jump to navigation

Το Βάρος του Ποτηριού και τα Άγχη της Ζωής Απρίλιος 26, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία , 1 comment so far

pothri-nero

Ένας γέροντας μιλούσε σε κάτι νεαρά παιδιά…
Κάποια στιγμή σήκωσε ένα ποτήρι νερό, και όλοι υπέθεσαν ότι θα τους απευθύνει την κλασική ερώτηση «είναι μισοάδειο ή μισογεμάτο».
Αντί αυτού, με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο, ρώτησε:

«Πόσο βαρύ είναι αυτό το ποτήρι νερό;»

Οι απαντήσεις που ακούστηκαν κυμαίνονταν από 250 σε 600 γραμμάρια.

Εκείνος όμως απάντησε:

«Το απόλυτο βάρος δεν έχει σημασία… Εξαρτάται από το πόσο διάστημα το κρατάω.
Εάν το κρατήσω για ένα λεπτό, δεν είναι ένα πρόβλημα.
Εάν το κρατήσω για μια ώρα, θα έχω έναν πόνο στον βραχίονά μου.
Αν το κρατήσω για μία μέρα, το χέρι μου θα μουδιάσει και θα αρχίσει να παραλύει.
Σε κάθε περίπτωση, το βάρος του γυαλιού δεν αλλάζει, αλλά όσο πιο πολύ το κρατάω, τόσο πιο βαρύ γίνεται.»

Ο γέροντας συνέχισε λέγοντας,
«Τα άγχη και οι ανησυχίες της ζωής είναι σαν το ποτήρι του νερού. Αν τα σκέφτεστε για ένα μικρό χρονικό διάστημα, δεν συμβαίνει τίποτα κακό. Αν τα σκεφτείτε λίγο περισσότερο, αρχίζουν να σας βλάπτουν.
Και αν τα σκέφτεστε όλη την ημέρα για μεγάλο χρονικό διάστημα, μπορεί να αισθανθείτε ότι σας παραλύουν και ότι σας καθιστούν ανίκανους να κάνετε οτιδήποτε άλλο».

Είναι σημαντικό να θυμάστε να διώχνετε τα άγχη και τους φόβους σας. Όσο πιο νωρίς μέσα στην ημέρα, αφήστε όλα τα βάρη σας στον Χριστό. Μην τα κουβαλάτε όλο το απόγευμα και όλο το βράδυ μαζί σας. Προσευχηθείτε και πείτε τα πρώτα στο Χριστό!

Έπειτα, αν οι φοβίες σας, γίνουν εμμονές ή αιτία να αμαρτάνετε, είτε με ολιγοπιστίες και με αμφιβολίες προς τον Θεό είτε με άσχημους λογισμούς προς τους γύρω σας, τότε όποτε μπορέσετε επισκεφθείτε τον πνευματικό σας πατέρα και εξομολογηθείτε…

Μην το αναβάλετε.

Θυμηθείτε να αφήσετε το ποτήρι σας, όσο πιο γρήγορα μπορείτε!

Για να ξεκουραστείτε…

Πηγή: Αόρατοι Ερημίτες

Ευχαριστίες στην Ιωάννα Ι.

Σπάσε το Καμάρι σου για να Ζήσεις! (Το Δίδαγμα του Αετού) Μάρτιος 12, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία, Οικογένεια / Παιδί, Ομιλίες / Ηχογραφήσεις, Παιδεία / Εκπαίδευση, Σχέσεις, Φύση / Ζώα , add a comment

aetos-perhfanos

Συγκλονιστικό αλληγορικό δίδαγμα ζωής από τη στιγμή – ορόσημο στη ζωή του αετού.

Απόσπασμα (αρχείο mp3) από την ομιλία «Η Ευλογία της Αποτυχίας» του θεολόγου Ηλία Λιαμή. Μπορείτε να ακούσετε ολόκληρη την ομιλία εδώ.

Φωτογραφία: Liberty του Meridith112 στο Flickr

Ὁ Βεδουίνος Νοέμβριος 24, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

bedouinos-kamhles-erhmos

Ένα παραμύθι του Ερρίκου Καλύβα

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας Βεδουίνος, ο Αμπντάλα, που είχε πάει μαζί με την γυναίκα του και την κορούλα του σε ένα γάμο μακριά από το σπίτι του, σε μια άλλη όαση από αυτή στην οποία ζούσε. Για να φτάσει στο μέρος που θα γινόταν ο γάμος είχε διασχίσει την έρημο, μιας ημέρας ταξίδι. Ο γάμος κράτησε τρείς ημέρες και τρείς νύχτες και όλοι διασκέδασαν πολύ με το χορό, τη μουσική, το τραγούδι, το φαγητό και το πιοτό.

Όταν χάραξε η τέταρτη μέρα ο Αμπντάλα μάζεψε τη σκηνή του, φόρτωσε την καμήλα του και ξεκίνησε για να γυρίσει στο σπίτι του. Στα μισά του δρόμου, τους έπιασε η κάψα του μεσημεριού, και έτσι ο Αμπντάλα αποφάσισε να στήσει τη σκηνή του για να ξεκουραστεί η γυναίκα του και η κορούλα του που τους είχαν φάει οι ήλιοι και η άμμος της ερήμου όλη την ημέρα. Και έτσι και έγινε.

Ο Αμπντάλα έστησε τη σκηνή του και μπήκαν όλοι μέσα. Ήπιανε νεράκι και φάγανε δροσερά φρούτα και μετά αποφάσισαν να ξαπλώσουν λίγο να κοιμηθούνε, να περάσει και η μεγάλη κάψα του μεσημεριού.

Όταν όμως ξύπνησαν κατάλαβαν το λάθος που είχαν κάνει. Η καμήλα, που ο Αμπντάλα είχε δέσει στην είσοδο της σκηνής, είχε εξαφανιστεί. Όσο και αν έψαξε δεν κατάφερε να βρει ίχνος της. Έτσι, αργά το βράδυ γύρισε στη σκηνή και έπεσε σε έναν ύπνο χωρίς όνειρα.

Το πρωί ξύπνησε με άλλη διάθεση. Είχε κοιμηθεί καλά και ήταν ξεκούραστος. Ήπιε τον καφέ που του ετοίμασε η γυναίκα του, έπαιξε λίγο με την κορούλα του και ύστερα τύλιξε καλά το τουρμπάνι του και βγήκε έξω στην έρημο που ξύπναγε από τον παγωμένο της ύπνο. Πέρασε όλο το πρωί ψάχνοντας χωρίς αποτέλεσμα. Το μεσημέρι γύρισε κατάκοπος, εξαντλημένος, αλλά κυρίως απογοητευμένος.

