπο, ἄλλοτε ἔκανε τά ψώνια κάποιας κυρᾶς. Δουλειές ὅλες τοῦ ποδαριοῦ. Φτωχοζοῦσε. Δέν τόν ἔνοιαζε ὅμως. Ὅλοι γελοῦσαν μαζί του. Τόν πείραζαν. Ἐκεῖνος ποτέ δέν θιγόταν. Πάντα εἶχε καί μιά ἀπάντηση εὐτράπελη, χαριτωμένη.

– Μάριε, θά πᾶς σήμερα γιά ψώνια;

– Ὁ Μάριος δέν πάει ἁπλῶς γιά ψώνια, εἶναι ψώνιο, ἀπαντοῦσε ἐκεῖνος. Τόν ρωτοῦσαν:

– Μάριε, πόσα χρόνια πῆγες σχολεῖο;

– Πηγαίνω κάθε μέρα ἀφοῦ σχολάζω ἀπό κάθε δουλειά, ἔλεγε ἐκεῖνος. Ἄλλοτε τοῦ ὑπέβαλαν τό δύσκολο ἐρώτημα:

– Ποιός εἶναι ὁ πιό σπουδαῖος στό χωριό;

– Ὅποιος κάνει τά πιό σπουδαῖα πράγματα χωρίς νά τόν βλέπει κανείς, ἀπαντοῦσε ἐκεῖνος.

Εἶναι ἀλήθεια πώς αὐτά πού ἔλεγε δέν ἦταν πάντα ἀστεῖα. Ἀλλά τό χωριό εἶχε συνηθίσει νά γελάει. Μόνο ὁ παπά Ἀντώνης, ἐφημέριος τοῦ Ἁγίου Νικολάου, τόν ἄκουε μέ προσοχή. Μερικές φορές, μάλιστα, ἔλεγε ὁ εὐλογημένος αὐτός ἱερέας:

– Αὐτός δέν εἶναι ἠλίθιος. Λέει ἀλήθειες. Ὁ Θεός, βέβαια, γνωρίζει πιό καλά.

Πράγματι, μόνο ὁ Θεός πρέπει νά γνώριζε τήν ἀρετή τοῦ Μάριου. Μιά ἀρετή πού φωλιάζει μέσα στήν καρδιά μερικῶν ἀνθρώπων καί κανείς δέν τήν ἀναγνωρίζει. Μιά ἀρετή πού ἔχει ἀπαίτηση νά πεῖ στόν ἄλλο ἀλήθειες χωρίς νά τόν θίξει. Προτιμᾶς τότε νά σέ θεωρήσει ὁ ἄλλος τρελό, παρά νά τόν τρελάνεις.

Ἐκείνη, λοιπόν, τή χρονιά, ὁ Μάριος εἶχε χαρά μεγάλη γιά τό καθυστερημένο Πάσχα. Τό ἔλεγε, ἐξάλλου, παντοῦ.

– Γιατί Μάριε χαίρεσαι γιά τό καθυστερημένο Πάσχα;

– Μά ἐπειδή κεντάω. Πρέπει νά τελειώσω τό κέντημα.

Κι ὅλα τά παιδιά γύρω ἔσκαγαν στό γέλιο.

– Τί σχέση ἔχει τό κέντημα μέ τό Πάσχα; ρώτησε ὁ Μανώλης ὁ μανάβης, πού ἦταν γνωστός γιά τό ἀντιεκκλησιαστικό του φρόνημα.

– Ὅση σχέση ἔχεις καί σύ μέ τήν Ἐκκλησία, τοῦ ἔλεγε ὁ Μάριος, καμιά καί μεγάλη.

Τή σχέση, βέβαια, πού εἶχε τό κέντημα μέ τό Πάσχα τή γνώριζε καλά ὁ Μάριος. Πρίν τρία χρόνια, στήν περιφορά τοῦ ἐπιταφίου, μερικά ἀπρόσεκτα παιδιά εἶχαν κάψει, παίζοντας, μιά μεγάλη ἄκρη τοῦ ἐπιταφίου. Εἶχε στενοχωρηθεῖ πολύ κι ὁ παπά Ἀντώνης. Πῶς θ᾿ ἀγόραζε καινούργιο ἐπιτάφιο; Τά ἔσοδα τοῦ ναοῦ ἦταν μετρημένα. Μόλις καί κάλυπταν τίς βασικές ἀνάγκες. Στό τέλος τό ξεπέρασε. Δέν πειράζει, μιά φορά τό χρόνο ἦταν. Θά κάλυπτε μέ λουλούδια τό καμμένο μέρος. Κανείς δέν θά τό ᾿βλεπε. Ὁ Μάριος, ὅμως, τό τόνισε:

– Δέν μπορεῖ νά εἶναι τρύπιος ὁ ἐπιτάφιος. Ἀρκετά ὅσα ἔκαναν οἱ ἑβραῖοι στό Χριστό.

Ἔπρεπε κάτι νά γίνει. Χρήματα δέν εἶχε. Ἀλλά εἶχε χέρια. Κάποτε δούλευε στό Πέρα πλάι σ᾿ ἕναν τεχνίτη κεντημάτων. Θά προσπαθοῦσε. Γιά τό Χριστό θά τό ἔκανε. Δέν μποροῦμε κι ἐμεῖς νά μαρτυροῦμε γιά τό Χριστό; Θά εἶχε κόπο αὐτή ἱστορία. Ὑπολόγιζε τρία χρόνια. Ἔπρεπε νά γίνει τέλειος. Ἐπιτάφιος θά ἦταν. Μεράκι χρειαζόταν. Ἀγάπη καί σεβντάς μέ μεράκι.

Γιά Ἐκεῖνον ὅμως θά τό ᾿κανε. Τρία χρόνια. Δέν πειράζει. Ἐκεῖνος εἶχε κατέβει τρεῖς μέρες στόν Ἅδη. Τί εἶναι τρία χρόνια δουλειᾶς γιά τό Χριστό; Σ᾿ ὅλη τή ζωή μας ἔπρεπε νά δουλεύουμε γι᾿ Αὐτόν. Τρία χρόνια λίγα ἦταν. (περισσότερα…)

Αφιέρωμα: Μεγάλη Εβδομάδα και Πάσχα Απρίλιος 22, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 88Σχόλια

Ορθόδοξο Χριστιανικό Πάσχα Ανάσταση

Συλλογή καταχωρήσεων για τη Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα.

Καλή Ανάσταση!

