jump to navigation

Άφρων ή Σώφρων Χριστιανός; Δεκέμβριος 25, 2014

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

rich-detail

Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη

«Είπε δε ο Θεός: Άφρων…»

α. Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της σημερινής Κυριακής (Σημ. Ζ.Ι.: Θ’ Λουκά) προβάλλει το αρνητικό κακέκτυπο του αληθινού ανθρώπου: τον άφρονα πλούσιο, τον άνθρωπο που η μόνη έγνοια του ήταν πώς να έχει και να κατέχει τα υλικά του αγαθά, πώς να αυξάνει τα γεννήματά του, σε βαθμό τέτοιο, που τελικώς να δυστυχεί μέσα στην υποτιθέμενη «ευτυχία» του: η καρποφορία των χωραφιών του τον κάνει να γεμίζει από άγχος και στενοχώρια. Μέχρις ότου εμφανίζεται από το «πουθενά» ο παράγων Θεός, για να βάλει τέλος στους προβληματισμούς και τις λύσεις του: «σήμερα θα πεθάνεις! Ζητάνε την ψυχή σου!» Κι ο θάνατος έρχεται ως το όριο που φωτίζει την ποιότητα της όλης προγενέστερης ζωής του, που του ανοίγει τα μάτια για να δει ότι τελικώς όλα τα χρόνια που πέρασαν ήταν ενώπιον του Θεού μία ανοησία. «Είπε δε ο Θεός: Άφρων!»

β. 1. Δεν πρόκειται για εκτίμηση και αξιολόγηση ενός ανθρώπου, που θα μπορούσε κανείς να αμφισβητήσει το περιεχόμενό της. Ποιος άνθρωπος μπορεί να κατέχει το αλάθητο; «Ο νόμος του ανθρωπίνου μυαλού είναι η πλάνη» σημειώνουν οι άγιοι Πατέρες μας. Ούτε πρόκειται για μία κρίση, που μπορεί να κινείται στο επίπεδο της κατάκρισης, καρπού ζηλοφθονίας και εμπάθειας. Μία τέτοια εμπαθής κρίση δεν επιτρέπεται από τον ίδιο τον νόμο του Θεού, διότι υφαρπάζει δικαίωμα που ανήκει μόνον σ’ Εκείνον. Ο ίδιος ο Κύριος το επισημαίνει: «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε». «Εάν δε κάποιος χαρακτηρίσει τον αδελφό του «ανόητο» είναι ένοχος ενώπιον της κρίσεως του Θεού».

Εδώ, στο περιστατικό που περιγράφει ο Κύριος για τον πλούσιο, έχουμε την κρίση του ίδιου του Θεού, δηλαδή Εκείνου που η κρίση Του είναι απολύτως δίκαιη, διότι «γυμνά και τετραχηλισμένα τα πάντα ενώπιόν Του», συνεπώς ανοίγει τα μάτια του ανθρώπου, ώστε να δει κι αυτός το αποτέλεσμα των επιλογών και των συμπεριφορών της ζωής του. Κι είναι η μόνη αληθινή κρίση, διότι πηγάζει από Εκείνον που η αγάπη Του προς τα πλάσματά Του είναι άπειρη και συνεπώς έχει πάντοτε γνήσιο ενδιαφέρον γι’ αυτά. Μόνον εκείνος που αγαπά μπορεί και να κρίνει ορθά, πέρα από στρεβλώσεις των εμπαθών κινημάτων της καρδιάς του. Όπως το λέει και πάλι ο Κύριος: «Μη κρίνετε κατ’ όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε». Και δικαία κρίση είναι αυτή που πηγάζει από καρδιά που αγαπά. Η άπειρη αγάπη λοιπόν του Θεού αποδεικνύει και την αληθινότητα της κρίσεώς Του.