Είχε αρχίσει να ανησυχεί. Στην αρχή είχε πιστέψει ότι όλα θα πήγαιναν καλά και ότι η καμήλα του θα είχε απομακρυνθεί λίγο, αλλά σίγουρα θα επέστρεφε. Τώρα είχε περάσει σχεδόν μια ολόκληρη ημέρα και δεν έβρισκε ίχνος της. Η αλήθεια ήταν ότι φοβόταν μήπως την είχαν φάει τα τσακάλια το βράδυ. (περισσότερα…)

Ὁ Γάιδαρος καί τό Πηγάδι Οκτώβριος 24, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Φύση / Ζώα , add a comment

gaidaros-phgadi

Μια μέρα o γάϊδαρος ενός αγρότη έπεσε σε ένα πηγάδι.
Το ζώο φώναζε απελπισμένα για ώρες κι ο αγρότης προσπαθούσε να καταλάβει τι έπρεπε να κάνει. Τέλος, αποφάσισε ότι το ζώο ήταν γέρικο, και τα έξοδα που απαιτούνταν για να το βγάλει από το πηγάδι ήταν πολλά. Δεν άξιζε τον κόπο να προσπαθήσει να σώσει τον γάιδαρο. Το μόνο που σκέφτηκε να κάνει ήταν να το θάψει ζωντανό.
Κάλεσε όλους τους γείτονές του να έρθουν και να τον βοηθήσουν. Πήραν όλοι από ένα φτυάρι και άρχισαν να πετάνε χώματα στο πηγάδι. Στην αρχή, ο γάιδαρος συνειδητοποίησε τι συνέβαινε και φώναξε φρικτά. Μετά όμως, προς έκπληξη όλων, ησύχασε.
Λίγα φορτία χώμα αργότερα, ο γεωργός κοίταξε κάτω το πηγάδι κι έμεινε έκπληκτος με αυτό που είδε.
Ήταν κάτι καταπληκτικό!!!!
Με κάθε φτυαριά χώμα που έπεφτε στην πλάτη του, ο γάιδαρος τιναζόταν και να έκανε ένα βήμα προς τα πάνω.
Οι γείτονες του αγρότη συνέχισαν να πετάνε φτυαριές χώμα πάνω στο ζώο, κι αυτό κάθε φορά τιναζόταν κι έκανε ένα βήμα προς τα πάνω. Πολύ σύντομα, όλοι ήταν έκπληκτοι με το γαϊδούρι να έχει φτάσει στην επιφάνεια του πηγαδιού.

Ηθικό δίδαγμα:
Η ζωή μπορεί να φέρει σε σας πολλές φτυαριές από σκουπίδια μέσα στο πηγάδι της ζωής σας. Να θυμάστε όμως πως κάθε ένα από τα προβλήματά σας αυτά είναι ένα εφαλτήριο. Μπορούμε να βγούμε από τα βαθύτερα πηγάδια απλά με ένα τίναγμα. Πατάμε πάνω στο πρόβλημα και κάνουμε ένα βήμα πάνω.

Πηγή: π. Ισίδωρος Παφιάκης

Ο γλάρος Ιωνάθαν (video) Ιούλιος 6, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Βίντεο, Βιβλία / Περιοδικά, Κοινωνία, Φύση / Ζώα , add a comment

Οπτική περίληψη (video) από το βιβλίο του Ρίτσαρντ Μπαχ «Ο γλάρος Ιωνάθαν Λίβιγκστον».

Τρεις εσείς, τρεις κι εμείς, Κύριε ελέησον ημάς! Μάιος 14, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Βίντεο, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

Η τρίτη πράξη της Λευκορωσικής ταινίας «Παροιμίες και παραβολές 2» που οπτικοποιεί γνωστή ιστορία από το γεροντικό.

Μετάφραση από τα ρωσικά: Ευγενία Τελιζένκο.

Επεξεργασία: Ενορία Ιερού Ναού Κοιμήσεως της Θεοτόκου 40 Εκκλησιών, Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης.

Η Επιστροφή (Πασχαλινή Ιστορία) Απρίλιος 11, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

white-black-knights

π. Δημητρίου Μπόκου

 Μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρό, πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὴ γῆ, ὑπῆρχε μιὰ παραμυθένια χώρα, γεμάτη πλοῦτο, φῶς καὶ ὀμορφιά, ποὺ τὴν ἔλεγαν Αἰθερία. Μιὰ κρυστάλλινη ἀστείρευτη πηγὴ κι ἕνας ἥλιος ζεστὸς καὶ φωτεινὸς φόρτωναν ὁλοχρονὶς μὲ ἄφθονα ἄνθη καὶ καρποὺς τὰ καταπράσινα δέντρα ποὺ τὴ σκέπαζαν.

Ἐκεῖ, ἀνάμεσα σὲ ἄλλες φυλές, κατοικοῦσε καὶ ἡ φυλὴ τῶν ἀνθρώπων. Ἕνας σοφὸς καὶ καλὸς ἄρχοντας, ποὺ τοὺς ἀγαποῦσε ὅλους σὰν παιδιά του, βασίλευε στὴ χώρα. Οἱ ἄνθρωποι στὴν Αἰθερία ζοῦσαν ὑπέροχα. Χωρὶς νὰ ἀρρωσταίνουν, χωρὶς νὰ γεράζουν ποτέ. Χωρὶς τίποτε νὰ τοὺς λείπει.

Μὰ κάποτε στὴ χώρα αὐτὴ ἔγινε μιὰ μεγάλη ἀναστάτωση. Ἕνας κακὸς ἄρχοντας, ὁ μοχθηρὸς βασιλιὰς τῆς νύχτας, ἔκαμε πόλεμο ἐναντίον τοῦ βασιλιᾶ τῆς Αἰθερίας. Συγκέντρωσε ἕνα μεγάλο στρατὸ ἀπὸ τοὺς μαύρους ἱππότες του καὶ ἀνεβαίνοντας ἀπὸ τὸ σκοτεινὸ ὑπόγειο βασίλειό του, ἔφτασε στὰ πρόθυρα τῆς Αἰθερίας. Ἐκεῖ προσπάθησε μὲ πολλὲς ὑποσχέσεις γιὰ τιμὲς καὶ ἀξιώματα στὸ βασίλειό του, νὰ πάρει μὲ τὸ μέρος του τοὺς κατοίκους της. Οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶχαν κανένα παράπονο ἀπ’ τὸν καλὸ βασιλιά τους. Μὰ ὡστόσο, ἐντελῶς ἀνόητα, στράφηκαν ἐναντίον του, συμμαχώντας μὲ τὸν κακὸ βασιλιὰ τῆς νύχτας, παρασυρμένοι ἀπὸ τὶς ὑποσχέσεις του.

