jump to navigation

Δοκιμασίες στη Ζωή και Θεϊκή Φροντίδα Φεβρουάριος 11, 2017

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

ΜΙΑ ΟΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ

π. Δημητρίου Μπόκου

Ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ ἔχει μόλις διασωθεῖ ἀπὸ τὴν αἰγυπτιακὴ ἀπειλή, διαβαίνοντας θαυματουργικὰ τὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα. Μπροστά του ἁπλώνεται τώρα ἡ ἀπέραντη ἔρημος. Ἀρχίζει μιὰ ἐπίπονη πορεία δύο περίπου μηνῶν, μέχρι νὰ φτάσουν στὸ ὄρος Σινᾶ. Ὅμως τὰ πράγματα δὲν εἶναι καθόλου ἁπλᾶ. Ἡ πορεία μέσα στὴν ἄνυδρη καυτὴ ἄμμο εἶναι πραγματικὸ μαρτύριο. Περισσότερο γιὰ τοὺς γέρους, τὰ μικρὰ παιδιά, τὶς γυναῖκες. «Οὐαὶ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς θηλαζούσαις…». Οἱ δυσκολίες τοὺς ταλαιπωροῦν ἀφάνταστα. Πιὸ ἔντονα ἀπ’ ὅλα αἰσθάνονται τὴν ἔλλειψη τοῦ νεροῦ. Εἶναι τὸ πρῶτο ποὺ κάνει αἰσθητὴ τὴν ἀπουσία του μέσα στὴν καυτή, φονικὴ ἔρημο. Καὶ τότε ἀρχίζουν οἱ γογγυσμοὶ καὶ τὰ παράπονα. Ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πιστοῦ του δούλου Μωυσῆ.

Ἀναχωρώντας λοιπὸν ὁ Μωυσῆς ἀπὸ τὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα, «ἤγαγεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἔρημον Σούρ». Τρεῖς ὁλόκληρες μέρες βάδιζαν μέσα στὴν ἔρημο αὐτή, χωρὶς νὰ βρίσκουν πουθενὰ νερό. Ἡ δίψα, ὅταν προστίθεται στὴν κοπιαστικὴ ὁδοιπορία, συνθέτει ἐφιαλτικὸ σενάριο. Ἐπιτέλους φτάνουν στὴν τοποθεσία Μερρά, ὅπου ὑπῆρχε νερό. Μὰ ὅταν διψασμένοι ἔσκυψαν νὰ πιοῦν, εἶδαν πὼς τὸ νερό, γεμάτο ἀπὸ τὰ νιτρικὰ ἅλατα ποὺ σὲ μεγάλες ποσότητες βρίσκονται στὴν περιοχὴ τοῦ Σινᾶ, ἦταν πικρὸ καὶ δὲν πινόταν. Γι’ αὐτὸ καὶ ὀνόμασαν τὸν τόπο ἐκεῖνο Πικρία. Στὶς νέες διαμαρτυρίες τους ὁ Θεὸς ὑπέδειξε στὸν Μωυσῆ νὰ ρίξει στὸ νερὸ ἕνα κλαδὶ ἀπὸ κάποιο δέντρο καὶ τὸ νερὸ γλύκανε, ἔγινε πόσιμο. Στὴ συνέχεια τοὺς ὁδήγησε στὴν Αἰλείμ, δέκα χιλιόμετρα νοτιότερα τῆς Μερρᾶς, ὅπου στρατοπέδευσαν γιὰ ἀρκετὲς μέρες καὶ ξεκουράστηκαν. Γιατὶ ἡ Αἰλεὶμ ἦταν μιὰ δροσερὴ ὄαση ἐν μέσῳ τῆς ἐρήμου. Δώδεκα κρυστάλλινες πηγὲς καὶ ἑβδομήντα θαλεροὶ φοίνικες χάριζαν τὴν πολύτιμη δροσιά τους στοὺς καταπονημένους ὁδοιπόρους (Ἐξ. 15, 22-27).

Μὲ αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλὰ ὁ Θεὸς ἔδειξε ὅτι δὲν ἐγκαταλείπει ποτὲ τὸν λαό του. Ἔχει τὴν ἔγνοια του καὶ τὸ σχέδιό του γι’ αὐτόν. Ἐνεργεῖ ὅμως μὲ τὸν τρόπο του. Ὄχι ὅπως σκέφτονται καὶ θέλουν οἱ ἄνθρωποι. Φροντίζει γιὰ ὅλα, ἀλλὰ θέτοντας συνεχῶς ὑπὸ δοκιμασία τὴν πίστη τους ἀπέναντί του. Δὲν τοὺς καλομαθαίνει μὲ τὸ κουταλάκι στὸ στόμα. Τοὺς ἐκπαιδεύει νὰ ἀγωνίζονται, νὰ ὑπομένουν, νὰ ἔχουν ἐμπιστοσύνη στὸ πρόσωπό του, νὰ ὑπακούουν στὶς ἐντολές του. Δὲν τὸ κάνει αὐτό, ἐπειδὴ τοῦ ἀρέσει νὰ τοὺς ταλαιπωρεῖ. Ἀλλὰ γιὰ νὰ προοδεύουν, νὰ γυμνάζονται πνευματικά, νὰ ἀναπτύσσουν στὸ ἔπακρο ὅσες ἱκανότητες τοὺς ἔχει δώσει. Ὁ δάσκαλος ποὺ δὲν ἀξιοποιεῖ ὅλες τὶς δυνατότητες τοῦ μαθητῆ, τὸν ζημιώνει. Εἶναι κακὸς δάσκαλος. Καὶ ὁ προπονητὴς κάνει καλὰ τὴ δουλειά του, ὅταν «ταλαιπωρεῖ» μὲ σκληρὴ προπόνηση τὸν ἀθλητή του, ἀντὶ νὰ τὸν ἀφήνει νὰ τεμπελιάζει. (περισσότερα…)

Πῶς ἀν­τι­δροῦ­με ὅ­ταν μᾶς ἐ­πι­σκέ­πτον­ται οἱ δο­κι­μα­σί­ες; Ιανουάριος 9, 2017

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

 Ἡ ἀληθινὴ εὐσέβεια: Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΙΩΒ

problhma

π. Δημητρίου Μπόκου

Ὁ Ἰ­ὼβ (6 Μα­ΐ­ου) ἦ­ταν ἄν­θρω­πος ἄ­μεμ­πτος ἀ­πέ­ναν­τι στὸν Θε­ὸ καὶ στοὺς ἀν­θρώ­πους. Ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ὸς ἀ­πο­φάν­θη­κε ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε πά­νω στὴ γῆ πιὸ ἐ­νά­ρε­τος καὶ θε­ο­σε­βὴς ἄν­θρω­πος ἀ­πὸ αὐ­τόν. Ὁ Σα­τα­νᾶς ὅ­μως ἀν­τέ­τα­ξε ὅ­τι ἡ ἀ­ρε­τὴ τοῦ Ἰ­ὼβ δὲν εἶ­ναι γνή­σια. Κα­τὰ τὴ γνώ­μη του, ὁ Ἰ­ὼβ σε­βό­ταν τὸν Θε­ό, ἐ­πει­δὴ ἔ­λα­βε ἀ­πὸ αὐ­τὸν πολ­λὰ ἀ­γα­θά. Ὁ Ἰ­ὼβ εἶ­χε ἑ­πτὰ χι­λιά­δες πρό­βα­τα, τρεῖς χι­λιά­δες κα­μῆ­λες, χί­λια βό­δια καὶ πεν­τα­κό­σια γα­ϊ­δού­ρια. Γιὰ τὴ φύ­λα­ξή τους εἶ­χε τε­ρά­στιο ἀ­ριθ­μὸ ὑ­πη­ρε­τῶν. Εἶ­χε ἐ­πί­σης ἀ­πο­κτή­σει καὶ δέ­κα παι­διά, ἑ­πτὰ γιοὺς καὶ τρεῖς θυ­γα­τέ­ρες.

Γιὰ νὰ φα­νεῖ ὅ­τι ἡ ἀ­ρε­τὴ τοῦ Ἰ­ὼβ εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νὴ καὶ δὲν ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὰ ἀ­γα­θά του, ὁ Θε­ὸς ἔ­δω­σε τὴν ἄ­δεια στὸν Σα­τα­νᾶ νὰ τὸν δο­κι­μά­σει. Ἔ­τσι λοι­πὸν σὲ μί­α καὶ μό­νο μέ­ρα ὁ δί­και­ος Ἰ­ὼβ ἔ­λα­βε ἀ­πα­νω­τά, τὴ μί­α πά­νω στὴν ἄλ­λη, τὶς χει­ρό­τε­ρες εἰ­δή­σεις. Οἱ λη­στὲς ἅρ­πα­ξαν τὰ βό­δια καὶ τὰ γα­ϊ­δού­ρια του, σκο­τώ­νον­τας τοὺς ὑ­πη­ρέ­τες. Φω­τιὰ ποὺ ἔ­πε­σε ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ κα­τέ­κα­ψε τὰ πρό­βα­τα, τὶς κα­μῆ­λες καὶ τοὺς βο­σκούς. Σφο­δρὸς ἄ­νε­μος ἀ­πὸ τὴν ἔ­ρη­μο γκρέ­μι­σε τὸ σπί­τι τοῦ με­γά­λου του γιοῦ. Ὅ­λα τὰ παι­διὰ τοῦ Ἰ­ώβ, ποὺ ἔ­τρω­γαν καὶ ἔ­πι­ναν μέ­σα, σκο­τώ­θη­καν.

Ὅ­ταν ὁ Ἰ­ὼβ ἄ­κου­σε καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο νέ­ο, ση­κώ­θη­κε, ἔ­σχι­σε τὰ ροῦ­χα του καὶ ἔ­κο­ψε τὰ μαλ­λιά του, γιὰ νὰ δεί­ξει, κα­τὰ τὸ ἔ­θι­μο τῆς ἐ­πο­χῆς, τὸ με­γά­λο του πέν­θος. Στὴ συ­νέ­χεια ὅ­μως ἔ­πε­σε στὸ ἔ­δα­φος, προ­σκύ­νη­σε τὸν Κύ­ριο καὶ εἶ­πε:  «Ἐ­γὼ γυ­μνὸς βγῆ­κα ἀ­πὸ τὴν κοι­λιὰ τῆς μη­τέ­ρας μου, γυ­μνὸς καὶ θὰ ἀ­πέλ­θω ἀ­πὸ τὸν κό­σμο αὐ­τὸν στὸν τά­φο. Ὁ Κύ­ριος ἔ­δω­κε τὰ δῶ­ρα του, ὁ Κύ­ριος τὰ ἀ­φαί­ρε­σε. Ὅ­πως φά­νη­κε ἀ­ρε­στὸ στὸν Κύ­ριο, ἔ­τσι καὶ ἔ­γι­νε. Ἂς εἶ­ναι δο­ξα­σμέ­νο τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου στοὺς αἰ­ῶ­νες». Ἔ­τσι σὲ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς συμ­φο­ρὲς ποὺ τὸν βρῆκαν, ὁ Ἰ­ὼβ δὲν ἁ­μάρ­τη­σε κα­θό­λου ἐ­νώ­πιον τοῦ Κυ­ρί­ου. Δὲν ἔ­κα­με καμ­μιὰ ἀ­νό­η­τη ἐ­νέρ­γεια ἀ­πέ­ναν­τί του. «Οὐκ ἔ­δω­κεν ἀ­φρο­σύ­νην τῷ Θεῷ».

Στὴ συ­νέ­χεια τῆς δο­κι­μα­σί­ας του φά­νη­κε ἀ­κό­μα κα­θα­ρώ­τε­ρα ἡ γνη­σι­ό­τη­τα τῆς εὐ­σέ­βειάς του. Δι­ό­τι ὁ δι­ά­βο­λος ζή­τη­σε τὴν ἄ­δεια νὰ τοῦ ἀ­φαι­ρέ­σει καὶ τὴν ὑ­γεί­α του καί, ἀ­φοῦ ὁ Θε­ὸς τὸ ἐ­πέ­τρε­ψε, χτύ­πη­σε τὸν Ἰ­ὼβ μὲ τὸ χει­ρό­τε­ρο ἕλ­κος, πι­θα­νὸν μὲ λέ­πρα. Ἀ­πο­τέ­λε­σμα: Ὁ Ἰ­ὼβ ἐ­ξο­ρί­σθη­κε καὶ ἀ­πὸ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη κοι­νω­νί­α. Ἔ­μει­νε μό­νος καὶ ἔ­ρη­μος νὰ ξύ­νει τὶς πλη­γές του μὲ ἕ­να ὄ­στρα­κο πά­νω σὲ ἕ­να σω­ρὸ κο­πριᾶς. Ἡ δο­κι­μα­σί­α του μά­λι­στα ἐν­τά­θη­κε ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια τὴ γυ­ναί­κα του, ποὺ ἀν­τὶ νὰ τὸν στη­ρίζει ψυ­χο­λο­γι­κά, τὸν πα­ρό­τρυ­νε νὰ βλα­σφη­μή­σει τὸν Θε­ὸ καὶ ἂς πέ­θαι­νε κα­τό­πιν.