Μεγάλη Εβδομάδα

Πάσχα

Ἡ Πραγματική Χαρά Ιανουάριος 7, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

winter

Μόνον κοντὰ στὸν Χριστὸ βρίσκει κανεὶς τὴν πραγματική, τὴν γνήσια χαρά, γιατὶ μόνον ὁ Χριστὸς δίνει χαρὰ καὶ παρηγοριὰ πραγματική. Ὅπου Χριστός, ἐκεῖ χαρὰ ἀληθινὴ καὶ ἀγαλλίαση παραδεισένια. Ὅσοι εἶναι μακριὰ ἀπὸ τὸν Χριστό, δὲν ἔχουν πραγματικὴ χαρά. Μπορεῖ νὰ κάνουν ὄνειρα: «θὰ φτιάξω αὐτό, θὰ φτιάξω τὸ ἄλλο, θὰ πάω ἐδῶ, θὰ πάω ἐκεῖ», μπορεῖ νὰ ἀπολαμβάνουν τιμὲς ἢ νὰ τρέχουν στὶς διασκεδάσεις καὶ νὰ χαίρωνται, ἀλλὰ ἡ χαρὰ ποὺ νιώθουν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γεμίση τὴν ψυχή τους. Αὐτὴ ἡ χαρὰ εἶναι ὑλική, κοσμικὴ χαρά, ἀλλὰ ἀπὸ ὑλικὲς χαρὲς δὲν γεμίζει ἡ ψυχή, καὶ ὁ ἄνθρωπος μένει μ᾿ ἕνα κενὸ στὴν καρδιά του. Εἶδες τί λέει ὁ Σολομών; «Ἔχτισα σπίτια, φύτεψα ἀμπέλια, ἔκανα κήπους, μάζεψα χρυσάφι, ἀπέκτησα ὅ,τι πόθησε ἡ καρδιά μου, ἀλλὰ στὸ τέλος κατάλαβα ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι μάταια» (Ἐκκλ. 2, 11).

Ἡ κοσμικὴ χαρὰ δίνει κάτι τὸ πρόσκαιρο, κάτι γιὰ ἐκείνη τὴν στιγμή, δὲν δίνει αὐτὸ ποὺ δίνει ἡ πνευματικὴ χαρά. Ἡ πνευματικὴ χαρὰ εἶναι ζωὴ παραδεισένια. Ὅσοι πέρασαν πρῶτα ἀπὸ τὴν Σταύρωση καὶ ἀναστήθηκαν πνευματικά, ζοῦν τὴν πασχαλινὴ χαρά. «Πάσχα, Κυρίου Πάσχα»! Καὶ μετὰ ἔρχεται ἡ Πεντηκοστή!… Καὶ ὅταν φθάσουν πιὰ στὴν Πεντηκοστὴ καὶ δεχθοῦν τὴν πύρινη γλῶσσα, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τότε ὅλα τελειώνουν*…

*Οἱ λόγοι αὐτοὶ τοῦ Γέροντα ἐκφράζουν τὸν τελικὸ σκοπὸ τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος κάθε πιστοῦ, ποὺ εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος γίνη κοινωνὸς τῆς θεοποιοῦ Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τότε φθάνει πλέον στὴν κατάσταση τῆς θεώσεως, στὴν «ἀτέλεστον τελειότητα».

Πηγή: Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι Ε, Πάθη & Ἀρετές

Φωτογραφία: Bill Gekas

Η Επιστροφή (Πασχαλινή Ιστορία) Απρίλιος 11, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

white-black-knights

π. Δημητρίου Μπόκου

 Μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρό, πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὴ γῆ, ὑπῆρχε μιὰ παραμυθένια χώρα, γεμάτη πλοῦτο, φῶς καὶ ὀμορφιά, ποὺ τὴν ἔλεγαν Αἰθερία. Μιὰ κρυστάλλινη ἀστείρευτη πηγὴ κι ἕνας ἥλιος ζεστὸς καὶ φωτεινὸς φόρτωναν ὁλοχρονὶς μὲ ἄφθονα ἄνθη καὶ καρποὺς τὰ καταπράσινα δέντρα ποὺ τὴ σκέπαζαν.

Ἐκεῖ, ἀνάμεσα σὲ ἄλλες φυλές, κατοικοῦσε καὶ ἡ φυλὴ τῶν ἀνθρώπων. Ἕνας σοφὸς καὶ καλὸς ἄρχοντας, ποὺ τοὺς ἀγαποῦσε ὅλους σὰν παιδιά του, βασίλευε στὴ χώρα. Οἱ ἄνθρωποι στὴν Αἰθερία ζοῦσαν ὑπέροχα. Χωρὶς νὰ ἀρρωσταίνουν, χωρὶς νὰ γεράζουν ποτέ. Χωρὶς τίποτε νὰ τοὺς λείπει.

Μὰ κάποτε στὴ χώρα αὐτὴ ἔγινε μιὰ μεγάλη ἀναστάτωση. Ἕνας κακὸς ἄρχοντας, ὁ μοχθηρὸς βασιλιὰς τῆς νύχτας, ἔκαμε πόλεμο ἐναντίον τοῦ βασιλιᾶ τῆς Αἰθερίας. Συγκέντρωσε ἕνα μεγάλο στρατὸ ἀπὸ τοὺς μαύρους ἱππότες του καὶ ἀνεβαίνοντας ἀπὸ τὸ σκοτεινὸ ὑπόγειο βασίλειό του, ἔφτασε στὰ πρόθυρα τῆς Αἰθερίας. Ἐκεῖ προσπάθησε μὲ πολλὲς ὑποσχέσεις γιὰ τιμὲς καὶ ἀξιώματα στὸ βασίλειό του, νὰ πάρει μὲ τὸ μέρος του τοὺς κατοίκους της. Οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶχαν κανένα παράπονο ἀπ’ τὸν καλὸ βασιλιά τους. Μὰ ὡστόσο, ἐντελῶς ἀνόητα, στράφηκαν ἐναντίον του, συμμαχώντας μὲ τὸν κακὸ βασιλιὰ τῆς νύχτας, παρασυρμένοι ἀπὸ τὶς ὑποσχέσεις του.

Στὴ μάχη ποὺ ἀκολούθησε οἱ λευκοὶ ἱππότες τῆς Αἰθερίας, πιστοὶ φρουροὶ τοῦ βασιλιᾶ ποὺ ἵππευαν λευκὰ φτερωτὰ ἄλογα, νίκησαν τοὺς μαύρους ἱππότες τῆς νύχτας καὶ τοὺς ξανάριξαν στὸ σκοτεινό τους βασίλειο.

Ὁ καλὸς βασιλιὰς λυπήθηκε πολὺ γιὰ τὴν ἀνταρσία τῶν ἀνθρώπων. Σύμφωνα ὅμως μὲ τοὺς νόμους τῆς Αἰθερίας ἔπρεπε τώρα νὰ τοὺς ἐξορίσει μακριὰ ἀπὸ τὴ φωτεινή τους πατρίδα. Ἔτσι οἱ λευκοὶ καβαλλάρηδες τοὺς ἔφεραν ἀπὸ τὴν Αἰθερία στὸν ἄγνωστο μέχρι τότε τόπο τῆς ἐξορίας τους: στὴ γῆ.

Οἱ ἄνθρωποι ἦταν ἀπαρηγόρητοι. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ χρυσὲς πύλες τῆς χώρας τους σφάλισαν πίσω τους, ξέσπασαν σὲ ὀδυρμὸ καὶ θρῆνο. Οἱ λευκοὶ καβαλλάρηδες προσπάθησαν νὰ τοὺς παρηγορήσουν. Τοὺς εἶπαν νὰ ζοῦν σύμφωνα μὲ τὸν νόμο τοῦ βασιλιά, νά ’χουν ἀγάπη καὶ νὰ κάνουν τὸ καλὸ μεταξύ τους.

