jump to navigation

Εργασία και Ανεργία Νοέμβριος 19, 2014

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Επιχειρηματικότητα, Ελληνισμός / Ρωμιοσύνη, Κοινωνία, Παιδεία / Εκπαίδευση , add a comment

man-no-face-keyboard

Παλαιότερο, αιχμηρό άρθρο του Σαράντου Καργάκου που αξίζει να μας βάλει σε σκέψεις και αυτοκριτική, ιδίως όσους υπηρετούν στην εκπαίδευση. Κατά την άποψή μας ο λόγος είναι υπερβολικά αυστηρός, ενίοτε και ισοπεδωτικός σήμερα που η ανεργία ειδικά των νέων με ουσιαστικά και όχι τυπικά προσόντα βρίσκεται στα ύψη και πολλοί/ες για να ζήσουν αναγκάζονται να αναζητήσουν εργασία στο εξωτερικό. Εν τούτοις, το αίτημα για (καλύτερη) αξιοποίηση των ανθρωπιστικών σπουδών και της πνευματικής κληρονομιάς μας για καλλιέργεια κριτικής σκέψης, αγωνιστικού φρονήματος, ήθους εργατικότητας, τόλμης, πρωτοβουλίας και δημιουργικότητας είναι επίκαιρο και διαχρονικό.

Ζ.Ι.

———

Ἐργασία – ἀνεργία

Σαράντος Καργάκος, Εκπαιδευτικός – Ιστορικός – συγγραφέας

Ακούω ότι το μεγαλύτερο σήμερα πρόβλημα των νέων μας είναι η ανεργία.
Διαφωνώ. Εδώ και τριάντα χρόνια είναι η … εργασία. Ο νέος δε φοβάται την αναδουλειά, φοβάται τη δουλειά. Μια οικογενειακή αντίληψη, ότι δουλειά είναι ό,τι δεν λερώνει, επεκτάθηκε και στο νέο-σουσουδιστικό σχολείο με ευθύνη των κομμάτων, που για λόγους ψηφοθηρίας απεδύθησαν σε μια χυδαία πολιτική παιδοκολακείας, η οποία μετά τη δικτατορία εξέθρεψε και διαμόρφωσε δύο γενιές «κουλοχέρηδων» … παιδιών δηλαδή που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα χέρια τους -πέρα από τη μούντζα- για καμιά εργασία από αυτές που ονομάζονται χειρωνακτικές, επειδή -τάχα- είναι ταπεινωτικές. Κι ας βρίσκεται μέσα στη λέξη «χειρώναξ», σαν δεύτερο συνθετικό το «άναξ» που κάνει τον δουλευτή, τον άνακτα χειρών, βασιλιά στο χώρο του, βασιλιά στο σπιτικό του, νοικοκύρη δηλαδή, λέξη άλλοτε ιερή που ποδοπατήθηκε κι αυτή μες στην ασυναρτησία μιας πολιτικής που έδειχνε αριστερά και πήγαινε δεξιά και τούμπαλιν. Γι’ αυτό τουμπάραμε…

Κάποτε, έγραφα πως η ανεργία στον τόπον μας είναι επιλεκτική, ότι δουλειές υπάρχουν αλλά ότι δεν υπάρχουν χέρια να τις δουλέψουν. Κι έπρεπε να κατακλυσθεί ο τόπος από 1,5 εκατομμύριο λαθρομετανάστες, για να αποδειχθεί ότι στην Ελλάδα υπήρχε δουλειά πολλή αλλ’ όχι διάθεση για δουλειά. Τα παιδιά -τα μεγάλα θύματα αυτής της ιστορίας- είχαν γαλουχηθεί με τη νοοτροπία του «White color workers».
Έτσι σήμερα το πιο φτηνό εργατικό και υπαλληλικό δυναμικό είναι οι . . . πτυχιούχοι, που ζητούν εργασία ακόμη και στον ΟΤΕ ως έκτακτοι, τηλεφωνητές, προσκομίζοντας στα πιστοποιητικά προσόντων ακόμη και διδακτορικά! Γέμισε ο τόπος πανεπιστήμια, σχολές επί σχολών, επιστημονικούς κλάδους αόριστους, ομιχλώδεις και ασαφείς, απροσδιορίστου αποστολής και χρησιμότητας. Πτυχία-φτερά στον άνεμο σαν τις ελπίδες των γονιών, που πιστεύουν ότι τα παιδιά και μόνον με τα «ντοκτορά» θα βρουν δουλειά. Έτσι παράγονται επιστήμονες που είναι δεκαθλητές του τίποτα, ικανοί μόνον για το δημόσιο ή για υπάλληλοι κάποιας πολυεθνικής.
Παρ’ όλο που γέμισε η χώρα μας τεχνικές σχολές (τι ΤΕΛ, τι ΤΕΙ, τι ΙΕΚ!) οι πιο άτεχνοι νέοι είναι οι νέοι της Ελλάδος. Παίρνουν πτυχίο τεχνικής σχολής και δεν έχουν πιάσει κατσαβίδι οι πιο πολλοί. Δεν ξέρουν να διορθώσουν μια βλάβη στο αυτοκίνητό τους, στο ραδιόφωνο ή στο τηλέφωνό τους.