Τό­τε ὁ Ἰ­ὼβ δι­όρ­θω­σε τὸν λαν­θα­σμέ­νο της λο­γι­σμό μὲ τὰ θαυμάσια λό­για του: «Για­τί μί­λη­σες σὰν μιὰ ἀ­π’ τὶς ἀ­νό­η­τες γυ­ναῖ­κες; Ἂν δε­χθή­κα­με εὐ­χα­ρί­στως τὰ κα­λὰ ἀ­πὸ τὸν Κύ­ριο, δὲν θὰ ὑ­πο­μεί­νου­με καὶ τὰ κα­κά;» Καὶ ἔ­τσι, πα­ρὰ τὶς τό­σες συμ­φο­ρὲς ποὺ τοῦ συ­νέ­βη­σαν, κα­νέ­να πα­ρά­πο­νο δὲν βγῆ­κε ἀ­πὸ τὰ χεί­λη τοῦ Ἰ­ὼβ ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Θε­οῦ. Δὲν ἁ­μάρ­τη­σε κα­θό­λου ἀ­πέ­ναν­τί Του. Τελικὰ ὁ Θεὸς τὸν ἀποκατέστησε πλήρως, χαρίζοντάς του τὴν ὑγεία καὶ διπλάσια ἀγαθὰ ἀπὸ ὅ,τι εἶχε πρῶτα. «Ὁ Κύριος εὐλόγησε τὰ ἔσχατα Ἰὼβ ἢ τὰ ἔμπροσθεν». Μετὰ τὴ δοκιμασία του τὸν εὐλόγησε περισσσότερο. Τὰ κοπάδια του πλήθυναν. Εἶχε τώρα δεκατέσσερες χιλιάδες πρόβατα, ἕξι χιλιάδες καμῆλες, δυὸ χιλιάδες βόδια καὶ χίλια γαϊδούρια. Καὶ τὸ σπουδαιότερο, ἀπέκτησε ἑπτὰ νέους γιοὺς καὶ τρεῖς θυγατέρες. Καὶ δὲν βρέθηκαν στὴ γῆ, κάτω ἀπ’ τὸν οὐρανό, ὡραιότερες γυναῖκες ἀπὸ τὶς θυγατέρες τοῦ Ἰώβ. Μὰ ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε καὶ χρόνια ζωῆς, γιὰ νὰ χαρεῖ τὰ καλὰ ὅλα ποὺ τοῦ χάρισε. «Ἔζησε δὲ Ἰὼβ μετὰ τὴν πληγὴν ἔτη ἑκατὸν ἑβδομήκοντα, τὰ δὲ πάντα ἔτη ἔζησε διακόσια τεσσαράκοντα· καὶ εἶδεν Ἰὼβ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ καὶ τοὺς υἱοὺς τῶν υἱῶν αὐτοῦ, τετάρτην γενεὰν» (Ἰώβ, κεφ. 1, 2 καὶ 42).

sygxroni-thlipsi

Ὅμως ἐ­μεῖς; Πῶς ἀν­τι­δροῦ­με, ὅ­ταν οἱ δο­κι­μα­σί­ες μᾶς ἐ­πι­σκέ­πτον­ται; Δο­ξά­ζου­με τό­τε τὸν Θε­ό, ἢ ἀ­μέ­σως στρε­φό­μα­στε ἐ­ναν­τί­ον του μὲ «δι­και­ο­λο­γη­μέ­νη» ἀ­γα­νά­κτη­ση; Ἐ­γεί­ρου­με τὸ τό­σο «δί­και­ο» κα­τὰ τὴ γνώ­μη μας «για­τί», ἢ τὸν εὐ­χα­ρι­στοῦ­με «ἐν παν­τὶ» (Α΄ Θεσ. 5, 18), σὲ κά­θε πε­ρί­στα­ση, εἴ­τε εὐ­χά­ρι­στη εἴ­τε δυ­σά­ρε­στη; Πα­ρα­δί­δουμε μὲ ἀπόλυτη ἐμ­πι­στο­σύ­νη τὸν ἑ­αυ­τό μας στὰ χέ­ρια του; Γιὰ νὰ μᾶς κα­θο­δη­γεῖ Ἐ­κεῖ­νος πρὸς τὸ ἀ­λη­θι­νό μας συμ­φέ­ρον μὲ τὴ βα­θειά του σο­φί­α καὶ τὴν ἀ­πέ­ραν­τη ἀ­γά­πη του γιὰ μᾶς;

Και­ρὸς νὰ ἐ­στερ­νι­σθοῦ­με τὴν κρυ­στάλ­λι­νη σκέ­ψη τοῦ Ἰ­ώβ, ποὺ ἂν καὶ ἔ­ζη­σε στὴν πο­λὺ μα­κρι­νὴ «πρὸ τῆς χά­ρι­τος» ἐ­πο­χή, διέ­βλε­πε τὸ θέ­λη­μα τοῦ Κυ­ρί­ου πο­λὺ πιὸ φω­τει­νὰ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς.

Πηγή: ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 382, Μάιος 2015, ἐπηυξημένο

Εικόνες: Γεώργιος Κόρδης

Το Μυστικό της Χαράς των Χριστουγέννων Δεκέμβριος 29, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

π.  Δημητρίου  Μπόκου

Προ­τοῦ ξη­με­ρώ­σει, νύ­χτα ἀ­κό­μη, ξύ­πνη­σε, κα­θὼς τὸ συ­νή­θι­ζε, ὁ γέ­ρο-Φι­λά­γριος. Ἄλ­λα­ξε φυ­τί­λι στὸ καν­τή­λι ποὺ τρε­μό­σβη­νε κι ἀ­νά­βον­τας δυὸ κε­ριὰ μπρὸς στὶς εἰ­κό­νες, δι­ά­βα­σε τὶς ἑ­ω­θι­νές του προ­σευ­χές, τὸ Με­σο­νυ­κτι­κὸ καὶ τὸν Ὄρ­θρο.

Ἔ­φεγ­γε γιὰ τὰ κα­λὰ ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε. Τρά­βη­ξε τὸ ξύ­λι­νο πορ­τό­φυλ­λο ποὺ ἔ­κλει­νε τὸ ἄ­νοιγ­μα τῆς σπη­λιᾶς καὶ βγῆ­κε στὸν ἐ­ξώ­στη, ἕ­να φυ­σι­κὸ πλά­τω­μα τοῦ βρά­χου πά­νω ἀ­π’ τὸν γκρε­μό. Ἀ­πὸ χα­μη­λὰ ἀ­νέ­βαι­νε, μό­νι­μο τρα­γού­δι στ’ αὐ­τιά του, τὸ βου­η­τὸ τοῦ νε­ροῦ, κα­θὼς κυ­λοῦ­σε ὁρ­μη­τι­κὰ στὸ φα­ράγ­γι. Τὸ κα­λο­καί­ρι μό­νο ἡ­σύ­χα­ζε, γι­νό­ταν φλύ­α­ρο μουρ­μου­ρη­τό, μη­τρι­κὸ να­νού­ρι­σμα στὸν ὕ­πνο του.

Ἡ ἀ­να­το­λὴ ρό­δι­ζε στὸ βά­θος κι ἕ­να ὑ­πέ­ρο­χο σύ­νο­λο ἁ­πα­λῶν χρω­μα­τι­σμῶν ξε­χυ­νό­ταν τριγύ­ρω. Τὰ μά­τια του μα­γεύ­τη­καν στὴ θέ­α τῆς αὐ­γῆς. Φω­νὲς που­λι­ῶν, θρο­ΐ­σμα­τα φύλ­λων, γρυ­λί­σμα­τα ἀ­γρι­μι­ῶν, γέ­μι­ζαν ὀ­μορ­φιὰ τὴν ἄ­γρια φύ­ση. Πῶς τ’ ἀ­γα­ποῦ­σε ὅ­λα αὐ­τά! Φι­λά­γριος, βλέ­πεις!

Ἀ­νά­πνευ­σε τὸν πρω­ι­νὸ ἀ­έ­ρα κι ἕ­να κύ­μα εὐ­φο­ρί­ας φού­σκω­σε τὴν καρ­διά του.

«Ὡς ἐ­με­γα­λύν­θη τὰ ἔρ­γα Σου, Κύ­ρι­ε…»

«Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐκ τῆς γῆς… τὰ ὄρη καὶ πάντες οἱ βουνοί, …τὰ θηρία καὶ πάντα τὰ κτήνη, ἑρπετὰ καὶ πετεινὰ πτερωτά…»

Δὲν ἦ­ταν μό­νο μιὰ ὄ­μορ­φη φθι­νο­πω­ρι­ά­τι­κη μέ­ρα ἡ ση­με­ρι­νή. Εἶ­χε κά­τι ξε­χω­ρι­στὸ καὶ γι’ αὐ­τόν.

Ξα­να­γύ­ρι­σε στὸ βά­θος τῆς σπη­λιᾶς, πῆ­ρε στὰ χέ­ρια του ἕ­να μα­κρὺ ξε­φλου­δι­σμέ­νο ξύ­λο καὶ τό ’­φε­ρε ἔ­ξω. Τὸ σή­κω­σε ψη­λὰ καὶ τὸ κοί­τα­ξε στὸ φῶς. Ἦ­ταν γε­μά­το χα­ρα­κι­ές. Κά­θε χα­ρα­κιὰ κι ἕ­νας χρό­νος. Πολ­λὲς χα­ρα­κι­ές, πολ­λὰ χρό­νια!

Χα­μο­γέ­λα­σε. Ἔ­βγα­λε τὸν πα­λιό του σου­γιὰ καὶ τρά­βη­ξε μιὰ χα­ρα­κιὰ ἀ­κό­μα κά­τω ἀ­π’ τὶς ἄλ­λες. Ἑ­κα­τό!

Σή­με­ρα γι­νό­ταν ἑ­κα­τὸ χρο­νῶν! Χα­μο­γέ­λα­σε πά­λι.

–  Ἦρ­θε ὁ και­ρός!… μουρ­μού­ρι­σε.

Ἀ­να­σύ­ρον­τας τὶς βα­ρει­ὲς κουρ­τί­νες τοῦ χρό­νου ἡ μνή­μη του ἔ­τρε­ξε πο­λὺ πί­σω. Τό­τε πού, δε­κά­δες χρό­νια πρίν, ἀ­φή­νον­τας τὸν κό­σμο, ξε­κι­νοῦ­σε τὸ μα­κρὺ τα­ξί­δι γιὰ τὸ ἀ­σκη­τα­ριό του.

–  Θὰ ξα­να­ϊ­δω­θοῦ­με στὰ ἑ­κα­τό μας, ἂν ζοῦ­με, εἶ­πε στὴ δί­δυ­μη μο­να­δι­κὴ ἀ­δελ­φή του, βλέ­πον­τας τὰ δά­κρυ­α στὰ μά­τια της, τά­χα ἀ­στει­ευ­ό­με­νος γιὰ νὰ κρύ­ψει καὶ τὴ δι­κή του συγ­κί­νη­ση. Θὰ γι­ορ­τά­σου­με μα­ζὶ τὰ ἑ­κα­το­στά μας Χρι­στού­γεν­να.

Ἐ­κεί­νη χα­μο­γέ­λα­σε πι­κρὰ μὲ­ς στὰ δά­κρυ­ά της καὶ τὸν φί­λη­σε γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά…

–  Ἦρ­θε ὁ και­ρός, Μαρ­γα­ρί­τα! ξα­νά­πε καὶ τὰ μά­τια του βούρ­κω­σαν. Ποι­ὸς θὰ τὸ πί­στευ­ε! Νὰ ζεῖς ἄ­ρα­γε; (περισσότερα…)

Οι Αγριόχηνες Νοέμβριος 23, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία, Φύση / Ζώα , 1 comment so far

v-shape-flying-geese

π. Δημητρίου Μπόκου

Τὸ φθι­νό­πω­ρο εἶ­ναι ἡ ἐ­πο­χὴ ποὺ τὰ ἀ­πο­δη­μη­τι­κὰ που­λιὰ πε­τοῦν γιὰ τοὺς τό­πους τῆς χει­με­ρι­νῆς τους δι­α­βί­ω­σης. Οἱ ἀ­γρι­ό­χη­νες δὲν ἑ­ξαι­ροῦν­ται ἀ­πὸ τὸν κα­νό­να αὐ­τόν. Μα­ζεύ­ον­ται λοι­πὸν κι αὐ­τὲς καὶ πε­τοῦν σὲ με­γά­λους σχη­μα­τι­σμοὺς σχή­μα­τος V. Για­τί γί­νε­ται αὐ­τὸ καὶ δὲν πε­τοῦν ἐ­λεύ­θε­ρα, ἡ κα­θε­μιὰ ὅ­πως τύ­χει;

Λέ­νε οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες πὼς ὁ συγ­κε­κρι­μέ­νος σχη­μα­τι­σμὸς ἔ­χει ἕ­να με­γά­λο πλε­ο­νέ­κτη­μα. Ὅ­ταν μιὰ χή­να χτυ­πά­ει τὰ φτε­ρά της, δη­μι­ουρ­γεῖ­ται ἀ­νο­δι­κὸ ρεῦ­μα ἀ­έ­ρος, ποὺ δι­ευ­κο­λύ­νει τὴ χή­να ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ.  Ὅ­ταν τὸ σμῆ­νος πε­τά­ει σὲ σχη­μα­τι­σμὸ V, αὐ­ξά­νε­ται κα­τὰ 71% ἡ πτη­τι­κή του ἐμ­βέ­λεια, δι­α­νύ­ει δη­λα­δὴ μὲ τὴν ἴ­δια ἐ­νέρ­γεια 71% πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­πό­στα­ση, ἀ­πὸ τὸ ἂν πε­τοῦ­σε ἡ κά­θε χή­να μό­νη της. Τὰ που­λιὰ ποὺ θὰ ξε­φύ­γουν ἀ­πὸ τὸν σχη­μα­τι­σμὸ δυ­σκο­λεύ­ον­ται καὶ κα­τα­πο­νοῦν­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν πτή­ση.