Στὴ μάχη ποὺ ἀκολούθησε οἱ λευκοὶ ἱππότες τῆς Αἰθερίας, πιστοὶ φρουροὶ τοῦ βασιλιᾶ ποὺ ἵππευαν λευκὰ φτερωτὰ ἄλογα, νίκησαν τοὺς μαύρους ἱππότες τῆς νύχτας καὶ τοὺς ξανάριξαν στὸ σκοτεινό τους βασίλειο.

Ὁ καλὸς βασιλιὰς λυπήθηκε πολὺ γιὰ τὴν ἀνταρσία τῶν ἀνθρώπων. Σύμφωνα ὅμως μὲ τοὺς νόμους τῆς Αἰθερίας ἔπρεπε τώρα νὰ τοὺς ἐξορίσει μακριὰ ἀπὸ τὴ φωτεινή τους πατρίδα. Ἔτσι οἱ λευκοὶ καβαλλάρηδες τοὺς ἔφεραν ἀπὸ τὴν Αἰθερία στὸν ἄγνωστο μέχρι τότε τόπο τῆς ἐξορίας τους: στὴ γῆ.

Οἱ ἄνθρωποι ἦταν ἀπαρηγόρητοι. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ χρυσὲς πύλες τῆς χώρας τους σφάλισαν πίσω τους, ξέσπασαν σὲ ὀδυρμὸ καὶ θρῆνο. Οἱ λευκοὶ καβαλλάρηδες προσπάθησαν νὰ τοὺς παρηγορήσουν. Τοὺς εἶπαν νὰ ζοῦν σύμφωνα μὲ τὸν νόμο τοῦ βασιλιά, νά ’χουν ἀγάπη καὶ νὰ κάνουν τὸ καλὸ μεταξύ τους.

–  Ἂν ζῆτε ἔτσι, εἶπαν, ὅταν θὰ τελειώνει ὁ χρόνος τῆς ἐξορίας σας, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι θὰ σᾶς φέρνουμε πάλι στὴν πατρίδα. Ἂν ὅμως κάνετε τὸ ἀντίθετο, δὲν θὰ μᾶς ξαναδεῖτε. Οἱ μαῦροι ἱππότες θὰ σᾶς τραβᾶνε κάτω στὸ βασίλειο τῆς νύχτας.

Ἔτσι οἱ ἄνθρωποι ἔμειναν στὴ γῆ. Ἡ ζωή τους ἦταν πολὺ δύσκολη. Ἡ γῆ ἦταν ἀφιλόξενη. Δὲν ἔμοιαζε καθόλου μὲ τὴν ἀγαπημένη τους πατρίδα. Ἔδινε πολὺ δύσκολα τοὺς καρπούς της. Ἔπρεπε νὰ δουλεύουν σκληρὰ γιὰ νὰ ζήσουν. Ὑπέφεραν πότε ἀπὸ τὸ κρύο καὶ πότε ἀπὸ τὴ ζέστη. Καὶ οἱ ἀρρώστιες τοὺς χτυποῦσαν ἀλύπητα.

Λαχταροῦσαν μέσα τους τὴν πατρίδα. Δὲν ἔβλεπαν τὴν ὥρα νὰ γυρίσουν σ’ αὐτήν. Ὁ καθένας περίμενε ἀνυπόμονα τὸ τέλος τῆς ἐξορίας του. Κι ὅταν ἐρχόταν αὐτὴ ἡ στιγμὴ καὶ κάποιος λευκὸς καβαλλάρης ἐρχόταν νὰ τὸν παραλάβει, ἔπαιρνε γεμάτος χαρὰ τὸ δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς.

Μὰ καθὼς περνοῦσαν τὰ χρόνια, ἄλλαζαν καὶ οἱ καιροί. Οἱ ἄνθρωποι ἄρχισαν νὰ συνηθίζουν λίγο-λίγο καὶ τὴ γῆ. Ἡ σκληρὴ καὶ θλιβερὴ ζωή τους ἔπαψε νὰ τοὺς πειράζει τόσο πολύ. Σιγὰ-σιγά, χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουν, ἄρχισε νὰ σβήνει μέσα τους ἡ μεγάλη λαχτάρα γιὰ τὴν ἀγαπημένη τους πατρίδα. Καὶ τέλος ἦρθε κάποια στιγμή, ποὺ δὲν ἐπιθυμοῦσαν καθόλου πιὰ νὰ γυρίσουν σ’ αὐτήν. Συνήθισαν τὴ γῆ τόσο πολύ, ποὺ τὴν ἀγάπησαν σὰν πατρίδα τους. Δὲν ἤθελαν νὰ φύγουν ποτὲ πλέον ἀπ’ αὐτήν. Ἰδίως οἱ νεώτεροι ποὺ εἶχαν γεννηθεῖ στὴ γῆ καὶ μόνο ἀκουστὰ εἶχαν γιὰ τὴν ἄλλη, τὴ μακρινὴ πατρίδα τους, τὴν Αἰθερία. Οἱ πιὸ πολλοὶ μάλιστα δὲν πίστευαν κὰν πὼς ὑπάρχει.

Ὁ νόμος τοῦ βασιλιά τους ξεχάστηκε κι αὐτός. Ἔγιναν ἀδιάφοροι καὶ κακοὶ μεταξύ τους. Μὰ ἡ ζωή τους ἔτσι δυσκόλεψε πιὸ πολύ. Ὡστόσο ὁ χρόνος τῆς ἐξορίας γιὰ τὸν καθένα τελείωνε καὶ ἕνας-ἕνας ἔφευγαν. Οἱ λευκοὶ καβαλλάρηδες ἐμφανίζονταν ξαφνικά, χωρὶς προειδοποίηση κι αὐτὸ τοὺς στενοχωροῦσε πολύ. Καὶ δὲν ἔφευγαν μόνο οἱ γέροι, μὰ καὶ οἱ νέοι καὶ τὰ παιδιά. Πράγμα ποὺ δὲν τοὺς ἄρεσε καθόλου καὶ μεγάλωνε τὴ στενοχώρια καὶ τὴ γκρίνια τους γιὰ τὸν βασιλιά, ποὺ ὅριζε αὐθαίρετα, ὅπως ἔλεγαν, τὸν χρόνο τῆς παραμονῆς τους στὴ γῆ.