Είναι άχεροι, ουσιαστικά χωρίς χέρια. Τώρα με τα ηλεκτρονικά ξέχασαν να γράφουν, ξέχασαν να διαβάζουν, εκτός φυσικά από «μηνύματα» του αφόρητου «κινητού» τους.

Τούτη η παιδεία, που όχι μόνο παιδεία δεν είναι αλλ’ ούτε καν εκπαίδευση, αφού δεν καλλιεργεί καμμιά δεξιότητα, εκτός από την ραθυμία, την αναβλητικότητα και το φόβο της δουλειάς, όχι μόνο δεν καλλιεργεί τον νέο εσωτερικά αλλά τον πετρώνει δημιουργικά σαν τα παιδιά της Νιόβης. Τα κάνει άχρηστα τα παιδιά για παραγωγική εργασία, γιατί ο θεσμός της παπαγαλίας και η νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας, με το πρόσχημα να μην τα κουράσομε, τους αφαιρεί την αυτενέργεια, την πρωτοβουλία, τη φαντασία και την πρωτοτυπία. Το σχολείο, αντί να μαθαίνει τα παιδιά πως να μαθαίνουν, τα νεκρώνει πνευματικά.

Δεν τα μαθαίνει πώς να σκέπτονται αλλά με τι να σκέπτονται. Έτσι τα κάνει πτυχιούχους βλάκες. Βάζει όρια στον ορίζοντα της σκέψης και των ενδιαφερόντων. Τα χαμηλοποιεί. Τα κάνει να βλέπουν σαν τα σκαθάρια κοντά, κι όχι να θρώσκουν άνω, να έχουν έφεση για κάτι πιο πέρα, πιο τρανό και πιο μεγάλο. Το έμβλημα πια του ελληνικού σχολείου δεν είναι η γλαύξ, είναι ο παπαγάλος, ο μαθητής – βλάξ που καταπίνει σελίδες σαν χάπια και που θεωρεί ως σωστό ό,τι γράφει το σχολικό.

Και το λεγόμενο «σχολικό» είναι συνήθως αισχρό και ως λόγος και ως περιεχόμενο. Και τολμώ να λέγω αισχρό, διότι πρωτίστως το «Αναγνωστικό» που πρέπει να είναι ευαγγέλιο πνευματικό ειδικά στο Δημοτικό, αντί να καλλιεργεί την αγάπη για τη δουλειά, καλλιεργεί την απέχθεια. Πού πια, όπως παλιά, ο έρωτας για την αγροτική, τη βουκολική και τη θαλασσινή ζωή ;