Ὅ­ταν κου­ρα­στοῦν οἱ χῆ­νες ποὺ βρί­σκον­ται στὴν αἰχ­μὴ τοῦ δό­ρα­τος, με­τα­το­πί­ζον­ται στὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ σχη­μα­τι­σμοῦ, ὅ­που λό­γῳ τοῦ ἀ­νο­δι­κοῦ ρεύ­μα­τος τὸ πέ­ταγ­μα γί­νε­ται πιὸ εὔ­κο­λα. Οἱ πί­σω χῆ­νες τό­τε προ­ω­θοῦν­ται μπρο­στὰ καὶ ἔ­τσι ὅ­λες μὲ τὴ σει­ρά τους περ­νοῦν δι­α­δο­χι­κὰ ἀ­πὸ τὴν κά­θε θέ­ση. Μὲ τὸν τρό­πο αὐ­τὸν μοι­ρά­ζον­ται ὅ­λες ἐ­ξί­σου τὴν κού­ρα­ση. Τέ­λεια αἴ­σθη­ση, ὁ­μα­δι­κή!

Ἡ ἰ­σχὺς λοι­πὸν ἐν τῇ ἐ­νώ­σει! Καὶ δὲν σταματοῦν ἐκεῖ. Ἂν συμ­βεῖ νὰ ἀρ­ρω­στή­σει ἢ νὰ τραυ­μα­τι­στεῖ μί­α χή­να, δύ­ο ἄλ­λες βγαί­νουν ἀ­πὸ τὸν σχη­μα­τι­σμὸ καὶ τὴ συ­νο­δεύ­ουν μέχρι τὸ ἔ­δα­φος, γιὰ νὰ τὴ βο­η­θή­σουν καὶ νὰ τὴν προ­στα­τεύ­σουν. Μέ­νουν μα­ζί της μέ­χρι νὰ μπο­ρέ­σει νὰ ξα­να­πε­τά­ξει ἢ νὰ πε­θά­νει. Καὶ μό­νο τό­τε ξα­να­πε­τᾶ­νε γιὰ νὰ ἐν­τα­χθοῦν σὲ κά­ποι­ο δι­ερ­χό­με­νο σμῆ­νος ἢ νὰ προ­λά­βουν, ἂν γίνεται, τὸ δι­κό τους. Φαν­τα­στι­κὴ αἴσθηση ἀλληλεγγύης! (Ἀπὸ τὸ βιβλίο: Ἐθελοντὲς καὶ ἐθελόντριες στὴ διακονία τῶν ἀσθενῶν, σ. 33-34).

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φὴ μᾶς παραπέμπει στὸ σχολεῖο τῆς φύσης: «Ρώ­τη­σε τὰ τε­τρά­πο­δα καὶ θὰ σοῦ ποῦ­νε, τὰ που­λιὰ καὶ θὰ σοῦ ἀ­ναγ­γεί­λουν. Μί­λα στὴ γῆ καὶ θὰ σοῦ δι­η­γη­θεῖ, τῆς θά­λασ­σας τὰ ψά­ρια θὰ σοῦ ἐ­ξη­γή­σουν! Ποι­ὸ ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ξέ­ρει “ὅ­τι χεὶρ Κυ­ρί­ου ἐ­ποί­η­σε ταῦ­τα;” Ὅτι τὰ ἔπλα­σε τὸ χέ­ρι τοῦ Θε­οῦ;» (Ἰ­ώβ, 12, 7-10). Νά, τὸ σοφό, μοναδικό τους μήνυμα: Τὰ πάντα παίρνουν ζωὴ ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ καὶ κατευθύνονται ἀπὸ τοὺς νόμους ποὺ ὅρισε αὐτός.

Μὲ τὸ ἀλφαβητάρι λοιπὸν τῆς φύσης του ὁ Θε­ὸς μᾶς δι­δά­σκει. Ὅ­λα, ἀ­κό­μα καὶ οἱ ἀ­γρι­ό­χη­νες, μᾶς δι­δά­σκουν. Μᾶς δί­νουν ἀ­νε­πα­νά­λη­πτα μα­θή­μα­τα συ­νερ­γα­σί­ας, συμ­πα­ρά­στα­σης, ἑ­νό­τη­τας, ἀ­γά­πης. Πράγ­μα­τα ἀ­πο­λύ­τως ἀ­ναγ­καῖ­α γιὰ νὰ ζή­σου­με ἀν­θρώ­πι­να. Ποὺ ὅ­μως τὰ ξε­χνᾶ­με τό­σο εὔ­κο­λα, ὑ­πο­κύ­πτον­τας στὸν πει­ρα­σμὸ τῆς ἀ­το­μι­κῆς μας κα­τα­ξί­ω­σης. Προ­έ­χουν δυ­στυ­χῶς σ’ ἐ­μᾶς οἱ ἐ­γω­κεν­τρι­κὲς ἐ­πι­δι­ώ­ξεις γιὰ προ­σω­πι­κή μας ἐ­ξα­σφά­λι­ση. Ἀ­δι­α­φο­ροῦ­με γιὰ τὶς ἀ­νάγ­κες τῶν ἀ­δελ­φῶν μας. Ἀ­ναι­μι­κὴ ἕ­ως ἀ­νύ­παρ­κτη ἡ μέ­ρι­μνά μας γι’ αὐ­τούς.

Καὶ ἀ­δελ­φός μας εἶ­ναι βέ­βαι­α ὁ πᾶς ἄν­θρω­πος. Ὁ οἰ­κεῖ­ος μας, ὁ γεί­το­νάς μας, ὁ συμ­πο­λί­της, ὁ ὁ­μο­ε­θνής, ἀλ­λὰ καὶ ὁ δι­α­φο­ρε­τι­κός, ὁ ξέ­νος, ὁ με­τα­νά­στης, ὁ ἀλ­λό­θρη­σκος, ὁ ἀλ­λο­ε­θνής. Εἶ­ναι ἀ­συγ­χώ­ρη­τη πτώ­ση, συ­νέ­χεια τῆς ἀρ­χέ­γο­νης ἁ­μαρ­τί­ας, τὰ τεί­χη τῶν δι­α­κρί­σε­ων ποὺ ὕψωσε ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ἰ­δι­ο­τέ­λεια πα­νύ­ψη­λα ἀ­νά­με­σά μας. Ἀ­πα­ρά­δε­κτο φαι­νό­με­νο στὰ μά­τια τοῦ Θε­οῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ταυ­τί­ζε­ται μὲ τὸν κά­θε ἐ­λά­χι­στο τῆς γῆς καὶ τὸν θεωρεῖ ἀδελφό του : «Ἐ­φ’ ὅ­σον ἐ­ποι­ή­σα­τε ἑ­νὶ τού­των τῶν ἀ­δελ­φῶν μου τῶν ἐ­λα­χί­στων, ἐ­μοὶ ἐ­ποι­ή­σα­τε» (Ματθ. 25, 40).

Ὅ­μως, «οὐκ ἔ­σται ἐν σοὶ ἐν­δε­ής». Δὲν θὰ πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­με­σά σας φτω­χός, λέγει ὁ Κύ­ριος στοὺς Ἰσ­ρα­η­λί­τες καὶ ὁ­ρί­ζει οἱ δανειστὲς νὰ χα­ρί­ζουν κά­θε ἑ­πτὰ χρό­νια τὰ χρέ­η στοὺς φτω­χοὺς (Δευτ. κεφ. 15). Κάθε πενήντα χρόνια οἱ ἰδιοκτησίες γῆς ποὺ εἶχαν πουληθεῖ, ἔπρεπε νὰ ἐπιστραφοῦν στὸν ἀρχικὸ ἰδιοκτήτη τους. Καὶ οἱ ἄνθρωποι ἐπίσης ποὺ τυχὸν εἶχαν πουληθεῖ ὡς δοῦλοι, στὸ πεντηκοστὸ ἔτος ἔπρεπε νὰ ἐλευθερωθοῦν (Λευιτ. κεφ. 25). Ἂν τέτοια πράγματα προβλέπει ὁ (ἀ­τε­λὴς) νό­μος τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης, τί ἔχουμε νὰ ποῦ­με ἐμεῖς οἱ Χρι­στια­νοί, ποὺ λά­βα­με τὴν πλή­ρω­ση τοῦ νό­μου μὲ τὸ «ἀ­γα­πᾶ­τε», ἀ­κό­μα καὶ «τοὺς ἐ­χθροὺς ὑ­μῶν» (Λουκ. 6, 27); Καὶ πό­σο πιὸ πο­λὺ ἀ­πὸ τοὺς ἀ­πο­δέ­κτες τοῦ πα­λαι­οῦ νό­μου θὰ πρέ­πει ἐμεῖς νὰ φρον­τί­ζου­με νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει ἀνάμεσά μας φτω­χός;

Μὲ τὸ βα­θὺ μυ­στή­ριο τῆς Γέν­νη­σής του ὁ Χρι­στὸς θέ­λη­σε νὰ ξυπνήσει μέσα μας μιὰ τέτοια εὐαισθησία. Νὰ μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­ψει πὼς αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ τρό­πος τῆς δι­κῆς του ζω­ῆς. Δὲν ἀρ­κέ­σθη­κε νὰ μᾶς δι­δά­σκει μό­νο μὲ τὶς ἀ­γρι­ό­χη­νες καὶ τὰ λοι­πὰ ὑ­πέ­ρο­χα πλά­σμα­τά του. Με­ρί­μνη­σε νὰ ἔλ­θει καὶ ὁ ἴ­διος κον­τά μας, ὄχι μόνο γιὰ νὰ μᾶς διδάξει, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ μᾶς συ­ναν­τή­σει προσωπικά. Νὰ βρεθεῖ δίπλα μας στὴν ἀ­νάγ­κη μας. Στὴ φτώ­χεια, στὸν πό­νο, στὴν τα­λαι­πω­ρί­α τῶν ἀ­δι­ε­ξό­δων μας (Λουκ. 4, 18-19). Νὰ μᾶς κάμει γνωστὸ τὸν ἑαυτό του, νὰ γνωριστοῦμε μαζί του. Νὰ μᾶς καλέσει νὰ γίνουμε φίλοι του, δικοί του.

Γεν­νή­θη­κε στὴν ἔ­σχα­τη φτώ­χεια, ὄ­χι για­τὶ τοῦ ἔ­λει­παν τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα. Δι­κά του εἶ­ναι τὰ σύμ­παν­τα (Ψαλμ. 118, 91). Ἀλ­λὰ γιὰ νὰ ταυ­τι­σθεῖ μὲ τὸν κά­θε φτω­χό καὶ νὰ προ(σ)κα­λέ­σει κι ἐ­μᾶς νὰ κά­νου­με τὸ ἴ­διο. Νὰ γί­νου­με οἰ­κτίρ­μο­νες καὶ ἐ­λε­ή­μο­νες σὰν αὐ­τὸν (Ψαλμ. 102, 8· Λουκ. 6, 36). Νὰ συ­ναν­τή­σου­με μὲ βα­θειὰ ἀ­γά­πη τὸν κά­θε ἀ­δελ­φό μας πά­νω στὸ πρό­βλη­μά του. Ἀλ­λι­ῶς ὁ ἴ­διος ὁ Κύ­ριός μας θὰ μᾶς ἀ­πευ­θύ­νει τὸ πα­ρά­πο­νο: Πεί­να­σα, δί­ψα­σα, ἀρ­ρώ­στη­σα, ὑ­πῆρ­ξα ἄ­στε­γος, ξέ­νος, γυ­μνός, ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νος, φυ­λα­κι­σμέ­νος. Ἀλ­λὰ ἐ­σεῖς ἀ­δι­α­φο­ρή­σα­τε (Ματθ. 25, 43). Καὶ θὰ ἀποστρέ­ψει ἀπὸ μᾶς τὸ πρό­σω­πό του. Νὰ μὴν τὸν βλέπουμε. Καὶ αὐ­τὸ θὰ εἶ­ναι ἡ κό­λα­ση. Δὲν θὰ ὑ­πάρ­χει ὀ­δυ­νη­ρό­τε­ρη αἴ­σθη­ση γιὰ μᾶς ἀ­π’ τὸ νὰ στρέψει ἀλλοῦ τὸ πρό­σω­πό του ὁ Κύ­ριος, νὰ παύσει νὰ βλέπει τὸ δικό μας πρόσωπο.