2. Κι ακόμη περισσότερο: η κρίση αυτή του Θεού, όπως φαίνεται στο περιστατικό της παραβολής, ηχεί πολύ πένθιμα, σαν καμπάνα που σημαίνει τον θάνατο κάποιου, διότι όχι μόνον είναι αληθινή, αλλά και τελεσίδικη και αμετάκλητη: λέγεται την ώρα του θανάτου, που ο άνθρωπος δεν έχει άλλο περιθώριο αλλαγής του. Ο θάνατος συνιστά το απόλυτο όριο, μετά το οποίο ο άνθρωπος απλώς κρίνεται για όλο το περιεχόμενο της ζωής του, για ό,τι έπραξε, για ό,τι είπε, για ό,τι σκέφτηκε ακόμη. «Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, και μετά τούτο κρίσις» κατά τον απόστολο. Ό,τι διάφορες φιλοσοφίες και θρησκείες έχουν διδάξει περί μεταλλαγής του ανθρώπου, περί μετενσάρκωσης ή μετεμψύχωσής του σε άλλες καταστάσεις, μέσα στον κόσμο τούτο, αποτελούν φληναφήματα και ανοησίες, που προέρχονται από τον σκοτισμένο λόγω της αμαρτίας και των παθών νου του ανθρώπου. Η αλήθεια που απεκάλυψε ο Κύριος είναι κρυστάλλινη: ο άνθρωπος με τον θάνατό του κρίνεται από τον Θεό, κατά μερικό πρώτα τρόπο, λόγω της συνέχειας μόνο της ψυχής του, κι έπειτα, κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, θα κριθεί και γενικά, διότι τότε με την Παρουσία αυτή του Κυρίου θα αναστηθεί και το σώμα του, ώστε ενωμένο με την ψυχή να σταθεί ενώπιον του φοβερού βήματός Του. Η γενική αυτή όμως κρίση δεν θα είναι διαφορετική από την πρώτη. Απλώς θα είναι επιτεταμένη, διότι θα συνυπάρχει μαζί με την ψυχή και το σώμα. Και βεβαίως η κρίση αυτή οδηγεί είτε στην αιώνια ζωή είτε στην αιώνια κόλαση, με την έννοια του πώς «εισπράττει» ο άνθρωπος τη μία και ενιαία αγάπη του Θεού προς όλους: είτε θετικά, αν φεύγει από τη ζωή αυτή εν μετανοία, είτε αρνητικά, αν φεύγει εναντιωμένος προς τον Θεό ή με αδιαφορία προς Αυτόν.

3. Ποια ήταν τα γνωρίσματα της ζωής του άφρονος πλουσίου, που οδήγησαν στον χαρακτηρισμό του ως άφρονος και ανοήτου; Πότε συνεπώς κάποιος ζει ανόητα, κατά την κρίση του ίδιου του Θεού;

(α) Όχι ασφαλώς επειδή «ευφόρησεν η χώρα του». Η ευφορία αυτή των χωραφιών του υπήρξε μία ευλογία που του δόθηκε από τον Θεό – δεν φαίνεται να κοπίασε γι’ αυτήν ο πλούσιος∙ ο Θεός απλώς επέτρεψε να συμβεί, προφανώς για να του δώσει ευκαιρία να ανοιχτεί στον συνάνθρωπο. Αλλά εκείνος πώς την αντιμετώπισε; Μ’ έναν απόλυτα εγωιστικό τρόπο. Πέντε «μου» της προσωπικής αντωνυμίας μετράμε στον προβληματισμό του: «πού συνάξω τους καρπούς μου;..Καθελώ μου τας αποθήκας…και συνάξω εκεί πάντα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου, και ερώ τη ψυχή μου». Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό του. Δεν υπάρχει ίχνος προβληματισμού για τον οποιονδήποτε συνάνθρωπό του, έστω και συγγενή του. Έτσι η αφροσύνη του ήταν ο εγωιστικός τρόπος σκέψεως και ζωής του.

(β) Αυτός ο εγωισμός του, ως νοσηρή στροφή μόνον στον εαυτό του, δεν περιέχει ίχνος αναφοράς και προς τον Θεό. Συνήθως, ακόμη και σε ασχέτους προς την πίστη του Θεού ανθρώπους, σε στιγμές ευτυχίας τους ακούμε και ένα «δόξα τω Θεώ». Εδώ, δεν υπάρχει τίποτε τέτοιο: καμία δοξολογική ενατένιση του Θεού, για κάτι που εξώφθαλμα σχετιζόταν μ’ Εκείνον: είπαμε ότι η ευφορία της γης του δεν είχε να κάνει με καμία από τις δικές του προσπάθειες. Ήταν μία δωρεά του Θεού. Τι σημαίνει αυτό; Ότι η αφροσύνη του δεν έχει αποκλείσει μόνον τον συνάνθρωπο, αλλά και τον ίδιο τον Θεό, τον χορηγό του πλούτου του. Κι είναι τούτο πράγματι που επισημαίνει ο λόγος του Θεού: «είπεν άφρων εν τη καρδία αυτού∙ ουκ έστιν Θεός». Μπορεί θεωρητικά να μην ακούγεται στην παραβολή η αθεΐα του πλουσίου, διαπρυσίως όμως καταγγέλλεται αυτή στο επίπεδο της ζωής του. Κι αυτό είναι το πιο καθοριστικό.

(γ) Η διαγραφή του Θεού και του ανθρώπου όμως φέρνει άγχος. Αντί ο πλουτισμός να του δίνει χαρά – ως ευκαιρία, είπαμε, προσφοράς χαράς σε άλλους – του προσθέτει θλίψη και στενοχώρια. Αλλά πάντοτε αυτό είναι το τίμημα του επιλέγοντος τον εγωιστικό, δηλαδή τον αμαρτωλό, τρόπο ζωής. Το σημειώνει ο απόστολος Παύλος: «θλίψις και στενοχωρία παντί τω εργαζομένω το κακόν». Ο άφρων πλούσιος, δηλαδή, ήδη από τη ζωή αυτή ζούσε με στοιχεία κόλασης. Η πορεία του ήταν προδιαγεγραμμένη, εφόσον δεν έδειχνε σημεία μετάνοιας. Κι επιπλέον: το άγχος του για το «έχει» του, σαν να του «έκλεβε» και το μυαλό του: τον έκανε να αδυνατεί να σκεφτεί το αυτονόητο, ότι δηλαδή τα γεννήματά του, κλεισμένα σε αποθήκες, θα σάπιζαν. Συνήθως ο εγωιστής άνθρωπος χάνει και την όποια «εξυπνάδα» του.

