jump to navigation

Το Αγιοκέρι της Λαμπρής Μάιος 1, 2017

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

π.Δημήτριος Μπόκος

Τραντάχτηκαν συθέμελα τὰ ψηλὰ βουνὰ ἀπὸ τὸ ξαφνικὸ μπουμπουνητό. Σὰν ἀπὸ στόματα μυριάδων κανονιῶν ἡ τρομερὴ βροντὴ ξεχύθηκε ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ οὐρανοῦ, χτύπησε πάνω στὸ γυμνὸ καύκαλο τῆς ψηλότερης βουνοκορφῆς, κατρακύλησε σὰν ὕπουλο ἑρπετὸ στὴ σκιερὴ ρεματιά, κόχλασε ὑπόκωφα στὶς χαμηλὲς λοφοσειρές, σκαρφάλωσε σὰν αἴλουρος στὴν ἁπλωτὴ ράχη τῆς ὀροσειρᾶς, χύθηκε σὰν τὸ γεράκι στ’ ἀνοιχτὸ διάσελο, χαμήλωσε, ξεθύμανε, ἔσβησε…

Ὁ ἥλιος σκοτείνιασε ξαφνικά. Τὸ μαγιάτικο δειλινὸ χάθηκε αὐτοστιγμεί. Πυκνὰ μαῦρα σύννεφα σκέπασαν τὸ φωτεινὸ γαλάζιο τοῦ ἄπειρου, ἔριξαν στὴ γῆ τὴ βαρειά τους σκιά. Δυνατὸς ἀνεμοστρόβιλος, πρόδρομος καταιγίδας, σάρωσε κοιλάδες καὶ πλαγιές. Μιὰ δεύτερη βροντὴ ἀκολούθησε κατὰ πόδι τὴν πρώτη καὶ οἱ καταρράκτες τοῦ οὐρανοῦ ἄνοιξαν στὸ λεπτό. Ἡ ξαφνικὴ νεροποντὴ συνεπῆρε τὰ πάντα. Ἄνθρωποι καὶ ζῶα, σκορπισμένοι στὸ ὕπαιθρο, ὥσπου νὰ στρέψουν ἀπορημένοι τὰ κεφάλια τους, βρέθηκαν ἐντελῶς ἀκάλυπτοι κάτω στὸ ἀνελέητο, ἀπρόσμενο μαστίγωμά της. Πῶς ξέσπασε ξαφνικὰ τέτοιο κακό;

Ἦταν στὰ μέσα τοῦ Μάη κι ὁ κόσμος τοῦ μικροῦ χωριοῦ, ξωμάχοι ἄνθρωποι, βρίσκονταν ὅλοι στὰ χωράφια. Τὸ Πάσχα ἦρθε κι ἔφυγε μὲς στὴ χαρά, ἔσμιξαν ὅλοι ξανὰ καὶ γιόρτασαν μὲ τὰ ξενάκια τους, γέμισαν οἱ καρδιὲς ἀπ’ τὴν περίσσια εὐφροσύνη τῆς Λαμπρῆς. Τὸ ἔαρ τῶν ψυχῶν συνδυάστηκε τέλεια μὲ τὸ ἔαρ τῆς φύσης. Ἕνας θαυμάσιος καιρὸς συντρόφευε ὅλες τὶς μέρες τὴν ἀναστάσιμη χαρά τους. Ἐνθουσιασμένα ἰδιαίτερα τὰ παιδιὰ τίμησαν μὲ τὸ παραπάνω τὸν ὑπέροχο συνδυασμό.

Ἀλλὰ καὶ ἀπόλαμπρα ἡ καλοκαιρία ἐξακολούθησε στὸν ἴδιο ρυθμό. Στὸ ὀρεινὸ μικρὸ χωριὸ ὁ ἐρχομὸς τῆς ἄνοιξης θύμιζε παράδεισο. Ὅλοι ξεχύθηκαν μὲ κέφι στὶς δουλειές τους. Ἀναστημένη ἀπ’ τὴ βαρυχειμωνιὰ ἡ γῆ τους, γιόρταζε τὴ δική της πασχαλιά. Μικροὶ-μεγάλοι χαίρονταν τοὺς ἀνθοστόλιστους ἀγρούς, καταπιάνονταν μὲ ἀνοιξιάτικες σπορές, πάλευαν γεμάτοι ὄρεξη τὸν φτωχικό, μὰ ἀγαπημένο τόπο τους. Τὰ ζωντανά τους σκόρπισαν στὶς καταπράσινες νομές. Νύχτα καὶ μέρα τὰ λιγυρὰ κυπροκούδουνα, ἀνάκατα μὲ μουγκανητὰ καὶ βελάσματα, συνόδευαν μὲ τὴ γλυκόφωνη ἠχώ τους τὴν ἐργατιά. Ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ Μάη φάνταζε πραγματικὰ παραδεισένια. Ἦταν πανέμορφες οἱ μέρες του, ἀλλὰ καὶ τοῦτο τὸ ἀπόγευμα μαγευτικό. Ποῦ φώλευε κρυμμένη τόση μανία καὶ καταστροφή;

Ἡ νεαρὴ φοιτήτρια, ξαφνιασμένη ἀπ’ τὴν ἀπότομη ἀνατροπή, στάθηκε μπρὸς στὸ παράθυρο ἐκστατική. Δὲν πρόλαβε οὔτε τὰ τζάμια νὰ κλείσει, τόσο ἀπρόσμενα ξέσπασε ἡ καταιγίδα. Τὸ ὑπερθέαμα τῆς καιρικῆς ἀλλαγῆς αἰχμαλώτισε τὸ βλέμμα της. Ἡ κεραυνοβόλα εἰσβολὴ τοῦ σαρωτικοῦ δρόλαπα τὴν καθήλωσε κατὰ κράτος. Ἕνα τρομακτικὰ μεγαλειῶδες μυστήριο ἀναδυόταν ἀπ’ τὸν ἐκκωφαντικὸ ὀρυμαγδὸ τῆς σφοδρῆς θύελλας. Διαμετρικὰ ἀντίθετο ἀπ’ τὴ σαγηνευτικὴ μαγεία τοῦ ἐδεμικοῦ δειλινοῦ ποὺ προηγήθηκε. Mysterium tremendum καὶ mysterium fascinans (τρομερὸ καὶ γοητευτικὸ μυστήριο), ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ ἀγαπημένος της φιλόσοφος Rundolf Otto. Πῶς γίνεται νὰ εἶναι τόσο ὄμορφα καὶ τὰ δυό; Ἡ ὀμορφιὰ νὰ δείχνει τόσο ἀντίθετες, ἀλληλοαναιρούμενες πλευρές; Νὰ συνυπάρχουν δυὸ ἀπόλυτα ἀντιφατικὲς ὄψεις στὸν ἴδιο κόσμο;

–  Ἀνθή! Ἀνθούλα! Ποῦ εἶσαι;

Ἡ δυνατὴ λαχανιαστὴ φωνὴ τῆς γριᾶς ποὺ ἀνέβαινε κουτσαίνοντας ἀπὸ τὸ ὑπόγειο, τὴν ἔβγαλε ἀπ’ τὸν φιλοσοφικό της ρεμβασμό.

–  Ἐδῶ, γιαγιά! εἶπε γυρίζοντας πρὸς τὸ μέρος της.

–  Τ’ ἁγιοκέρι, παιδί μου! Γρήγορα!

–  Τί εἶπες; ρώτησε ἀπορημένη.

–  Τὸ κερὶ τῆς Λαμπρῆς, παιδί μου! Τρέξε, μὴν ἀργεῖς!

Ἡ ἐγγονὴ δὲν κουνήθηκε. Ἔμεινε νὰ κοιτάζει σὰν χαμένη τὴ γριά. Δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβει ἀκόμα τί τῆς ἔλεγε. Μὰ ἡ γριὰ δὲν εἶχε ὑπομονή.

–  Τί μὲ κοιτᾶς σὰν ἄγαλμα; Δὲν ἀκοῦς τί σοῦ λέω; Τρέξε φέρε τὴ λαμπάδα τῆς Ἀνάστασης! Ὁ κόσμος χάνεται, δὲν βλέπεις;

Χά! Τί θυμήθηκε τώρα ἡ γιαγιά της! Τὸ κερὶ τῆς Ἀνάστασης! Θὰ ξόρκιζε τέτοιο χαλασμὸ μ’ αὐτό! Πλάκα εἶχε πραγματικά!

Μὰ ἡ γριὰ δὲ χωράτευε.

–  Καλά, χάζεψες γιὰ τὰ καλά; Κουνήσου, δὲν καταλαβαίνεις; Ὁ πατέρας σου, ἡ μάνα σου, τ’ ἀδέρφια σου, ὁ κόσμος ὅλος εἶναι ἐκεῖ ἔξω. Τί περιμένεις; Νὰ πνιγοῦν πρῶτα καὶ μετὰ νὰ κουνηθεῖς;

Θέλοντας καὶ μή, πῆγε νὰ ψάξει γιὰ τὸ κερί. Ποῦ νὰ βρισκόταν τώρα κι αὐτό; Οὔτε κὰν θυμόταν ποῦ τὸ εἶχε πετάξει τὸ βράδυ τῆς Ἀνάστασης, ὅταν γύρισαν σπίτι. Μέσα της γέλαγε μὲ τὴν ἀφέλεια τῆς γιαγιᾶς της, μὰ δὲν μποροῦσε τώρα νὰ τῆς φέρει ἀντίρρηση. Ὄχι, δὲν συμφωνοῦσε μ’ αὐτὰ ἡ Ἀνθή. Εἶχε ἀποστασιοποιηθεῖ ἐντελῶς ἀπὸ τὶς ἁπλοϊκὲς ἀντιλήψεις τοῦ ἀπαίδευτου λαοῦ. Σπούδαζε φιλοσοφία, δὲν ἦταν τὸ ἄβγαλτο κοριτσόπουλο τοῦ χωριοῦ. Οἱ ὑψηλὲς σπουδές της ἀναπροσδιόρισαν πολλὰ πράγματα μέσα της. Καὶ κυρίως πολλὲς ἀπ’ τὶς θρησκευτικές της ἀντιλήψεις. (περισσότερα…)

Το Χέρι που Δίνει Φεβρουάριος 28, 2017

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία, Σχέσεις , add a comment

π. Δημητρίου Μπόκου

Ἐσεῖς ποὺ βρήκατε τὸν ἄνθρωπό σας

κι ἔχετε ἕνα χέρι νὰ σᾶς σφίγγει τρυφερά,

ἕναν ὦμο ν’ ἀκουμπᾶτε τὴν πίκρα σας,

ἕνα κορμὶ νὰ ὑπερασπίζει τὴν ἔξαψή σας,

κοκκινίσατε ἄραγε γιὰ τὴν τόση εὐτυχία σας,

ἔστω καὶ μιὰ φορά;