Τὰ Χρι­στού­γεν­να ἔρ­χον­ται, ἂς συ­στρα­τευ­θοῦ­με λοι­πὸν ὅ­λοι μας σὲ ἕ­να μι­κρὸ συ­να­γερ­μὸ ἀ­γά­πης. Ὁ Χρι­στὸς στὸ πρό­σω­πο τῶν ἐ­λα­χί­στων ἀ­δελ­φῶν του πε­ρι­μέ­νει. Μᾶς κα­λεῖ «εἰς πα­ρο­ξυ­σμὸν ἀ­γά­πης καὶ κα­λῶν ἔρ­γων» (Ἑ­βρ. 10, 24). Ντρο­πή μας νὰ ὑ­στε­ρή­σου­με!

Χριστούγεννα 2014

Πηγή: Ἀντιύλη

Ἱ. Ναὸς Ἁγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα

Τηλ. 26820-25861/23075/697-280.9268

e-mail: antiyli.gr@gmail.com

Φωτογραφία: Matt Salas στο Flickr (CC BY 2.0)

Τό Νόημα τοῦ Σαρανταλείτουργου Νοέμβριος 14, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

theia-leitourgia-diskopothro

π. Δημητρίου Μπόκου

Τὸ σαρανταήμερο (15 Νοεμβρίου – 25 Δεκεμβρίου), ἡ περίοδος τῆς νηστείας τῶν Χριστουγέννων, συνδέεται μὲ τὸ σαρανταλείτουργο. Ἡ καθημερινὴ τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας κατὰ τὴν περίοδο αὐτή, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸν ἀγώνα τῆς νηστείας, μιᾶς συνολικῆς ἄσκησης κατὰ τῶν ἐγωκεντρικῶν μας ἐπιθυμιῶν καὶ παθῶν, εἶναι μιὰ ἄριστη προετοιμασία γιὰ ἀληθινὴ βιωματικὴ προσέγγιση τοῦ συγκλονιστικοῦ γεγονότος τῆς σάρκωσης τοῦ Θεοῦ. Γιατί ἔχει τόση σημασία γιὰ μᾶς ἡ Θεία Λειτουργία;

Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι πάντοτε μιὰ πρό(σ)κληση νὰ κοινωνήσουμε μ’ ἕναν ἄλλο τρόπο ζωῆς. Εἶναι εἴσοδος καὶ ἀπαρχὴ μιᾶς ἄλλης βιοτῆς. Ἐπαφὴ φευγαλέα καὶ προσωρινή, ἀλλὰ πάντως πραγματική, μὲ τὴν ἐκτὸς τοῦ δικοῦ μας χρόνου, τόπου καὶ τρόπου ὑπάρχουσα Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἕνα γεγονὸς ποὺ ὁ καθένας καλεῖται νὰ τὸ κάνει ἐνεργὰ ὑπαρκτὸ μέσα του, νὰ ἀποτελέσει μέρος του, νὰ ὑπάρξει μέσα σ’ αὐτό. Ἕνα γεγονὸς ποὺ πρέπει νὰ γίνει τὸ κέντρο τῆς ζωῆς του, ὀμφάλιος λῶρος γιὰ νὰ τραφεῖ καὶ νὰ ζήσει.

Γιὰ νὰ ζήσει ὅμως κανεὶς χρειάζεται τροφή. Κάθε μέρα ὁ ἄνθρωπος τρώει. Δὲν τὸ συζητάει αὐτό. Εἶναι τὸ αὐτονόητο. Θεωρεῖ τρέλλα τὸ νὰ σταματήσει νὰ τρώει, νὰ συνεχίσει νὰ ζεῖ χωρὶς τροφή. Ἀλλὰ τὸ ἴδιο ἀκριβῶς γίνεται καὶ μὲ τὴν ψυχή. Γιὰ νὰ ζήσει χρειάζεται τροφή. Δὲν ζεῖ ἀπὸ μόνη της. Δὲν εἶναι αὐθύπαρκτη. Δὲν ἔχει μέσα της τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀθανασίας. Τροφοδοτεῖται ἀπὸ τὴ μόνη πηγὴ ζωῆς, τὸν Θεό. Ἀπὸ τὴν τροφὴ ποὺ δίνει ὁ Θεός. Καὶ ἡ τροφὴ αὐτὴ εἶναι ξεκάθαρο ποιὰ εἶναι: Τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς δὲν λέει ἁπλῶς λόγια. Δὲν λέει νὰ ζήσουμε μὲ λόγια. Προσφέρει τροφή. Χαρίζει τὸν ἑαυτό του πρὸς βρῶσιν καὶ πόσιν.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἦλθε στὴ γῆ. Γιὰ νὰ γίνει τροφὴ ποὺ θὰ μᾶς θρέψει καὶ θὰ μᾶς ἀθανατίσει. Ὅλο τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου ἀπέβλεπε στὴν ἐξασφάλιση αὐτῆς τῆς τροφῆς. Ὁ Χριστὸς γεννήθηκε, πῆρε σάρκα ἀνθρώπινη, σταυρώθηκε καὶ ἀναστήθηκε, γιὰ νὰ κάμει τὴ σάρκα του αὐτὴ τροφὴ σωτήρια γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Μᾶς τὴν προσφέρει λοιπὸν ἄφθονη, σὰν τὴ μόνη τροφὴ ποὺ δίνει ζωὴ καὶ μάλιστα αἰώνια. Σὰν τὸ μόνο φάρμακο ποὺ νικᾶ τὸν θάνατο. «Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον».  Ἀληθινὴ τροφὴ εἶναι ἡ σάρκα μου, λέει. Ὅποιος τρώει ἀπὸ αὐτὴν «ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. 6, 53-58). Ὅλες οἱ ἄλλες τροφὲς δίνουν μικρὴ μόνο παράταση ζωῆς. Τὸ φάσμα δράσης τους εἶναι μικρό. Μακροπρόθεσμα πίσω τους ἐλλοχεύει ὁ θάνατος. Γι’ αὐτὸ ὁ Χριστὸς στὴ Θεία Λειτουργία εἶναι «ὁ ἐσθιόμενος καὶ μὴ δαπανώμενος, …ὁ προσφερόμενος καὶ διαδιδόμενος» εἰς βρῶσιν, γιὰ νὰ ἁγιάζει ὅσους τὸν τρώγουν.

Κάποιος ἀναχωρητὴς δὲν ἤθελε νὰ παραδεχθεῖ πὼς ὁ ἅγιος Ἄρτος ποὺ μεταλαμβάνουμε εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου. Οἱ γέροντες τῆς Σκήτης, ὅταν τὸ ἔμαθαν, τὸν κατήχησαν μὲ τὴν ὀρθὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖνος ὅμως ἐπέμενε στὴν πλάνη του. Οἱ πατέρες τὸν ἄφησαν, ἀλλὰ προσευχήθηκαν νὰ τὸν φωτίσει ὁ Θεός, ὥστε νὰ καταλάβει τὴν ἀλήθεια.

Μιὰ Κυριακὴ ὁ ἀναχωρητὴς συμμετεῖχε στὴ Θεία Λειτουργία ἀπὸ τὸ ἅγιο βῆμα τοῦ ναοῦ τῆς Σκήτης. Τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἱερέας πῆρε στὰ χέρια του τὸ πρόσφορο γιὰ νὰ προσκομίσει, ὁ πλανεμένος μοναχὸς εἶδε κατάπληκτος ἕνα βρέφος ξαπλωμένο πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα. Κι ὅταν ἄρχισε ὁ ἱερέας νὰ διαμελίζει τὸν Ἄρτο, φάνηκε ἅγιος ἄγγελος ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο κρατώντας στὸ χέρι του ἕνα μαχαίρι. Συγχρόνως μὲ τὸν ἱερέα διαμέλισε κι Αὐτὸς τὸ θεῖο Βρέφος κι ἔχυσε τὸ Αἷμα του στὸ Ἅγιο Ποτήριο. Ὁ ἀναχωρητὴς ταράχθηκε.

Μὰ ὕστερα ἀπὸ λίγο, ὅταν πῆγε νὰ κοινωνήσει, συνέβη κάτι πιὸ φοβερό. Εἶδε μέσα στὸ ἅγιο Ποτήριο ἀνθρώπινη σάρκα βαμμένη στὸ αἷμα. Κλαίγοντας τότε ὁμολόγησε τὴν πλάνη του καὶ παρακάλεσε τὸν Κύριο νὰ σκεπάσει μὲ τὴ χάρη του τὰ θεῖα Μυστήρια γιὰ νὰ τολμήσει νὰ κοινωνήσει. Πραγματικὰ μέσα στὸ Ἅγιο Ποτήριο εἶδε πάλι ψωμὶ καὶ κρασί, ἀπὸ τὰ ὁποῖα μετάλαβε εὐχαριστώντας τὸν Θεὸ (Θαύματα καὶ ἀποκαλύψεις ἀπὸ τὴν Θεία Λειτουργία [ἔκδ. Ι. Μονῆς Παρακλήτου Ἀττικῆς]).

Ἡ Θεία Λειτουργία λοιπὸν εἶναι πρωτίστως τραπέζι. Φαγητό. Τροφοδοσία. Ὁ Χριστὸς μιλάει συχνὰ γιὰ  δεῖπνο. Μᾶς καλεῖ νὰ δειπνήσουμε μαζί του. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ παραβάλλεται μὲ γαμήλιο δεῖπνο. Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι τράπεζα πνευματική. Ὁ Θεὸς σφάζει «τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν», θυσιάζει τὸν μονογενῆ του Υἱὸ καὶ παραθέτει τράπεζα. «Λάβετε, φάγετε…, πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες…». Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς εἶναι «βρωτός», προσφέρεται δηλαδὴ νὰ φαγωθεῖ, ὀνομάζεται καὶ πασχάλιος ἀμνός, ἀρνὶ τοῦ Πάσχα. «Ὡς βρωτὸς δέ, ἀμνὸς προσηγόρευται» (Κανών τοῦ Πάσχα, ᾠδὴ δ΄).  Ἂν δὲν τρῶμε ἀπὸ αὐτὸ τὸ τραπέζι, ἂν δὲν μᾶς τρέφει τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἔχουμε «ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς». Δὲν μεγαλώνουμε, δὲν ἔχουμε πνευματικὴ ἀνάπτυξη καὶ ἐπέρχεται ἡ καχεξία καὶ ὁ θάνατος. Γιὰ τὸν Θεὸ ἔχουμε πεθάνει. Ὁ Χριστὸς μᾶς ὀνομάζει νεκροὺς (πρβλ. τὸ «ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκροὺς» [Ματθ. 8, 22]), ἀκόμα κι ἂν προσωρινὰ παρατείνεται ἡ βιολογική μας ζωή.

Ἡ Θεία Λειτουργία, ὄχι οἱ ἄλλες ἀκολουθίες (ἑσπερινός, ὄρθρος, παράκληση κ.λ.π.), ἀλλὰ εἰδικὰ καὶ μόνο ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι τροφή. Δὲν ἔχει ὑποκατάστατο. Εἶναι κάτι ποὺ δὲν τὸ προσέχουμε συνήθως. Δὲν πᾶμε ἐκεῖ γιὰ μιὰ ἀόριστη εὐλογία, γιὰ τὸ καλό. Σ’ αὐτὴν πᾶμε γιὰ νὰ φᾶμε. Γιὰ νὰ ζήσουμε τώρα καὶ πάντοτε. Αἰώνια. Χωρὶς αὐτὴν τὴν τροφή, εἴμαστε καταδικασμένοι σὲ θάνατο. Εἶναι αὐτονόητο τὸ νὰ τρῶμε καθημερινά; Ἄλλο τόσο αὐτονόητο πρέπει νὰ μᾶς γίνει, ὅτι εἶναι θέμα ζωῆς καὶ θανάτου νὰ καθόμαστε στὸ τραπέζι ποὺ μᾶς στρώνει ὁ Θεὸς καὶ νὰ τρῶμε τὴν τροφὴ ποὺ μᾶς παραθέτει. Τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα του.

Τί παθαίνει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν δὲν τρέφεται; Δὲν θέλει σκέψη. Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς γίνεται καὶ ὅταν ἀπέχει ἀπὸ τὴν τροφὴ ποὺ προσφέρει ὁ Θεός. Τὴν κατάρρευση τοῦ σώματος τὴ βλέπουμε μὲ τὰ μάτια μας, τὴ μετρᾶμε μὲ τὰ τεχνικὰ μέσα ποὺ διαθέτουμε. Γιατί δὲν σκεπτόμαστε ὅτι τὴν ἴδια κατάρρευση ὑφίσταται καὶ ἡ ψυχή, ὅταν δὲν τρέφεται; Ἐπειδὴ δὲν τὴ βλέπουμε; Δὲν μᾶς ἔδωσε μάτια πνευματικὰ ὁ Θεός; Μήπως τελικὰ εἴμαστε τυφλοί, ἂν καὶ καμαρώνουμε γιὰ τὴν ἐξυπνάδα μας; Μήπως γιὰ μᾶς λέει ὁ Θεός, «βλέποντες βλέψετε καὶ οὐ μὴ ἴδητε» (Ἡσ. 6, 9);

Ἡ Θεία Λειτουργία μᾶς προσφέρει, ὑπὸ τὴ μορφὴ τοῦ ἄρτου, τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ εἰς βρῶσιν. «Ὁ τρώγων τοῦτον τὸν ἄρτον ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. 6, 58). Ἀλλιῶς ὁ θάνατος θὰ θριαμβεύσει πάνω μας, ἔστω κι ἂν ὁ Χριστὸς τὸν νίκησε καὶ ἀναστήθηκε. Χωρὶς τὴ βρώση τοῦ πασχάλιου ἀμνοῦ, τοῦ Χριστοῦ, ἡ νίκη του ἐπὶ τοῦ θανάτου δὲν θὰ σημαίνει τίποτε γιὰ μᾶς. Καμμιὰ ἀνάσταση δὲν θὰ ξημερώσει γιὰ μᾶς, καμμιὰ ζωὴ δὲν θὰ μᾶς δοθεῖ.