–  Ἂν ζῆτε ἔτσι, εἶπαν, ὅταν θὰ τελειώνει ὁ χρόνος τῆς ἐξορίας σας, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι θὰ σᾶς φέρνουμε πάλι στὴν πατρίδα. Ἂν ὅμως κάνετε τὸ ἀντίθετο, δὲν θὰ μᾶς ξαναδεῖτε. Οἱ μαῦροι ἱππότες θὰ σᾶς τραβᾶνε κάτω στὸ βασίλειο τῆς νύχτας.

Ἔτσι οἱ ἄνθρωποι ἔμειναν στὴ γῆ. Ἡ ζωή τους ἦταν πολὺ δύσκολη. Ἡ γῆ ἦταν ἀφιλόξενη. Δὲν ἔμοιαζε καθόλου μὲ τὴν ἀγαπημένη τους πατρίδα. Ἔδινε πολὺ δύσκολα τοὺς καρπούς της. Ἔπρεπε νὰ δουλεύουν σκληρὰ γιὰ νὰ ζήσουν. Ὑπέφεραν πότε ἀπὸ τὸ κρύο καὶ πότε ἀπὸ τὴ ζέστη. Καὶ οἱ ἀρρώστιες τοὺς χτυποῦσαν ἀλύπητα.

Λαχταροῦσαν μέσα τους τὴν πατρίδα. Δὲν ἔβλεπαν τὴν ὥρα νὰ γυρίσουν σ’ αὐτήν. Ὁ καθένας περίμενε ἀνυπόμονα τὸ τέλος τῆς ἐξορίας του. Κι ὅταν ἐρχόταν αὐτὴ ἡ στιγμὴ καὶ κάποιος λευκὸς καβαλλάρης ἐρχόταν νὰ τὸν παραλάβει, ἔπαιρνε γεμάτος χαρὰ τὸ δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς.

Μὰ καθὼς περνοῦσαν τὰ χρόνια, ἄλλαζαν καὶ οἱ καιροί. Οἱ ἄνθρωποι ἄρχισαν νὰ συνηθίζουν λίγο-λίγο καὶ τὴ γῆ. Ἡ σκληρὴ καὶ θλιβερὴ ζωή τους ἔπαψε νὰ τοὺς πειράζει τόσο πολύ. Σιγὰ-σιγά, χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουν, ἄρχισε νὰ σβήνει μέσα τους ἡ μεγάλη λαχτάρα γιὰ τὴν ἀγαπημένη τους πατρίδα. Καὶ τέλος ἦρθε κάποια στιγμή, ποὺ δὲν ἐπιθυμοῦσαν καθόλου πιὰ νὰ γυρίσουν σ’ αὐτήν. Συνήθισαν τὴ γῆ τόσο πολύ, ποὺ τὴν ἀγάπησαν σὰν πατρίδα τους. Δὲν ἤθελαν νὰ φύγουν ποτὲ πλέον ἀπ’ αὐτήν. Ἰδίως οἱ νεώτεροι ποὺ εἶχαν γεννηθεῖ στὴ γῆ καὶ μόνο ἀκουστὰ εἶχαν γιὰ τὴν ἄλλη, τὴ μακρινὴ πατρίδα τους, τὴν Αἰθερία. Οἱ πιὸ πολλοὶ μάλιστα δὲν πίστευαν κὰν πὼς ὑπάρχει.

Ὁ νόμος τοῦ βασιλιά τους ξεχάστηκε κι αὐτός. Ἔγιναν ἀδιάφοροι καὶ κακοὶ μεταξύ τους. Μὰ ἡ ζωή τους ἔτσι δυσκόλεψε πιὸ πολύ. Ὡστόσο ὁ χρόνος τῆς ἐξορίας γιὰ τὸν καθένα τελείωνε καὶ ἕνας-ἕνας ἔφευγαν. Οἱ λευκοὶ καβαλλάρηδες ἐμφανίζονταν ξαφνικά, χωρὶς προειδοποίηση κι αὐτὸ τοὺς στενοχωροῦσε πολύ. Καὶ δὲν ἔφευγαν μόνο οἱ γέροι, μὰ καὶ οἱ νέοι καὶ τὰ παιδιά. Πράγμα ποὺ δὲν τοὺς ἄρεσε καθόλου καὶ μεγάλωνε τὴ στενοχώρια καὶ τὴ γκρίνια τους γιὰ τὸν βασιλιά, ποὺ ὅριζε αὐθαίρετα, ὅπως ἔλεγαν, τὸν χρόνο τῆς παραμονῆς τους στὴ γῆ.

Ἀνάμεσά τους ζοῦσε καὶ μιὰ μάνα μὲ τὸν μοναχογιό της. Ἀγάπησε κι αὐτὴ τὴ γῆ τόσο πολὺ πού, ὅπως ὅλοι, δὲν ἤθελε νὰ φύγει ἀπ’ αὐτήν. Κόντευε νὰ σβήσει ἐντελῶς κι ἀπ’ τὴ δική της μνήμη ἡ εἰκόνα τῆς μυθικῆς της πατρίδας. (περισσότερα…)

Ο Άρχοντας της Ζωής Μάρτιος 28, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 1 comment so far

π.Δημητρίου Μπόκου

«Ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσιν,

…ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή» (Ιω. 10, 10· 11, 25)

Το νέο έκανε το γύρο του χωριού σαν αστραπή.

Ένας νέος άνθρωπος βρέθηκε τσακισμένος στο γκρεμό. Τον βρήκαν και τον περιμάζεψαν βοσκοί που ποίμαιναν τα πρόβατά τους στους αγρούς και τα λιβάδια. Τον έφεραν στο χωριό μισοπεθαμένο, αγνώριστο απ’ τους μώλωπες και τις πληγές.

Η μικρή κοινωνία συνταράχθηκε. Σηκώθηκαν όλοι στο πόδι. Συγκλονισμένοι ως τα κατάβαθά τους άρχισαν να καταφτάνουν απ’ όλες τις γειτονιές. Συντροφιές-συντροφιές οι άνθρωποι κρυφομιλούσαν ανήσυχοι μεταξύ τους.

Δεν επρόκειτο για συνηθισμένο περιστατικό.

Δεν ήταν μόνο ο βαρύς τραυματισμός του νέου ανθρώπου. Είχαν εδώ να κάνουν με μια μεγάλη παράβαση. Το μέρος όπου βρέθηκε ο πληγωμένος, ήταν χώρος απαγορευμένος γι’ αυτούς. Περιοχή όπου δεν ήταν επιτρεπτό να εισέλθουν. Ο νέος άνθρωπος είχε παραβιάσει το νόμο του Μεγάλου Άρχοντα του τόπου τους.

Μπροστά τους ένα μεγάλο βουνό υψωνόταν απότομο. Η χιονόλευκη κορφή του χανόταν στα σύννεφα. Κρυμμένη στο γνόφο της πανύψηλης κορφής απλωνόταν η ξακουστή πολιτεία του Μεγάλου Άρχοντα, με τα επιβλητικά κάστρα και το μεγαλόπρεπο παλάτι του. Μια χώρα λαμπερή, πανέμορφη, παραδεισένια. Όλα εκεί ήταν υπέροχα. Η ζωή σ’ αυτήν ήταν το μακρινό όνειρο του κάθε ανθρώπου.