Εἴπατε νὰ κρατήσετε ἑνὸς λεπτοῦ σιγὴ

γιὰ τοὺς ἀπεγνωσμένους;

Ἕ­να αἰχ­μη­ρό­τα­το βέ­λος ρί­χνει κα­τευ­θεί­αν στὴν καρ­διὰ τῆς  βο­λι­κῆς μας ἐ­πα­νά­παυ­σης ὁ ποι­η­τὴς Ντί­νος Χρι­στι­α­νό­που­λος μὲ τοὺς στί­χους αὐ­τούς. Ποι­ὸς κά­θε­ται νὰ σκε­φθεῖ τὸν ἄλ­λο, τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε μιὰ χα­ρά;

Κι ὅ­μως αὐ­τὴ θά ’­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ἡ μό­νι­μη ἀ­γω­νί­α καὶ ἀ­νη­συ­χί­α μας. Πῶς γί­νε­ται νὰ χαι­ρό­μα­στε τὴ ζω­ή μας ἀ­νέ­με­λα, ὅ­ταν ἄλ­λοι πα­ρα­δί­πλα ὑ­πο­φέ­ρουν; Ἡ ἀ­δι­α­φο­ρί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει θέ­ση στὴ ζω­ὴ τοῦ Χρι­στια­νοῦ. Χρι­στια­νὸς ση­μαί­νει νὰ εἶ­σαι τοῦ Χρι­στοῦ. Καὶ ὁ Χρι­στὸς ἔ­ζη­σε μό­νο γιὰ τοὺς ἄλ­λους. Κα­θό­λου γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. «Ἑ­αυ­τὸν ἐ­κέ­νω­σεν» (Φιλ. 2, 7). Τὸν σταύ­ρω­σε γιὰ μᾶς.

Ἔ­δει­ξε μὲ τὸν τρό­πο αὐ­τό, ὅ­τι ἀ­ξί­α δὲν ἔ­χει μιὰ ζω­ὴ μὲ κα­λο­πέ­ρα­ση, ἀλ­λὰ μιὰ ζω­ὴ προ­σφο­ρᾶς στὸν ἄλ­λο. Ὕ­ψι­στο σκο­πό της, βα­θύ­τα­το νό­η­μά της, ἀ­πό­λυ­τη πλη­ρό­τη­τά της ὅ­ρι­σε τὴν ἀ­γά­πη.

Μὰ ἐ­μεῖς δι­α­στρέ­ψα­με καὶ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς ἀ­γά­πης. Στὸν δι­κό μας κό­σμο, ὅ­που κέν­τρο βά­λα­με τὸν ἑ­αυ­τό μας, ἀ­κό­μα καὶ ἡ ἀ­γά­πη δὲν εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς ἀ­γά­πη. «Ἡ ἀ­γά­πη γιὰ τὸν συ­νάν­θρω­πό μας δὲν εἶ­ναι τά­χα ἐ­πι­τα­κτι­κὴ ἀ­νάγ­κη γιὰ μιὰ και­νούρ­για ἰ­δι­ο­κτη­σί­α;»

Εἶ­ναι ὁ Νί­τσε αὐ­τὸς ποὺ ἀ­να­ρω­τι­έ­ται. Καὶ συ­νε­χί­ζει τὴ σκέ­ψη του, λέ­γον­τας ὅ­τι σὲ μιὰ τέ­τοι­α ἀ­γά­πη συμ­βαί­νει ὅ,τι καὶ σὲ κά­θε μας ἐ­πι­θυ­μί­α γιὰ ὁτιδήποτε και­νούρ­γιο: «Κου­ρα­ζό­μα­στε μὲ τὸ πα­λιό, γιὰ ὅ,τι γνω­ρί­ζου­με κα­λὰ καὶ σί­γου­ρα. Ἔ­χου­με ἀ­νάγ­κη νὰ τεν­τώ­σου­με τὰ χέ­ρια μας ἀ­κό­μα πιὸ μα­κριά. Καὶ τὸ πιὸ ὄ­μορ­φο το­πί­ο, ὅ­ταν τὸ ζή­σου­με, ὅ­ταν τὸ ἔ­χου­με μπρο­στὰ στὰ μά­τια μας γιὰ τρεῖς ὁ­λό­κλη­ρους μῆ­νες, μᾶς κου­ρά­ζει, δὲν εἴ­μα­στε βέ­βαι­οι γιὰ τὴν ἀ­γά­πη μας γι’ αὐ­τό. Κά­ποι­α ἄλ­λη μα­κρι­νὴ ὄ­χθη, μᾶς τρα­βά­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο. Γε­νι­κό­τε­ρα, μιὰ κα­το­χὴ μει­ώ­νε­ται μὲ τὴ χρή­ση». (περισσότερα…)

Δοκιμασίες στη Ζωή και Θεϊκή Φροντίδα Φεβρουάριος 11, 2017

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

ΜΙΑ ΟΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ

π. Δημητρίου Μπόκου

Ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ ἔχει μόλις διασωθεῖ ἀπὸ τὴν αἰγυπτιακὴ ἀπειλή, διαβαίνοντας θαυματουργικὰ τὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα. Μπροστά του ἁπλώνεται τώρα ἡ ἀπέραντη ἔρημος. Ἀρχίζει μιὰ ἐπίπονη πορεία δύο περίπου μηνῶν, μέχρι νὰ φτάσουν στὸ ὄρος Σινᾶ. Ὅμως τὰ πράγματα δὲν εἶναι καθόλου ἁπλᾶ. Ἡ πορεία μέσα στὴν ἄνυδρη καυτὴ ἄμμο εἶναι πραγματικὸ μαρτύριο. Περισσότερο γιὰ τοὺς γέρους, τὰ μικρὰ παιδιά, τὶς γυναῖκες. «Οὐαὶ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς θηλαζούσαις…». Οἱ δυσκολίες τοὺς ταλαιπωροῦν ἀφάνταστα. Πιὸ ἔντονα ἀπ’ ὅλα αἰσθάνονται τὴν ἔλλειψη τοῦ νεροῦ. Εἶναι τὸ πρῶτο ποὺ κάνει αἰσθητὴ τὴν ἀπουσία του μέσα στὴν καυτή, φονικὴ ἔρημο. Καὶ τότε ἀρχίζουν οἱ γογγυσμοὶ καὶ τὰ παράπονα. Ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πιστοῦ του δούλου Μωυσῆ.

Ἀναχωρώντας λοιπὸν ὁ Μωυσῆς ἀπὸ τὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα, «ἤγαγεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἔρημον Σούρ». Τρεῖς ὁλόκληρες μέρες βάδιζαν μέσα στὴν ἔρημο αὐτή, χωρὶς νὰ βρίσκουν πουθενὰ νερό. Ἡ δίψα, ὅταν προστίθεται στὴν κοπιαστικὴ ὁδοιπορία, συνθέτει ἐφιαλτικὸ σενάριο. Ἐπιτέλους φτάνουν στὴν τοποθεσία Μερρά, ὅπου ὑπῆρχε νερό. Μὰ ὅταν διψασμένοι ἔσκυψαν νὰ πιοῦν, εἶδαν πὼς τὸ νερό, γεμάτο ἀπὸ τὰ νιτρικὰ ἅλατα ποὺ σὲ μεγάλες ποσότητες βρίσκονται στὴν περιοχὴ τοῦ Σινᾶ, ἦταν πικρὸ καὶ δὲν πινόταν. Γι’ αὐτὸ καὶ ὀνόμασαν τὸν τόπο ἐκεῖνο Πικρία. Στὶς νέες διαμαρτυρίες τους ὁ Θεὸς ὑπέδειξε στὸν Μωυσῆ νὰ ρίξει στὸ νερὸ ἕνα κλαδὶ ἀπὸ κάποιο δέντρο καὶ τὸ νερὸ γλύκανε, ἔγινε πόσιμο. Στὴ συνέχεια τοὺς ὁδήγησε στὴν Αἰλείμ, δέκα χιλιόμετρα νοτιότερα τῆς Μερρᾶς, ὅπου στρατοπέδευσαν γιὰ ἀρκετὲς μέρες καὶ ξεκουράστηκαν. Γιατὶ ἡ Αἰλεὶμ ἦταν μιὰ δροσερὴ ὄαση ἐν μέσῳ τῆς ἐρήμου. Δώδεκα κρυστάλλινες πηγὲς καὶ ἑβδομήντα θαλεροὶ φοίνικες χάριζαν τὴν πολύτιμη δροσιά τους στοὺς καταπονημένους ὁδοιπόρους (Ἐξ. 15, 22-27).

Μὲ αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλὰ ὁ Θεὸς ἔδειξε ὅτι δὲν ἐγκαταλείπει ποτὲ τὸν λαό του. Ἔχει τὴν ἔγνοια του καὶ τὸ σχέδιό του γι’ αὐτόν. Ἐνεργεῖ ὅμως μὲ τὸν τρόπο του. Ὄχι ὅπως σκέφτονται καὶ θέλουν οἱ ἄνθρωποι. Φροντίζει γιὰ ὅλα, ἀλλὰ θέτοντας συνεχῶς ὑπὸ δοκιμασία τὴν πίστη τους ἀπέναντί του. Δὲν τοὺς καλομαθαίνει μὲ τὸ κουταλάκι στὸ στόμα. Τοὺς ἐκπαιδεύει νὰ ἀγωνίζονται, νὰ ὑπομένουν, νὰ ἔχουν ἐμπιστοσύνη στὸ πρόσωπό του, νὰ ὑπακούουν στὶς ἐντολές του. Δὲν τὸ κάνει αὐτό, ἐπειδὴ τοῦ ἀρέσει νὰ τοὺς ταλαιπωρεῖ. Ἀλλὰ γιὰ νὰ προοδεύουν, νὰ γυμνάζονται πνευματικά, νὰ ἀναπτύσσουν στὸ ἔπακρο ὅσες ἱκανότητες τοὺς ἔχει δώσει. Ὁ δάσκαλος ποὺ δὲν ἀξιοποιεῖ ὅλες τὶς δυνατότητες τοῦ μαθητῆ, τὸν ζημιώνει. Εἶναι κακὸς δάσκαλος. Καὶ ὁ προπονητὴς κάνει καλὰ τὴ δουλειά του, ὅταν «ταλαιπωρεῖ» μὲ σκληρὴ προπόνηση τὸν ἀθλητή του, ἀντὶ νὰ τὸν ἀφήνει νὰ τεμπελιάζει. (περισσότερα…)

Πῶς ἀν­τι­δροῦ­με ὅ­ταν μᾶς ἐ­πι­σκέ­πτον­ται οἱ δο­κι­μα­σί­ες; Ιανουάριος 9, 2017