Ἂς ἀρχίσουμε λοιπὸν μὲ τὸ φετεινὸ σαρανταλείτουργο νὰ συχνάζουμε ὅλο καὶ περισσότερο στὸν Οἶκο τοῦ Θεοῦ, ὅπου «ἡ τράπεζα γέμει, …ὁ μόσχος πολὺς» καὶ εἶναι σκέτη ἀνοησία νὰ φεύγει ἀπὸ ἐκεῖ κάποιος νηστικός. Τὸ μόνο ποὺ χρήζει προσοχῆς ἐκ μέρους μας εἶναι, στὸ γαμήλιο αυτὸ δεῖπνο νὰ εἴμαστε μὲ ἔνδυμα γάμου. Ὁ Θεὸς ποὺ μᾶς καλεῖ, μᾶς παρέχει (μὲ τὸ βάπτισμα, τὴν ἐξομολόγηση και τὰ λοιπὰ μυστήρια) καὶ τὸ ἀνάλογο ἔνδυμα. Ἂν παρευρεθοῦμε χωρὶς αὐτό, θὰ εἶναι καθαρὰ ἀπὸ δική μας ἀμέλεια. Καὶ δικαίως θὰ «μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ».

Σὲ κάθε Θεία Λειτουργία ὁ Κύριος, «ὁ ἄρτος ὁ ζῶν, ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς», μᾶς προτρέπει νὰ εἰσέλθουμε  «εἰς τὴν χαράν του», νὰ τὸν γευθοῦμε, νὰ γνωρίσουμε ἐξ ἰδίας πείρας πόσο γλυκὺς εἶναι ὅταν βιβρώσκεται. Ἀξιώθηκαν κάποτε ἄνθρωποι νὰ φάγουν «ἄρτον ἀγγέλων» (Ψαλμ. 77, 25). Δὲν μᾶς τιμᾶ ἀσυγκρίτως περισσότερο τὸ γεγονός, ὅτι «ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων, ἔρχεται σφαγιασθῆναι καὶ δοθῆναι εἰς βρῶσιν τοῖς πιστοῖς»; Μὲ ποιὰ δικαιολογία θὰ ἀπορίψουμε τέτοια τιμή;

Μιὰ ἐνσυνείδητη καθημερινὴ βίωση ἐπὶ σαράντα μέρες τοῦ ἐκπληκτικοῦ αὺτοῦ γεγονότος δὲν θὰ μᾶς πήγαινε κατ’ εὐθεῖαν στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνεκφράστου μυστηρίου τῶν Χριστουγέννων;

ΚΑΛΟ ΣΑΡΑΝΤΑΗΜΕΡΟ – ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!

 

Πηγή: Ἀ ν τ ι ύ λ η

Ἱ. Ναὸς Ἁγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα

e-mail: antiyli.gr@gmail.com

Τρία Πρόσωπα: Οι Επιθυμίες και η Θυσία (διήγημα) Μάιος 2, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

bike-desire

π. Δημητρίου Μπόκου

Ἄστραψα καὶ βρόντηξα, ἀλλὰ μόνο μέσα μου. Ποῦ νὰ τολμήσω νὰ βγάλω ἄχνα μπροστὰ στὸν πατέρα μου! Ὁ τόνος τῆς φωνῆς του ἦταν ἀπόλυτος.
– Πέντε μέρες εἶναι πολλές. Δὲν ξαναβρίσκονται εὔκολα. Ξέχνα το γιὰ φέτος. Δὲν θὰ πᾶς πουθενά!
Ἡ ἀδελφή μου στράβωσε τὸ μοῦτρο της κοροϊδευτικὰ σὰν νὰ μοῦ ’λεγε:
– Δὲν στά ’λεγα;
Ἔβραζα, μὰ τί νά ’κανα; Τέλειωσα βιαστικὰ τὸ φαγητό μου, ση-κώθηκα, πῆγα στὸ δωμάτιό μου. Μόλις ὅμως ἔκλεισα τὴν πόρτα πίσω μου, ξεσπάθωσα. Ἔσκισα μὲ μιὰ κλωτσιὰ τὸ χνουδωτὸ ἐλεφαντάκι τοῦ μικρότερου ἀδελφοῦ μου, χτύπησα τὴ γροθιά μου στὸ γραφεῖο (ὄχι καὶ πολὺ δυνατὰ – γιὰ νὰ λέμε τὴν ἀλήθεια – γιατὶ ποιὸς ἀντέχει τὸν πόνο;), σωριάστηκα πικραμένος στὴν πολυθρόνα. Μοῦ ’ρχόταν νὰ κλάψω ἀπ’ τὸν θυμό μου.
– Μὰ δὲν ὑποφέρεται ἄλλο πιά! οὔρλιαξε ἡ ξαναμμένη σκέψη μου μὲς στὸ κεφάλι μου. Σκέτο μαρτύριο ἡ φετινὴ χρονιά. Πᾶνε οἱ βόλτες, κόπηκε ἡ διασκέδαση σχεδὸν ἐντελῶς. Χάνω τώρα καὶ τὴν πενθήμερη στὴ Ρόδο. Αὐτὸ θὰ πεῖ Γ΄ Λυκείου. Διαζύγιο ἀπ’ τὴ ζωή. Διάβασμα καὶ μόνο διάβασμα. Μέρα νύχτα τὸ ἴδιο τροπάριο στὸν ἴδιο ἦχο.
Ποῦ νὰ μιλήσω καὶ γιὰ τίποτε περισσότερο! Ποὺ φλερτάρω λ.χ. τὴν καινούργια Kawasaki καί, πιστὸς στὸ ραντεβού μου κάθε μέρα, περνάω νὰ τὴ δῶ στὴ βιτρίνα τῆς ἀντιπροσωπείας. Λάγνο τὸ βλέμμα μου τὴν ἀγκαλιάζει. Μπαίνω καμμιὰ φορὰ καὶ μέσα νὰ τὴν ἀπολαύσω ἀπὸ κοντά. Διπλὲς ἐξατμίσεις, ἀστραφτερὴ φινέτσα, φουτουριστικὴ γραμμή. Ὄνειρο! Κλείνω τὰ μάτια μου νὰ φανταστῶ τὸν ἑαυτό μου νὰ μεταρσιώνεται ἀπὸ τὴ μέθη τῆς ταχύτητας, τὴν ἀσυγκράτητη δύναμη, τὴ γοητεία τῆς οὐτοπίας. Ἀλλὰ ποῦ νὰ τολμήσω νὰ μιλήσω γιὰ τέτοια; Πόσο ἀδικημένος αἰσθάνομαι!
Κοίταξα τὸ πρόσωπό μου στὸν καθρέφτη καὶ εἶδα ἕνα βλέμμα ἀ-νήσυχο, ἀκόρεστο, γεμάτο βουλιμία. Ἡ ζωὴ εἶναι ἐκεῖ ἔξω κι ἐγὼ δὲν θέλω νὰ παραιτηθῶ ἀπ’ αὐτήν. Μοῦ δίνει πολλά, ἀλλὰ θέλω περισσότερα. Ἐγὼ τὴ λαχταρῶ, κι αὐτὴ ὅλο καὶ μοῦ γυρνᾶ τὴν πλάτη. Τραγωδία δηλαδή, δὲν εἶναι ἔτσι;
Ξαναγύρισα στὸ καθιστικὸ ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα. Πῆρα στὸ χέρι τὸ τηλεκοντρόλ, ἄνοιξα τὴν τηλεόραση. Ἡ εἰκόνα τοῦ φλεγόμενου Ἰρὰκ γέμισε ἀσφυκτικὰ τὴν ὀθόνη. Τὸ κανάλι μετέδιδε τὰ τελευταῖα νέα τοῦ πολέμου.
Οἱ εἰκόνες τῆς φρίκης διαδέχονται ἡ μιὰ τὴν ἄλλη. Μιὰ καυτὴ κόλαση βασιλεύει ἐκεῖ ποὺ ἄνθιζε τὸ χαμόγελο τοῦ Παραδείσου. Ἀνάμεσα Τίγρη καὶ Εὐφράτη, κατὰ ἀνατολάς, στὴν Ἐδέμ, φύτρωναν μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρό, φυτεμένα ἀπ’ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, πράσινα δέντρα φορτωμένα μὲ καρπούς. Ἐκεῖ τώρα παρελαύνουν τὰ ἀποτρόπαια τέρατα τῆς φονικώτερης πολεμικῆς μηχανῆς τῶν αἰώνων, σκορπώντας τὴν καταστροφὴ καὶ τὸν θάνατο. Ἀνοίγοντας τὰ ἀτσαλένια φτερά τους τὰ ὑπερφίαλα σμήνη τῶν «ἀετῶν ποὺ οὐρλιάζουν*», βυθίζουν σαδιστικὰ τὰ νύχια τους στὴ ζωντανὴ σάρκα ἐκείνων ποὺ ἐπιλέχθηκαν νὰ γίνουν πρόβατα ἐπὶ σφαγήν.

Ὅμως …
Ἀπ’ ὅλα τὰ συγκλονιστικὰ σκηνικὰ τοῦ πολέμου, μιὰ εἰκόνα ξεχώρισε ἀπρόσκλητη καὶ καρφώθηκε στὸ μυαλό μου.
Μέσα στὸν ἀνελέητο καταιγισμὸ τῶν βομβῶν, τὰ σύννεφα τῶν καπνῶν, τὶς πορφυρὲς λάμψεις τῆς φωτιᾶς, τὰ μακάβρια σκέλεθρα τῶν ἐρειπωμένων σπιτιῶν καὶ τὰ ρημαγμένα κορμιὰ τῶν ἀμάχων νε-κρῶν, ἕνα μικρὸ παιδί, ὄχι πάνω ἀπὸ δέκα, κλαίει μὲ καυτὰ δάκρυα πάνω στὰ διαμελισμένα σώματα τῆς μάνας καὶ τοῦ πατέρα…
Τὸ πρόσωπό του τραγικὰ ἀλλοιωμένο ἀπὸ τὸν τρόμο. Τὸ γόνατο ἀκουμπισμένο στὴ γῆ. Τὰ μάτια στραμμένα στὸν οὐρανό, ποὺ ἐξα-πολύει χιλιάδες κεραυνούς. Τὸ χέρι του ὑψωμένο στὸν πνιγερὸ ἀέρα…
Καὶ μέσα ἀπ’ τὸν ἀνείπωτο στεναγμὸ τῆς τραγικῆς αὐτῆς φιγούρας ἕνα σιωπηλό, πλὴν ἀδυσώπητο, πελώριο «γιατί;» σκίζει τὴ φρίκη τοῦ πολέμου καὶ διαπερνᾶ τοὺς ἐκκωφαντικοὺς κρωγμοὺς τοῦ θανά-του.
Ἀμείλικτα σκίζοντας τὰ πλάτη τῶν αἰθέρων, ἔφτασε ἡ σιωπηλὴ κραυγή του καὶ σ’ ἐμένα. Μὲ συγκλόνισε πιότερο κι ἀπ’ τὶς ἐκρήξεις τοῦ πολέμου. Ντράπηκα βαθιὰ βλέποντας τὸ πρόσωπο τοῦ ἀθώου μικροῦ παιδιοῦ. Ἔνοιωσα ἔνοχος κι ἐγὼ γιὰ τὴ δυστυχία του. Γιατὶ βάδιζα στὸν ἴδιο δρόμο μὲ τοὺς θύτες του: Τὰ ἤθελα ὅλα γιὰ τὸν ἑαυτό μου!
Ὁ μελαγχολικὸς ἦχος μιᾶς καμπάνας ξεχύθηκε στὸ μελιχρὸ ἀπόγευμα. Ἀρχίζει ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Ἕνα ἄλλο δράμα ἀνεβαίνει στὸ προσκήνιο. Ἕνα ἄλλο πρόσωπο πρωταγωνιστεῖ. Ὁ Χριστός.
Μοιάζει μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ παιδιοῦ τοῦ πολέμου. Τὰ χάνει ὅλα κι αὐτός, ἀκόμα καὶ τὴ ζωή του. Οἱ θύτες του ἐξ ἴσου ἀνελέητοι, ἂν ὄχι καὶ χειρότεροι, ἀφοῦ τολμοῦν τὸν πόλεμο ἐνάντια στὸν Θεό, ὄχι στὸν ἄνθρωπο.
Θύμα κι ὁ Χριστός, ἀθῶο θύμα σὰν τὸ μικρὸ παιδί. Μὲ μιὰ διαφορά: Ἑκούσιο θύμα. Ἀρνεῖται νὰ παρατάξει γύρω του λεγεῶνες τῶν ἀγγέλων. Δὲν τοῦ παίρνουν τίποτε χωρὶς νὰ τὸ θέλει. Τὰ παραδίδει ὅ-λα μόνος του. Θεληματικά. Παραιτεῖται ἀπ’ ὅλα σὲ μιὰ κίνηση ἀνεξήγητης ἀγάπης γιὰ ’κείνους, ποὺ χύνουν πάνω του τὴν κόλαση τοῦ μί-σους.
Ὁ Χριστός!
Ἕνα πρόσωπο διαφορετικὸ ἀπὸ τὰ ἄλλα.
Ἀπ’ τὸ δικό μου σιχαμένο πρόσωπο τῆς ἀπληστίας, ποὺ νέους θὰ γεννήσει πολεμοχαρεῖς θύτες αὔριο.
Μὰ κι ἀπ’ τὸ τραγικὸ πρόσωπο τοῦ μικροῦ παιδιοῦ, ποὺ γίνεται θύμα τοῦ πολέμου, παρὰ τὴ θέλησή του ὅμως. Ποτὲ δὲν γίνεται καὶ γιὰ κανέναν θύτης ὁ Χριστός, μὰ οὔτε καὶ παίγνιο, παρὰ τὴ θέλησή του, στὰ χέρια τῶν θυτῶν του. Κι ἂν θυσιάζεται, τὸ κάνει μὲ δική του, ἀβίαστη, ἐλεύθερη ἐπιλογή, γιὰ ὅλους μας.
Μήπως αὐτὸ εἶναι τελικὰ τὸ μυστικὸ γιὰ νὰ ξαναβλαστήσουν πάνω στὴ γῆ τὰ δέντρα τῆς Ἐδέμ;
Τρία πρόσωπα διαγράφονταν μπροστά μου.
Ἀπέστρεψα μὲ ἀηδία τὴ ματιά μου ἀπ’ τὸ δικό μου.
Ἔκλαψα μὲ πόνο μπρὸς στὸ πρόσωπο τοῦ παιδιοῦ τοῦ πολέμου.
Μὰ σκέφτηκα πὼς ἔπρεπε νὰ συναντήσω τὸ τρίτο πρόσωπο, τὸν Χριστό.
Ἔτσι, ὅταν μιὰ δεύτερη καμπάνα ξαναχτύπησε στὸν ἴδιο μελαγχολικὸ τόνο, βαθιὰ συλλογισμένος πῆρα τὸ δρόμο γιὰ τὸ σπίτι του,… τὴν Ἐκκλησία.
Τὸν εἶδα στ’ ἀχνοφῶς, μ’ ἀκάνθινο στεφάνι καὶ λυπημένη τὴ ματιά, ἤρεμα ν’ ἀχτιδοβολάει τὴν ἀγάπη.
Ἔσκυψα τότε αὐθόρμητα… κι εὐλαβικὰ προσκύνησα τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀγαπᾶ νὰ θυσιάζεται,… ἀντὶ νὰ θυσιάζει.