Ο ναύτης δεν είναι πρότυπο ζωής. Πρότυπο ζωής είναι ο «χαρτογιακάς». Όσο κι αν ήσαν κάπως ρομαντικά τα παλιά «Αναγνωστικά», καλλιεργούσαν τον έρωτα για τη δουλειά. Ακούω πως δεν πάει καλά η οικονομία. Μα πώς να πάει, όταν με τη ναυτιλία που προσφέρει το 5,6% του ΑΕΠ ασχολείται μόνο το 1% των Ελλήνων ; (Με τον αγροτικό τομέα που προσφέρει το 6,6% του ΑΕΠ ασχολείται το 14,5% του πληθυσμού). Διερωτώμαι, τι είδους ναυτικός λαός είμαστε, όταν αποστρεφόμαστε τη θάλασσα και στα ελληνικά καράβια κυριαρχούν Φιλιππινέζοι, Αλβανοί και μελαψοί κάθε αποχρώσεως;
Το σχολείο καλλιεργεί τον έρωτα για την τεμπελιά, όχι για δουλειά. Τα πανεπιστήμια και οι ποικιλώνυμες σχολές επαυξάνουν τον έρωτα αυτό. Πράγματα που μπορούν να διδαχθούν εντός εξαμήνου – και μάλιστα σε σεμιναριακού τύπου μαθήματα – απαιτούν τετραετία ! Βγαίνουν τα παιδιά από τις σχολές και δικαίως ζητούν εργασία με βάση τα «προσόντα» τους, αλλά τέτοιες εργασίες που ζητούν τέτοια προσόντα δεν υπάρχουν. Αν δεν απατώμαι, υπάρχουν δύο σχολές θεατρολογίας – πέρα από τις ιδιωτικές θεατρικές σχολές – που προσφέρουν άνω των 300 πτυχίων το έτος. Που θα βρουν δουλειά τα παιδιά αυτά ;

Αν όμως το σχολείο από το Δημοτικό καλλιεργούσε την τόλμη, την αυτενέργεια, βράβευε την πρωτοβουλία, την ανάληψη ευθυνών, την αγάπη για την οποιαδήποτε δουλειά ακόμη και του πλανόδιου γαλατά, θα είχαμε κάνει την Ελλάδα Ελδοράδο, όπως έγινε Ελδοράδο για τους εργατικούς Αλβανούς, Βουλγάρους, Πολωνούς, Γεωργιανούς, Αιγυπτίους αλιείς, Πακιστανούς και Ουκρανούς.

Σήμερα αυτοί είναι η εργατική κι αύριο η επιχειρηματική τάξη της Ελλάδος. Κι οι Έλληνες, αφήνοντας την πατρώα γη στα χέρια των Αλβανών που την δουλεύουν, την πατρώα θάλασσα στα χέρια των Αιγυπτίων που την ψαρεύουν, θα μεταβληθούν σε νομάδες της Ευρώπης ή των ΗΠΑ ή θα τρέχουν για δουλειά στην Αλβανία που ξεπερνά σε νόμιμη και παράνομη επιχειρηματική δραστηριότητα όλες τις χώρες της Βαλκανικής.
Γέμισαν τα Τίρανα ουρανοξύστες, κτήρια γιγάντια, κακόγουστα μεν, σύγχρονα δε. Περίπου 100 ιδιωτικά σχολεία λειτουργούν στην πρωτεύουσα της χώρας των αετών. Εμείς αφήσαμε αδιαπαιδαγώγητη την εργατική και την αγροτική τάξη. Στην πρώτη περάσαμε σαν ιδεολογία – θεολογία το σύνθημα «Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» και υποχρεώσαμε πλήθος επιχειρήσεις να κλείσουν ή να μεταφερθούν αλλού.
Μετά διαφθείραμε τους αγρότες με παροχές χωρίς υποχρεώσεις και τους δημιουργήσαμε νοοτροπία μαχαραγιά. Γέμισε η επαρχία με . . .«Κέντρα Πολιτισμού», όπου «μπαγιαντέρες» κάθε λογής και φυλής άναβαν πούρο με φωτιά πεντοχίλιαρου ! Το μπουκάλι με το ουΐσκυ βαπτίστηκε … αγροτικό! Τώρα, όμως, που έρχονται τα «εξ εσπερίας νέφη» χτυπάμε το κεφάλι μας. Και που να φθάσουν τα «εξ Ανατολής» σαν εισέλθει η Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ένωση!
Θα γίνει η Ελλάς vallis flentium (=κοιλάς κλαυθμώνων) και θα κινείται quasi osculaturium inter flentium et dolorum (=σαν εκκρεμές μεταξύ θλίψεως και οδύνης).