(δ) Η αφροσύνη του όμως έγκειται και στην ψευδαίσθηση της αληθινής ζωής. Ο πλούσιος δεν ελάμβανε υπόψη του το πιο βέβαιο γεγονός της ζωής: την ύπαρξη του θανάτου. Ο προβληματισμός του, βλέπουμε, κινείται σε επίπεδο σχεδόν «αιωνιότητας» γι’ αυτόν της παρούσας ζωής. «Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά, κείμενα εις έτη πολλά». Πράγματι, θα μπορούσαμε να πούμε ότι κυριολεκτικά «πετάει στα σύννεφα». Το φαντασιακό επίπεδο είναι ο χώρος της ζωής του. Γι’ αυτό και η «προσγείωση» έρχεται τόσο απότομα και «ανώμαλα» γι’ αυτόν.

4. Τα κύρια αυτά στοιχεία της αφροσύνης του πλουσίου που οδηγούν σ’ ένα τέλος τραγικό – όχι μόνον έρχεται ο θάνατος, αλλά έρχεται με μία συνοδεία «δυνάμεων» ξένων προς τον Θεό: «την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου», άρα δείχνουν και την αιώνια συνέχεια εκτός Θεού – μας οδηγούν εκ του αντιθέτου στην επισήμανση των στοιχείων που επαινούνται από τον Θεό και μπορούν να χαρακτηριστούν ως εμφροσύνη και σωφροσύνη. Πρόκειται για τον «πλουτισμόν κατά Θεόν», που λέει ο Κύριος στην κατακλείδα της παραβολής, ο οποίος κάνει τον άνθρωπο που τον έχει να βρίσκεται με τον Θεό και να χαίρεται αενάως τη χαρά της παρουσίας Του. Πώς λοιπόν πρέπει να ζει ο άνθρωπος, ώστε στο τέλος του να ακούσει με χαρά ότι ευαρέστησε τον Θεό; Μα, ασφαλώς, πρώτον, να στέκεται καλά έναντι του συνανθρώπου του, δηλαδή με ανιδιοτελή αγάπη και ειλικρινές ενδιαφέρον, έστω κι αν τούτο μπορεί να σημαίνει και θυσία γι’ αυτόν. Το παράδειγμα του καλού Σαμαρείτη της ομώνυμης παραβολής εν προκειμένω συνιστά καθοδηγητικό στοιχείο επ’ αυτού. Δεύτερον, να πιστεύει και να αγαπά τον Θεό. Για τον σώφρονα άνθρωπο, ο Θεός δεν είναι αμελητέα ή ανύπαρκτη κατάσταση, αλλά το κέντρο της ζωής του. Προτεραιότητά του συνεπώς είναι το πώς θα θεμελιώνει αδιάκοπα τη ζωή του, τις σκέψεις του, τα λόγια του, τη συμπεριφορά του, στο θέλημα Εκείνου. Με αποτέλεσμα να νιώθει ως το παιδί στην αγκαλιά του Πατέρα του. Ο σώφρων άνθρωπος, έτσι, τρίτον, δεν ζει με άγχη και ανασφάλειες, αλλά η πάντα νουν υπερέχουσα ειρήνη του Χριστού βραβεύει τον νου και την καρδιά του. Και βεβαίως, τέλος, ο σώφρων, στον οποίο ευαρεστείται ο Θεός, έχει συναίσθηση της προσωρινότητας και της φθαρτότητάς του. «Καθ’ ημέραν αποθνήσκει», όπως λέει και ο απόστολος, με την έννοια ότι δεν τρέμει τον θάνατο, αλλά τον προσδοκά με χαρά, γνωρίζοντας ότι ο ίδιος ο Θεός θα παραλάβει την ψυχή του και όχι κάποιοι που το μόνο που επιζητούν είναι η δυστυχία του.