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

 Ἡ ἀληθινὴ εὐσέβεια: Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΙΩΒ

problhma

π. Δημητρίου Μπόκου

Ὁ Ἰ­ὼβ (6 Μα­ΐ­ου) ἦ­ταν ἄν­θρω­πος ἄ­μεμ­πτος ἀ­πέ­ναν­τι στὸν Θε­ὸ καὶ στοὺς ἀν­θρώ­πους. Ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ὸς ἀ­πο­φάν­θη­κε ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε πά­νω στὴ γῆ πιὸ ἐ­νά­ρε­τος καὶ θε­ο­σε­βὴς ἄν­θρω­πος ἀ­πὸ αὐ­τόν. Ὁ Σα­τα­νᾶς ὅ­μως ἀν­τέ­τα­ξε ὅ­τι ἡ ἀ­ρε­τὴ τοῦ Ἰ­ὼβ δὲν εἶ­ναι γνή­σια. Κα­τὰ τὴ γνώ­μη του, ὁ Ἰ­ὼβ σε­βό­ταν τὸν Θε­ό, ἐ­πει­δὴ ἔ­λα­βε ἀ­πὸ αὐ­τὸν πολ­λὰ ἀ­γα­θά. Ὁ Ἰ­ὼβ εἶ­χε ἑ­πτὰ χι­λιά­δες πρό­βα­τα, τρεῖς χι­λιά­δες κα­μῆ­λες, χί­λια βό­δια καὶ πεν­τα­κό­σια γα­ϊ­δού­ρια. Γιὰ τὴ φύ­λα­ξή τους εἶ­χε τε­ρά­στιο ἀ­ριθ­μὸ ὑ­πη­ρε­τῶν. Εἶ­χε ἐ­πί­σης ἀ­πο­κτή­σει καὶ δέ­κα παι­διά, ἑ­πτὰ γιοὺς καὶ τρεῖς θυ­γα­τέ­ρες.

Γιὰ νὰ φα­νεῖ ὅ­τι ἡ ἀ­ρε­τὴ τοῦ Ἰ­ὼβ εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νὴ καὶ δὲν ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὰ ἀ­γα­θά του, ὁ Θε­ὸς ἔ­δω­σε τὴν ἄ­δεια στὸν Σα­τα­νᾶ νὰ τὸν δο­κι­μά­σει. Ἔ­τσι λοι­πὸν σὲ μί­α καὶ μό­νο μέ­ρα ὁ δί­και­ος Ἰ­ὼβ ἔ­λα­βε ἀ­πα­νω­τά, τὴ μί­α πά­νω στὴν ἄλ­λη, τὶς χει­ρό­τε­ρες εἰ­δή­σεις. Οἱ λη­στὲς ἅρ­πα­ξαν τὰ βό­δια καὶ τὰ γα­ϊ­δού­ρια του, σκο­τώ­νον­τας τοὺς ὑ­πη­ρέ­τες. Φω­τιὰ ποὺ ἔ­πε­σε ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ κα­τέ­κα­ψε τὰ πρό­βα­τα, τὶς κα­μῆ­λες καὶ τοὺς βο­σκούς. Σφο­δρὸς ἄ­νε­μος ἀ­πὸ τὴν ἔ­ρη­μο γκρέ­μι­σε τὸ σπί­τι τοῦ με­γά­λου του γιοῦ. Ὅ­λα τὰ παι­διὰ τοῦ Ἰ­ώβ, ποὺ ἔ­τρω­γαν καὶ ἔ­πι­ναν μέ­σα, σκο­τώ­θη­καν.

Ὅ­ταν ὁ Ἰ­ὼβ ἄ­κου­σε καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο νέ­ο, ση­κώ­θη­κε, ἔ­σχι­σε τὰ ροῦ­χα του καὶ ἔ­κο­ψε τὰ μαλ­λιά του, γιὰ νὰ δεί­ξει, κα­τὰ τὸ ἔ­θι­μο τῆς ἐ­πο­χῆς, τὸ με­γά­λο του πέν­θος. Στὴ συ­νέ­χεια ὅ­μως ἔ­πε­σε στὸ ἔ­δα­φος, προ­σκύ­νη­σε τὸν Κύ­ριο καὶ εἶ­πε:  «Ἐ­γὼ γυ­μνὸς βγῆ­κα ἀ­πὸ τὴν κοι­λιὰ τῆς μη­τέ­ρας μου, γυ­μνὸς καὶ θὰ ἀ­πέλ­θω ἀ­πὸ τὸν κό­σμο αὐ­τὸν στὸν τά­φο. Ὁ Κύ­ριος ἔ­δω­κε τὰ δῶ­ρα του, ὁ Κύ­ριος τὰ ἀ­φαί­ρε­σε. Ὅ­πως φά­νη­κε ἀ­ρε­στὸ στὸν Κύ­ριο, ἔ­τσι καὶ ἔ­γι­νε. Ἂς εἶ­ναι δο­ξα­σμέ­νο τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Κυ­ρί­ου στοὺς αἰ­ῶ­νες». Ἔ­τσι σὲ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς συμ­φο­ρὲς ποὺ τὸν βρῆκαν, ὁ Ἰ­ὼβ δὲν ἁ­μάρ­τη­σε κα­θό­λου ἐ­νώ­πιον τοῦ Κυ­ρί­ου. Δὲν ἔ­κα­με καμ­μιὰ ἀ­νό­η­τη ἐ­νέρ­γεια ἀ­πέ­ναν­τί του. «Οὐκ ἔ­δω­κεν ἀ­φρο­σύ­νην τῷ Θεῷ».

Στὴ συ­νέ­χεια τῆς δο­κι­μα­σί­ας του φά­νη­κε ἀ­κό­μα κα­θα­ρώ­τε­ρα ἡ γνη­σι­ό­τη­τα τῆς εὐ­σέ­βειάς του. Δι­ό­τι ὁ δι­ά­βο­λος ζή­τη­σε τὴν ἄ­δεια νὰ τοῦ ἀ­φαι­ρέ­σει καὶ τὴν ὑ­γεί­α του καί, ἀ­φοῦ ὁ Θε­ὸς τὸ ἐ­πέ­τρε­ψε, χτύ­πη­σε τὸν Ἰ­ὼβ μὲ τὸ χει­ρό­τε­ρο ἕλ­κος, πι­θα­νὸν μὲ λέ­πρα. Ἀ­πο­τέ­λε­σμα: Ὁ Ἰ­ὼβ ἐ­ξο­ρί­σθη­κε καὶ ἀ­πὸ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη κοι­νω­νί­α. Ἔ­μει­νε μό­νος καὶ ἔ­ρη­μος νὰ ξύ­νει τὶς πλη­γές του μὲ ἕ­να ὄ­στρα­κο πά­νω σὲ ἕ­να σω­ρὸ κο­πριᾶς. Ἡ δο­κι­μα­σί­α του μά­λι­στα ἐν­τά­θη­κε ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια τὴ γυ­ναί­κα του, ποὺ ἀν­τὶ νὰ τὸν στη­ρίζει ψυ­χο­λο­γι­κά, τὸν πα­ρό­τρυ­νε νὰ βλα­σφη­μή­σει τὸν Θε­ὸ καὶ ἂς πέ­θαι­νε κα­τό­πιν.

Τό­τε ὁ Ἰ­ὼβ δι­όρ­θω­σε τὸν λαν­θα­σμέ­νο της λο­γι­σμό μὲ τὰ θαυμάσια λό­για του: «Για­τί μί­λη­σες σὰν μιὰ ἀ­π’ τὶς ἀ­νό­η­τες γυ­ναῖ­κες; Ἂν δε­χθή­κα­με εὐ­χα­ρί­στως τὰ κα­λὰ ἀ­πὸ τὸν Κύ­ριο, δὲν θὰ ὑ­πο­μεί­νου­με καὶ τὰ κα­κά;» Καὶ ἔ­τσι, πα­ρὰ τὶς τό­σες συμ­φο­ρὲς ποὺ τοῦ συ­νέ­βη­σαν, κα­νέ­να πα­ρά­πο­νο δὲν βγῆ­κε ἀ­πὸ τὰ χεί­λη τοῦ Ἰ­ὼβ ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Θε­οῦ. Δὲν ἁ­μάρ­τη­σε κα­θό­λου ἀ­πέ­ναν­τί Του. Τελικὰ ὁ Θεὸς τὸν ἀποκατέστησε πλήρως, χαρίζοντάς του τὴν ὑγεία καὶ διπλάσια ἀγαθὰ ἀπὸ ὅ,τι εἶχε πρῶτα. «Ὁ Κύριος εὐλόγησε τὰ ἔσχατα Ἰὼβ ἢ τὰ ἔμπροσθεν». Μετὰ τὴ δοκιμασία του τὸν εὐλόγησε περισσσότερο. Τὰ κοπάδια του πλήθυναν. Εἶχε τώρα δεκατέσσερες χιλιάδες πρόβατα, ἕξι χιλιάδες καμῆλες, δυὸ χιλιάδες βόδια καὶ χίλια γαϊδούρια. Καὶ τὸ σπουδαιότερο, ἀπέκτησε ἑπτὰ νέους γιοὺς καὶ τρεῖς θυγατέρες. Καὶ δὲν βρέθηκαν στὴ γῆ, κάτω ἀπ’ τὸν οὐρανό, ὡραιότερες γυναῖκες ἀπὸ τὶς θυγατέρες τοῦ Ἰώβ. Μὰ ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε καὶ χρόνια ζωῆς, γιὰ νὰ χαρεῖ τὰ καλὰ ὅλα ποὺ τοῦ χάρισε. «Ἔζησε δὲ Ἰὼβ μετὰ τὴν πληγὴν ἔτη ἑκατὸν ἑβδομήκοντα, τὰ δὲ πάντα ἔτη ἔζησε διακόσια τεσσαράκοντα· καὶ εἶδεν Ἰὼβ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ καὶ τοὺς υἱοὺς τῶν υἱῶν αὐτοῦ, τετάρτην γενεὰν» (Ἰώβ, κεφ. 1, 2 καὶ 42).

sygxroni-thlipsi

Ὅμως ἐ­μεῖς; Πῶς ἀν­τι­δροῦ­με, ὅ­ταν οἱ δο­κι­μα­σί­ες μᾶς ἐ­πι­σκέ­πτον­ται; Δο­ξά­ζου­με τό­τε τὸν Θε­ό, ἢ ἀ­μέ­σως στρε­φό­μα­στε ἐ­ναν­τί­ον του μὲ «δι­και­ο­λο­γη­μέ­νη» ἀ­γα­νά­κτη­ση; Ἐ­γεί­ρου­με τὸ τό­σο «δί­και­ο» κα­τὰ τὴ γνώ­μη μας «για­τί», ἢ τὸν εὐ­χα­ρι­στοῦ­με «ἐν παν­τὶ» (Α΄ Θεσ. 5, 18), σὲ κά­θε πε­ρί­στα­ση, εἴ­τε εὐ­χά­ρι­στη εἴ­τε δυ­σά­ρε­στη; Πα­ρα­δί­δουμε μὲ ἀπόλυτη ἐμ­πι­στο­σύ­νη τὸν ἑ­αυ­τό μας στὰ χέ­ρια του; Γιὰ νὰ μᾶς κα­θο­δη­γεῖ Ἐ­κεῖ­νος πρὸς τὸ ἀ­λη­θι­νό μας συμ­φέ­ρον μὲ τὴ βα­θειά του σο­φί­α καὶ τὴν ἀ­πέ­ραν­τη ἀ­γά­πη του γιὰ μᾶς;

Και­ρὸς νὰ ἐ­στερ­νι­σθοῦ­με τὴν κρυ­στάλ­λι­νη σκέ­ψη τοῦ Ἰ­ώβ, ποὺ ἂν καὶ ἔ­ζη­σε στὴν πο­λὺ μα­κρι­νὴ «πρὸ τῆς χά­ρι­τος» ἐ­πο­χή, διέ­βλε­πε τὸ θέ­λη­μα τοῦ Κυ­ρί­ου πο­λὺ πιὸ φω­τει­νὰ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς.