Δεν είμαι υπέρ μιας παιδείας που θα υποτάσσεται στην οικονομία. Θεωρώ ολέθριο να χαράσσεται μια εκπαιδευτική πολιτική με κριτήρια οικονομικής αναγκαιότητας. Θεωρώ ολέθρια όμως και την παιδεία που εθίζει τα παιδιά στην οκνηρία, που τα κουράζει με την παπαγαλία και το βάρος αχρήστων μαθημάτων. Το μεγαλύτερο κεφάλαιο της χώρας είναι τα κεφάλια των παιδιών της.
Τούτη η παιδεία αποκεφαλίζει τα παιδιά. Τα κάνει ικανά να μην κάνουν τίποτε. Ούτε να βλαστημήσουν. Ακόμη και η αισχρολογία τους περιορίζεται στη λέξη που τα κάνει συνονόματα. Αν τους πεις βρισιά της περασμένης 20ετίας θα νομίσουν ότι μιλάς αρχαία Ελληνικά !

Είναι θλιβερή η εικόνα που παρουσιάζει σήμερα, παρουσίαζε χθες και θα παρουσιάζει κι αύριο η ελληνική κοινωνία : να υπάρχουν άνθρωποι άνω των 65 ετών, άνω των 70 ετών, που, ενώ έχουν συνταξιοδοτηθεί, εργάζονται νυχθημερόν, για να συντηρούν τα παιδιά τους μέχρι να τελειώσουν τις ατελείωτες σπουδές τους, τα παιδιά που λιώνουν τα νιάτα τους στα «κηφηνεία», που πάνε σπίτι τους να κοιμηθούν την ώρα που οι Αλβανοί πάνε για δουλειά. Θα μου πείτε, τι δουλειά; Οποιαδήποτε δουλειά, αρκεί να είναι τίμια. Όταν μικροί – ακόμη στο Δημοτικό – μαθαίναμε απέξω τον Τυρταίο (ποιος τολμά σήμερα να διδάξει Τυρταίο;) δεν τον μαθαίναμε για να γίνουμε πολεμοχαρείς αλλά για να νοιώθουμε ντροπή, όταν στην μάχη της ζωής, στην πρώτη γραμμή είναι οι παλαιότεροι, οι «γεραιοί» και οι νέοι κρύβο­νται πίσω από τη σκιά τους. «Αισχρόν γαρ δη τούτο… κείσθαι πρόσθε νέων, άνδρα παλαιότερον».

Σήμερα, βέβαια, οι χειρωνακτικές εργασίες ελέγχονται σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα από ξένους. Στις οικοδομές μιλούν αλβανικά, στα χωράφια πακιστανικά. Σε λίγο οι χειρωνακτικές επιχειρήσεις θα περάσουν στα χέρια των Κινέζων που κατασκευάζουν ήδη το μεγαλύτερο μέρος των τουριστικών ειδών που θυμίζουν … Ελλάδα. Ακόμη και τις σημαίες μας στην Κίνα τις φτιάχνουν !
Κι εμείς; Εμείς, όπως πάντα, φτιάχνουμε τα τρία κακά της μοίρας μας. «Φτιάχνουμε» τη ζωή μας στην τηλοψία, που δίνει τα μοντέρνα πρότυπα οκνηρίας στη νεολαία, ποθούμε μια χρυσίζουσα ζωή σαν αυτήν που προσφέρει το «γυαλί», αγοράζουμε πολυτελή αυτοκίνητα με δόσεις, κάνουμε διακοπές με «διακοποδάνεια», εορτάζουμε με «εορτοδάνεια» και πεθαίνουμε με «πεθανοδάνεια». Έλεγε ο Φωκίων, που πλήρωσε τέσσερις δραχμές τη δεύτερη δόση του κωνείου που χρειαζόταν για να «απέλθει», πως στην Αθήνα δεν μπορεί ούτε δωρεάν να πεθάνει κανείς.

Έπρεπε να ζούσε τώρα… Λυπάμαι που θα το πω, αλλά πρέπει να το πω: το σχολείο, οι σχολές και τα ΜΜΕ σακάτεψαν και σακατεύουν τη νεολαία, γιατί μιλούν συνεχώς για τα δικαιώματά της – δικαιώματα στην τεμπελιά – και ποτέ για υποχρεώσεις, ποτέ για χρέος, ποτέ για καθήκον. Το καθήκον έγινε άγνωστη λέξη.