Πάσχα 2003

*«Ἀετοὶ ποὺ οὐρλιάζουν»: ἔτσι ὀνομάζονταν τὰ σμήνη τῶν ἀμερικανικῶν μαχητικῶν ποὺ βομβάρδιζαν τὸ Ἰρὰκ τὸ 2003.

Ὁ Βεδουίνος Νοέμβριος 24, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

bedouinos-kamhles-erhmos

Ένα παραμύθι του Ερρίκου Καλύβα

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας Βεδουίνος, ο Αμπντάλα, που είχε πάει μαζί με την γυναίκα του και την κορούλα του σε ένα γάμο μακριά από το σπίτι του, σε μια άλλη όαση από αυτή στην οποία ζούσε. Για να φτάσει στο μέρος που θα γινόταν ο γάμος είχε διασχίσει την έρημο, μιας ημέρας ταξίδι. Ο γάμος κράτησε τρείς ημέρες και τρείς νύχτες και όλοι διασκέδασαν πολύ με το χορό, τη μουσική, το τραγούδι, το φαγητό και το πιοτό.

Όταν χάραξε η τέταρτη μέρα ο Αμπντάλα μάζεψε τη σκηνή του, φόρτωσε την καμήλα του και ξεκίνησε για να γυρίσει στο σπίτι του. Στα μισά του δρόμου, τους έπιασε η κάψα του μεσημεριού, και έτσι ο Αμπντάλα αποφάσισε να στήσει τη σκηνή του για να ξεκουραστεί η γυναίκα του και η κορούλα του που τους είχαν φάει οι ήλιοι και η άμμος της ερήμου όλη την ημέρα. Και έτσι και έγινε.

Ο Αμπντάλα έστησε τη σκηνή του και μπήκαν όλοι μέσα. Ήπιανε νεράκι και φάγανε δροσερά φρούτα και μετά αποφάσισαν να ξαπλώσουν λίγο να κοιμηθούνε, να περάσει και η μεγάλη κάψα του μεσημεριού.

Όταν όμως ξύπνησαν κατάλαβαν το λάθος που είχαν κάνει. Η καμήλα, που ο Αμπντάλα είχε δέσει στην είσοδο της σκηνής, είχε εξαφανιστεί. Όσο και αν έψαξε δεν κατάφερε να βρει ίχνος της. Έτσι, αργά το βράδυ γύρισε στη σκηνή και έπεσε σε έναν ύπνο χωρίς όνειρα.

Το πρωί ξύπνησε με άλλη διάθεση. Είχε κοιμηθεί καλά και ήταν ξεκούραστος. Ήπιε τον καφέ που του ετοίμασε η γυναίκα του, έπαιξε λίγο με την κορούλα του και ύστερα τύλιξε καλά το τουρμπάνι του και βγήκε έξω στην έρημο που ξύπναγε από τον παγωμένο της ύπνο. Πέρασε όλο το πρωί ψάχνοντας χωρίς αποτέλεσμα. Το μεσημέρι γύρισε κατάκοπος, εξαντλημένος, αλλά κυρίως απογοητευμένος.

Είχε αρχίσει να ανησυχεί. Στην αρχή είχε πιστέψει ότι όλα θα πήγαιναν καλά και ότι η καμήλα του θα είχε απομακρυνθεί λίγο, αλλά σίγουρα θα επέστρεφε. Τώρα είχε περάσει σχεδόν μια ολόκληρη ημέρα και δεν έβρισκε ίχνος της. Η αλήθεια ήταν ότι φοβόταν μήπως την είχαν φάει τα τσακάλια το βράδυ. (περισσότερα…)

Το Σαρανταλείτουργο Νοέμβριος 11, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

20110210a

Ἕνας βράχος ἔπεσε καὶ καταπλάκωσε πολλοὺς ἐργάτες σ’ ἕνα νταμάρι. Ἡ γυναίκα ἑνὸς ἀπ’ αὐτούς, ἡ κ. Ἀργυρώ , θεωρώντας νεκρὸ πλέον τὸν ἄνδρα της, ἔδωσε σ’ ἕναν παπᾶ ὅ,τι μποροῦσε ἀπ’ τὸ ὑστέρημά της, γιὰ νὰ κάμει σαράντα λειτουργίες ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς του. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸν τοῦ ἔδινε καθημερινὰ ἕνα πρόσφορο, ἕνα μπουκαλάκι νάμα καὶ μιὰ λαμπάδα.

Ὅταν ὁ ἱερέας ἔφτασε στὶς εἴκοσι λειτουργίες, ὁ διάβολος φθόνησε τὴν εὐλάβεια τῆς γυναίκας. Τῆς παρουσιάζεται λοιπὸν καὶ τῆς λέει, ὅτι ὁ παπᾶς ἔφυγε γιὰ κάποια ἐπείγουσα δουλειά του. Δὲν εἶχε νόημα νὰ τοῦ στείλει πρόσφορο. Θὰ τοῦ τὸ ἔστελνε τὴν ἄλλη ἡμέρα. Αυτὸ τῆς τό ’καμε τρεῖς φορὲς στὸ διάστημα τῶν σαράντα λειτουργιῶν.

Ἐν τῷ μεταξὺ οἱ διασῶστες προσπαθοῦσαν νὰ ἀπομακρύνουν τὰ χώματα. Ἔβγαζαν  συνεχῶς πολλοὺς νεκρούς. Σὲ κάποιο ση-μεῖο ἄκουσαν ἀπὸ τὸ βάθος μιὰ φωνή:

–  Προσέξτε, ζῶ. Σκάψτε μὲ προσοχή, γιατὶ ἀπὸ πάνω μου εἶναι δυὸ πέτρες. Ἂν πέσουν θὰ μὲ θανατώσουν.

Οἱ διασῶστες κατάπληκτοι ἔσκαψαν προσεκτικὰ ἀπὸ τὰ πλάγια καὶ βρῆκαν τὸν ἄνθρωπο ζωντανό. Ἦταν ὁ ἄνδρας τῆς κ. Ἀργυρῶς!

Στὴν ἀπορία ὅλων πῶς ἐπέζησε τόσες μέρες χωρὶς τροφή,  ἀπάντησε:

–  Κάθε μέρα μοῦ ἔδινε κάποιος, χωρὶς νὰ τὸν βλέπω, ἕνα ψωμί, ἕνα μπουκάλι κρασὶ καὶ μιὰ λαμπάδα ἀναμμένη ποὺ ἔφεγγε μπροστά μου. Ἔτσι  ἔτρωγα, ἐκτὸς ἀπὸ τρεῖς μέρες ποὺ δὲν ἔφαγα τίποτα, οὔτε φῶς εἶδα καὶ πικράθηκα πολύ, γιατὶ νόμισα  πὼς γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου σταμάτησε τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ νὰ μὲ βοηθᾶ. Κι ἐνῷ περίμενα πὼς θὰ πεθάνω ἀπὸ τὴν πείνα καὶ τὴ δίψα, εἶδα τὴν ἀναμμένη λαμπάδα, τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ ξανὰ σὰν πρῶτα καὶ δόξασα τὸν Θεό, ποὺ δὲν μὲ ἐγκατέλειψε μέχρι τὸ τέλος.

Γεμᾶτοι θαυμασμὸ δόξασαν τότε ὅλοι τὸν Θεό.

Τὸν Νοέμβριο μήνα ἀνοίγει τὸ σαρανταλείτουργο καὶ τὸ παραπάνω περιστατικὸ δείχνει τὴ μεγάλη σημασία του γιὰ τὴ ζωή μας. Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι τὸ ἀνώτερο ἔργο ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε πάνω στὴ γῆ. Καὶ δὲν ὠφελεῖ μόνο τοὺς ζῶντες, ἀλλὰ καὶ τοὺς κεκοιμημένους. «Γιατὶ ὁ ὑπεράγαθος Κύριος νικᾶται ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ φιλανθρωπία του, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός. Καὶ θὰ νικᾶται συνέχεια μέχρι τὴ στιγμὴ τῆς τελικῆς ἀντα-ποδόσεως κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία, ὁπότε καὶ τελειώνει ὁ χρόνος τῆς βοήθειας. Μέχρι τότε θέλει νὰ σπεύδει ὁ καθένας σὲ βοήθεια τοῦ πλησίον του καὶ ὅλοι νὰ εὐεργετούμαστε μεταξύ μας καὶ ἐνόσῳ ζοῦμε καὶ μετὰ θάνατον.

Καὶ ἐπειδή αὐτὸ εὐχαριστεῖ σὲ μέγιστο βαθμὸ τὸν Κύριο, ἡ Ἐκκλησία προσφέρει τὴ Θεία Λειτουργία πάντοτε καὶ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων. Ἂν αυτὸ δὲν ἦταν καλὸ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ, θὰ εἶχε σίγουρα καταργηθεῖ. Ἀντιθέτως οἱ θεοφόροι πατέρες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας ὅλοι ἐπικυρώνουν τὸ πράγμα καὶ προσαυξάνουν, τονίζοντας τὸ μεγάλο κέρδος ποὺ ἔχουν οἱ ψυχὲς ἀπὸ τὴν προσφορὰ τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ ὅλων τῶν προσευχῶν καὶ τῶν ἐλεημοσυνῶν μας γι’ αυτούς».

«Ἂν δὲν πρόφτασες ὅσο ζοῦσες νὰ διευθετήσεις ὅλα ὅσα ἀφοροῦν τὴν ψυχή σου, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, παράγγειλε στοὺς δικούς σου ἔστω καὶ στὸ τέλος τῆς ζωῆς σου, νὰ σοῦ στείλουν μετὰ τὸ θάνατό σου τὰ πράγματά σου (τὶς ἀποσκευές σου). Νὰ σὲ βοηθήσουν δηλ. μὲ ἀγαθὰ ἔργα: ἐλεημοσύνες καὶ Λειτουργίες. Μὴ  γένοιτο νὰ παραλειφθεῖ κάτι ἀπὸ αὐτά. Γιατὶ τότε, κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία, θὰ κατηγορηθοῦμε ἀπὸ τοὺς οἰκείους μας, ὅτι ἀμελήσαμε νὰ κάνουμε αὐτὰ ποὺ ἔπρεπε ὑπὲρ αὐτῶν».