Πηγή: ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 382, Μάιος 2015, ἐπηυξημένο

Εικόνες: Γεώργιος Κόρδης

Το Μυστικό της Χαράς των Χριστουγέννων Δεκέμβριος 29, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

π.  Δημητρίου  Μπόκου

Προ­τοῦ ξη­με­ρώ­σει, νύ­χτα ἀ­κό­μη, ξύ­πνη­σε, κα­θὼς τὸ συ­νή­θι­ζε, ὁ γέ­ρο-Φι­λά­γριος. Ἄλ­λα­ξε φυ­τί­λι στὸ καν­τή­λι ποὺ τρε­μό­σβη­νε κι ἀ­νά­βον­τας δυὸ κε­ριὰ μπρὸς στὶς εἰ­κό­νες, δι­ά­βα­σε τὶς ἑ­ω­θι­νές του προ­σευ­χές, τὸ Με­σο­νυ­κτι­κὸ καὶ τὸν Ὄρ­θρο.

Ἔ­φεγ­γε γιὰ τὰ κα­λὰ ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε. Τρά­βη­ξε τὸ ξύ­λι­νο πορ­τό­φυλ­λο ποὺ ἔ­κλει­νε τὸ ἄ­νοιγ­μα τῆς σπη­λιᾶς καὶ βγῆ­κε στὸν ἐ­ξώ­στη, ἕ­να φυ­σι­κὸ πλά­τω­μα τοῦ βρά­χου πά­νω ἀ­π’ τὸν γκρε­μό. Ἀ­πὸ χα­μη­λὰ ἀ­νέ­βαι­νε, μό­νι­μο τρα­γού­δι στ’ αὐ­τιά του, τὸ βου­η­τὸ τοῦ νε­ροῦ, κα­θὼς κυ­λοῦ­σε ὁρ­μη­τι­κὰ στὸ φα­ράγ­γι. Τὸ κα­λο­καί­ρι μό­νο ἡ­σύ­χα­ζε, γι­νό­ταν φλύ­α­ρο μουρ­μου­ρη­τό, μη­τρι­κὸ να­νού­ρι­σμα στὸν ὕ­πνο του.

Ἡ ἀ­να­το­λὴ ρό­δι­ζε στὸ βά­θος κι ἕ­να ὑ­πέ­ρο­χο σύ­νο­λο ἁ­πα­λῶν χρω­μα­τι­σμῶν ξε­χυ­νό­ταν τριγύ­ρω. Τὰ μά­τια του μα­γεύ­τη­καν στὴ θέ­α τῆς αὐ­γῆς. Φω­νὲς που­λι­ῶν, θρο­ΐ­σμα­τα φύλ­λων, γρυ­λί­σμα­τα ἀ­γρι­μι­ῶν, γέ­μι­ζαν ὀ­μορ­φιὰ τὴν ἄ­γρια φύ­ση. Πῶς τ’ ἀ­γα­ποῦ­σε ὅ­λα αὐ­τά! Φι­λά­γριος, βλέ­πεις!

Ἀ­νά­πνευ­σε τὸν πρω­ι­νὸ ἀ­έ­ρα κι ἕ­να κύ­μα εὐ­φο­ρί­ας φού­σκω­σε τὴν καρ­διά του.

«Ὡς ἐ­με­γα­λύν­θη τὰ ἔρ­γα Σου, Κύ­ρι­ε…»

«Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐκ τῆς γῆς… τὰ ὄρη καὶ πάντες οἱ βουνοί, …τὰ θηρία καὶ πάντα τὰ κτήνη, ἑρπετὰ καὶ πετεινὰ πτερωτά…»

Δὲν ἦ­ταν μό­νο μιὰ ὄ­μορ­φη φθι­νο­πω­ρι­ά­τι­κη μέ­ρα ἡ ση­με­ρι­νή. Εἶ­χε κά­τι ξε­χω­ρι­στὸ καὶ γι’ αὐ­τόν.

Ξα­να­γύ­ρι­σε στὸ βά­θος τῆς σπη­λιᾶς, πῆ­ρε στὰ χέ­ρια του ἕ­να μα­κρὺ ξε­φλου­δι­σμέ­νο ξύ­λο καὶ τό ’­φε­ρε ἔ­ξω. Τὸ σή­κω­σε ψη­λὰ καὶ τὸ κοί­τα­ξε στὸ φῶς. Ἦ­ταν γε­μά­το χα­ρα­κι­ές. Κά­θε χα­ρα­κιὰ κι ἕ­νας χρό­νος. Πολ­λὲς χα­ρα­κι­ές, πολ­λὰ χρό­νια!

Χα­μο­γέ­λα­σε. Ἔ­βγα­λε τὸν πα­λιό του σου­γιὰ καὶ τρά­βη­ξε μιὰ χα­ρα­κιὰ ἀ­κό­μα κά­τω ἀ­π’ τὶς ἄλ­λες. Ἑ­κα­τό!

Σή­με­ρα γι­νό­ταν ἑ­κα­τὸ χρο­νῶν! Χα­μο­γέ­λα­σε πά­λι.

–  Ἦρ­θε ὁ και­ρός!… μουρ­μού­ρι­σε.

Ἀ­να­σύ­ρον­τας τὶς βα­ρει­ὲς κουρ­τί­νες τοῦ χρό­νου ἡ μνή­μη του ἔ­τρε­ξε πο­λὺ πί­σω. Τό­τε πού, δε­κά­δες χρό­νια πρίν, ἀ­φή­νον­τας τὸν κό­σμο, ξε­κι­νοῦ­σε τὸ μα­κρὺ τα­ξί­δι γιὰ τὸ ἀ­σκη­τα­ριό του.

–  Θὰ ξα­να­ϊ­δω­θοῦ­με στὰ ἑ­κα­τό μας, ἂν ζοῦ­με, εἶ­πε στὴ δί­δυ­μη μο­να­δι­κὴ ἀ­δελ­φή του, βλέ­πον­τας τὰ δά­κρυ­α στὰ μά­τια της, τά­χα ἀ­στει­ευ­ό­με­νος γιὰ νὰ κρύ­ψει καὶ τὴ δι­κή του συγ­κί­νη­ση. Θὰ γι­ορ­τά­σου­με μα­ζὶ τὰ ἑ­κα­το­στά μας Χρι­στού­γεν­να.

Ἐ­κεί­νη χα­μο­γέ­λα­σε πι­κρὰ μὲ­ς στὰ δά­κρυ­ά της καὶ τὸν φί­λη­σε γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά…

–  Ἦρ­θε ὁ και­ρός, Μαρ­γα­ρί­τα! ξα­νά­πε καὶ τὰ μά­τια του βούρ­κω­σαν. Ποι­ὸς θὰ τὸ πί­στευ­ε! Νὰ ζεῖς ἄ­ρα­γε; (περισσότερα…)

Οι Αγριόχηνες Νοέμβριος 23, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία, Φύση / Ζώα , 1 comment so far

v-shape-flying-geese

π. Δημητρίου Μπόκου

Τὸ φθι­νό­πω­ρο εἶ­ναι ἡ ἐ­πο­χὴ ποὺ τὰ ἀ­πο­δη­μη­τι­κὰ που­λιὰ πε­τοῦν γιὰ τοὺς τό­πους τῆς χει­με­ρι­νῆς τους δι­α­βί­ω­σης. Οἱ ἀ­γρι­ό­χη­νες δὲν ἑ­ξαι­ροῦν­ται ἀ­πὸ τὸν κα­νό­να αὐ­τόν. Μα­ζεύ­ον­ται λοι­πὸν κι αὐ­τὲς καὶ πε­τοῦν σὲ με­γά­λους σχη­μα­τι­σμοὺς σχή­μα­τος V. Για­τί γί­νε­ται αὐ­τὸ καὶ δὲν πε­τοῦν ἐ­λεύ­θε­ρα, ἡ κα­θε­μιὰ ὅ­πως τύ­χει;

Λέ­νε οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες πὼς ὁ συγ­κε­κρι­μέ­νος σχη­μα­τι­σμὸς ἔ­χει ἕ­να με­γά­λο πλε­ο­νέ­κτη­μα. Ὅ­ταν μιὰ χή­να χτυ­πά­ει τὰ φτε­ρά της, δη­μι­ουρ­γεῖ­ται ἀ­νο­δι­κὸ ρεῦ­μα ἀ­έ­ρος, ποὺ δι­ευ­κο­λύ­νει τὴ χή­να ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ.  Ὅ­ταν τὸ σμῆ­νος πε­τά­ει σὲ σχη­μα­τι­σμὸ V, αὐ­ξά­νε­ται κα­τὰ 71% ἡ πτη­τι­κή του ἐμ­βέ­λεια, δι­α­νύ­ει δη­λα­δὴ μὲ τὴν ἴ­δια ἐ­νέρ­γεια 71% πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­πό­στα­ση, ἀ­πὸ τὸ ἂν πε­τοῦ­σε ἡ κά­θε χή­να μό­νη της. Τὰ που­λιὰ ποὺ θὰ ξε­φύ­γουν ἀ­πὸ τὸν σχη­μα­τι­σμὸ δυ­σκο­λεύ­ον­ται καὶ κα­τα­πο­νοῦν­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν πτή­ση.