γ. Τι άραγε επιθυμούμε να ακούσουμε και εμείς στο τέλος της ζωής μας ως κριτική γι’ αυτήν από τον Θεό; «Άφρων» ή «σώφρων και έμφρων;» Το ερώτημα μεταφράζεται: θησαυρίζουμε για τον εαυτό μας ή πλουτίζουμε κατά Θεόν; Κι είναι τούτο η καθημερινή και αδιάκοπη πρόκληση επιλογής μας σε κάθε κίνηση της ύπαρξής μας. Στη μία περίπτωση, το κέντρο βάρους είναι ο κόσμος με τη φθαρτότητά του και τη διαρκή ταραχή του, υπό την κυριαρχία του διαβόλου, του άρχοντος του κόσμου τούτου. Στην άλλη, το κέντρο βάρους είναι ο Θεός και το άγιο θέλημά Του, με όλες τις χαρές και τη δόξα που συνοδεύουν την παρουσία Του. Ο Χριστιανός βεβαίως δεν προβληματίζεται: επιλέγει πάντοτε το θέλημα του Θεού. Επιλέγει δηλαδή όχι μόνον το αιώνιο, αλλά και του κόσμου τούτου αληθινό συμφέρον του.

Πηγή: Συνοδοιπορία | φωτογραφία: Captured Writer

Επίσκοπος για μία μέρα Ιούλιος 10, 2013

Posted by Παναγιώτα in : Γενικά, Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη

῾Ο νεαρός καλόγερος κοίταζε μέ ἀγωνία τό πρόσωπο τοῦ μεγάλου ἀσκητῆ, καθώς ἐκεῖνος διάβαζε σοβαρός καί χωρίς νά βιάζεται τό γράμμα πού τοῦ εἶχε φέρει.
῾Μοιάζει πάρα πολύ μέ τόν Γέροντα᾽, τοῦ ᾽ρθε αὐθόρμητα ἡ σκέψη. ῾῾Η κορμοστασιά, τό πρόσωπο, τά γένια. ᾽Ακόμη κι οἱ ρυτίδες σχεδόν εἶναι ἴδιες. Λένε ὅτι τά ἀδέλφια μοιάζουν μεταξύ τους, ἀλλά ἐδῶ παρα…μοιάζουν᾽.
῾Ο καλόγερος ἦταν σταλμένος ἀπό τόν Γέροντα τοῦ μοναστηριοῦ τοῦ ἁγίου μάρτυρα Ματθαίου, κοντά στήν πόλη τῆς ῎Εδεσσας τῆς Συρίας, γιά νά μεταφέρει σπουδαῖο μήνυμα στόν ἀναχωρητή τῆς σπηλιᾶς. Νά τόν παρακαλέσει ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν ἀδελφῶν τοῦ κοινοβίου νά γυρίσει πίσω.

῾῾Από τήν ἀπάντησή του κρίνεται σέ μεγάλο βαθμό ἡ καλή πορεία ὅλων μας᾽, τόνισε μέ ἔμφαση ὁ ἡγούμενος στόν κομιστή τοῦ γράμματος γράμματος ἀδελφό.

Δέν εἶχε πολύ καιρό πού εἶχε ἀνεβεῖ μέ τίς ψήφους τῶν πολυπληθῶν ἀδελφῶν στόν ἡγουμενικό θρόνο ὁ Γέροντας καί τό πρῶτο πού ἔνιωσε ὡς ἀνάγκη ἦταν νά βοηθηθεῖ ἀπό κάποιον ἐμπειρότερό του, κάποιον πού εἶχε πράγματι φόβο Θεοῦ καί φωτισμό ἀπό τήν χάρη Του. ῾Ποιός ἄλλος μπορεῖ νά μέ καθοδηγεῖ καλύτερα ἀπό τόν ἴδιο τόν ἀδελφό μου;᾽ σκέφτηκε καί μοιράστηκε τήν σκέψη του καί μέ τούς ἄλλους ἀδελφούς τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου, οἱ ὁποῖοι ἔσπευσαν νά συμφωνήσουν ἀμέσως μαζί του. ῾Μαζί μεγαλώσαμε σ᾽ αὐτά τά μέρη, μαζί πήραμε τήν ἀπόφαση νά ἀφιερωθοῦμε στόν Θεό σ᾽ αὐτό τό εὐλογημένο μοναστήρι, μαζί ὅλα᾽, τούς εἶπε. ῾᾽Αλλά ἐκεῖνος πάντοτε χωρίς νά φαίνεται ὅτι κάνει κάτι ξεχωριστό προηγεῖτο σέ ὅλα᾽ συμπλήρωσε ταπεινά. ῾Ναί, ὁ ᾽Ισαάκ ἀπό τήν κοιλιά τῆς μάνας μας ἦταν ὁ ἐκλεκτός᾽. ῾Ο ἡγούμενος ἔσκυψε τό κεφάλι πρός τό στῆθος του.

῾Γέροντα᾽, πῆρε τόν λόγο ὁ γεροντότερος ἀπό τούς ἀδελφούς, ῾ζήσαμε κι ἐμεῖς τόσα χρόνια ἐδῶ στό μοναστήρι τόν ἀδελφό σου ᾽Ισαάκ καί μποροῦμε πράγματι νά ἐπιβεβαιώσουμε τίς ἐκτιμήσεις σου. ῾Ο ᾽Ισαάκ ἦταν ὄχι μόνο γιά σένα, ἀλλά καί γιά ὅλους μας ὁ φωτεινός ὁδοδείκτης. ῾Η παρουσία του ἀπό μόνη της ἦταν τό καλύτερο κήρυγμα. Γι᾽ αὐτό καί δέν σοῦ κρύβουμε ὅτι ὅπως κι ἐσύ στενοχωρηθήκαμε κι ἐμεῖς πάρα πολύ ἀπό τήν ἀπόφασή του νά μᾶς ἀποχωριστεῖ καί νά πάει στό βουνό ὡς ἀναχωρητής᾽.