Πάνω στὴ γραμμὴ αὐτὴ ἐνταγμένο καὶ τὸ ἱερὸ σαρανταλείτουργο ἔρχεται νὰ βοηθήσει τὰ μέγιστα καὶ ζῶντες καὶ κεκοιμημένους. Ἂς τὸ κάνουμε ὅλοι μας, ἀλλὰ μὲ τρόπο σωστό. Ὄχι νὰ ξοφλήσουμε μ’ ἕνα χαρτάκι ὀνόματα ποὺ θὰ δώσουμε στὸν ἱερέα. Ἀλλὰ μὲ τὴν οὐσιαστικὴ συμμετοχή μας στὴ Θεία Λειτουργία, ὥστε «πάντων ἡμῶν»νὰ μνησθεῖ «Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐν τῇ Βασιλείᾳ αὐτοῦ. Ἀμήν».

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 364, Νοέμβρ. 2013)

Η Πίτα της Σωτηρίας (Ο Δυόσμος, το Άνηθο και οι Φανουρόπιτες) Αύγουστος 30, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

fanouropites

π. Δημητρίου Μπόκου

Ὁ Χριστὸς κάποτε στιγμάτισε γιὰ πολλὰ πράγματα τὴ συμπεριφορὰ τῶν γραμματέων καὶ φαρισαίων. Ἀνάμεσα σὲ ἄλλα, ἀνέφερε καὶ ὅτι ἀσχολοῦνται πρόθυμα καὶ σχολαστικὰ μὲ ἐντελῶς δευτερεύοντα πράγματα, ἐνῶ ἀδιαφοροῦν τελείως γιὰ τὰ σπουδαιότερα καὶ βασικὰ ποὺ ζητάει ὁ Θεός.

«Ἀποδεκατοῦτε τὸ ἡδύοσμον καὶ τὸ ἄνηθον καὶ τὸ κύμινον, καὶ ἀφήκατε τὰ βαρύτερα τοῦ νόμου, τὴν κρίσιν καὶ τὸν ἔλεον καὶ τὴν πίστιν. Ταῦτα δὲ ἔδει ποιῆσαι κἀκεῖνα μὴ ἀφιέναι» (Ματθ. 23, 23). Ὅλη σας ἡ φροντίδα, λέει, εἶναι ἂν θὰ βγάλετε τὴ δεκάτη (τὴν προσφορὰ τοῦ 10%) ἀπὸ τὸν δυόσμο, τὸ ἄνηθο καὶ τὸ κύμινο γιὰ τὸν ναό. Γιὰ τὰ βαρύτερα τοῦ νόμου, τὴ δικαιοσύνη, τὴν ἀγάπη καὶ τὴν τιμιότητα ποὺ σᾶς κάνει ἀξιόπιστους, κανένα ἐνδιαφέρον! Ὅμως μὲ αὐτὰ θά ’πρεπε κυρίως νὰ ἀσχολεῖσθε, χωρὶς νὰ παραλείπετε βέβαια καὶ τὰ ἐλαφρότερα.
Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Χριστοῦ μᾶς θυμίζουν ἕνα φαινόμενο τῶν ἡμερῶν μας. Οἱ Χριστιανοὶ δείχνουν μεγάλη προθυμία στὸ νὰ φτιάχνουν φανουρόπιτες καὶ τὴν ἡμέρα τῆς γιορτῆς τοῦ ἁγίου Φανουρίου (ἀλλὰ καὶ ὁποιαδήποτε ἄλλη μέρα) τρέχουν στὴν Ἐκκλησία γιὰ νὰ τὶς «διαβάσουν». Δὲν εἶναι κατακριτέα ἡ εὐλάβεια πρὸς τὸν ἅγιο. Ἀπεναντίας. Τὸ ἐρώτημα ὅμως εἶναι: Ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ἴδια προθυμία καὶ μὲ «τὰ βαρύτερα τοῦ νόμου»; Μὲ τὴ δικαιοσύνη, τὴν εὐσπλαχνία, τὴν τιμιότητα;

Μήπως μένουμε μόνο σὲ μιὰ ἐξωτερικὴ θρησκευτικότητα ποὺ δὲν κοστίζει τίποτε; Μήπως μιὰ ζωὴ κουβαλᾶμε στὸν Θεὸ λαμπάδες, τάματα, φανουρόπιτες, ἀλλὰ πέρα ἀπὸ αὐτὰ τίποτε; Τί λέει ὁ Θεὸς γι’ αὐτά; «Ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν» (Ὡσ. 6, 6). Δὲν θέλω τὴν προσφορά σας, τὴ θυσία σας, ἀλλὰ τὴ φιλανθρωπία, τὴν εὐσπλαχνία σας. Θέλω τὴν καρδιά σας γεμάτη ἀγάπη γιὰ τὸν καθένα. Θέλω τὴν ἐπίπονη θυσία τῆς μεταμόρφωσης τῆς καρδιᾶς σας καὶ ὄχι τὴν ξεκούραστη προσφορὰ μιᾶς φτηνῆς, τυπικῆς, ἐπιφανειακῆς θρησκευτικότητας.
Γιατί ὅμως ὁ Κύριος ἀπεχθάνεται τὶς θυσίες καὶ προσφορές, ἀφοῦ, στὸ κάτω-κάτω, αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁρίζει στὸν νόμο του νὰ τὶς προσφέρουν; Ἁπλούστατα, ἐπειδὴ οἱ ψυχὲς τῶν προσφερόντων εἶναι ἀκάθαρτες ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. «Μὲ πλησιάζει ὁ λαὸς αὐτὸς μόνο μὲ τὰ λόγια. Μὲ τιμᾶ μὲ τὰ χείλη, ἐξωτερικά, ὑποκριτικά. Ἡ καρδιά του ὅμως ἀπέχει πολὺ ἀπὸ μένα. Εἶναι ἀνώφελη ἡ εὐσέβειά τους, ἀφοῦ ἀκολουθοῦν διδασκαλίες καὶ ἐντολὲς ἀνθρώπινες» (Ἡσ. 29, 13).
Ἀλλοῦ ἐπεξηγεῖ περισσότερο ὁ προφήτης Ἡσαΐας γιατὶ εἶναι ἀνώφελη ἡ ἐπίπλαστη εὐσέβεια. «Τί νὰ τὸ κάμω, λέγει ὁ Κύριος, τὸ πλῆθος τῶν θυσιῶν σας; Χόρτασα ἀπὸ τὶς θυσίες κριῶν, ἀρνιῶν, ταύρων καὶ τράγων. Δὲν θέλω νὰ ἔρχεσθε στὶς γιορτὲς γιὰ νὰ μοῦ φέρετε τὶς προσφορές σας. Ποιὸς τὰ ζήτησε αὐτὰ ἀπὸ τὰ χέρια σας; Μοῦ εἶναι ἄχρηστη καὶ σιχαμένη ἡ προσφορά σας σὲ σεμιγδάλι καὶ θυμίαμα. Ἡ ψυχή μου μισεῖ τὶς γιορτές σας καὶ τὴ νηστεία σας, γιατὶ δὲν ἀντέχω ἄλλο τὶς ἁμαρτίες σας.

Λουσθῆτε λοιπόν, γίνετε καθαροί! Ἀφαιρέστε τὶς πονηριὲς ἀπὸ τὶς ψυχές σας, σταματῆστε τὰ πονηρά σας ἔργα. Μάθετε νὰ κάνετε τὸ καλό, ἐπιδιῶξτε τὴ δικαιοσύνη, σῶστε τὸν ἀδικούμενο, δικαιῶστε τὸ ὀρφανὸ καὶ τὴ χήρα. Καὶ δεῦτε διαλεχθῶμεν, λέγει Κύριος. Ἐλᾶτε τότε νὰ τὰ ποῦμε. Καὶ ὅσο κι ἂν βάφτηκαν οἱ ψυχές σας ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες σας, ἐγὼ θὰ τὶς κάνω λευκὲς σὰν χιόνι, σὰν ἄσπρο μαλλὶ» (Ἡσ. 1, 11-18).

Μήπως αὐτὸ συμβαίνει καὶ σὲ μᾶς; Φροντίζουμε γιὰ τὴν ψυχική μας καθαρότητα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία μὲ τὴν ἴδια τουλάχιστον προθυμία ποὺ δείχνουμε γιὰ τὴ φανουρόπιτα; Ὁ Κύριος δὲν μᾶς ζητάει τάματα. Ζητάει ὅμως νὰ διώξουμε κάθε κακία, κάθε ἁμαρτωλὸ πάθος ἀπ’ τὴν καρδιά μας. Νὰ τὴ γεμίσουμε ἔλεος, εὐσπλαχνία, ἀγάπη γιὰ τὸ κάθε πλάσμα του.

Τότε μόνο θὰ ἔχει ἀξία καὶ ἡ ὁποιαδήποτε προσφορά μας. Χωρὶς τὴν ψυχικὴ αὐτὴ προετοιμασία, ὅλα χάνουν τὸ νόημά τους. Θὰ βρεθοῦμε στὴ θέση τοῦ ἀνθρώπου ποὺ πῆγε στοὺς βασιλικοὺς γάμους χωρὶς ἀνάλογη ἐνδυμασία, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ καταλήξει στὴ χειρότερη καὶ σκοτεινότερη φυλακὴ (Ματθ. 22, 1-14). Στὴ θέση τῶν μωρῶν παρθέ-νων, ποὺ ἀκολουθώντας μιὰ ρηχὴ θρησκευτικότητα, ἀποκλείστηκαν ἀπὸ τοὺς γάμους, ἐπειδὴ ξέμειναν χωρὶς λάδι τὰ λυχνάρια τους. Χωρὶς ἔλαιον τὰ ἀγγεῖα τους. Ἐπειδὴ εἶχε μείνει νωρίτερα χωρὶς ἔλεον (=εὐσπλαχνία) ἡ καρδιά τους (Ματθ. 25, 1-13).

Τί φριχτὴ ἀπογοήτευση νὰ τρέχουμε μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ στὶς ἐκκλησιὲς μὲ λαμπάδες, μὲ κεριά, μὲ φανουρόπιτες καὶ ν’ ἀκούσουμε στὸ τέλος ἀπὸ τὸν Χριστό: «Οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς» (Ματθ. 7, 23)! Μπρὸς στὸν ὁλόφωτο νυμφώνα του νὰ διαπιστώσουμε τὴν τελευταία στιγμή, ὅτι «ἔνδυμα οὐκ ἔχομεν, ἵνα εἰσέλθωμεν εἰς αὐτόν». Δὲν θά ’ναι κρίμα, λίγα φυλλαράκια δυόσμου ἢ ἄνηθου (Ματθ. 23, 23) νὰ μονο-πωλήσουν ἀποκλειστικὰ τὴν προσοχή μας καὶ τελικὰ νὰ «μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ»;

Ἂς κάνουμε λοιπὸν μιὰ «φανουρόπιτα» γιὰ νὰ μᾶς δείχνει ὁ ἅγιος Φανούριος τὸν δρόμο. Τὸν δρόμο πρὸς τὴ σωτηρία ποὺ περνάει μές ἀπ’ «τὰ βαρύτερα τοῦ νόμου, τὴν κρίσιν καὶ τὸν ἔλεον καὶ τὴν πί-στιν».

Ἑορτὴ ἁγ. Φανουρίου
27η Αὐγούστου 2015

Ἀ ν τ ι ύ λ η
Ἱ. Ναὸς Ἁγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα
Τηλ. 26820-25861/23075/697-280.9268
e-mail: antiyli.gr@gmail.com

Η Παναγία Οδηγός στην Παράτολμη Περιπέτεια της Άπιαστης Αγάπης Αύγουστος 17, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

koimisi-theotokou-vatopaidi

π. Δημητρίου Μπόκου

Στ’ ἀνέμελα χρόνια, ποὺ παιδὶ κι ἐγὼ γυρόφερνα στὶς στράτες τοῦ χωριοῦ μου, στὶς μεταξὺ Ἀγράφων καὶ Τζουμέρκων καταπράσινες βουνοπλαγιές, στὴν Παραχελωίτιδα χώρα τῶν ἀρχαίων, ἄκουγα πολλὲς φορὲς τὴ γιαγιά μου τὴ Βαρβάρα – πονεμένη κι ἅγια ψυχή, Θεὸς σχωρέσ’ την – νὰ ἀναφέρει μιὰν ἰδιότυπη προφητεία:

–  Ἄχ, παιδάκι μου! Ἔλεγαν οἱ παλιοί, πὼς ὅποιος ζήσει τὸ ’61, θὰ φάει μὲ ἀσημένιο κουτάλι.

Καὶ νά, ποὺ ἔφτασε καὶ πέρασε τὸ 1961 καὶ ὄντως φάγαμε «μὲ ἀσημένιο κουτάλι». Ἡ «προφητεία» – καημὸς τῶν στερημένων – ἐπαληθεύτηκε. Ἡ τρομερή μας ἐποχὴ τὰ γεύτηκε ὅλα σὲ ἀπίστευτη ἀφθονία. Ἀκόμα καὶ σήμερα, τὸ 2015, ποὺ μιλᾶμε γιὰ οἰκονομικὴ κρίση. Μιλᾶνε γιὰ κρίση ὅσοι δὲν ἔζησαν πρὶν ἀπὸ τὸ ’61. Ὅσοι δὲ γνώρισαν τὸ τί σημαίνει φτώχεια. Γιατὶ ἀκόμα καὶ σήμερα, μὲ κρίση, ὁ κόσμος ἔχει πράγματα, ποὺ οἱ παλιότερες γενιὲς οὔτε στὸν ὕπνο τους δὲν θὰ τολμοῦσαν νὰ ὀνειρευτοῦν. O mores, o tempora! Ἄλλα ἤθη, ἄλλες ἐποχές!