Ὅ­ταν κου­ρα­στοῦν οἱ χῆ­νες ποὺ βρί­σκον­ται στὴν αἰχ­μὴ τοῦ δό­ρα­τος, με­τα­το­πί­ζον­ται στὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ σχη­μα­τι­σμοῦ, ὅ­που λό­γῳ τοῦ ἀ­νο­δι­κοῦ ρεύ­μα­τος τὸ πέ­ταγ­μα γί­νε­ται πιὸ εὔ­κο­λα. Οἱ πί­σω χῆ­νες τό­τε προ­ω­θοῦν­ται μπρο­στὰ καὶ ἔ­τσι ὅ­λες μὲ τὴ σει­ρά τους περ­νοῦν δι­α­δο­χι­κὰ ἀ­πὸ τὴν κά­θε θέ­ση. Μὲ τὸν τρό­πο αὐ­τὸν μοι­ρά­ζον­ται ὅ­λες ἐ­ξί­σου τὴν κού­ρα­ση. Τέ­λεια αἴ­σθη­ση, ὁ­μα­δι­κή!

Ἡ ἰ­σχὺς λοι­πὸν ἐν τῇ ἐ­νώ­σει! Καὶ δὲν σταματοῦν ἐκεῖ. Ἂν συμ­βεῖ νὰ ἀρ­ρω­στή­σει ἢ νὰ τραυ­μα­τι­στεῖ μί­α χή­να, δύ­ο ἄλ­λες βγαί­νουν ἀ­πὸ τὸν σχη­μα­τι­σμὸ καὶ τὴ συ­νο­δεύ­ουν μέχρι τὸ ἔ­δα­φος, γιὰ νὰ τὴ βο­η­θή­σουν καὶ νὰ τὴν προ­στα­τεύ­σουν. Μέ­νουν μα­ζί της μέ­χρι νὰ μπο­ρέ­σει νὰ ξα­να­πε­τά­ξει ἢ νὰ πε­θά­νει. Καὶ μό­νο τό­τε ξα­να­πε­τᾶ­νε γιὰ νὰ ἐν­τα­χθοῦν σὲ κά­ποι­ο δι­ερ­χό­με­νο σμῆ­νος ἢ νὰ προ­λά­βουν, ἂν γίνεται, τὸ δι­κό τους. Φαν­τα­στι­κὴ αἴσθηση ἀλληλεγγύης! (Ἀπὸ τὸ βιβλίο: Ἐθελοντὲς καὶ ἐθελόντριες στὴ διακονία τῶν ἀσθενῶν, σ. 33-34).

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φὴ μᾶς παραπέμπει στὸ σχολεῖο τῆς φύσης: «Ρώ­τη­σε τὰ τε­τρά­πο­δα καὶ θὰ σοῦ ποῦ­νε, τὰ που­λιὰ καὶ θὰ σοῦ ἀ­ναγ­γεί­λουν. Μί­λα στὴ γῆ καὶ θὰ σοῦ δι­η­γη­θεῖ, τῆς θά­λασ­σας τὰ ψά­ρια θὰ σοῦ ἐ­ξη­γή­σουν! Ποι­ὸ ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ξέ­ρει “ὅ­τι χεὶρ Κυ­ρί­ου ἐ­ποί­η­σε ταῦ­τα;” Ὅτι τὰ ἔπλα­σε τὸ χέ­ρι τοῦ Θε­οῦ;» (Ἰ­ώβ, 12, 7-10). Νά, τὸ σοφό, μοναδικό τους μήνυμα: Τὰ πάντα παίρνουν ζωὴ ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ καὶ κατευθύνονται ἀπὸ τοὺς νόμους ποὺ ὅρισε αὐτός.

Μὲ τὸ ἀλφαβητάρι λοιπὸν τῆς φύσης του ὁ Θε­ὸς μᾶς δι­δά­σκει. Ὅ­λα, ἀ­κό­μα καὶ οἱ ἀ­γρι­ό­χη­νες, μᾶς δι­δά­σκουν. Μᾶς δί­νουν ἀ­νε­πα­νά­λη­πτα μα­θή­μα­τα συ­νερ­γα­σί­ας, συμ­πα­ρά­στα­σης, ἑ­νό­τη­τας, ἀ­γά­πης. Πράγ­μα­τα ἀ­πο­λύ­τως ἀ­ναγ­καῖ­α γιὰ νὰ ζή­σου­με ἀν­θρώ­πι­να. Ποὺ ὅ­μως τὰ ξε­χνᾶ­με τό­σο εὔ­κο­λα, ὑ­πο­κύ­πτον­τας στὸν πει­ρα­σμὸ τῆς ἀ­το­μι­κῆς μας κα­τα­ξί­ω­σης. Προ­έ­χουν δυ­στυ­χῶς σ’ ἐ­μᾶς οἱ ἐ­γω­κεν­τρι­κὲς ἐ­πι­δι­ώ­ξεις γιὰ προ­σω­πι­κή μας ἐ­ξα­σφά­λι­ση. Ἀ­δι­α­φο­ροῦ­με γιὰ τὶς ἀ­νάγ­κες τῶν ἀ­δελ­φῶν μας. Ἀ­ναι­μι­κὴ ἕ­ως ἀ­νύ­παρ­κτη ἡ μέ­ρι­μνά μας γι’ αὐ­τούς.

Καὶ ἀ­δελ­φός μας εἶ­ναι βέ­βαι­α ὁ πᾶς ἄν­θρω­πος. Ὁ οἰ­κεῖ­ος μας, ὁ γεί­το­νάς μας, ὁ συμ­πο­λί­της, ὁ ὁ­μο­ε­θνής, ἀλ­λὰ καὶ ὁ δι­α­φο­ρε­τι­κός, ὁ ξέ­νος, ὁ με­τα­νά­στης, ὁ ἀλ­λό­θρη­σκος, ὁ ἀλ­λο­ε­θνής. Εἶ­ναι ἀ­συγ­χώ­ρη­τη πτώ­ση, συ­νέ­χεια τῆς ἀρ­χέ­γο­νης ἁ­μαρ­τί­ας, τὰ τεί­χη τῶν δι­α­κρί­σε­ων ποὺ ὕψωσε ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ἰ­δι­ο­τέ­λεια πα­νύ­ψη­λα ἀ­νά­με­σά μας. Ἀ­πα­ρά­δε­κτο φαι­νό­με­νο στὰ μά­τια τοῦ Θε­οῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ταυ­τί­ζε­ται μὲ τὸν κά­θε ἐ­λά­χι­στο τῆς γῆς καὶ τὸν θεωρεῖ ἀδελφό του : «Ἐ­φ’ ὅ­σον ἐ­ποι­ή­σα­τε ἑ­νὶ τού­των τῶν ἀ­δελ­φῶν μου τῶν ἐ­λα­χί­στων, ἐ­μοὶ ἐ­ποι­ή­σα­τε» (Ματθ. 25, 40).

Ὅ­μως, «οὐκ ἔ­σται ἐν σοὶ ἐν­δε­ής». Δὲν θὰ πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­με­σά σας φτω­χός, λέγει ὁ Κύ­ριος στοὺς Ἰσ­ρα­η­λί­τες καὶ ὁ­ρί­ζει οἱ δανειστὲς νὰ χα­ρί­ζουν κά­θε ἑ­πτὰ χρό­νια τὰ χρέ­η στοὺς φτω­χοὺς (Δευτ. κεφ. 15). Κάθε πενήντα χρόνια οἱ ἰδιοκτησίες γῆς ποὺ εἶχαν πουληθεῖ, ἔπρεπε νὰ ἐπιστραφοῦν στὸν ἀρχικὸ ἰδιοκτήτη τους. Καὶ οἱ ἄνθρωποι ἐπίσης ποὺ τυχὸν εἶχαν πουληθεῖ ὡς δοῦλοι, στὸ πεντηκοστὸ ἔτος ἔπρεπε νὰ ἐλευθερωθοῦν (Λευιτ. κεφ. 25). Ἂν τέτοια πράγματα προβλέπει ὁ (ἀ­τε­λὴς) νό­μος τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης, τί ἔχουμε νὰ ποῦ­με ἐμεῖς οἱ Χρι­στια­νοί, ποὺ λά­βα­με τὴν πλή­ρω­ση τοῦ νό­μου μὲ τὸ «ἀ­γα­πᾶ­τε», ἀ­κό­μα καὶ «τοὺς ἐ­χθροὺς ὑ­μῶν» (Λουκ. 6, 27); Καὶ πό­σο πιὸ πο­λὺ ἀ­πὸ τοὺς ἀ­πο­δέ­κτες τοῦ πα­λαι­οῦ νό­μου θὰ πρέ­πει ἐμεῖς νὰ φρον­τί­ζου­με νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει ἀνάμεσά μας φτω­χός;

Μὲ τὸ βα­θὺ μυ­στή­ριο τῆς Γέν­νη­σής του ὁ Χρι­στὸς θέ­λη­σε νὰ ξυπνήσει μέσα μας μιὰ τέτοια εὐαισθησία. Νὰ μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­ψει πὼς αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ τρό­πος τῆς δι­κῆς του ζω­ῆς. Δὲν ἀρ­κέ­σθη­κε νὰ μᾶς δι­δά­σκει μό­νο μὲ τὶς ἀ­γρι­ό­χη­νες καὶ τὰ λοι­πὰ ὑ­πέ­ρο­χα πλά­σμα­τά του. Με­ρί­μνη­σε νὰ ἔλ­θει καὶ ὁ ἴ­διος κον­τά μας, ὄχι μόνο γιὰ νὰ μᾶς διδάξει, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ μᾶς συ­ναν­τή­σει προσωπικά. Νὰ βρεθεῖ δίπλα μας στὴν ἀ­νάγ­κη μας. Στὴ φτώ­χεια, στὸν πό­νο, στὴν τα­λαι­πω­ρί­α τῶν ἀ­δι­ε­ξό­δων μας (Λουκ. 4, 18-19). Νὰ μᾶς κάμει γνωστὸ τὸν ἑαυτό του, νὰ γνωριστοῦμε μαζί του. Νὰ μᾶς καλέσει νὰ γίνουμε φίλοι του, δικοί του.