Φωτογραφία: Bob Prosser

Το Κατσαρόλι – Ο Μεγάλος Δάσκαλος Οκτώβριος 17, 2014

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ελληνισμός / Ρωμιοσύνη, Κοινωνία, Οικογένεια / Παιδί , 5Σχόλια

Η οικογένειά μου ήταν φτωχή. Οι γονείς μου ήταν εργάτες και οι δύο, εργαζόμενοι από την εφηβεία τους. Γνωρίστηκαν στη Γερμανία, διπλοβάρδιες στα εργοστάσια, αιματηρές οικονομίες για να αγοράσουν οικόπεδο, να χτίσουν σπίτι και να επιστρέψουν στην πατρίδα, όπου δεν είχαν τίποτα.

Εγώ και η αδερφή μου μεγαλώσαμε σχεδόν μόνες μας. Από την πρώτη Δημοτικού φτιάχναμε το πρωινό μας (όχι σαν αυτό το διαφημίσεων), κλειδώναμε το σπίτι, περπατούσαμε 15 λεπτά ως τη στάση του λεωφορείου και πηγαίναμε στο σχολείο. Επιστρέφαμε, ζεσταίναμε το φαγητό μας και στρωνόμασταν αμέσως στο διάβασμα. Οι γονείς έλειπαν από τα ξημερώματα και επέστρεφαν αργά το απόγευμα. Στις διπλοβάρδιες, την επομένη το πρωί.
Η μητέρα μου μόλις επέστρεφε, πάντα έκανε την ίδια ερώτηση: Διαβάσατε;<
Ήταν αγράμματη, οπότε δεν μπορούσε και να μας ελέγξει. Αν απαντούσαμε καταφατικά, μας άφηνε να παίξουμε τον υπόλοιπο χρόνο που έμενε μέχρι να πάμε για ύπνο. Αν καταλάβαινε ότι δεν είχαμε ακριβώς τελειώσει τα μαθήματα, έλεγε την φράση που έμεινε παροιμιώδης στην οικογένεια: «Να καθίσετε να τελειώσετε το διάβασμα, εκτός αν θέλετε να πάω να πλύνω τα κατσαρόλια».

Ο μύθος, που εμείς ως παιδιά είχαμε πιστέψει, ήταν πως μας είχαν αγοράσει από ένα κατσαρόλι. Το κατσαρόλι ήταν ένα μεταλλικό σκεύος, στο οποίο έβαζαν το φαγητό τους για να φάνε το μεσημέρι στο εργοστάσιο. Γιατί βέβαια δεν ξόδευαν δεκάρα για να αγοράσουν οτιδήποτε από τις καντίνες. Μας είχαν πει λοιπόν, πως αν κάποια στιγμή καταλάβαιναν πως «δεν παίρνουμε τα γράμματα», θα μας έπλεναν το ωραίο μας κατσαρόλι και θα πηγαίναμε την επόμενη μέρα για μεροκάματο. Μπορεί να μην ήξερα τι διαφορά θα είχε η δουλειά που θα έκανα τελειώνοντας το σχολείο από αυτή που έκαναν οι δικοί μου στο εργοστάσιο, αλλά ήξερα πως ο πατέρας μου όταν ήταν στο σπίτι, δεν ήταν σε θέση να κάνει τίποτ’άλλο εκτός από το να πέσει για ύπνο. Κι ευτυχώς δηλαδή, γιατί όταν δεν μπορούσε να κοιμηθεί, τα νεύρα του ήταν σε τέτοιο χάλι που κρατούσαμε την αναπνοή μας για να μην ακούει ήχους (άλλη φορά θα σας πω τι συνέβαινε, αν γινόταν το λάθος και τους άκουγε). Ήξερα ακόμα πως τα παπούτσια του ήταν γεμάτα μεταλλικά ρινίσματα (γρέζια τα έλεγε) και μαζί με τη μητέρα μου τα βγάζαμε ένα-ένα για να σώσουμε τα παπούτσια. Ήξερα ότι τα χέρια της μάνας μου είχαν ρόζους και έτριβε κάθε βράδυ τα μπράτσα και τα δάχτυλά της βογκώντας. Και κάθε φορά που άκουγα την απειλή για το κατσαρόλι, μολονότι ως σπασικλάκι που ήμουν, είχα τελειώσει τα μαθήματά μου, τους έριχνα άλλη μια ματιά για καλό και για κακό.
Ακόμα κι όταν εκείνο το πρώτο όνειρο της επιστροφής στην πατρίδα πραγματοποιήθηκε, τα πράγματα δεν άλλαξαν και πολύ. Πάλι φορούσα τα ρούχα της αδερφής μου, πάλι τρώγαμε παγωτό μία φορά την εβδομάδα (από το φτηνό), πάλι οι γονείς μου δούλευαν όλη μέρα και δεν ξεκουράζονταν ποτέ. Κι εμείς το ίδιο.
Από 12 χρονών είχαμε μάθει να μαγειρεύουμε, να καλλιεργούμε το περιβολάκι, να φροντίζουμε τα ζώα, να διορθώνουμε τις ελαφριές ηλεκτρικές και υδραυλικές βλάβες, να βάφουμε, μέχρι και να χτίζουμε, όταν ο πατέρας μας αποφάσισε να «σηκώσει» άλλον έναν όροφο. Μόνοι μας. Εργάτης, τεχνίτης δεν πάτησε κανείς. Είχαμε ένα μικρό, συνοικιακό χρωματοπωλείο. Μάθαμε να ζυγίζουμε, να τιμολογούμε, να συναλλασσόμαστε με τους πελάτες, να παραλαμβάνουμε από τους προμηθευτές.