῾῏Ηταν ἀναμενόμενο᾽ συμπλήρωσε ἕνας ἄλλος Γέροντας. ῾Τόν βλέπαμε τόν τελευταῖο καιρό πόσο ἐπέλεγε τήν σιωπή καί τήν ἀπόσυρση στό κελλί του, μελετώντας ἀδιάκοπα τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. ᾽Ακόμη καί στίς ὧρες τῶν συνάξεών μας, στόν ναό ἤ στήν τράπεζα, φαινόταν βυθισμένος στήν προσευχή᾽.

῾Πῆρα τό θάρρος καί τόν ρώτησα κάποια φορά, Γέροντα,᾽ ἀκούστηκε νά λέει ὁ τρίτος τοῦ συμβουλίου, ῾γιατί μᾶς ἀποφεύγει᾽. ῾Μάρτυς μου ὁ Θεός, δέν σᾶς ἀποφεύγω γιατί δέν σᾶς θέλω᾽, μοῦ εἶπε μέ δάκρυα στά μάτια, ῾ἀλλά κατάλαβα μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ ὅτι δέν μπορῶ νά εἶμαι πλήρως καί μέ τόν Θεό καί μέ τούς ἀνθρώπους. Κι ἀκόμη ὅτι ἄν δέν ἀδιαφορήσει ὁ ἄνθρωπος γιά τά πράγματα τοῦ κόσμου, δέν μπορεῖ νά ἡσυχάσει ἡ καρδιά καί νά βρεῖ τήν παρουσία ᾽Εκείνου. ῞Οσο οἱ σωματικές αἰσθήσεις ἀπασχολοῦνται μέ τά πράγματα, τά σωματικά πάθη δέν ἐξαφανίζονται κι οὔτε παύουν οἱ πονηροί λογισμοί. Γιά μένα ἡ διέξοδος εἶναι ἡ ἔρημος. ῾Η ἀδυναμία μου μέ κάνει νά θέλω νά φύγω καί νά δῶ καλύτερα τόν ἑαυτό μου μετά ἀπό τόσα χρόνια κοινοβιακῆς ζωῆς᾽.

Τό μοναστήρι τοῦ ἁγίου Ματθαίου σάν νά ἐρήμωσε μέ τήν φυγή τοῦ ᾽Ισαάκ. Σάν νά ἔχασαν τόν πατέρα τους καί ὀρφάνεψαν. Μά νά τώρα πού ἦλθε ἡ ὥρα νά κληθεῖ πίσω ὁ ἀναχωρητής. Στόν ἡγουμενικό θρόνο ἀνέβηκε ὁ κατά σάρκα ἀδελφός του κι ἔνιωσε τήν ἀνάγκη, ὅπως εἴπαμε, νά τόν παρακαλέσει νά ἐπιστρέψει.

῾Ο καλόγερος ξανακοίταξε μέ ἀγωνία τόν Γέροντα ἀσκητή. Εὐχόταν ἡ ἀπάντηση νά εἶναι θετική. ῎Ενιωσε ἕνα δέος καθώς ἔβλεπε τούς κόπους τῆς ἀσκήσεως ἀποτυπωμένους στό ἅγιο πρόσωπό του. ᾽Απέπνεε ὅμως μία γλύκα πού δέν μποροῦσε νά τήν προσδιορίσει. Τό βλέμμα του ἔκανε ἕνα γύρο στήν σπηλιά. Τά πάντα φτωχικά. Τίποτε περιττό, πέρα ἀπό τήν ῾Αγία Γραφή καί κάποια ἄλλα βιβλία ἁγίων τῆς ᾽Εκκλησίας μας, ἕνα ὑποτυπῶδες στρῶμα στό ἔδαφος γιά κρεββάτι, ἕνα κηροπήγιο γιά νά δίνει φῶς, κάποιες εἰκόνες.

Τελείωσε κάποια φορά τήν ἀνάγνωση ὁ ᾽Ισαάκ. ῾Εὐχαριστῶ, παιδί μου, γιά τήν πρόσκληση᾽ τοῦ εἶπε. ῾Πές ὅμως στόν ἅγιο ἡγούμενο καί τούς ὑπόλοιπους ἀδελφούς ὅτι παρ᾽ ὅλην τήν ἀγάπη πού τούς ἔχω δέν μπορῶ νά ἀποχωριστῶ τήν ἀγαπημένη μου ἡσυχία. ῎Οχι, δέν θά ἐπιστρέψω, τουλάχιστον στήν φάση αὐτή τῆς ζωῆς μου. Θά μείνω ἐδῶ νά κλαίω τίς ἁμαρτίες μου καί νά δοξολογῶ τόν Θεό μου. ῾Η ἀπάντησή μου εἶναι ὁλωσδιόλου ἀρνητική᾽.