Χάσμα μέγα όμως, φαράγγι δύσβατο οριοθετούσε το βουνό και το χώριζε απ’ την υπόλοιπη χώρα. Ο νόμος του Μεγάλου Άρχοντα απαγόρευε στους ανθρώπους να το διαβούν. Δεν ήταν στις τωρινές τους δυνατότητες αυτό. Είχαν όμως την υπόσχεσή του, πως θα ερχόταν καιρός που θα γεφυρωνόταν το χάσμα. Το απόκρημνο φαράγγι θα γέμιζε. Ο βαθύς γκρεμός θα γινόταν τόπος ευθύς με δρόμους ομαλούς. Το άβατο βουνό θα γινόταν προσβάσιμο στον καθένα.

Μέχρι να γίνει αυτό, θα ’πρεπε όλοι να περιμένουν. Να έρθει η κατάλληλη στιγμή. Το πλήρωμα του χρόνου. Ο νόμος του Μεγάλου Άρχοντα ήταν σαφής. Κάθε πρόωρη απόπειρα για άνοδο στην πολυπόθητη χώρα θα είχε μια και μόνο συνέπεια: το θάνατο. Τη μέρα που θα επιχειρούσαν κάτι τέτοιο θα πέθαιναν.

Μα ο νέος άνθρωπος δεν μπορούσε να περιμένει. Ένοιωθε τη ζωή να σφύζει μέσα του. Πίστευε στην αξιοσύνη και τη σβελτάδα του. Θεωρούσε πως ήταν ικανός να αντιμετωπίζει κινδύνους. Να περνάει κακοτοπιές όπου ελλοχεύει ο θάνατος.

Από την άλλη αμφέβαλλε και για τις προθέσεις του Μεγάλου Άρχοντα. Δεν μπορούσε να τον εμπιστευθεί απόλυτα. Αν δεν τους είπε όλη την αλήθεια; Αν τους απέτρεψε από κάθε προσπάθεια να τον πλησιάσουν, μόνο και μόνο για να τους κρατάει μακριά του; Για να μην κινδυνεύει από αυτούς; Να μη γίνουν οι άνθρωποι ποτέ σαν αυτόν; Αν ήταν ψέμα πως θα τους έκανε κάποτε συμπολίτες και οικείους του στην ονειρεμένη πολιτεία του;

Μ’ έναν τρόπο και μόνο θα σιγουρευόταν: Να δοκιμάσει. Τώρα! Ποιος ο λόγος να περιμένει και ως πότε; Κι αν δεν ερχόταν ποτέ το πλήρωμα του χρόνου;

Η ανυπομονησία θέριεψε μέσα του τη μεγάλη απόφαση. Εμπιστεύτηκε απόλυτα τον εαυτό του. Θα δοκίμαζε με το δικό του τρόπο.

Έτσι αγνόησε το νόμο του Μεγάλου Άρχοντα. Έκανε τη μεγάλη απόπειρα. Προσπάθησε να διαβεί το μεγάλο φαράγγι, ν’ ανεβεί στο βουνό. Μα αντί να φτάσει στην κορφή του, βρέθηκε τσακισμένος στα βαθιά βάραθρά του. Βαθιά μετανοιωμένος για την αποκοτιά του, αλλά πολύ αργά. Μόνο ένα βήμα τον χώριζε πια από το θάνατο…

…Μια μικρή συνοδεία φάνηκε στην άκρη του δρόμου. Σταμάτησε μπροστά στον ετοιμοθάνατο άνθρωπο. Στη θέα της οι ανθρώπινες συντροφιές σταμάτησαν κάθε κουβέντα και παραμέρισαν με φόβο και σεβασμό. Αμίλητος ο αρχηγός της συνοδείας προχώρησε μπροστά. Το πέτρινο πρόσωπό του ήταν η εικόνα της αυστηρότητας. Φορούσε επίσημη στολή και κρατούσε μια τυλιγμένη περγαμηνή. Ήταν ο δικαστής. Το όργανο του νόμου. Κοίταξε ανέκφραστος τον καταπληγωμένο άνθρωπο, ξετύλιξε την περγαμηνή του και με ψυχρό άκαμπτο ύφος είπε:

– Ο άνθρωπος αυτός περιφρόνησε το νόμο του Μεγάλου Άρχοντα. Αμάρτησε με το χειρότερο τρόπο. Η παρακοή του είναι ύψιστη προσβολή απέναντι στον Άρχοντά μας. Ο νόμος απαιτεί να τιμωρηθεί με θάνατο. Μόνο έτσι θα ικανοποιηθεί η δικαιοσύνη, θα αποκατασταθεί η τιμή του Μεγάλου Άρχοντα και θα σβηστεί η προσβολή που έγινε στο πρόσωπό του.

Με σφιγμένη καρδιά υποδέχτηκαν όλοι την απόφασή του. Συμπαθούσαν το νέο άνθρωπο και λυπόντουσαν για το κατάντημά του. Μα τούς ήταν αδιανόητο να αμφισβητήσουν την κρίση του δικαστή. Ήταν ο εντολοδόχος του Μεγάλου Άρχοντα.

Ο δικαστής έδωσε εντολή στη συνοδεία του να αρχίσει το έργο της. Σήκωσαν αμέσως το νέο άνθρωπο από κάτω και τον έστησαν για εκτέλεση. Στεναγμοί ανατάραξαν με τη βάναυση μετακίνηση το πονεμένο στήθος του, μα τους αγνόησαν. Τέντωσαν το λαιμό του σ’ ένα χοντρό κούτσουρο. Ο δήμιος πλησίασε κραδαίνοντας τον φοβερό διπλό του πέλεκυ. Ζύγισε προσεκτικά την κίνησή του και, ενώ κρατούσαν όλοι την αναπνοή τους ασάλευτοι, ύψωσε το τσεκούρι για τον αποκεφαλισμό του ενόχου.

Μα τότε απ’ το πουθενά πρόβαλε μπροστά ένας άγνωστος. Κανένας δεν είχε αντιληφθεί πώς, πότε κι από πού έκαμε την εμφάνισή του.

– Σταθείτε! φώναξε επιτακτικά. Στο όνομα του Μεγάλου Άρχοντα ζητώ να σταματήσει αμέσως η εκτέλεση αυτή. (περισσότερα…)

Αφιέρωμα στο Άγιο Φως (ανανεωμένο) Απρίλιος 19, 2014

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Βίντεο, Ελληνισμός / Ρωμιοσύνη, Ορθοδοξία / Εκκλησία, Ομιλίες / Ηχογραφήσεις , 47Σχόλια

Άγιο Φως, άγιον φως, holy light, holy fire

Τα υπερ-αισθητά και υπέρλογα δεν περιγράφονται, βιώνονται εν σιωπή. Στον πληθωρισμών των λόγων ας αφήσουμε μια χαραμάδα στην καρδιά μας.