Γεν­νή­θη­κε στὴν ἔ­σχα­τη φτώ­χεια, ὄ­χι για­τὶ τοῦ ἔ­λει­παν τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα. Δι­κά του εἶ­ναι τὰ σύμ­παν­τα (Ψαλμ. 118, 91). Ἀλ­λὰ γιὰ νὰ ταυ­τι­σθεῖ μὲ τὸν κά­θε φτω­χό καὶ νὰ προ(σ)κα­λέ­σει κι ἐ­μᾶς νὰ κά­νου­με τὸ ἴ­διο. Νὰ γί­νου­με οἰ­κτίρ­μο­νες καὶ ἐ­λε­ή­μο­νες σὰν αὐ­τὸν (Ψαλμ. 102, 8· Λουκ. 6, 36). Νὰ συ­ναν­τή­σου­με μὲ βα­θειὰ ἀ­γά­πη τὸν κά­θε ἀ­δελ­φό μας πά­νω στὸ πρό­βλη­μά του. Ἀλ­λι­ῶς ὁ ἴ­διος ὁ Κύ­ριός μας θὰ μᾶς ἀ­πευ­θύ­νει τὸ πα­ρά­πο­νο: Πεί­να­σα, δί­ψα­σα, ἀρ­ρώ­στη­σα, ὑ­πῆρ­ξα ἄ­στε­γος, ξέ­νος, γυ­μνός, ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νος, φυ­λα­κι­σμέ­νος. Ἀλ­λὰ ἐ­σεῖς ἀ­δι­α­φο­ρή­σα­τε (Ματθ. 25, 43). Καὶ θὰ ἀποστρέ­ψει ἀπὸ μᾶς τὸ πρό­σω­πό του. Νὰ μὴν τὸν βλέπουμε. Καὶ αὐ­τὸ θὰ εἶ­ναι ἡ κό­λα­ση. Δὲν θὰ ὑ­πάρ­χει ὀ­δυ­νη­ρό­τε­ρη αἴ­σθη­ση γιὰ μᾶς ἀ­π’ τὸ νὰ στρέψει ἀλλοῦ τὸ πρό­σω­πό του ὁ Κύ­ριος, νὰ παύσει νὰ βλέπει τὸ δικό μας πρόσωπο.

Τὰ Χρι­στού­γεν­να ἔρ­χον­ται, ἂς συ­στρα­τευ­θοῦ­με λοι­πὸν ὅ­λοι μας σὲ ἕ­να μι­κρὸ συ­να­γερ­μὸ ἀ­γά­πης. Ὁ Χρι­στὸς στὸ πρό­σω­πο τῶν ἐ­λα­χί­στων ἀ­δελ­φῶν του πε­ρι­μέ­νει. Μᾶς κα­λεῖ «εἰς πα­ρο­ξυ­σμὸν ἀ­γά­πης καὶ κα­λῶν ἔρ­γων» (Ἑ­βρ. 10, 24). Ντρο­πή μας νὰ ὑ­στε­ρή­σου­με!

Χριστούγεννα 2014

Πηγή: Ἀντιύλη

Ἱ. Ναὸς Ἁγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα

Τηλ. 26820-25861/23075/697-280.9268

e-mail: antiyli.gr@gmail.com

Φωτογραφία: Matt Salas στο Flickr (CC BY 2.0)

Τό Νόημα τοῦ Σαρανταλείτουργου Νοέμβριος 14, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

theia-leitourgia-diskopothro

π. Δημητρίου Μπόκου

Τὸ σαρανταήμερο (15 Νοεμβρίου – 25 Δεκεμβρίου), ἡ περίοδος τῆς νηστείας τῶν Χριστουγέννων, συνδέεται μὲ τὸ σαρανταλείτουργο. Ἡ καθημερινὴ τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας κατὰ τὴν περίοδο αὐτή, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸν ἀγώνα τῆς νηστείας, μιᾶς συνολικῆς ἄσκησης κατὰ τῶν ἐγωκεντρικῶν μας ἐπιθυμιῶν καὶ παθῶν, εἶναι μιὰ ἄριστη προετοιμασία γιὰ ἀληθινὴ βιωματικὴ προσέγγιση τοῦ συγκλονιστικοῦ γεγονότος τῆς σάρκωσης τοῦ Θεοῦ. Γιατί ἔχει τόση σημασία γιὰ μᾶς ἡ Θεία Λειτουργία;

Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι πάντοτε μιὰ πρό(σ)κληση νὰ κοινωνήσουμε μ’ ἕναν ἄλλο τρόπο ζωῆς. Εἶναι εἴσοδος καὶ ἀπαρχὴ μιᾶς ἄλλης βιοτῆς. Ἐπαφὴ φευγαλέα καὶ προσωρινή, ἀλλὰ πάντως πραγματική, μὲ τὴν ἐκτὸς τοῦ δικοῦ μας χρόνου, τόπου καὶ τρόπου ὑπάρχουσα Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἕνα γεγονὸς ποὺ ὁ καθένας καλεῖται νὰ τὸ κάνει ἐνεργὰ ὑπαρκτὸ μέσα του, νὰ ἀποτελέσει μέρος του, νὰ ὑπάρξει μέσα σ’ αὐτό. Ἕνα γεγονὸς ποὺ πρέπει νὰ γίνει τὸ κέντρο τῆς ζωῆς του, ὀμφάλιος λῶρος γιὰ νὰ τραφεῖ καὶ νὰ ζήσει.

Γιὰ νὰ ζήσει ὅμως κανεὶς χρειάζεται τροφή. Κάθε μέρα ὁ ἄνθρωπος τρώει. Δὲν τὸ συζητάει αὐτό. Εἶναι τὸ αὐτονόητο. Θεωρεῖ τρέλλα τὸ νὰ σταματήσει νὰ τρώει, νὰ συνεχίσει νὰ ζεῖ χωρὶς τροφή. Ἀλλὰ τὸ ἴδιο ἀκριβῶς γίνεται καὶ μὲ τὴν ψυχή. Γιὰ νὰ ζήσει χρειάζεται τροφή. Δὲν ζεῖ ἀπὸ μόνη της. Δὲν εἶναι αὐθύπαρκτη. Δὲν ἔχει μέσα της τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀθανασίας. Τροφοδοτεῖται ἀπὸ τὴ μόνη πηγὴ ζωῆς, τὸν Θεό. Ἀπὸ τὴν τροφὴ ποὺ δίνει ὁ Θεός. Καὶ ἡ τροφὴ αὐτὴ εἶναι ξεκάθαρο ποιὰ εἶναι: Τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς δὲν λέει ἁπλῶς λόγια. Δὲν λέει νὰ ζήσουμε μὲ λόγια. Προσφέρει τροφή. Χαρίζει τὸν ἑαυτό του πρὸς βρῶσιν καὶ πόσιν.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἦλθε στὴ γῆ. Γιὰ νὰ γίνει τροφὴ ποὺ θὰ μᾶς θρέψει καὶ θὰ μᾶς ἀθανατίσει. Ὅλο τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου ἀπέβλεπε στὴν ἐξασφάλιση αὐτῆς τῆς τροφῆς. Ὁ Χριστὸς γεννήθηκε, πῆρε σάρκα ἀνθρώπινη, σταυρώθηκε καὶ ἀναστήθηκε, γιὰ νὰ κάμει τὴ σάρκα του αὐτὴ τροφὴ σωτήρια γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Μᾶς τὴν προσφέρει λοιπὸν ἄφθονη, σὰν τὴ μόνη τροφὴ ποὺ δίνει ζωὴ καὶ μάλιστα αἰώνια. Σὰν τὸ μόνο φάρμακο ποὺ νικᾶ τὸν θάνατο. «Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον».  Ἀληθινὴ τροφὴ εἶναι ἡ σάρκα μου, λέει. Ὅποιος τρώει ἀπὸ αὐτὴν «ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. 6, 53-58). Ὅλες οἱ ἄλλες τροφὲς δίνουν μικρὴ μόνο παράταση ζωῆς. Τὸ φάσμα δράσης τους εἶναι μικρό. Μακροπρόθεσμα πίσω τους ἐλλοχεύει ὁ θάνατος. Γι’ αὐτὸ ὁ Χριστὸς στὴ Θεία Λειτουργία εἶναι «ὁ ἐσθιόμενος καὶ μὴ δαπανώμενος, …ὁ προσφερόμενος καὶ διαδιδόμενος» εἰς βρῶσιν, γιὰ νὰ ἁγιάζει ὅσους τὸν τρώγουν.

Κάποιος ἀναχωρητὴς δὲν ἤθελε νὰ παραδεχθεῖ πὼς ὁ ἅγιος Ἄρτος ποὺ μεταλαμβάνουμε εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου. Οἱ γέροντες τῆς Σκήτης, ὅταν τὸ ἔμαθαν, τὸν κατήχησαν μὲ τὴν ὀρθὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖνος ὅμως ἐπέμενε στὴν πλάνη του. Οἱ πατέρες τὸν ἄφησαν, ἀλλὰ προσευχήθηκαν νὰ τὸν φωτίσει ὁ Θεός, ὥστε νὰ καταλάβει τὴν ἀλήθεια.

Μιὰ Κυριακὴ ὁ ἀναχωρητὴς συμμετεῖχε στὴ Θεία Λειτουργία ἀπὸ τὸ ἅγιο βῆμα τοῦ ναοῦ τῆς Σκήτης. Τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἱερέας πῆρε στὰ χέρια του τὸ πρόσφορο γιὰ νὰ προσκομίσει, ὁ πλανεμένος μοναχὸς εἶδε κατάπληκτος ἕνα βρέφος ξαπλωμένο πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα. Κι ὅταν ἄρχισε ὁ ἱερέας νὰ διαμελίζει τὸν Ἄρτο, φάνηκε ἅγιος ἄγγελος ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο κρατώντας στὸ χέρι του ἕνα μαχαίρι. Συγχρόνως μὲ τὸν ἱερέα διαμέλισε κι Αὐτὸς τὸ θεῖο Βρέφος κι ἔχυσε τὸ Αἷμα του στὸ Ἅγιο Ποτήριο. Ὁ ἀναχωρητὴς ταράχθηκε.

Μὰ ὕστερα ἀπὸ λίγο, ὅταν πῆγε νὰ κοινωνήσει, συνέβη κάτι πιὸ φοβερό. Εἶδε μέσα στὸ ἅγιο Ποτήριο ἀνθρώπινη σάρκα βαμμένη στὸ αἷμα. Κλαίγοντας τότε ὁμολόγησε τὴν πλάνη του καὶ παρακάλεσε τὸν Κύριο νὰ σκεπάσει μὲ τὴ χάρη του τὰ θεῖα Μυστήρια γιὰ νὰ τολμήσει νὰ κοινωνήσει. Πραγματικὰ μέσα στὸ Ἅγιο Ποτήριο εἶδε πάλι ψωμὶ καὶ κρασί, ἀπὸ τὰ ὁποῖα μετάλαβε εὐχαριστώντας τὸν Θεὸ (Θαύματα καὶ ἀποκαλύψεις ἀπὸ τὴν Θεία Λειτουργία [ἔκδ. Ι. Μονῆς Παρακλήτου Ἀττικῆς]).