Ἀνάμεσά τους ζοῦσε καὶ μιὰ μάνα μὲ τὸν μοναχογιό της. Ἀγάπησε κι αὐτὴ τὴ γῆ τόσο πολὺ πού, ὅπως ὅλοι, δὲν ἤθελε νὰ φύγει ἀπ’ αὐτήν. Κόντευε νὰ σβήσει ἐντελῶς κι ἀπ’ τὴ δική της μνήμη ἡ εἰκόνα τῆς μυθικῆς της πατρίδας. (περισσότερα…)

Ο Άρχοντας της Ζωής Μάρτιος 28, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 1 comment so far

π.Δημητρίου Μπόκου

«Ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσιν,

…ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή» (Ιω. 10, 10· 11, 25)

Το νέο έκανε το γύρο του χωριού σαν αστραπή.

Ένας νέος άνθρωπος βρέθηκε τσακισμένος στο γκρεμό. Τον βρήκαν και τον περιμάζεψαν βοσκοί που ποίμαιναν τα πρόβατά τους στους αγρούς και τα λιβάδια. Τον έφεραν στο χωριό μισοπεθαμένο, αγνώριστο απ’ τους μώλωπες και τις πληγές.

Η μικρή κοινωνία συνταράχθηκε. Σηκώθηκαν όλοι στο πόδι. Συγκλονισμένοι ως τα κατάβαθά τους άρχισαν να καταφτάνουν απ’ όλες τις γειτονιές. Συντροφιές-συντροφιές οι άνθρωποι κρυφομιλούσαν ανήσυχοι μεταξύ τους.

Δεν επρόκειτο για συνηθισμένο περιστατικό.

Δεν ήταν μόνο ο βαρύς τραυματισμός του νέου ανθρώπου. Είχαν εδώ να κάνουν με μια μεγάλη παράβαση. Το μέρος όπου βρέθηκε ο πληγωμένος, ήταν χώρος απαγορευμένος γι’ αυτούς. Περιοχή όπου δεν ήταν επιτρεπτό να εισέλθουν. Ο νέος άνθρωπος είχε παραβιάσει το νόμο του Μεγάλου Άρχοντα του τόπου τους.

Μπροστά τους ένα μεγάλο βουνό υψωνόταν απότομο. Η χιονόλευκη κορφή του χανόταν στα σύννεφα. Κρυμμένη στο γνόφο της πανύψηλης κορφής απλωνόταν η ξακουστή πολιτεία του Μεγάλου Άρχοντα, με τα επιβλητικά κάστρα και το μεγαλόπρεπο παλάτι του. Μια χώρα λαμπερή, πανέμορφη, παραδεισένια. Όλα εκεί ήταν υπέροχα. Η ζωή σ’ αυτήν ήταν το μακρινό όνειρο του κάθε ανθρώπου.

Χάσμα μέγα όμως, φαράγγι δύσβατο οριοθετούσε το βουνό και το χώριζε απ’ την υπόλοιπη χώρα. Ο νόμος του Μεγάλου Άρχοντα απαγόρευε στους ανθρώπους να το διαβούν. Δεν ήταν στις τωρινές τους δυνατότητες αυτό. Είχαν όμως την υπόσχεσή του, πως θα ερχόταν καιρός που θα γεφυρωνόταν το χάσμα. Το απόκρημνο φαράγγι θα γέμιζε. Ο βαθύς γκρεμός θα γινόταν τόπος ευθύς με δρόμους ομαλούς. Το άβατο βουνό θα γινόταν προσβάσιμο στον καθένα.

Μέχρι να γίνει αυτό, θα ’πρεπε όλοι να περιμένουν. Να έρθει η κατάλληλη στιγμή. Το πλήρωμα του χρόνου. Ο νόμος του Μεγάλου Άρχοντα ήταν σαφής. Κάθε πρόωρη απόπειρα για άνοδο στην πολυπόθητη χώρα θα είχε μια και μόνο συνέπεια: το θάνατο. Τη μέρα που θα επιχειρούσαν κάτι τέτοιο θα πέθαιναν.

Μα ο νέος άνθρωπος δεν μπορούσε να περιμένει. Ένοιωθε τη ζωή να σφύζει μέσα του. Πίστευε στην αξιοσύνη και τη σβελτάδα του. Θεωρούσε πως ήταν ικανός να αντιμετωπίζει κινδύνους. Να περνάει κακοτοπιές όπου ελλοχεύει ο θάνατος.

Από την άλλη αμφέβαλλε και για τις προθέσεις του Μεγάλου Άρχοντα. Δεν μπορούσε να τον εμπιστευθεί απόλυτα. Αν δεν τους είπε όλη την αλήθεια; Αν τους απέτρεψε από κάθε προσπάθεια να τον πλησιάσουν, μόνο και μόνο για να τους κρατάει μακριά του; Για να μην κινδυνεύει από αυτούς; Να μη γίνουν οι άνθρωποι ποτέ σαν αυτόν; Αν ήταν ψέμα πως θα τους έκανε κάποτε συμπολίτες και οικείους του στην ονειρεμένη πολιτεία του;

Μ’ έναν τρόπο και μόνο θα σιγουρευόταν: Να δοκιμάσει. Τώρα! Ποιος ο λόγος να περιμένει και ως πότε; Κι αν δεν ερχόταν ποτέ το πλήρωμα του χρόνου;

Η ανυπομονησία θέριεψε μέσα του τη μεγάλη απόφαση. Εμπιστεύτηκε απόλυτα τον εαυτό του. Θα δοκίμαζε με το δικό του τρόπο.