Καλή Ανάσταση!


α. Βίντεο (8)

1. Τελετή αφής Αγίου Φωτός 2007 (διάρκεια: 5:51)
YouTube Preview Image

2. Τελετή αφής Αγίου Φωτός 2006 (διάρκεια: 4:40)
YouTube Preview Image

3. Τελετή αφής Αγίου Φωτός 1994 (διάρκεια: 0:23)
YouTube Preview Image

4. Το Άγιο Φως δεν καίει 1 (διάρκεια: 0:05)
YouTube Preview Image

5. Το Άγιο Φως δεν καίει 2 (διάρκεια: 0:02)
YouTube Preview Image

6. Τελετή αφής Αγίου Φωτός 2007 (διάρκεια: 4:29)
YouTube Preview Image

7. Ντοκιμαντέρ για το Άγιο Φως στα ρουμανικά (διάρκεια: 9:58)
YouTube Preview Image

8. Το Άγιο Φως δεν καίει 3 (διάρκεια: 0:06)
YouTube Preview Image

9. Άγιο Φως στην Ιερουσαλήμ: Αποδείξεις και Μαρτυρίες (ΟΟΔΕ, διάρκεια: 29:53) Νέα προσθήκη!

http://www.dailymotion.com/video/x1bpckh
Ντοκιμαντέρ με υπότιτλους σε διάφορες γλώσσες: Holy Light in Jerusalem: Proofs & Testimonies



β. Ομιλίες / εκπομπές μαρτυρίες (7)

1. Προσωπική μαρτυρία για το Άγιο Φως του κ. Λυκούργου Μαρκούδη, υπεύθυνου προγράμματος του ραδιοφωνικού σταθμού Πειραϊκή Εκκλησία.
Λυκούργος Μαρκούδης

2. Θαύματα στους Αγίους Τόπους, ηχογραφημένη εκπομπή (mp3) με τον π. Ιγνάτιο, ηγούμενο της Ιεράς Μονής των Ποιμένων στην Βηθλεέμ. Ηχογράφηση από τον ραδιοφωνικό σταθμό της Ι.Μ. Λεμεσού (pigizois.gr).

3. Περιγραφή της διαδικασίας του Αγίου Φωτός (ηχογράφηση από τον ραδιοφωνικό σταθμό Πειραϊκή Εκκλησία).
Τελετή Αγίου Φωτός

4. Μαρτυρία Σεβ. Μητροπολίτου Μεσογαίας & Λαυρεωτικής, κ. Νικολάου όταν παρεβρέθηκε στην τελετή του Αγίου Φωτός το 2006 (ηχογράφηση από την εκπομπή Ουδείς Αναμάρτητος 14/4/2007, ΝΕΤ).
Νικόλαος Μεσογαίας

5. Ιστορικές μαρτυρίες περί του Αγίου Φωτός (1ο μέρος)

– Πότε και γιατί ξεκίνησε η αμφισβήτηση του θαύματος του Αγίου Φωτός;
– Ποιος διάσημος Έλληνας διανοούμενος του 19ου αιώνα αμφισβήτησε το Άγιο Φως;
– Από πότε υπάρχουν καταγεγραμμένες ιστορικές μαρτυρίες σε πηγές περί του θαύματος του Αγίου Φωτός;
– Υπάρχουν αλλόθρησκοι και αλλόδοξοι οι οποίοι επιβεβαιώνουν με τη μαρτυρία τους το θαύμα του Αγίου Φωτός;

Ο κ. Λυκούργος Μαρκούδης φιλοξενεί την κα. Αγγελική Χατζιωάννου, η οποία έχει εκπονήσει μεταπτυχιακή επιστημονική έρευνα για το Άγιο Φως βασισμένη σε στοιχεία από αρχαίους κώδικες (ηχογράφηση από τον ραδιοφωνικό σταθμό Πειραϊκή Εκκλησία 91,2 FM).

Ιστορικές μαρτυρίες για το Άγιο Φως 1

6. Ιστορικές μαρτυρίες περί του Αγίου Φωτός (2ο μέρος)

Η συνέχεια της συζήτησης του κ. Λυκούργου Μαρκούδη με την κα. Αγγελική Χατζιωάννου, η οποία έχει ασχοληθεί ερευνητικά με το Άγιο Φως μελετώντας αρχαίους κώδικες και πηγές (ηχογράφηση από τον ραδιοφωνικό σταθμό Πειραϊκή Εκκλησία). Η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τα εξής θέματα:

– Οι αμφιβολίες και η προσωπική εμπειρία της κας Χατζηιωάνου με το Άγιο Φως.
– Σύγχρονες μαρτυρίες του 20ου αιώνα περί Αγίου Φωτός.
– Γιατί το Άγιο Φως επιβεβαιώνει την αλήθεια της Ορθόδοξης πίστης.
– Ποιες είναι οι και τι έγινε στις τρεις (3) καταγεγγραμένες περιπτώσεις στην ιστορία όπου Λατίνοι (Παπικοί) και Αρμένιοι εμπόδισαν τους Ορθοδόξους κι επιχείρησαν αυτοί να βγάλουν το Άγιο Φως.
– Ένα μοναδικό θαύμα σχετιζόμενο με το Άγιο Φως στην Ελλάδα.

Ιστορικές μαρτυρίες για το Άγιο Φως 2

7. Ο φύλακας του Παναγίου Τάφου

Ακούστε την πρώτη ηχογραφημένη συνέντευξη του φύλακα του Ιερού Ναού της Αναστάσεως, π. Παντελεήμονα. Πως βρέθηκε στους Αγίους Τόπους, εμπειρίες στη μονή του Αγίου Σάββα, η τελετή και προσωπικές μαρτυρίες περί του Αγίου Φωτός.
Από την εκπομπή Διάλογοι στον ραδιοφωνικό σταθμό «Πειραϊκή Εκκλησία» 91,2 FM.

Μαρτυρία του φύλακα του ναού της Αναστάσεως

8. Πήγα στα Ιεροσόλυμα για να απομυθοποιήσω το Άγιο Φως!

Ακούστε την εκπομπή Διάλογοι όπου ο κ. Λυκούργος Μαρκούδης συνομιλεί με τον π. Αντώνιο Στυλιανάκη για την προσωπική του εμπειρία στον Πανάγιο Τάφο και το Άγιο Φως κατά την τελετή το Μ. Σάββατο.