Η μοναδική μας πολυτέλεια, και στη Γερμανία και εδώ, ήταν το ποδήλατο. Μόνο που δεν είχαμε πολύ χρόνο να το χαρούμε, γιατί ακόμα κάθε απόγευμα η μητέρα κράδαινε το κατσαρόλι! Κι εμείς έπρεπε να είμαστε εντάξει με το σχολείο. Και λέξεις όπως φροντιστήριο ήταν απαγορευμένες. «Αν είναι να θες σαράντα πέντε μάστορες κι εξήντα μαθητάδες,  άστο! Πάρε το κατσαρόλι σου, να έχεις και το κεφάλι σου ήσυχο», έλεγε η μάνα μου.
Το κατσαρόλι, λοιπόν, όσο και αν σας τρομάζει εσάς που το ακούτε πρώτη φορά, με έμαθε πολλά πράγματα. Περισσότερα από όσα, ίσως, φαντάστηκαν οι γονείς μου. Και άκουγα τον μεταλλικό του ήχο και αφού εκείνοι έφυγαν πρόωρα από τη ζωή.
Με έμαθε να εκτιμώ τους ανθρώπους που εργάζονται καταπονώντας το σώμα τους και να τους σέβομαι απεριόριστα.
Με εξοικείωσε με την ιδέα της χειρονακτικής εργασίας και όταν χρειάστηκε να εργαστώ για να τελειώσω το σχολείο και να σπουδάσω, δεν δίστασα και δεν ένιωσα άσχημα να κάνω την μαγείρισσα, την καθαρίστρια, την εργάτρια σε θερμοκήπιο και σε βιοτεχνία.
Κρατούσε το μυαλό μου προσηλωμένο στον στόχο. Σε αυτό που ήθελα να κάνω και με βοήθησε να το πετύχω έστω και μερικά χρόνια αργότερα από το κανονικό.
Με έμαθε να εκτιμώ αυτά που κερδίζει κανείς με τον ιδρώτα του, είτε εργάζεται σωματικά είτε πνευματικά. Να μην τα σπαταλώ, αν και από τη φύση μου γεννήθηκα σπάταλη. Το ισορρόπησα.
Με εμπότισε με βαθύτατη απέχθεια για τους ανέντιμους ανθρώπους, που δεν ντρέπονται να κερδίζουν χρήματα χωρίς να εργάζονται. Και για εκείνους που εκμεταλλεύονται την αγνότητα ανθρώπων όπως η μάνα μου, για να εκμεταλλευτούν τον κόπο τους παριστάνοντας τους προστάτες τους.
Γέννησε μέσα μου τον έρωτα για την Παιδεία! Όχι την άγρα πτυχίων. Την αληθινή. Την αγάπη για την εργασία και την προσφορά. Την επιδίωξη της αξιοπρέπειας και της αυτάρκειας. Αυτά ονειρεύτηκα να μεταδώσω σε όσους θα μου έκαναν την τιμή να γίνουν μαθητές μου.
international_silver_old_colony_silverplate_1911_monograms_solid_smooth_berry_casserole_spoon_P0000183901S0015T2
Μου έδωσε το θάρρος να αντιμετωπίσω διεστραμμένες αντιλήψεις γονέων, που με προσλάμβαναν νομίζοντας πως η δουλειά μου είναι να φροντίζω να πηγαίνουν τα παιδιά τους στο σχολείο με λυμένες τις ασκήσεις.
Το κατσαρόλι ήταν το σύμβολο της πραγματικής ζωής. Θα νόμιζε κανείς πως ένα παιδί, ακούγοντας με τη φαντασία του τον μεταλλικό του ήχο, θα αποκτούσε φοβίες για τη φτώχεια, την χειρωνακτική εργασία, την ταπεινή καταγωγή. Θα έκανε όμως λάθος!
Για εμένα και την αδερφή μου, το κατσαρόλι είπε αυτά που οι αγράμματοι γονείς μας δεν είχαν την ικανότητα να εκφράσουν: Ο μόνος αξιοπρεπής τρόπος ζωής είναι να εργάζεσαι, να παράγεις, να προσφέρεις. Με κάποιον τρόπο πρέπει μόνος σου να γεμίζεις το κατσαρόλι σου, να κερδίσεις τη ζωή σου. Καθήκον σου είναι να το γεμίσεις. Δική σου απόφαση αν θα καταπονήσεις το πνεύμα ή το σώμα. Κάθε επιλογή αποδεκτή, αρκεί να είναι αυτό που σου ταιριάζει.
 Διαλέγεις και παίρνεις! 