Έτσι αγνόησε το νόμο του Μεγάλου Άρχοντα. Έκανε τη μεγάλη απόπειρα. Προσπάθησε να διαβεί το μεγάλο φαράγγι, ν’ ανεβεί στο βουνό. Μα αντί να φτάσει στην κορφή του, βρέθηκε τσακισμένος στα βαθιά βάραθρά του. Βαθιά μετανοιωμένος για την αποκοτιά του, αλλά πολύ αργά. Μόνο ένα βήμα τον χώριζε πια από το θάνατο…

…Μια μικρή συνοδεία φάνηκε στην άκρη του δρόμου. Σταμάτησε μπροστά στον ετοιμοθάνατο άνθρωπο. Στη θέα της οι ανθρώπινες συντροφιές σταμάτησαν κάθε κουβέντα και παραμέρισαν με φόβο και σεβασμό. Αμίλητος ο αρχηγός της συνοδείας προχώρησε μπροστά. Το πέτρινο πρόσωπό του ήταν η εικόνα της αυστηρότητας. Φορούσε επίσημη στολή και κρατούσε μια τυλιγμένη περγαμηνή. Ήταν ο δικαστής. Το όργανο του νόμου. Κοίταξε ανέκφραστος τον καταπληγωμένο άνθρωπο, ξετύλιξε την περγαμηνή του και με ψυχρό άκαμπτο ύφος είπε:

– Ο άνθρωπος αυτός περιφρόνησε το νόμο του Μεγάλου Άρχοντα. Αμάρτησε με το χειρότερο τρόπο. Η παρακοή του είναι ύψιστη προσβολή απέναντι στον Άρχοντά μας. Ο νόμος απαιτεί να τιμωρηθεί με θάνατο. Μόνο έτσι θα ικανοποιηθεί η δικαιοσύνη, θα αποκατασταθεί η τιμή του Μεγάλου Άρχοντα και θα σβηστεί η προσβολή που έγινε στο πρόσωπό του.

Με σφιγμένη καρδιά υποδέχτηκαν όλοι την απόφασή του. Συμπαθούσαν το νέο άνθρωπο και λυπόντουσαν για το κατάντημά του. Μα τούς ήταν αδιανόητο να αμφισβητήσουν την κρίση του δικαστή. Ήταν ο εντολοδόχος του Μεγάλου Άρχοντα.

Ο δικαστής έδωσε εντολή στη συνοδεία του να αρχίσει το έργο της. Σήκωσαν αμέσως το νέο άνθρωπο από κάτω και τον έστησαν για εκτέλεση. Στεναγμοί ανατάραξαν με τη βάναυση μετακίνηση το πονεμένο στήθος του, μα τους αγνόησαν. Τέντωσαν το λαιμό του σ’ ένα χοντρό κούτσουρο. Ο δήμιος πλησίασε κραδαίνοντας τον φοβερό διπλό του πέλεκυ. Ζύγισε προσεκτικά την κίνησή του και, ενώ κρατούσαν όλοι την αναπνοή τους ασάλευτοι, ύψωσε το τσεκούρι για τον αποκεφαλισμό του ενόχου.

Μα τότε απ’ το πουθενά πρόβαλε μπροστά ένας άγνωστος. Κανένας δεν είχε αντιληφθεί πώς, πότε κι από πού έκαμε την εμφάνισή του.

– Σταθείτε! φώναξε επιτακτικά. Στο όνομα του Μεγάλου Άρχοντα ζητώ να σταματήσει αμέσως η εκτέλεση αυτή. (περισσότερα…)

Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα των Εντολών του Θεού Φεβρουάριος 23, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

bye bye freedom / cut here
Ἡ θαυμαστὴ ἀλλαγὴ (π. Δημητρίου Μπόκου)

Κάποτε τὰ πουλιὰ περπατοῦσαν στὴ γῆ σὰν ὅλα τὰ ζῶα. Μιὰ μέρα ὅμως ὁ Θεὸς τοὺς εἶπε: «Πάρτε αὐτὰ τὰ φορτία καὶ πηγαίνετέ τα παραπέρα». Καὶ ἔβαλε πάνω στοὺς ὤμους τους ἕνα βάρος, ποὺ δὲν ἦταν ἄλλο ἀπὸ τὶς δύο φτεροῦγες.

Στὴν ἀρχὴ τὰ πουλιὰ ἔνοιωθαν τὶς φτεροῦγες πράγματι σὰν βάρος, μά, καθὼς προχωροῦσαν, αὐτὸ ὅλο καὶ λιγόστευε. Ὥσπου στὸ τέλος, τὰ φτερὰ ἀπὸ φορτίο ἔγιναν ἡ δύναμη ποὺ τὰ ἀπογείωσε. Ἀντὶ νὰ σηκώνουν τὰ πουλιὰ τὶς φτεροῦγες, σήκωναν οἱ φτεροῦγες τὰ πουλιά. Τὰ φτερὰ ἀπὸ βάρος ἔγιναν ἡ δύναμη ποὺ χάρισε ἀπεριόριστη ἐλευθερία στὰ πουλιά.

Τί θαυμαστὴ ἀλλαγή!

Τὸ ἴδιο κάνει ὅμως καὶ σὲ μᾶς ὁ Θεός.

– Ἐλᾶτε ἐδῶ, μᾶςλέει. Σκύψτε, γιὰ νὰ βάλω στὸν τράχηλό σας τὸν ζυγό μου. Πάρτε στοὺς ὤμους σας αὐτὸ τὸ βάρος καὶ προχωρῆστε. Μὴν τὸ φοβᾶστε, εἶναι μικρὸ βάρος.

Ὅμως ἐμεῖς; Ἀκοῦμε γιὰ βάρος; Ἀντιδροῦμε ἀμέσως. Ἀδύνατον! Πῶς θὰ ἀντέξουμε νὰ κουβαλᾶμε συνέχεια ἕνα ζυγό; Δὲν μᾶς φτάνουν τὰ βάρη ποὺ μᾶς φορτώνει ἡ ζωή; Πρέπει νὰ μᾶς φορτώνει καὶ ὁ Θεός;

Ποιὰ εἶναι τὰ βάρη τῆς ζωῆς; Τὰ ποικίλα βάσανα καὶ οἱ δυσκολίες της. Καὶ ἐπιπλέον τὰ βάρη ποὺ φορτώνουμε στὸν ἑαυτό μας μὲ τὶς ἁμαρτίες μας.

Ποιὸ εἶναι τὸ βάρος ποὺ μᾶς βάζει ὁ Θεός; Εἶναι ὁ νόμος του, οἱ ἐντολές του. Τὸ φορτίο μὲ τὸ ὁποῖο ὑπόσχεται ὁ Θεὸς νὰ ἐλαφρύνει τὰ ὑπόλοιπα φορτία μας.