Μαρτυρία π. Αντώνιος Στυλιανάκης

Σε αυτό το αφιέρωμα έχουν συνεισφέρει πολλοί άνθρωποι. Ευχαριστίες στον Παναγιώτη και σε όσους άλλους έχουν βοηθήσει με τον τρόπο τους.
Περισσότερες πληροφορίες, φωτογραφίες και βίντεο μπορείτε να βρείτε:

Τελευταία ενημέρωση: 19/4/2014

Τό Πάσχα τοῦ Ἰσαάκ Μάιος 15, 2013

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ελληνισμός / Ρωμιοσύνη, Ορθοδοξία / Εκκλησία , 2Σχόλια

Χέρι με κεράκι

Ἐκείνη τήν ἱστορία, πού θύμιζε ζωντανό συναξάρι νεομάρτυρος, μοῦ τήν ἔλεγε ἡ γιαγιά μου καί ἔχει χαραχθεῖ βαθιά μέσα στή μνήμη μου. Ὁ πατέρας της ἦταν παπάς σ’ ἕνα ἀπό τά χωριά τοῦ ἄνω Βοσπόρου, πού σήμερα ἔχει τήν ὀνομασία «Μπέηκοζ». Ὁ πατήρ Ἀντώνιος, ἔτσι ἔλεγαν τόν παπά, εἶχε πολλά παιδιά, ἀνάμεσά τους καί τό Χριστόδουλο. Ὁ Χριστόδουλος ἦταν 10 ἐτῶν ὅταν ἔγιναν ἐκεῖνα τά τρομερά γεγονότα. Μιά Μεγάλη Παρασκευή οἱ ἑβραῖοι ἔκλεψαν τό παιδί καί τό πῆραν μαζί τους. Τήν ἴδια κιόλας μέρα τό κάρφωσαν, τό παιδί, σ’ ἕνα σταυρό, ὅπως τό Χριστό. Κάποιοι περαστικοί βρῆκαν, τήν ἄλλη μέρα, τό Χριστόδουλο ἀναίσθητο στό δρόμο. Μετά ἀπό λίγες μέρες, μέσα στήν ἀναστάσιμη ἀτμόσφαιρα, πέθανε. Αὐτή ἡ διήγηση ἦταν ἀληθινή πέρα γιά πέρα. Ὅταν πλησίαζε τό Πάσχα, παρόμοιες διηγήσεις καί θύμησες ἀνασκάλευαν τό νοῦ μας καί μπαίναμε σέ ἕνα πολεμικό κλίμα μέ τούς ἑβραίους. Ἀποκορύφωμα τοῦ κλίματος αὐτοῦ ἦταν καί τό κάψιμο τοῦ ἑβραίου πού γινόταν Μεγάλη Παρασκευή τό βράδυ, μετά τήν περιφορά τοῦ ἐπιταφίου.

Στή γειτονιά μας, ἐκεῖ στό Σταυροδρόμι, ἔμεναν πολλοί ἑβραῖοι. Κατά τή διάρκεια ὅλης τῆς χρονιᾶς εἴχαμε στίς παρέες μας ἑβραιόπουλα. Μᾶς ἕνωνε ἡ ἀντίθεσή μας μέ τά τουρκάκια. Αὐτές ὅμως τίς ἡμέρες ὅλα ἄλλαζαν. Δέν μποροῦσαν οἱ ἑβραῖοι νά παίζουν τά «χριστιανικά» μας παιχνίδια. Ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα μᾶς προσέφερε μιά καταπληκτική εὐκαιρία γιά παιχνίδια πού ἄρχιζαν ἀπό τό ἱερό τοῦ Ναοῦ τῆς Παναγίας καί συνεχίζονταν στόν αὐλόγυρο καί στά περίχωρα.

Ὁ Ἰσαάκ ἔμενε σέ ἕνα γωνιακό σπίτι στή μεγάλη κατηφόρα, στό Χαμάλμπαση, λίγα μέτρα ἀπό τό σπίτι μας. Ἦταν ἀπό ΄κεῖνα τά ἑβραιόπουλα πού ἦταν καλοί μας φίλοι. Δέν ὑπῆρχε ζαβολιά στήν ὁποία νά μήν μετεῖχε. Τό κοφτερό του, μάλιστα, μυαλό ἀπεδείχθη σπουδαῖο σέ δύσκολες στιγμές. Θυμᾶμαι, μιά φορά, πού ἦρθε μιά γειτόνισσα νά διαμαρτυρηθεῖ, ἐπειδή χτυπούσαμε τά κουδούνια στίς πόρτες τῶν σπιτιῶν καί φεύγαμε τρέχοντας. Ὁ Ἰσαάκ, τότε, μέ πολύ σοβαρό ὕφος, εἶπε:

– Γιά τό καλό σας τό κάναμε ἐμεῖς. Πρόκειται νά βρέξει καί σᾶς εἰδοποιήσαμε νά μαζέψετε τά ροῦχα πού εἴχατε ἁπλώσει στήν ταράτσα νά στεγνώσουν.

– Ποῦ εἶδες μπρέ παλιόπαιδο τή βροχή; Φώναξε ἡ κυρά Κατίνα ἡ Μπαλοῦ.

– Τό εἶπε τό δελτίο καιροῦ στό ραδιόφωνο, ἀπάντησε ὁ Ἰσαάκ.

Ὁ Ἰσαάκ, λοιπόν, μέ τό κοφτερό μυαλό, πού τόσες φορές μᾶς ἔβγαλε ἀπό δύσκολες καταστάσεις, αὐτή τή φορά γινόταν «ἀποσυνάγωγος». Ἦταν ἑβραῖος. Δέν μποροῦσε τώρα νά εἶναι μαζί μας. Αὐτός, αὐτή τήν Ἑβδομάδα τή Μεγάλη, δέν μποροῦσε νά παίξει. Ἐμεῖς τό βλέπαμε φυσικό. Ὁ Ἰσαάκ ἔπρεπε νά τιμωρηθεῖ ἐπειδή οἱ ἑβραῖοι εἶχαν σταυρώσει τό Χριστό.

Ἦταν Μεγάλη Παρασκευή. Ἡμέρα τοῦ μεγάλου παιχνιδιοῦ. Ἡ ἐκκλησία ἔμενε ἀνοιχτή ὅλη τή μέρα. Κόβαμε λουλούδια, ραντίζαμε τόν κόσμο μέ κολώνια, κρατούσαμε τήν τάξη στό ναό, κάναμε στόν αὐλόγυρο τῆς ἐκκλησίας τήν περιφορά τοῦ ἐπιταφίου κι ἕνα σωρό ἄλλα πράγματα πού μᾶς ἐνθουσίαζαν.

Κατά τή διάρκεια τῆς ἀκολουθίας τῶν Μεγάλων Ὡρῶν ἦρθε μέσα στό ἱερό, ὅπου ἤμαστε μαζεμένοι, ἡ εἴδηση: Ὁ Ἰσαάκ φάνηκε στόν αὐλόγυρο. Ὁ Ἰσαάκ στόν αὐλόγυρο; Αὐτό ἦταν ἀπαράδεκτο. Τέτοια μέρα;

-Ἦρθε σίγουρα γιά νά μᾶς βεβηλώσει, εἶπε ὁ Σούλης ὁ χερούκλας.

– Ναί, σίγουρα, φώναξαν ὅλοι οἱ ἄλλοι.

– Θά πρέπει νά μάθει πώς δέν μπορεῖ ἑβραῖος τέτοια μέρα νά γυρνάει μέ τό μέτωπο ψηλά σάν νά μή συμβαίνει τίποτε. Καί τό Χριστό σταύρωσαν καί ἀπό τό παιχνίδι θέλουν νά ἐπωφεληθοῦν, φώναξε ὁ Λάμπης ὁ Γό.