Ἡ Θεία Λειτουργία λοιπὸν εἶναι πρωτίστως τραπέζι. Φαγητό. Τροφοδοσία. Ὁ Χριστὸς μιλάει συχνὰ γιὰ  δεῖπνο. Μᾶς καλεῖ νὰ δειπνήσουμε μαζί του. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ παραβάλλεται μὲ γαμήλιο δεῖπνο. Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι τράπεζα πνευματική. Ὁ Θεὸς σφάζει «τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν», θυσιάζει τὸν μονογενῆ του Υἱὸ καὶ παραθέτει τράπεζα. «Λάβετε, φάγετε…, πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες…». Ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς εἶναι «βρωτός», προσφέρεται δηλαδὴ νὰ φαγωθεῖ, ὀνομάζεται καὶ πασχάλιος ἀμνός, ἀρνὶ τοῦ Πάσχα. «Ὡς βρωτὸς δέ, ἀμνὸς προσηγόρευται» (Κανών τοῦ Πάσχα, ᾠδὴ δ΄).  Ἂν δὲν τρῶμε ἀπὸ αὐτὸ τὸ τραπέζι, ἂν δὲν μᾶς τρέφει τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἔχουμε «ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς». Δὲν μεγαλώνουμε, δὲν ἔχουμε πνευματικὴ ἀνάπτυξη καὶ ἐπέρχεται ἡ καχεξία καὶ ὁ θάνατος. Γιὰ τὸν Θεὸ ἔχουμε πεθάνει. Ὁ Χριστὸς μᾶς ὀνομάζει νεκροὺς (πρβλ. τὸ «ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκροὺς» [Ματθ. 8, 22]), ἀκόμα κι ἂν προσωρινὰ παρατείνεται ἡ βιολογική μας ζωή.

Ἡ Θεία Λειτουργία, ὄχι οἱ ἄλλες ἀκολουθίες (ἑσπερινός, ὄρθρος, παράκληση κ.λ.π.), ἀλλὰ εἰδικὰ καὶ μόνο ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι τροφή. Δὲν ἔχει ὑποκατάστατο. Εἶναι κάτι ποὺ δὲν τὸ προσέχουμε συνήθως. Δὲν πᾶμε ἐκεῖ γιὰ μιὰ ἀόριστη εὐλογία, γιὰ τὸ καλό. Σ’ αὐτὴν πᾶμε γιὰ νὰ φᾶμε. Γιὰ νὰ ζήσουμε τώρα καὶ πάντοτε. Αἰώνια. Χωρὶς αὐτὴν τὴν τροφή, εἴμαστε καταδικασμένοι σὲ θάνατο. Εἶναι αὐτονόητο τὸ νὰ τρῶμε καθημερινά; Ἄλλο τόσο αὐτονόητο πρέπει νὰ μᾶς γίνει, ὅτι εἶναι θέμα ζωῆς καὶ θανάτου νὰ καθόμαστε στὸ τραπέζι ποὺ μᾶς στρώνει ὁ Θεὸς καὶ νὰ τρῶμε τὴν τροφὴ ποὺ μᾶς παραθέτει. Τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα του.

Τί παθαίνει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν δὲν τρέφεται; Δὲν θέλει σκέψη. Τὸ ἴδιο ἀκριβῶς γίνεται καὶ ὅταν ἀπέχει ἀπὸ τὴν τροφὴ ποὺ προσφέρει ὁ Θεός. Τὴν κατάρρευση τοῦ σώματος τὴ βλέπουμε μὲ τὰ μάτια μας, τὴ μετρᾶμε μὲ τὰ τεχνικὰ μέσα ποὺ διαθέτουμε. Γιατί δὲν σκεπτόμαστε ὅτι τὴν ἴδια κατάρρευση ὑφίσταται καὶ ἡ ψυχή, ὅταν δὲν τρέφεται; Ἐπειδὴ δὲν τὴ βλέπουμε; Δὲν μᾶς ἔδωσε μάτια πνευματικὰ ὁ Θεός; Μήπως τελικὰ εἴμαστε τυφλοί, ἂν καὶ καμαρώνουμε γιὰ τὴν ἐξυπνάδα μας; Μήπως γιὰ μᾶς λέει ὁ Θεός, «βλέποντες βλέψετε καὶ οὐ μὴ ἴδητε» (Ἡσ. 6, 9);

Ἡ Θεία Λειτουργία μᾶς προσφέρει, ὑπὸ τὴ μορφὴ τοῦ ἄρτου, τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ εἰς βρῶσιν. «Ὁ τρώγων τοῦτον τὸν ἄρτον ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. 6, 58). Ἀλλιῶς ὁ θάνατος θὰ θριαμβεύσει πάνω μας, ἔστω κι ἂν ὁ Χριστὸς τὸν νίκησε καὶ ἀναστήθηκε. Χωρὶς τὴ βρώση τοῦ πασχάλιου ἀμνοῦ, τοῦ Χριστοῦ, ἡ νίκη του ἐπὶ τοῦ θανάτου δὲν θὰ σημαίνει τίποτε γιὰ μᾶς. Καμμιὰ ἀνάσταση δὲν θὰ ξημερώσει γιὰ μᾶς, καμμιὰ ζωὴ δὲν θὰ μᾶς δοθεῖ.

Ἂς ἀρχίσουμε λοιπὸν μὲ τὸ φετεινὸ σαρανταλείτουργο νὰ συχνάζουμε ὅλο καὶ περισσότερο στὸν Οἶκο τοῦ Θεοῦ, ὅπου «ἡ τράπεζα γέμει, …ὁ μόσχος πολὺς» καὶ εἶναι σκέτη ἀνοησία νὰ φεύγει ἀπὸ ἐκεῖ κάποιος νηστικός. Τὸ μόνο ποὺ χρήζει προσοχῆς ἐκ μέρους μας εἶναι, στὸ γαμήλιο αυτὸ δεῖπνο νὰ εἴμαστε μὲ ἔνδυμα γάμου. Ὁ Θεὸς ποὺ μᾶς καλεῖ, μᾶς παρέχει (μὲ τὸ βάπτισμα, τὴν ἐξομολόγηση και τὰ λοιπὰ μυστήρια) καὶ τὸ ἀνάλογο ἔνδυμα. Ἂν παρευρεθοῦμε χωρὶς αὐτό, θὰ εἶναι καθαρὰ ἀπὸ δική μας ἀμέλεια. Καὶ δικαίως θὰ «μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ».

Σὲ κάθε Θεία Λειτουργία ὁ Κύριος, «ὁ ἄρτος ὁ ζῶν, ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς», μᾶς προτρέπει νὰ εἰσέλθουμε  «εἰς τὴν χαράν του», νὰ τὸν γευθοῦμε, νὰ γνωρίσουμε ἐξ ἰδίας πείρας πόσο γλυκὺς εἶναι ὅταν βιβρώσκεται. Ἀξιώθηκαν κάποτε ἄνθρωποι νὰ φάγουν «ἄρτον ἀγγέλων» (Ψαλμ. 77, 25). Δὲν μᾶς τιμᾶ ἀσυγκρίτως περισσότερο τὸ γεγονός, ὅτι «ὁ Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων, ἔρχεται σφαγιασθῆναι καὶ δοθῆναι εἰς βρῶσιν τοῖς πιστοῖς»; Μὲ ποιὰ δικαιολογία θὰ ἀπορίψουμε τέτοια τιμή;

Μιὰ ἐνσυνείδητη καθημερινὴ βίωση ἐπὶ σαράντα μέρες τοῦ ἐκπληκτικοῦ αὺτοῦ γεγονότος δὲν θὰ μᾶς πήγαινε κατ’ εὐθεῖαν στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνεκφράστου μυστηρίου τῶν Χριστουγέννων;

ΚΑΛΟ ΣΑΡΑΝΤΑΗΜΕΡΟ – ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!

 

Πηγή: Ἀ ν τ ι ύ λ η

Ἱ. Ναὸς Ἁγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα

e-mail: antiyli.gr@gmail.com

Τρία Πρόσωπα: Οι Επιθυμίες και η Θυσία (διήγημα) Μάιος 2, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

bike-desire

π. Δημητρίου Μπόκου

Ἄστραψα καὶ βρόντηξα, ἀλλὰ μόνο μέσα μου. Ποῦ νὰ τολμήσω νὰ βγάλω ἄχνα μπροστὰ στὸν πατέρα μου! Ὁ τόνος τῆς φωνῆς του ἦταν ἀπόλυτος.
– Πέντε μέρες εἶναι πολλές. Δὲν ξαναβρίσκονται εὔκολα. Ξέχνα το γιὰ φέτος. Δὲν θὰ πᾶς πουθενά!
Ἡ ἀδελφή μου στράβωσε τὸ μοῦτρο της κοροϊδευτικὰ σὰν νὰ μοῦ ’λεγε:
– Δὲν στά ’λεγα;
Ἔβραζα, μὰ τί νά ’κανα; Τέλειωσα βιαστικὰ τὸ φαγητό μου, ση-κώθηκα, πῆγα στὸ δωμάτιό μου. Μόλις ὅμως ἔκλεισα τὴν πόρτα πίσω μου, ξεσπάθωσα. Ἔσκισα μὲ μιὰ κλωτσιὰ τὸ χνουδωτὸ ἐλεφαντάκι τοῦ μικρότερου ἀδελφοῦ μου, χτύπησα τὴ γροθιά μου στὸ γραφεῖο (ὄχι καὶ πολὺ δυνατὰ – γιὰ νὰ λέμε τὴν ἀλήθεια – γιατὶ ποιὸς ἀντέχει τὸν πόνο;), σωριάστηκα πικραμένος στὴν πολυθρόνα. Μοῦ ’ρχόταν νὰ κλάψω ἀπ’ τὸν θυμό μου.
– Μὰ δὲν ὑποφέρεται ἄλλο πιά! οὔρλιαξε ἡ ξαναμμένη σκέψη μου μὲς στὸ κεφάλι μου. Σκέτο μαρτύριο ἡ φετινὴ χρονιά. Πᾶνε οἱ βόλτες, κόπηκε ἡ διασκέδαση σχεδὸν ἐντελῶς. Χάνω τώρα καὶ τὴν πενθήμερη στὴ Ρόδο. Αὐτὸ θὰ πεῖ Γ΄ Λυκείου. Διαζύγιο ἀπ’ τὴ ζωή. Διάβασμα καὶ μόνο διάβασμα. Μέρα νύχτα τὸ ἴδιο τροπάριο στὸν ἴδιο ἦχο.
Ποῦ νὰ μιλήσω καὶ γιὰ τίποτε περισσότερο! Ποὺ φλερτάρω λ.χ. τὴν καινούργια Kawasaki καί, πιστὸς στὸ ραντεβού μου κάθε μέρα, περνάω νὰ τὴ δῶ στὴ βιτρίνα τῆς ἀντιπροσωπείας. Λάγνο τὸ βλέμμα μου τὴν ἀγκαλιάζει. Μπαίνω καμμιὰ φορὰ καὶ μέσα νὰ τὴν ἀπολαύσω ἀπὸ κοντά. Διπλὲς ἐξατμίσεις, ἀστραφτερὴ φινέτσα, φουτουριστικὴ γραμμή. Ὄνειρο! Κλείνω τὰ μάτια μου νὰ φανταστῶ τὸν ἑαυτό μου νὰ μεταρσιώνεται ἀπὸ τὴ μέθη τῆς ταχύτητας, τὴν ἀσυγκράτητη δύναμη, τὴ γοητεία τῆς οὐτοπίας. Ἀλλὰ ποῦ νὰ τολμήσω νὰ μιλήσω γιὰ τέτοια; Πόσο ἀδικημένος αἰσθάνομαι!
Κοίταξα τὸ πρόσωπό μου στὸν καθρέφτη καὶ εἶδα ἕνα βλέμμα ἀ-νήσυχο, ἀκόρεστο, γεμάτο βουλιμία. Ἡ ζωὴ εἶναι ἐκεῖ ἔξω κι ἐγὼ δὲν θέλω νὰ παραιτηθῶ ἀπ’ αὐτήν. Μοῦ δίνει πολλά, ἀλλὰ θέλω περισσότερα. Ἐγὼ τὴ λαχταρῶ, κι αὐτὴ ὅλο καὶ μοῦ γυρνᾶ τὴν πλάτη. Τραγωδία δηλαδή, δὲν εἶναι ἔτσι;
Ξαναγύρισα στὸ καθιστικὸ ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα. Πῆρα στὸ χέρι τὸ τηλεκοντρόλ, ἄνοιξα τὴν τηλεόραση. Ἡ εἰκόνα τοῦ φλεγόμενου Ἰρὰκ γέμισε ἀσφυκτικὰ τὴν ὀθόνη. Τὸ κανάλι μετέδιδε τὰ τελευταῖα νέα τοῦ πολέμου.
Οἱ εἰκόνες τῆς φρίκης διαδέχονται ἡ μιὰ τὴν ἄλλη. Μιὰ καυτὴ κόλαση βασιλεύει ἐκεῖ ποὺ ἄνθιζε τὸ χαμόγελο τοῦ Παραδείσου. Ἀνάμεσα Τίγρη καὶ Εὐφράτη, κατὰ ἀνατολάς, στὴν Ἐδέμ, φύτρωναν μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρό, φυτεμένα ἀπ’ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, πράσινα δέντρα φορτωμένα μὲ καρπούς. Ἐκεῖ τώρα παρελαύνουν τὰ ἀποτρόπαια τέρατα τῆς φονικώτερης πολεμικῆς μηχανῆς τῶν αἰώνων, σκορπώντας τὴν καταστροφὴ καὶ τὸν θάνατο. Ἀνοίγοντας τὰ ἀτσαλένια φτερά τους τὰ ὑπερφίαλα σμήνη τῶν «ἀετῶν ποὺ οὐρλιάζουν*», βυθίζουν σαδιστικὰ τὰ νύχια τους στὴ ζωντανὴ σάρκα ἐκείνων ποὺ ἐπιλέχθηκαν νὰ γίνουν πρόβατα ἐπὶ σφαγήν.