– Ἐλᾶτε σὲ μένα, λέει, ὅλοι «οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι» καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς ἀναπαύσω. Γιατὶ τὸ δικό μου φορτίο εἶναι ἐλαφρύ. «Ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς» καὶ θὰ βρεῖτε ἀνάπαυση καὶ εἰρήνη στὶς ψυχές σας. Θὰ δεῖτε στὴν πράξη πόσο πράος καὶ ταπεινὸς πατέρας σας εἶμαι. Θὰ γνωρίσετε ἐκ τῶν πραγμάτων ὅτι «ὁ ζυγός μου χρηστός». Εἶναι μαλακὸς στὸν τράχηλο καὶ ὠφέλιμος στὴν ψυχή σας. «Καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν» (Ματθ. 11,29-30). Ὑπόσχεται ὅτι «αἱ ἐντολαὶ αὐτοῦ βαρεῖαι οὐκ εἰσὶν» (Α΄ Ἰω. 5, 3).

Ἐμεῖς νομίζουμε πὼς ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀσήκωτο βάρος. Ἕνας τεράστιος κώδικας μὲ ἀτέλειωτες προσταγὲς καὶ ἀπαγορεύσεις. Ὅμως ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ εἶναι βασικὰ μία καὶ μόνο ἐντολή: «Αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολή… ἣν εἴχομεν ἀπ’ ἀρχῆς, ἵνα ἀγαπῶμεν ἀλλήλους. Καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ ἀγάπη, ἵνα περιπατῶμεν κατὰ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ» (Β΄ Ἰω. 5-6). Ὅλες οἱ ἐντολές του συνοψίζονται στὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης. Καὶ πάλι, ἀγάπη εἶναι τὸ νὰ ζοῦμε σύμφωνα μὲ ὅλες τὶς ἐντολές του. Γιατὶ τότε μόνο ἐνεργοῦμε σωστὰ ἀπέναντι σὲ ὅλους. Καὶ στὸν Θεὸ καὶ στοὺς ἀνθρώπους.

Τὸ βάρος δηλαδὴ ποὺ μᾶς φορτώνει ὁ Θεός, εἶναι ἡ πρόσκληση σὲ ἀγαπητικὴ ἐλεύθερη σχέση πρὸς ὅλους. Οἱ ἐντολές του δὲν εἶναι παρὰ τὰ ἁπλᾶ βήματα στὸ ξεδίπλωμα τῆς σχέσης αὐτῆς. Τὸ ρίσκο μιᾶς σχέσης ἀγάπης εἶναι τὸ βάρος ποὺ βάζει πάνω μας ὁ Θεός. Καὶ στὴν ἀρχὴ φαίνεται ὄντως δύσκολο. Πῶς νὰ τοὺς ἀγαπήσεις ὅλους; Ἀκόμα καὶ τὸν ἐχθρό σου; Μὰ ὅσο προσπαθεῖς, τὸ βάρος ὅλο καὶ λιγοστεύει. «Ὀλίγον ἐκοπίασα καὶ εὗρον ἐμαυτῷ πολλὴν ἀνάπαυσιν» (Σοφ. Σειρὰχ 51, 27). Καὶ στὸ τέλος τὸ βάρος ἐξαφανίζεται ἐντελῶς. Σοῦ γίνεται χαρὰ τὸ ν’ ἀγαπᾶς. Σὲ κάνει νὰ πετᾶς.

Θὰ δέχονταν τώρα τὰ πουλιὰ νὰ τοὺς ἀφαιρέσουμε τὰ φτερά τους; Ποτὲ καὶ μὲ τίποτα. Ἐμεῖς γιατί προτιμᾶμε νὰ σερνόμαστε, ἐνῶ μποροῦμε νὰ πετάξουμε στὰ ὕψη;

Οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ «βαρεῖαι οὐκ εἰσίν». Ἔτσι λοιπὸν ἂς τὶς βλέπουμε κι ἐμεῖς. Ὄχι σὰν βάρος, μὰ σὰν φτερὰ ἀνάλαφρα, ποὺ μᾶς ἀνεβάζουν στὸν οὐρανό. Στὸ χέρι μας εἶναι νὰ πραγματοποιήσουμε αὐτὴ τὴ θαυμαστὴ ἀλλαγή.

Πηγή: Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Άφρων ή Σώφρων Χριστιανός; Δεκέμβριος 25, 2014

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

rich-detail

Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη

«Είπε δε ο Θεός: Άφρων…»

α. Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της σημερινής Κυριακής (Σημ. Ζ.Ι.: Θ’ Λουκά) προβάλλει το αρνητικό κακέκτυπο του αληθινού ανθρώπου: τον άφρονα πλούσιο, τον άνθρωπο που η μόνη έγνοια του ήταν πώς να έχει και να κατέχει τα υλικά του αγαθά, πώς να αυξάνει τα γεννήματά του, σε βαθμό τέτοιο, που τελικώς να δυστυχεί μέσα στην υποτιθέμενη «ευτυχία» του: η καρποφορία των χωραφιών του τον κάνει να γεμίζει από άγχος και στενοχώρια. Μέχρις ότου εμφανίζεται από το «πουθενά» ο παράγων Θεός, για να βάλει τέλος στους προβληματισμούς και τις λύσεις του: «σήμερα θα πεθάνεις! Ζητάνε την ψυχή σου!» Κι ο θάνατος έρχεται ως το όριο που φωτίζει την ποιότητα της όλης προγενέστερης ζωής του, που του ανοίγει τα μάτια για να δει ότι τελικώς όλα τα χρόνια που πέρασαν ήταν ενώπιον του Θεού μία ανοησία. «Είπε δε ο Θεός: Άφρων!»

β. 1. Δεν πρόκειται για εκτίμηση και αξιολόγηση ενός ανθρώπου, που θα μπορούσε κανείς να αμφισβητήσει το περιεχόμενό της. Ποιος άνθρωπος μπορεί να κατέχει το αλάθητο; «Ο νόμος του ανθρωπίνου μυαλού είναι η πλάνη» σημειώνουν οι άγιοι Πατέρες μας. Ούτε πρόκειται για μία κρίση, που μπορεί να κινείται στο επίπεδο της κατάκρισης, καρπού ζηλοφθονίας και εμπάθειας. Μία τέτοια εμπαθής κρίση δεν επιτρέπεται από τον ίδιο τον νόμο του Θεού, διότι υφαρπάζει δικαίωμα που ανήκει μόνον σ’ Εκείνον. Ο ίδιος ο Κύριος το επισημαίνει: «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε». «Εάν δε κάποιος χαρακτηρίσει τον αδελφό του «ανόητο» είναι ένοχος ενώπιον της κρίσεως του Θεού».