Ἔτσι τόν ἀποκαλοῦσαν γιατί τό γράμμα Ρ τό πρόφερε Γό.

Ὁ Σούλης ὁ χερούκλας ἔλαβε ἀμέσως τό λόγο, ἀφοῦ ἐθεωρεῖτο καί ὁ φυσικός ἀρχηγός τῶν παιδιῶν τοῦ ἱεροῦ. Στράφηκε σέ μένα λέγοντας:

– Ντῖνο, θά πᾶς νά τοῦ πεῖς πώς εἶναι ἀνεπιθύμητος. Ἐσύ τόν γνωρίζεις πιό καλά. Εἶναι καί γείτονάς σου.

– Ναί, εἶπα. Ἔδειχνα ὅμως διστακτικός.

– Φοβᾶσαι, ρέ; μοῦ εἶπε ὁ Σούλης καί συνέχισε:

– Ἑβραῖος εἶναι, τό κατάλαβες; Τήν ἑβδομάδα αὐτή δέν πρέπει νά τούς ἀφήσουμε σέ χλωρό κλαρί. Αὐτοί σταύρωσαν τό Χριστό. Θά τούς σταυρώσουμε κι ἐμεῖς.

– Ὁ Χριστός, ὅμως, δέ σταύρωσε αὐτούς πού τόν σταύρωσαν, τόλμησα νά πῶ.

– Τί λές ρέ; Τί λές ρέ; Τί εἶναι αὐτό πού ἄκουσαν τ΄ αὐτιά μου; Χρονιάρα μέρα μέ τούς ἑβραίους εἶσαι; Ἔ; λέγε.

– Ὄχι, τοῦ εἶπα.

– Ἄσε, λοιπόν, τά λόγια καί κάνε αὐτό πού λέω γιατί χάθηκες. Πάσχα δέ θά κάνεις ἐσύ. Καί στό παιχνίδι κομμένος.

– Καλά, τοῦ εἶπα φοβισμένος.

Βγῆκα ἔξω. Ὁ Ἰσαάκ πράγματι βρισκόταν ἔξω. Τόν πλησίασα ἀφοῦ πῆρα ὕφος αὐστηρό.

– Ἰσαάκ τί γυρεύεις ἐδῶ;

– Γιατί νά μήν εἶμαι; Ποιός μπορεῖ νά μ΄ ἐμποδίσει; Μετά, ἀφοῦ ἄλλαξε τόνο, μοῦ εἶπε ἐμπιστευτικά:

– Ντῖνο, τί ἔπαθες; Ποῦ εἶναι ἡ καρδιακή μας φιλία;

– Ὁ Χριστός μᾶς χωρίζει Ἰσαάκ. Ἐσεῖς οἱ ἑβραῖοι σταυρώσατε τό Χριστό, δέν μπορεῖτε νά πατᾶτε ἐδῶ τέτοια μέρα.

– Ὁ Χριστός σας, ὅμως, δέν ἔδιωξε κανένα ἀπό κοντά του.

– Ἰσαάκ, τώρα δέ γίνεται τίποτε. Μετά τό Πάσχα θά εἴμαστε καί πάλι φίλοι, εἶπα κι ἔφυγα τρέχοντας ἐπειδή δέν ἄντεχα τήν ἀναμέτρηση.

Ὅταν τελείωσε ἡ ἀκολουθία κι ἄρχισαν τά γνωστά παιχνίδια στόν αὐλόγυρο, ἔνιωθα μιά πλάκα νά πιέζει τό στῆθος μου. Σάν νά ἤμουν ἕνας ἀπό τούς σταυρωτές τοῦ Χριστοῦ. Εἶχα δίκαιο ἤ ἄδικο; Δέν μποροῦσα νά χαρῶ τή μέρα. Τότε βρῆκα τή λύση. Τή βρῆκα καθώς στεκόμουν ἀφηρημένος μπροστά στόν ἐπιτάφιο. Μπροστά στήν ἄκρα ταπείνωση. Ἔπρεπε νά κάνω κάτι. Αὐτός πού ἦταν μέσα στόν ἐπιτάφιο ἔκανε τόσο μεγάλη συγκατάβαση. Πῆρα τήν ἀπόφασή μου. Πῆγα στό σπίτι τοῦ Ἰσαάκ. Καθόταν στά σκαλοπάτια βλοσυρός. Μιά λάμψη διαπέρασε τή ματιά του, ἀλλά ἐξωτερικά δέν τό ἔδειξε.

– Ἰσαάκ, τοῦ εἶπα, συγγνώμη γιά τό πρωί. Ἐκπροσωποῦσα ξέρεις, μιά ὁμάδα παιδιῶν. Γνωρίζεις τή νοοτροπία. Σκέφθηκα ὅμως κάτι σπουδαῖο. Θά ποῦμε στά παιδιά πώς εἶσαι μέν ἑβραῖος, ἀλλά μέσα στήν καρδιά σου ἀγαπᾶς τό Χριστό καί λυπᾶσαι πού οἱ ἑβραῖοι τόν σταύρωσαν. Θά πεῖς πώς δέν μπορεῖς νά κάνεις ἀλλιῶς.

Ὁ Ἰσαάκ μέ παρατηροῦσε μέ προσοχή. Μέ ἕνα βλέμμα κοφτερό καί ἀντρίκιο.

– Ντῖνο, μοῦ εἶπε, οὔτε προφήτης νά ἤσουν, ἔτσι σκέπτομαι ἀλήθεια. Ἐγώ πῆρα μιά βαθιά ἀνάσα.

– Σέ περιμένω τό βράδυ στήν περιφορά τοῦ ἐπιταφίου. Τά παιδιά θά τά ἀναλάβω ἐγώ.

Τά παιδιά, ὅμως, δέν μέ πίστευαν μέ τίποτε. Προσπάθησα πολύ. Τίποτε. Ἦταν ἀμετάπειστοι.

– Μά, ὁ Χριστός συγχώρεσε τούς σταυρωτές του.

– Μή μιλᾶς, σταμάτα, ἄν δέ θέλεις ἀπόψε βράδυ, νά σέ κάψουμε μαζί μέ τόν ἑβραῖο, εἶπε ὁ Σούλης.

Τό βράδυ στήν περιφορά τοῦ ἐπιταφίου ψιχάλιζε. Συνήθως ψιχαλίζει στήν περιφορά τοῦ ἐπιταφίου. Ἐμεῖς ὅλοι, τά χριστιανόπουλα, περιφέραμε ἀγέρωχα τόν ἐπιτάφιο στό μεγάλο αὐλόγυρο τῆς Παναγίας.

Μέσα στόν κόσμο ξεχώρισα τόν Ἰσαάκ. Οἱ ματιές μας συναντήθηκαν. Δέν μπόρεσα νά διακρίνω ἄν ἦταν οἱ ψιχάλες ἤ τά δάκρυα πού ἔτρεχαν ἀπό τά μάτια τοῦ φίλου μου, τοῦ Ἰσαάκ. Κι ἄν ἔκλαιγε, ἔκλαιγε ἐπειδή δέν τόν δέχτηκαν τά παιδιά παρά τήν ὁμολογία του, ἤ ἐπειδή λυπόταν γιά τή σκληροκαρδία μας;

Μετά τήν περιφορά δέν γλύτωσα ἀπό τή σχετική καρπαζιά τοῦ Σούλη τοῦ χερούκλα.