Πηγή: Σκεπτέον Εστί

Λέξεις κλειδιά: σχολείο, φτώχεια, Παιδεία / Εκπαίδευση, γερμανία, εργασία, μαρτυρία, μετανάστευση, οικονομία

Εκ του περισσεύματος της καρδίας λαλείν Ιούνιος 30, 2010

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία, Παιδεία / Εκπαίδευση , 2Σχόλια

φωνάζω παιδιά

Γράφει ο Ιάκωβος Ποθητός

“Εκ του περισσεύματος της καρδίας λαλείν” είπε ο Χριστός.

Κι εκ του περισσεύματος πράγματι εκφραζόμαστε όλοι εμείς, οι έξυπνοι και μορφωμένοι, οι πονηροί και αμόρφωτοι, οι αγαθοί και ταπεινοί.

Αυτό που αξίζει να δούμε είναι τι περίσσευμα διαθέτει ο καθένας μας. Να στρέψουμε την ματιά μας και να δούμε – αν το αντέχουμε – με τι αξίες έχουμε γεμίσει το χώρο της καρδιάς που πρέπει να διατηρούμε συνεχώς καθαρό, γεμάτο ευγενή αισθήματα και ανώτερα ιδανικά.

Στην εποχή που ζούμε η ύβρις, η συκοφαντία, η λασπολογία έχει εξέχουσα θέση στην ψυχοσύνθεση αρκετών σοβαροφανών ανθρώπων που κατέχουν ή επιθυμούν ν’ αποκτήσουν αξιώματα. Και γίνεται ο απλός κόσμος αποδέκτης ανάρμοστων λέξεων και σκέψεων, οδηγούμενος πολλές φορές σε λάθος εκτιμήσεις.

Έτσι οι άνθρωποι που συκοφαντούν, λασπολογούν, υβρίζουν, γίνονται αιτία όχι μόνο να στρέφουν μια μερίδα του κόσμου εναντίον κάποιου που για διάφορους λόγους φθονούν, αλλά το κυριότερο, δηλητηριάζουν την ψυχή τους, τους μπολιάζουν με μίσος, με κακία, φθείροντας ανεπανόρθωτα τις ψυχές τους.