Εδώ, στο περιστατικό που περιγράφει ο Κύριος για τον πλούσιο, έχουμε την κρίση του ίδιου του Θεού, δηλαδή Εκείνου που η κρίση Του είναι απολύτως δίκαιη, διότι «γυμνά και τετραχηλισμένα τα πάντα ενώπιόν Του», συνεπώς ανοίγει τα μάτια του ανθρώπου, ώστε να δει κι αυτός το αποτέλεσμα των επιλογών και των συμπεριφορών της ζωής του. Κι είναι η μόνη αληθινή κρίση, διότι πηγάζει από Εκείνον που η αγάπη Του προς τα πλάσματά Του είναι άπειρη και συνεπώς έχει πάντοτε γνήσιο ενδιαφέρον γι’ αυτά. Μόνον εκείνος που αγαπά μπορεί και να κρίνει ορθά, πέρα από στρεβλώσεις των εμπαθών κινημάτων της καρδιάς του. Όπως το λέει και πάλι ο Κύριος: «Μη κρίνετε κατ’ όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε». Και δικαία κρίση είναι αυτή που πηγάζει από καρδιά που αγαπά. Η άπειρη αγάπη λοιπόν του Θεού αποδεικνύει και την αληθινότητα της κρίσεώς Του.

2. Κι ακόμη περισσότερο: η κρίση αυτή του Θεού, όπως φαίνεται στο περιστατικό της παραβολής, ηχεί πολύ πένθιμα, σαν καμπάνα που σημαίνει τον θάνατο κάποιου, διότι όχι μόνον είναι αληθινή, αλλά και τελεσίδικη και αμετάκλητη: λέγεται την ώρα του θανάτου, που ο άνθρωπος δεν έχει άλλο περιθώριο αλλαγής του. Ο θάνατος συνιστά το απόλυτο όριο, μετά το οποίο ο άνθρωπος απλώς κρίνεται για όλο το περιεχόμενο της ζωής του, για ό,τι έπραξε, για ό,τι είπε, για ό,τι σκέφτηκε ακόμη. «Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, και μετά τούτο κρίσις» κατά τον απόστολο. Ό,τι διάφορες φιλοσοφίες και θρησκείες έχουν διδάξει περί μεταλλαγής του ανθρώπου, περί μετενσάρκωσης ή μετεμψύχωσής του σε άλλες καταστάσεις, μέσα στον κόσμο τούτο, αποτελούν φληναφήματα και ανοησίες, που προέρχονται από τον σκοτισμένο λόγω της αμαρτίας και των παθών νου του ανθρώπου. Η αλήθεια που απεκάλυψε ο Κύριος είναι κρυστάλλινη: ο άνθρωπος με τον θάνατό του κρίνεται από τον Θεό, κατά μερικό πρώτα τρόπο, λόγω της συνέχειας μόνο της ψυχής του, κι έπειτα, κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, θα κριθεί και γενικά, διότι τότε με την Παρουσία αυτή του Κυρίου θα αναστηθεί και το σώμα του, ώστε ενωμένο με την ψυχή να σταθεί ενώπιον του φοβερού βήματός Του. Η γενική αυτή όμως κρίση δεν θα είναι διαφορετική από την πρώτη. Απλώς θα είναι επιτεταμένη, διότι θα συνυπάρχει μαζί με την ψυχή και το σώμα. Και βεβαίως η κρίση αυτή οδηγεί είτε στην αιώνια ζωή είτε στην αιώνια κόλαση, με την έννοια του πώς «εισπράττει» ο άνθρωπος τη μία και ενιαία αγάπη του Θεού προς όλους: είτε θετικά, αν φεύγει από τη ζωή αυτή εν μετανοία, είτε αρνητικά, αν φεύγει εναντιωμένος προς τον Θεό ή με αδιαφορία προς Αυτόν.

3. Ποια ήταν τα γνωρίσματα της ζωής του άφρονος πλουσίου, που οδήγησαν στον χαρακτηρισμό του ως άφρονος και ανοήτου; Πότε συνεπώς κάποιος ζει ανόητα, κατά την κρίση του ίδιου του Θεού;

(α) Όχι ασφαλώς επειδή «ευφόρησεν η χώρα του». Η ευφορία αυτή των χωραφιών του υπήρξε μία ευλογία που του δόθηκε από τον Θεό – δεν φαίνεται να κοπίασε γι’ αυτήν ο πλούσιος∙ ο Θεός απλώς επέτρεψε να συμβεί, προφανώς για να του δώσει ευκαιρία να ανοιχτεί στον συνάνθρωπο. Αλλά εκείνος πώς την αντιμετώπισε; Μ’ έναν απόλυτα εγωιστικό τρόπο. Πέντε «μου» της προσωπικής αντωνυμίας μετράμε στον προβληματισμό του: «πού συνάξω τους καρπούς μου;..Καθελώ μου τας αποθήκας…και συνάξω εκεί πάντα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου, και ερώ τη ψυχή μου». Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό του. Δεν υπάρχει ίχνος προβληματισμού για τον οποιονδήποτε συνάνθρωπό του, έστω και συγγενή του. Έτσι η αφροσύνη του ήταν ο εγωιστικός τρόπος σκέψεως και ζωής του.

(β) Αυτός ο εγωισμός του, ως νοσηρή στροφή μόνον στον εαυτό του, δεν περιέχει ίχνος αναφοράς και προς τον Θεό. Συνήθως, ακόμη και σε ασχέτους προς την πίστη του Θεού ανθρώπους, σε στιγμές ευτυχίας τους ακούμε και ένα «δόξα τω Θεώ». Εδώ, δεν υπάρχει τίποτε τέτοιο: καμία δοξολογική ενατένιση του Θεού, για κάτι που εξώφθαλμα σχετιζόταν μ’ Εκείνον: είπαμε ότι η ευφορία της γης του δεν είχε να κάνει με καμία από τις δικές του προσπάθειες. Ήταν μία δωρεά του Θεού. Τι σημαίνει αυτό; Ότι η αφροσύνη του δεν έχει αποκλείσει μόνον τον συνάνθρωπο, αλλά και τον ίδιο τον Θεό, τον χορηγό του πλούτου του. Κι είναι τούτο πράγματι που επισημαίνει ο λόγος του Θεού: «είπεν άφρων εν τη καρδία αυτού∙ ουκ έστιν Θεός». Μπορεί θεωρητικά να μην ακούγεται στην παραβολή η αθεΐα του πλουσίου, διαπρυσίως όμως καταγγέλλεται αυτή στο επίπεδο της ζωής του. Κι αυτό είναι το πιο καθοριστικό.