῾Ο ἡγούμενος καί οἱ ἄλλοι ἀδελφοί μέ σφιγμένη τήν καρδιά ἄκουσαν τήν τελεσίδικη ἀπάντηση τοῦ ἅγιου ἀναχωρητῆ. ῎Οχι ὅτι δέν τήν περίμεναν. ᾽Αλλά στό βάθος τῆς καρδιᾶς τους ὑπῆρχε μία ἀμυδρή ἐλπίδα. ῎Επεσαν ἔξω.

Ἡ εἴδηση πού τούς ἦλθε λίγο καιρό ἀργότερα ἔσκασε σάν βόμβα ἀνάμεσά τους. ῾Ο ᾽Ισαάκ, ὁ μέγας ἀναχωρητής, ὁ ἀρνητής τῶν ὅποιων κοσμικῶν σχέσεων, ὁ ἐραστής τῆς ἡσυχίας, δέχτηκε νά γίνει ἐπίσκοπος τῆς Νινευΐ, τῆς μεγάλης καί πολυάνθρωπος πόλης. ῾Ο Πατριάρχης ᾽Αντιοχείας μέ τήν περί αὐτόν Σύνοδο σ᾽ αὐτόν ἀπευθύνθηκαν γιά νά ἀναλάβει τήν ὑπεύθυνη καί καίρια θέση τοῦ ἐπισκόπου καί ὁ ἡσυχαστής…δέχτηκε. Πῶς ἔγινε αὐτό;

Στήν χειροτονία του πού παραβρέθηκε καί ὁ ἡγούμενος ἀδελφός του λύθηκε τό μυστήριο. ῾᾽Αδελφέ μου, δέν μπόρεσα νά ἀρνηθῶ. Σέ σένα καί στούς ἀδελφούς τοῦ μοναστηριοῦ ἀρνήθηκα, γιατί εἶστε ἄνθρωποι. ᾽Αλλά πῶς νά ἀρνηθῶ στόν Κύριο;᾽ εἶπε μέ δέος ὁ ἐπίσκοπος πιά ᾽Ισαάκ.

Ρίγησε ὁ ἡγούμενος. ῾Τί συνέβη;᾽ ρώτησε τρέμοντας.

῾῾Ο ἴδιος ὁ Κύριος μοῦ ἐμφανίστηκε καί μέ πρόσταξε νά δεχτῶ. ᾽Αρνήθηκα στήν ἀρχή, Τόν παρεκάλεσα, ἡ ἐντολή Του ὅμως δέν ἐπιδεχόταν ἄρνηση᾽. Φάνηκε συντετριμμένος. ῾᾽Αδελφέ μου, δέν μπόρεσα νά γίνω ῾ἀπειθής τῇ οὐρανίῳ ὀπτασίᾳ᾽ ὅπως λέει καί ὁ ἅγιος Παῦλος. Ξέρει ὅμως ᾽Εκεῖνος ὅτι εἶναι κάτι πού ἡ καρδιά μου δέν τό θέλει᾽. ῾Η σκέψη του ἔφυγε καί βρέθηκε στήν ἀγαπημένη του σπηλιά. ῾Κύριε, ἐλέησόν με᾽ ψιθύρισε.

᾽Ανεξερεύνητες οἱ βουλές τοῦ Θεοῦ. Ὁ καλόγερος ἔγινε ἀναχωρητής, ὁ ἀναχωρητής ἐπίσκοπος. ῾Ο λύχνος φάνηκε νά τοποθετεῖται στήν λυχνία, νά μήν εἶναι πιά κρυμμένος ὑπό τόν ἐρημητικόν μόδιον, προκειμένου νά φωτίσει καί τούς μακριά ἀπό τήν ἔρημο εὑρισκομένους μέ τό φῶς τῆς διδασκαλίας καί τῆς ἀρετῆς. Γιά πόσο ὅμως; Γιατί ὅ,τι ἀκολούθησε ἔδειξε ὅτι τό φῶς μόλις ἀνέτειλε καί φάνηκε στόν ὁρίζοντα τῆς ᾽Εκκλησίας, τήν ἴδια στιγμή ἔδυσε καί κρύφτηκε. Συνέβη ὅ,τι καί μέ τόν θεῖο Γρηγόριο τόν θεολόγο: δέν πρόλαβε νά ψηφιστεῖ ἐπίσκοπος στά Σάσιμα κι ἀμέσως ἀνεχώρησε ἀπό ἐκεῖ. Τί ἔγινε ὅμως καί μέ τόν ὅσιο ᾽Ισαάκ τόν Σύρο, τόν ἐπίσκοπο πιά τῆς Νινευΐ;

Τήν ἴδια ἡμέρα τῆς χειροτονίας του, μετά τίς ὅλες τίς τελετές, μετά τίς εὐχές καί τίς συναντήσεις πού συνήθως γίνονται, κι ἀφοῦ εἶχε ἀποσυρθεῖ στό ἐπισκοπικό οἴκημα γιά νά ξεκουραστεῖ λίγο καί νά κατανοήσει ὅ,τι ὁ Θεός ἐπέτρεψε στήν ζωή του, ἡ πόρτα του κτύπησε καί βρέθηκε μπροστά σέ δύο ταραγμένους ἀνθρώπους.