Κι αν κάποιος θεωρείται εγκληματίας επειδή αφαίρεσε τη ζωή κάποιου, αυτός που διαφθείρει, που διασύρει, που σκοτώνει συνειδήσεις, άραγε πώς πρέπει να χαρακτηρισθεί;

Είναι επικίνδυνοι επομένως αυτοί οι άνθρωποι κι ασφαλώς χρειάζονται ψυχοθεραπεία προκειμένου έστω κι αργά να κατανοήσουν την αποστολή του ανθρώπου.

Ο Απόστολος Παύλος στην Ά επιστολή προς Κορινθίους κεφ. ΙΓ’ λέει στους στίχους 1 και 2.

“Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον.

Και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί”.

Γίνεται σαφές ότι η όποια ικανότητα λόγου, η όποια μόρφωση, δεν είναι αρκετή για να καλλιεργήσει την ψυχή.

Η ψυχή του ανθρώπου είναι όπως και το σώμα του.

Αν δεν φροντίζει κάποιος την καθαρότητα του σώματός του καθημερινά, αν προσεκτικά δεν σκύβει και δεν περιποιείται όλα τα μέλη του, τότε όσα κοσμήματα κι αν φορά, όσο κι αν ντύνεται με όμορφα ρούχα, όσο κι αν περιλούζεται με ακριβά αρώματα, το σώμα του θα εκβάλει δυσάρεστη οσμή που θα απομακρύνει από δίπλα του όσους τον πλησιάζουν.

Έτσι, αν κάποιος δεν φροντίζει για την καθαρότητα της ψυχής του, παραμελεί συστηματικά τις ανάγκες της, δεν σκύβει πάνω της για να δει η πληρότητά της αν είναι απο αγαθούς γλυκούς καρπούς ή από πικρούς και δηλητηριώδεις, γίνεται αποκρουστικός και μόνο όμοιοι τον πλησιάζουν ή κάποιοι που θέλουν να χρησιμοποιήσουν τα δηλητηριώδη βέλη του εναντίων αγαθών.

Η υγεία επομένως της ψυχής, εξαρτάται αποκλειστικά από εμάς. Φροντίζοντας να κρατάμε μακριά κάθε τι που την μολύνει. Φροντίζοντας να σκύβουμε τακτικά πάνω της. Όμως εκείνο που επιβάλεται στην περίπτωση αυτή είναι να μην απομονωθούμε, φοβούμενοι την ψυχική μας φθορά ή απώλεια.

Απεναντίας, είναι υποχρέωσή μας να είμαστε πρώτοι στις επάλξεις για την μετάδοση της αγάπης.

Πρέπει να πολεμούμε τον πικρό λόγο με τον λόγο της Αλήθειας, με τον καλό λόγο.

Αυτόν που μαλακώνει και την πιο σκληρή καρδιά.

Αυτόν που γίνεται βάλσαμο στους πληγωμένους.

Ο λόγος που γίνεται παρηγοριά στους πονεμένους.

Ο λόγος ο καλός, που γεμίζει θαλπωρή και την πιο κρύα καρδιά.

Κι ο λόγος αυτός βγαίνει μόνο από τα χείλη εκείνων που έχουν νοιώσει την ταπείνωση.

Βγαίνει από τα χείλη εκείνων που έχουν καταλάβει την μικρότητά τους και ζητούν καθημερινά την βοήθειά Του για να μη βγει από τα χείλη τους πικρός λόγος.

“Εκ του περισσεύματος της καρδίας λαλείν”.

Ας ευχηθούμε από σήμερα ν’ ακούμε καλούς λόγους. Από τον άντρα, την γυναίκα, το παιδί, τον φίλο. Από τους πολιτικούς μας, τις εφημερίδες, την τηλεόραση. Αλλιώς η ζωή μας θα συνεχίσει να έχει την μορφή της φάλτσας ορχήστρας με χιλιάδες αλαλάζοντα κύμβαλα…

Λέξεις κλειδιά: Παιδεία / Εκπαίδευση, αγάπη, κατάκριση, λόγοι