(γ) Η διαγραφή του Θεού και του ανθρώπου όμως φέρνει άγχος. Αντί ο πλουτισμός να του δίνει χαρά – ως ευκαιρία, είπαμε, προσφοράς χαράς σε άλλους – του προσθέτει θλίψη και στενοχώρια. Αλλά πάντοτε αυτό είναι το τίμημα του επιλέγοντος τον εγωιστικό, δηλαδή τον αμαρτωλό, τρόπο ζωής. Το σημειώνει ο απόστολος Παύλος: «θλίψις και στενοχωρία παντί τω εργαζομένω το κακόν». Ο άφρων πλούσιος, δηλαδή, ήδη από τη ζωή αυτή ζούσε με στοιχεία κόλασης. Η πορεία του ήταν προδιαγεγραμμένη, εφόσον δεν έδειχνε σημεία μετάνοιας. Κι επιπλέον: το άγχος του για το «έχει» του, σαν να του «έκλεβε» και το μυαλό του: τον έκανε να αδυνατεί να σκεφτεί το αυτονόητο, ότι δηλαδή τα γεννήματά του, κλεισμένα σε αποθήκες, θα σάπιζαν. Συνήθως ο εγωιστής άνθρωπος χάνει και την όποια «εξυπνάδα» του.

(δ) Η αφροσύνη του όμως έγκειται και στην ψευδαίσθηση της αληθινής ζωής. Ο πλούσιος δεν ελάμβανε υπόψη του το πιο βέβαιο γεγονός της ζωής: την ύπαρξη του θανάτου. Ο προβληματισμός του, βλέπουμε, κινείται σε επίπεδο σχεδόν «αιωνιότητας» γι’ αυτόν της παρούσας ζωής. «Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά, κείμενα εις έτη πολλά». Πράγματι, θα μπορούσαμε να πούμε ότι κυριολεκτικά «πετάει στα σύννεφα». Το φαντασιακό επίπεδο είναι ο χώρος της ζωής του. Γι’ αυτό και η «προσγείωση» έρχεται τόσο απότομα και «ανώμαλα» γι’ αυτόν.

4. Τα κύρια αυτά στοιχεία της αφροσύνης του πλουσίου που οδηγούν σ’ ένα τέλος τραγικό – όχι μόνον έρχεται ο θάνατος, αλλά έρχεται με μία συνοδεία «δυνάμεων» ξένων προς τον Θεό: «την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου», άρα δείχνουν και την αιώνια συνέχεια εκτός Θεού – μας οδηγούν εκ του αντιθέτου στην επισήμανση των στοιχείων που επαινούνται από τον Θεό και μπορούν να χαρακτηριστούν ως εμφροσύνη και σωφροσύνη. Πρόκειται για τον «πλουτισμόν κατά Θεόν», που λέει ο Κύριος στην κατακλείδα της παραβολής, ο οποίος κάνει τον άνθρωπο που τον έχει να βρίσκεται με τον Θεό και να χαίρεται αενάως τη χαρά της παρουσίας Του. Πώς λοιπόν πρέπει να ζει ο άνθρωπος, ώστε στο τέλος του να ακούσει με χαρά ότι ευαρέστησε τον Θεό; Μα, ασφαλώς, πρώτον, να στέκεται καλά έναντι του συνανθρώπου του, δηλαδή με ανιδιοτελή αγάπη και ειλικρινές ενδιαφέρον, έστω κι αν τούτο μπορεί να σημαίνει και θυσία γι’ αυτόν. Το παράδειγμα του καλού Σαμαρείτη της ομώνυμης παραβολής εν προκειμένω συνιστά καθοδηγητικό στοιχείο επ’ αυτού. Δεύτερον, να πιστεύει και να αγαπά τον Θεό. Για τον σώφρονα άνθρωπο, ο Θεός δεν είναι αμελητέα ή ανύπαρκτη κατάσταση, αλλά το κέντρο της ζωής του. Προτεραιότητά του συνεπώς είναι το πώς θα θεμελιώνει αδιάκοπα τη ζωή του, τις σκέψεις του, τα λόγια του, τη συμπεριφορά του, στο θέλημα Εκείνου. Με αποτέλεσμα να νιώθει ως το παιδί στην αγκαλιά του Πατέρα του. Ο σώφρων άνθρωπος, έτσι, τρίτον, δεν ζει με άγχη και ανασφάλειες, αλλά η πάντα νουν υπερέχουσα ειρήνη του Χριστού βραβεύει τον νου και την καρδιά του. Και βεβαίως, τέλος, ο σώφρων, στον οποίο ευαρεστείται ο Θεός, έχει συναίσθηση της προσωρινότητας και της φθαρτότητάς του. «Καθ’ ημέραν αποθνήσκει», όπως λέει και ο απόστολος, με την έννοια ότι δεν τρέμει τον θάνατο, αλλά τον προσδοκά με χαρά, γνωρίζοντας ότι ο ίδιος ο Θεός θα παραλάβει την ψυχή του και όχι κάποιοι που το μόνο που επιζητούν είναι η δυστυχία του.

γ. Τι άραγε επιθυμούμε να ακούσουμε και εμείς στο τέλος της ζωής μας ως κριτική γι’ αυτήν από τον Θεό; «Άφρων» ή «σώφρων και έμφρων;» Το ερώτημα μεταφράζεται: θησαυρίζουμε για τον εαυτό μας ή πλουτίζουμε κατά Θεόν; Κι είναι τούτο η καθημερινή και αδιάκοπη πρόκληση επιλογής μας σε κάθε κίνηση της ύπαρξής μας. Στη μία περίπτωση, το κέντρο βάρους είναι ο κόσμος με τη φθαρτότητά του και τη διαρκή ταραχή του, υπό την κυριαρχία του διαβόλου, του άρχοντος του κόσμου τούτου. Στην άλλη, το κέντρο βάρους είναι ο Θεός και το άγιο θέλημά Του, με όλες τις χαρές και τη δόξα που συνοδεύουν την παρουσία Του. Ο Χριστιανός βεβαίως δεν προβληματίζεται: επιλέγει πάντοτε το θέλημα του Θεού. Επιλέγει δηλαδή όχι μόνον το αιώνιο, αλλά και του κόσμου τούτου αληθινό συμφέρον του.

Πηγή: Συνοδοιπορία | φωτογραφία: Captured Writer