῾῞Αγιε Πάτερ᾽ τοῦ εἶπαν καί οἱ δύο. ῾Χρειαζόμαστε ἀμέσως τήν βοήθειά σου. ᾽Εσύ μόνο μπορεῖς νά μᾶς βοηθήσεις᾽.

Εἶδε τήν ταραχή καί θέλησε νά βοηθήσει. Τούς ὁδήγησε στό φτωχικό σαλόνι, τούς τράταρε ὅ,τι εἶχαν προμηθεύσει οἱ ἄνθρωποι τῆς ποίμνης του. ῎Αφησε κάποια ὥρα νά περάσει μιλώντας τους γιά ἄσχετα πράγματα πρός τό πρόβλημά τους. ῞Οταν τούς εἶδε πιό ἤρεμους θέλησε νά μάθει τήν αἰτία τῆς ταραχῆς τους.

Ξεκίνησε ὁ ἕνας. Μόλις ἄρχισε νά ἐξηγεῖ φούντωσε καί κοκκίνησε ἀπό τήν ὀργή του. ῾῞Αγιε Πάτερ, πρίν ἀπό καιρό ἔδωσα ἀρκετά χρήματα σ᾽ αὐτόν τόν ἄνθρωπο δανεικά. Μοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θά μοῦ τά δώσει σύντομα. Πέρασε ὁ πρῶτος καιρός, πέρασε κι ἄλλος, κι ὅλο μέ παραπέμπει γιά ἀργότερα καί τίποτε δέν μοῦ δίνει. Πάτερ, τά χρήματά μου τά ἔβγαλα μέ τό αἷμα τῆς καρδιᾶς μου. Κι αὐτός μέ κοροϊδεύει καί θέλει νά μοῦ τά φάει. Αὐτό δέν πρόκειται ποτέ νά τό ἀποδεχτῶ. Θέλω τά χρήματά μου πίσω καί μάλιστα τώρα. Διαφορετικά…᾽. Σταμάτησε ξαφνικά, ἀφήνοντας τήν ἀπειλή νά αἰωρεῖται στόν ἀέρα.

῾Πάτερ, δέν εἶναι ἔτσι ἀκριβῶς τά πράγματα᾽ ἄρχισε νά ἀπολογεῖται ὁ ὀφειλέτης. Πράγματι, ὁ ἀδελφός ἐδῶ μοῦ δάνεισε πρό καιροῦ πού εἶχα μία μεγάλη ἀνάγκη γιά τήν οἰκογένεια καί τίς δουλειές μου. Πράγματι, δέν κράτησα τίς ἡμέρες πού ὑποσχέθηκα γιά νά τά γυρίσω πίσω, ἀλλά δυστυχῶς ἀκόμη δέν μπόρεσα νά ὀρθοποδήσω. Τό μόνο πού τοῦ ζητῶ εἶναι νά κάνει λίγο ἔλεος καί νά περιμένει λίγες ἀκόμη ἡμέρες. Μέ ξέρει ἀπό παλιά, ξέρει τήν οἰκογένειά μου καί γι᾽ αὐτό δέν πρόκειται νά τοῦ τά φάω. Λίγες ἡμέρες μόνο ἀκόμη…᾽ εἶπε ὁ ἄνθρωπος καί συντετριμμένος ἔγειρε πιό πολύ στό κάθισμά του.

Δέν πρόλαβε νά πάρει τόν λόγο ὁ ὅσιος ἐπίσκοπος. Κατακόκκινος ὁ δανειστής πετάχτηκε ὄρθιος καί μέ ὀργή πού ὁλονέν αὐξανόταν καί βλέμμα πού ἄστραφτε γύρισε ἀργά πρός τό ράκος τοῦ καθίσματος. ῾Οὔτε μία ἡμέρα παραπάνω δέν θά περιμένω. Αὐτήν τήν ὥρα φεύγω καί πάω στόν κριτή. Δέν θά μοῦ φᾶς ἐσύ τά λεφτά μου᾽. Τά ᾽πε σάν νά ἔφτυσε.