Μὰ ἂν χορτάσαμε ἀπὸ φαῒ καὶ ὑλικὲς ἀνέσεις, φτωχύναμε σὲ κάτι ἄλλο. Χόρτασε ἡ κοιλιά μας, μὰ ἡ καρδιά μας ἄδειασε. Στράγγιξε ἀπὸ ἀγάπη. Ὁ ἄνθρωπος ἔχασε τὴν ἱκανότητα νὰ ἀγαπᾶ. Ἀκόμα καὶ μεταξὺ μελῶν τῆς ἴδιας οἰκογένειας ἀγάπη χωρίς ὑπολογισμὸ λογίζεται πράγμα ἀσύμφορο, ἀνόητο. Ἡ σκοπιμότητα διέπει τὰ πάντα. Καὶ ὅσο πιὸ πολλὰ ἀποκτάει κανείς, τόσο περισσότερο ὁ ἄλλος θεωρεῖται ἀπειλὴ γιὰ τὰ κεκτημένα του. Ἐγείρει τείχη προστασίας γύρω του. Ἡ σχέση του πρὸς ἑαυτόν, προικοδοτώντας τον μὲ μιὰ διαρκῶς αὐξανόμενη μόνωση, τὸν θέτει ὑπὸ καθεστὼς πολιορκίας μέσα στὴν πολυτελῆ, πλὴν παγερή, αὐτάρκεια τοῦ ἀτομοκεντρικοῦ του κόσμου.

Μὰ αφότου χόρτασε ὁ ἄνθρωπος, λησμόνησε καὶ τὸν Θεὸ ποὺ τὸν ἔφτιαξε. «Καὶ ἔφαγεν Ἰακὼβ(=ὁ ἀγαπημένος λαὸς τοῦ Θεοῦ) καὶ ἐνεπλήσθη». Χόρτασε, πάχυνε, ἔγινε θρεφτάρι καὶ λάκτισε, ἐγκατέλειψε τὸν Θεὸ ποὺ τὸν ἔπλασε. Ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸν σωτήρα του (Δευτ. 32, 15). Ἡ προσκύνηση τοῦ χρυσοῦ μόσχου, ἡ ἀποστασία ἀπὸ τὸν Θεό, ἦρθε μὲ τὸν χορὸ καὶ τὸ γλέντι ποὺ συνόδευσαν τὸ φαγοπότι. «Ἐκάθισεν ὁ λαὸς φαγεῖν καὶ πιεῖν καὶ ἀνέστησαν παίζειν» (Ἐξ. 32, 6).

Ἡ εἰδωλοποίηση τῆς ὕλης, τῆς ἡδονῆς, ὑπηρέτησε τὴ θεοποίηση τοῦ ἐγώ. Ἱεραρχήθηκαν τὰ πάντα ἀντίστροφα. Μετατέθηκε τὸ κέντρο τῆς ἀγάπης ἀπὸ τὸν ἄλλον πρὸς ἑαυτόν. Παντοῦ καὶ πάντα πρῶτα ἐγώ, ὕστερα οἱ ὑπόλοιποι (Θεὸς καὶ ἄνθρωποι). Ἡ διαγραφὴ τοῦ Θεοῦ σβήνει συνακόλουθα καὶ τὴν εἰκόνα του, τὸν κάθε ἄνθρωπο. Μίλησε γι’ ἀγάπη κανείς;

Κάποιοι ὅμως τολμοῦν τὸ ἀντίθετο. Αὐτὸ ποὺ φαντάζει ἀκατόρθωτο, ἀπαγορευτικὸ γιὰ τὰ ἀνθρώπινα μέτρα: Τὴν παράλογη, τὴν ἔξω ἀπὸ ὅρους, ὑπολογισμό, ἀπαίτηση καὶ συμφέροντα ἀγάπη. Αὐτὴν ποὺ ἀνεξήγητα ὁ Θεὸς δείχνει στὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν πληροῖ καμμιὰ προϋπόθεση γιὰ νὰ τὴν ἀξίζει.

Ναί, κάποιοι ἀποτολμοῦν νὰ ριχτοῦν στὴν παράτολμη περιπέτεια μιᾶς ἄπιαστης ἀγάπης, ποὺ ποδοπατάει τὴν εἰδεχθῆ ἰδιοτέλεια, τὸν αἰσχρὸ ἐγωτισμό, τὸν ψυχρὸ ὑπολογισμό, τὴ φίλαυτη ἀπαίτηση. Ποὺ τολμᾶ νὰ ἀγαπάει χωρὶς ἐλπίδα ἀνταπόδοσης. Ἡ ἀντικίνηση τοῦ ἀνθρώπου στὴν παράδοξη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Μὰ εἶναι ἐφικτὸ αὐτὸ γιὰ τὸν ἄνθρωπο; Ναί! Ἀπόδειξη οἱ ἅγιοι. Καὶ πάνω ἀπ’ ὅλους τους ἡ Παναγία. Ὁ μοναδικὰ ἀνεπανάληπτος ἄνθρωπος, ποὺ ἔκλεισε στὰ μητρικά της σπλάχνα Θεὸ καὶ ἄνθρωπο. Μιὰ ἀπέραντη ἀγκαλιὰ ποὺ χώρεσε τὸν κόσμο ὁλόκληρο. Ποὺ ἀγαπάει σὰν μάνα τὸν Θεό, σὰν μάνα καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Γιατὶ μιμούμενη τὸν Πλάστη της, ἄδειασε τὸν ἑαυτό της ἀπὸ κάθε τὶ δικό της (Φιλ. 2, 7). Προσφέρθηκε ὁλόκληρη γιὰ τὸ καλὸ τῶν ἄλλων. Ξέχασε κάθε της ἀπαίτηση, ἔσβησε κάθε της ἐπιθυμία. Πέθανε γιὰ τὸν ἑαυτό της. Ἔζησε μόνο γιὰ τοὺς ἄλλους. Ἔγινε γι’ αὐτὸ ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἡ χαρά, κι ἀκόμα, ἡ χαρὰ τῶν ἀγγέλων. «Ἀγγέλων τὸ σύστημα καὶ ἀνθρώπων τὸ γένος» χαίρει, ἀγάλλεται γιὰ τὴν Κεχαριτωμένη.

«κένωση» τοῦ ἑαυτοῦ της, ἡ ἄκρα της αὐτὴ ταπείνωση, ἔκανε τὴν ἀγάπη της παντοδύναμη. Μπορεῖ νὰ ἀγαπάει τὸ ἴδιο κι αὐτοὺς ποὺ τὴ γνωρίζουν κι αὐτοὺς ποὺ τὴν ἀρνοῦνται ἢ τὴν ἀγνοοῦν. Δὲν ἀπορρίπτει κανένα τέκνο της. Σὰν μάνα, δὲν ἡσυχάζει. Τρέχει, ἀκόμα καὶ χωρὶς νὰ τὴν καλοῦν.

«Γεννήθηκα καὶ μεγάλωσα, γράφει μιὰ νεαρή, σὲ μιὰ οἰκογένεια βαθύτατα ἄθεη. Ἀπὸ τὴν παιδική μου ἡλικία ἤμουν πεπεισμένη, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ὑπῆρχε, δὲν εἶχε ποτὲ ὑπάρξει, δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ ὑπάρχει.

Τὸ 1962, μετὰ ἀπὸ γρίπη, ἔπαθα φλεγμονὴ τῆς ἀραχνοειδοῦς μεμβράνης τοῦ ἐγκεφάλου. Τὴν ἄνοιξη τοῦ 1963 εἶχα σχεδὸν θεραπευτεῖ, ἐκτὸς ἀπὸ μερικὰ κατάλοιπα, ὅπως ἔντονο νυσταγμό, διαταραχὲς τῆς ὁμιλίας καὶ τῆς ἰσορροπίας καὶ ἔντονες κρίσεις πονοκεφάλου, ποὺ ἔφταναν ὣς τὴ λιποθυμία. Ἤμουν τότε 20 χρονῶν. Στὶς 12 Ἀπριλίου 1963 μιὰ δυνατὴ διάσειση ἐγκεφάλου μὲ ξανάριξε στὸ κρεβάτι.

Μιὰ νύχτα ξαφνικὰ (στὰ τέλη Ἀπριλίου 1963) ξύπνησα ἀπὸ ἕνα γλυκὸ φῶς. Ὅταν ἄνοιξα τὰ μάτια, ἦταν ὅλα σκοτεινὰ στὸ δωμάτιο. Στὴν ἀριστερὴ γωνιά, λίγο ψηλότερα ἀπ’ τὸ ὕψος ἑνὸς ἀνθρώπου, παρουσιάστηκε ξαφνικὰ ἕνα ἁπαλὸ φωτεινὸ σημεῖο, ποὺ ἔριχνε φωτεινὲς ἀνταύγειες καὶ ἁπλωνόταν μαλακὰ σὲ κύματα, γεμίζοντας ὅλο τὸ δωμάτιο. Ἦταν ἕνα φῶς ζωηρό, ἀλλ’ ὄχι ἐκτυφλωτικό, πολὺ γλυκὸ καὶ ζεστό.

Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ φῶς παρουσιάστηκε ἀπότομα μιὰ γυναίκα μ’ ἕνα γαλάζιο πέπλο στὸ κεφάλι της. Στεκόταν μισογυρισμένη πρὸς τὸ μέρος μου, μὲ κοίταζε μ’ ἕνα βαθύ, σκεπτικὸ βλέμμα καὶ μοῦ χαμογελοῦσε μὲ γλυκύτητα καὶ τρυφερότητα. Δὲν εἶχα δεῖ ποτὲ εἰκόνες τῆς Παναγίας, οὔτε ἐνδιαφερόμουν γιὰ καμμιὰ θρησκεία. Καὶ ὅμως ἤξερα πὼς ἦταν ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὅλη σκηνὴ συνοδευόταν ἀπὸ ἕναν παράδοξα μελωδικὸ καὶ τρυφερὸ ἦχο, ποὺ δὲν ἔμοιαζε μὲ κανένα τραγούδι καὶ μουσικὴ ποὺ γνώριζα.

Μετὰ ἀπὸ λίγο Ἐκείνη ἐξαφανίστηκε, ὁ ἦχος ἔσβησε ἁπαλὰ καὶ τὸ φῶς ἄρχισε νὰ χαμηλώνει, ὥσπου ἔγινε πάλι ἕνα φωτεινὸ σημεῖο καὶ τελικὰ χάθηκε. Τὸ πρωὶ δὲν εἶπα τίποτα στοὺς δικούς μου. Τὰ εἶπα ὅλα στὴν καθηγήτριά μου τοῦ τραγουδιοῦ, ποὺ ἦταν πιστή. Μὲ συμβούλεψε νὰ πάω στὴν ἐκκλησία καὶ νὰ ἀνάψω ἕνα κερὶ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας.

Ἡ ἀρρώστια μου γιατρεύτηκε ἐντελῶς, χωρὶς ν’ ἀφήσει κανένα ἴχνος. Οἱ πονοκέφαλοι καὶ ὁ νυσταγμὸς ἐξαφανίστηκαν τελείως. Βρῆκα πάλι τὸ αἴσθημα τῆς ἰσορροπίας. Κανένας γιατρὸς δὲν μοῦ βρίσκει σήμερα οὔτε τὸ ἐλάχιστο σύμπτωμα νευρολογικῆς διαταραχῆς. Εἶναι ἕνα φαινόμενο ποὺ δὲν ἔχει παρατηρηθεῖ ξανὰ στὴν ἰατρικὴ πράξη» (Δημ. Ντοῦτκο, Ἡ ἐλπίδα μας, σσ. 106-107).

Πιστοὶ καὶ ἄθεοι λοιπὸν ἀδιακρίτως, εὐλαβεῖς καὶ βέβηλοι, ἔχουν ὅλοι θέση στὴν ἀγκαλιὰ τῆς Παναγίας. Ἡ μητρική της ἀγάπη εἶναι ἡ πραγματική μας ἀνάγκη, κι ὄχι τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς, τὸ «ἀσημένιο κουτάλι». Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ οὐσία τῆς ζωῆς, ὁ θησαυρὸς ποὺ πρέπει ἄοκνα ν’ ἀναζητοῦμε.

Μὲ τὴ σεπτή της Κοίμηση ἔσπασε τὸ φράγμα τοῦ χώρου καὶ τοῦ χρόνου. Μπορεῖ νὰ βρεθεῖ ἀκαριαῖα σὲ κάθε γωνιά, «ἐν τῷ οὐρανῷ, …ἐν τῷ ᾅδῃ, …εἰς τὰ βάθη τὰ τῆς θαλάσσης», ὁπουδήποτε κάποιο παιδί της τὴ χρειάζεται. Ἀκόμα καὶ χωρὶς νὰ τὴ φωνάξει. Ἡ μάνα πάντα ἀγρυπνᾶ.

Μὰ ἂν μάθουμε νὰ τὴ φωνάζουμε κιόλας; Δὲν θά ’ναι ἀσυγκρίτως καλύτερα;

Ἑορτὴ Κοιμήσεως Θεοτόκου, Αὔγουστος 2015 (αρχικός τίτλος: ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Η ΠΑΝΑΓΙΑ)