– Σέ εἶδα βρέ, σέ εἶδα, ἄλλαξες φιλικές ματιές μέ τόν ἑβραῖο. Καί πρόσθεσε:

– Ἐσύ ἀπόψε ἑβραῖο δέν καῖς.

– Δέν πειράζει, εἶπα, θά πάρω πάνω μου τήν εὐθύνη γιά τόν Ἰσαάκ.

Ἀπό τό παράθυρο τοῦ σπιτιοῦ μου παρατηροῦσα τό ἄτυπο τελετουργικό.

Στό τέλος τῆς καύσεως, πέρασε ἕνας ἀπεσταλμένος τοῦ Σούλη, κάτω ἀπό τό παράθυρο, φωνάζοντας:

– Ἄκου Ντῖνο, ἐσύ Ἀνάσταση φέτος δέν θά κάνεις, οὔτε καί ὁ ἑβραῖος.

Ἡ κρίσιμη στιγμή ἦταν κατά τήν Ἀνάσταση. Στήν Πόλη πολλές χρονιές ἡ Ἀνάσταση δέν γινόταν τά μεσάνυχτα, ἀλλά στίς πέντε τό πρωί. Ἡ Ἀνάσταση εἶναι πάντοτε μιά κρίσιμη στιγμή. Τό συναπάντημα τοῦ Χριστοῦ μέ τόν Ἅδη. Ἡ ἥττα τοῦ Ἅδη. Ἡ ἀπελευθέρωση τῶν νεκρῶν.

Ὅλα αὐτά τά ζήσαμε ἐκεῖνο τό πρωί μέσα στή λειτουργία τῆς Ἀναστάσεως. Τά παιδιά εἶχαν φθάσει ἐκεῖ μέ τίς τσέπες γεμάτες ἀπό αὐγά καί βαρελότα. Τήν ὥρα τοῦ «Χριστός Ἀνέστη», στίς πέντε τό πρωί, θά γινόταν χαμός.

Αὐγά ἀνάμεικτα μέ βαρελότα θά ταξίδευαν πάνω ἀπό τά κεφάλια μας.

Εἶχα φθάσει φοβισμένος. Δέν τόλμησα νά μπῶ στό ἱερό. Τά παιδιά ἐξάλλου μέ παρατήρησαν λίγο περιφρονητικά. Στάθηκα πλάι στήν ἐξέδρα, ἐκεῖ πού θά γινόταν ἡ Ἀνάσταση. «Δεῦτε λάβετε Φῶς!»

«Χριστός Ἀνέστη».

Χαρά ἀνεκλάλητη. Ξέχασα τά πάντα. Χαιρόμουν πολύ. Δέν φοβόμουν τό Σούλη τό χερούκλα, οὔτε κανέναν. Χαιρόμουν ἀτελείωτα. Τά βαρελότα ἔδιναν τόνο πολεμικῆς ἀτμόσφαιρας. Κραυγές, πανδαιμόνιο χαρᾶς. Καί ἀνάμεσα στό θόρυβο ἄκουσα κάποιες κραυγές θυμωμένων ἀνθρώπων. Σά νά μάλωναν ἤ νά ἔδερναν κάποιον. Στράφηκα πρός τά ἐκεῖ μαζί μέ ὅλα τά παιδιά, πού ἦταν σέ ἀπόσταση βολῆς. Ναί, ἦταν πραγματικές κραυγές. Ὁ πατέρας τοῦ Ἰσαάκ εἶχε παρακολουθήσει τό γιό του πού ἔφυγε κρυφά ἀπό τό σπίτι. Τήν ὥρα τοῦ «Χριστός Ἀνέστη» ἄρχισε νά τόν χτυπάει ἀλύπητα. Πῶς τόλμησε ἕνας ἑβραῖος νά πεῖ: «Χριστός Ἀνέστη»;

Ντροπή, μεγάλη ντροπή, γιά τήν οἰκογένεια. Εἶδα τόν Ἰσαάκ νά ποδοπατεῖται ἀπό τόν πατέρα του μέ μίσος.

– Τί εἶπες; Τί εἶπες; Χριστός Ἀνέστη; Φώναζε ξέφρενα ἐκεῖνος.

Ὁ Ἰσαάκ ἦταν σέ ἄσχημη κατάσταση. Ἔτρεχε αἷμα ἀπό τό στόμα καί τή μύτη του. Τόλμησε νά πεῖ.

– Ναί, πατέρα, Χριστός Ἀνέστη. Γιατί ἐμεῖς οἱ ἑβραῖοι τόν σταυρώσαμε. Χριστός Ἀνέστη.

Κυλιόταν κάτω σάν μάρτυρας, χωρίς γογγυσμό, ψελλίζοντας.

– Χριστός Ἀνέστη…

Μᾶς θύμισε τό μαρτύριο τόσων καί τόσων πού φώναξαν αὐτό τό «Χριστός Ἀνέστη» στά ματωμένα χώματα τῆς Πόλης.

Μετά ἔμεινε ἀναίσθητος. Δέν τολμήσαμε νά πλησιάσουμε. Τά παιδιά εἶχαν παγώσει. Ὁ πατέρας τοῦ Ἰσαάκ τόν ἅρπαξε στά χέρια του. Ἤ μᾶλλον τόν ἔσερνε. Ἐμεῖς μείναμε ἄφωνοι. Ὁ Σούλης μέ κοίταξε. Τόν κοίταξα. Μέ φίλησε.

– Ἀληθῶς Ἀνέστη, εἶπε δακρυσμένος.

– Ναί, Ἀληθῶς Ἀνέστη.

Τόν Ἰσαάκ, μετά, τόν χάσαμε. Μάθαμε πώς ἔμεινε μῆνες στό κρεβάτι. Ἔφυγαν ἀπό τή γειτονιά.

Μετά ἀπό χρόνια, κάποιος μοῦ μίλησε γιά ἕναν ἱερομόναχο σέ μιά σκήτη τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πού παλιά ζοῦσε στήν Πόλη καί ἦταν ἑβραῖος. Καί μετά ἔγινε χριστιανός. Γιά ἕναν ἱερομόναχο πού ἦταν κυρτός ἀπό κάποιο ἀτύχημα. Ἦταν σιωπηλός πάντα καί ἔλεγε «Χριστός Ἀνέστη», σέ ὅσους τόν συναντοῦσαν.

Ἔτσι μοῦ εἶπαν καί τό πιστεύω, ναί, πώς εἶναι ὁ φίλος μου ὁ Ἰσαάκ.

Χριστός Ἀνέστη!


Πηγή: αὐτοτελές ἀπόσπασμα ἀπό το βιβλίο «Τό σταυροδρόμι τῆς καρδιᾶς μου», Σελίδα 9, ἐκδόσεις «Φιλοκαλία», Μάϊος 2002 στόν ἰστοχῶρο floga.gr

Χριστός Ανέστη! Μάιος 5, 2013

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment YouTube Preview Image