῾Ο Γέροντας ἐπίσκοπος μέ τήν καθαρή καρδιά καί τόν φωτισμένο νοῦ εἶδε καί κατάλαβε. Τά δαιμόνια εἶχαν κάνει καλά τήν δουλειά τους στόν ἄνθρωπο τῆς φιλαργυρίας. ῾Η κατοχή τῶν πραγμάτων δέν ἄφηνε περιθώριο ἐλέους στήν ταραγμένη καρδιά τοῦ δανειστῆ. Μπορεῖ νά λεγόταν χριστιανός, ἀλλά μπροστά του ὁ ὅσιος εἶχε ἕναν εἰδωλολάτρη. ῾῞Οπου ὁ θησαυρός ὑμῶν ἐκεῖ καί ἡ καρδία ὑμῶν ἔσται᾽ θυμήθηκε τά λόγια τοῦ Κυρίου. ῞Υψωσε νοερά τό βλέμμα στόν οὐρανό.

῾Παιδί μου, κάνε ἔλεος᾽ εἶπε ἥσυχα. ῾᾽Εάν γιά τήν ἐντολή τοῦ εὐαγγελίου ὀφείλεις νά μή ζητᾶς ἀκόμη καί τά πράγματα πού σοῦ ἔχουν ἀφαιρέσει διά τῆς βίας, πόσο περισσότερο δέν πρέπει νά ὑπομείνεις γιά λίγες ἡμέρες τόν συνάνθρωπό σου πού σέ παρακαλεῖ; Παιδί μου, γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ μας. ῾Ο Χριστός σέ παρακαλεῖ τώρα νά μακροθυμήσεις.

῾Η πέτρινη καρδιά μίλησε μέ τόν τρόπο της. Μέ αὐθάδεια καί ἔπαρση, κάνοντας πέρα Χριστό, εὐαγγέλιο, ἐπίσκοπο, συνάνθρωπο.

῾Παράτα μας, Πάτερ, μέ τό εὐαγγέλιό σου. Αὐτά τά λέτε ἐσεῖς οἱ παπάδες γιά νά εἰρηνεύετε τάχα τά πράγματα. Κοίτα μπροστά σου. Τά λεφτά εἶναι αὐτά πού ἔχουν ἀξία καί δίνουν τήν δύναμη στόν κόσμο. Τά ἄλλα εἶναι…ἀέρας᾽. ῾Ο Πονηρός εἶχε τόν ἀπόλυτο ἔλεγχο. ῎Εστρεψε τόν ταλαίπωρο δοῦλο του πρός τήν πόρτα καί χωρίς αυτός νά πεῖ τίποτε ἄλλο τήν βρόντηξε καί ἔφυγε.

῾Ο ᾽Ισαάκ ἔμεινε ἄφωνος. ῎Ηξερε τίς μεθοδεῖες τοῦ διαβόλου, ἤξερε τό πόσο τά πράγματα καθοδηγοῦν τελικῶς ὡς ἀπόλυτη ἀξία πολλούς ἀνθρώπους, ἀλλά νά τό βλέπει τόσο ἄμεσα καί ἀνάγλυφα μπροστά του, τοῦτο δέν τό περίμενε.

Γεμᾶτος θλίψη καί ἔλεος ἀγκάλιασε καί εὐλόγησε τόν ὀφειλέτη. ῾Θά κοιτάξω μήπως βρῶ ἀπό κάποιον γνωστό τίποτε νά τοῦ δώσεις, γιατί ἐγώ δέν ἔχω ἀπολύτως τίποτε᾽ εἶπε ὁ ἀκτήμων ὅσιος καί τόν ξεπροβόδισε εὐχόμενος γι᾽ αὐτόν.

῾Ο ὅσιος τοῦ Θεοῦ ἔπεσε σέ βαθειά συλλογή. ῾Ο λογισμός πού τόν τριβέλιζε δέν ἔλεγε νά φύγει ἀπό μέσα του: ῾῎Αν οἱ ἄνθρωποι πού τό Πνεῦμα τό ῞Αγιον μέ κατέστησε ἐπίσκοπό τους δέν ὑπακούουν στά προστάγματα τοῦ εὐαγγελίου, ἐγώ τί ἦλθα νά κάνω ἐδῶ; ῎Αν δέν ἀκοῦνε τόν Κύριο, πῶς θά ἀκούσουν ἐμένα, τόν ἀχρεῖο δοῦλο Του;᾽

Τό ἴδιο βράδυ ὁ ἅγιος ᾽Ισαάκ ὁ Σύρος, ὁ ἐπίσκοπος τῆς Νινευΐ τῆς μεγάλης καί πολυάνθρωπος πόλης, ὁ ἡσυχαστής καί θεόπτης, ὁ γλυκός δάσκαλος τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ἔκλεισε πίσω του τήν πόρτα τοῦ ἐπισκοπείου πού πρώτη φορά ἐκείνη τήν ἡμέρα τήν εἶχε διαβεῖ, καί δέν τήν ξανάνοιξε ποτέ. ῾Η σπηλιά του τόν ὑποδέχτηκε χαρωπή κι ἐκεῖ ἔμεινε ἀνδρείως καί καρτερικά μέχρι τόν θάνατό του.

Πηγή: Συνοδοιπορία