Ὅμως …
Ἀπ’ ὅλα τὰ συγκλονιστικὰ σκηνικὰ τοῦ πολέμου, μιὰ εἰκόνα ξεχώρισε ἀπρόσκλητη καὶ καρφώθηκε στὸ μυαλό μου.
Μέσα στὸν ἀνελέητο καταιγισμὸ τῶν βομβῶν, τὰ σύννεφα τῶν καπνῶν, τὶς πορφυρὲς λάμψεις τῆς φωτιᾶς, τὰ μακάβρια σκέλεθρα τῶν ἐρειπωμένων σπιτιῶν καὶ τὰ ρημαγμένα κορμιὰ τῶν ἀμάχων νε-κρῶν, ἕνα μικρὸ παιδί, ὄχι πάνω ἀπὸ δέκα, κλαίει μὲ καυτὰ δάκρυα πάνω στὰ διαμελισμένα σώματα τῆς μάνας καὶ τοῦ πατέρα…
Τὸ πρόσωπό του τραγικὰ ἀλλοιωμένο ἀπὸ τὸν τρόμο. Τὸ γόνατο ἀκουμπισμένο στὴ γῆ. Τὰ μάτια στραμμένα στὸν οὐρανό, ποὺ ἐξα-πολύει χιλιάδες κεραυνούς. Τὸ χέρι του ὑψωμένο στὸν πνιγερὸ ἀέρα…
Καὶ μέσα ἀπ’ τὸν ἀνείπωτο στεναγμὸ τῆς τραγικῆς αὐτῆς φιγούρας ἕνα σιωπηλό, πλὴν ἀδυσώπητο, πελώριο «γιατί;» σκίζει τὴ φρίκη τοῦ πολέμου καὶ διαπερνᾶ τοὺς ἐκκωφαντικοὺς κρωγμοὺς τοῦ θανά-του.
Ἀμείλικτα σκίζοντας τὰ πλάτη τῶν αἰθέρων, ἔφτασε ἡ σιωπηλὴ κραυγή του καὶ σ’ ἐμένα. Μὲ συγκλόνισε πιότερο κι ἀπ’ τὶς ἐκρήξεις τοῦ πολέμου. Ντράπηκα βαθιὰ βλέποντας τὸ πρόσωπο τοῦ ἀθώου μικροῦ παιδιοῦ. Ἔνοιωσα ἔνοχος κι ἐγὼ γιὰ τὴ δυστυχία του. Γιατὶ βάδιζα στὸν ἴδιο δρόμο μὲ τοὺς θύτες του: Τὰ ἤθελα ὅλα γιὰ τὸν ἑαυτό μου!
Ὁ μελαγχολικὸς ἦχος μιᾶς καμπάνας ξεχύθηκε στὸ μελιχρὸ ἀπόγευμα. Ἀρχίζει ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Ἕνα ἄλλο δράμα ἀνεβαίνει στὸ προσκήνιο. Ἕνα ἄλλο πρόσωπο πρωταγωνιστεῖ. Ὁ Χριστός.
Μοιάζει μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ παιδιοῦ τοῦ πολέμου. Τὰ χάνει ὅλα κι αὐτός, ἀκόμα καὶ τὴ ζωή του. Οἱ θύτες του ἐξ ἴσου ἀνελέητοι, ἂν ὄχι καὶ χειρότεροι, ἀφοῦ τολμοῦν τὸν πόλεμο ἐνάντια στὸν Θεό, ὄχι στὸν ἄνθρωπο.
Θύμα κι ὁ Χριστός, ἀθῶο θύμα σὰν τὸ μικρὸ παιδί. Μὲ μιὰ διαφορά: Ἑκούσιο θύμα. Ἀρνεῖται νὰ παρατάξει γύρω του λεγεῶνες τῶν ἀγγέλων. Δὲν τοῦ παίρνουν τίποτε χωρὶς νὰ τὸ θέλει. Τὰ παραδίδει ὅ-λα μόνος του. Θεληματικά. Παραιτεῖται ἀπ’ ὅλα σὲ μιὰ κίνηση ἀνεξήγητης ἀγάπης γιὰ ’κείνους, ποὺ χύνουν πάνω του τὴν κόλαση τοῦ μί-σους.
Ὁ Χριστός!
Ἕνα πρόσωπο διαφορετικὸ ἀπὸ τὰ ἄλλα.
Ἀπ’ τὸ δικό μου σιχαμένο πρόσωπο τῆς ἀπληστίας, ποὺ νέους θὰ γεννήσει πολεμοχαρεῖς θύτες αὔριο.
Μὰ κι ἀπ’ τὸ τραγικὸ πρόσωπο τοῦ μικροῦ παιδιοῦ, ποὺ γίνεται θύμα τοῦ πολέμου, παρὰ τὴ θέλησή του ὅμως. Ποτὲ δὲν γίνεται καὶ γιὰ κανέναν θύτης ὁ Χριστός, μὰ οὔτε καὶ παίγνιο, παρὰ τὴ θέλησή του, στὰ χέρια τῶν θυτῶν του. Κι ἂν θυσιάζεται, τὸ κάνει μὲ δική του, ἀβίαστη, ἐλεύθερη ἐπιλογή, γιὰ ὅλους μας.
Μήπως αὐτὸ εἶναι τελικὰ τὸ μυστικὸ γιὰ νὰ ξαναβλαστήσουν πάνω στὴ γῆ τὰ δέντρα τῆς Ἐδέμ;
Τρία πρόσωπα διαγράφονταν μπροστά μου.
Ἀπέστρεψα μὲ ἀηδία τὴ ματιά μου ἀπ’ τὸ δικό μου.
Ἔκλαψα μὲ πόνο μπρὸς στὸ πρόσωπο τοῦ παιδιοῦ τοῦ πολέμου.
Μὰ σκέφτηκα πὼς ἔπρεπε νὰ συναντήσω τὸ τρίτο πρόσωπο, τὸν Χριστό.
Ἔτσι, ὅταν μιὰ δεύτερη καμπάνα ξαναχτύπησε στὸν ἴδιο μελαγχολικὸ τόνο, βαθιὰ συλλογισμένος πῆρα τὸ δρόμο γιὰ τὸ σπίτι του,… τὴν Ἐκκλησία.
Τὸν εἶδα στ’ ἀχνοφῶς, μ’ ἀκάνθινο στεφάνι καὶ λυπημένη τὴ ματιά, ἤρεμα ν’ ἀχτιδοβολάει τὴν ἀγάπη.
Ἔσκυψα τότε αὐθόρμητα… κι εὐλαβικὰ προσκύνησα τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀγαπᾶ νὰ θυσιάζεται,… ἀντὶ νὰ θυσιάζει.

Πάσχα 2003

*«Ἀετοὶ ποὺ οὐρλιάζουν»: ἔτσι ὀνομάζονταν τὰ σμήνη τῶν ἀμερικανικῶν μαχητικῶν ποὺ βομβάρδιζαν τὸ Ἰρὰκ τὸ 2003.

Ὁ Βεδουίνος Νοέμβριος 24, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

bedouinos-kamhles-erhmos

Ένα παραμύθι του Ερρίκου Καλύβα

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας Βεδουίνος, ο Αμπντάλα, που είχε πάει μαζί με την γυναίκα του και την κορούλα του σε ένα γάμο μακριά από το σπίτι του, σε μια άλλη όαση από αυτή στην οποία ζούσε. Για να φτάσει στο μέρος που θα γινόταν ο γάμος είχε διασχίσει την έρημο, μιας ημέρας ταξίδι. Ο γάμος κράτησε τρείς ημέρες και τρείς νύχτες και όλοι διασκέδασαν πολύ με το χορό, τη μουσική, το τραγούδι, το φαγητό και το πιοτό.

Όταν χάραξε η τέταρτη μέρα ο Αμπντάλα μάζεψε τη σκηνή του, φόρτωσε την καμήλα του και ξεκίνησε για να γυρίσει στο σπίτι του. Στα μισά του δρόμου, τους έπιασε η κάψα του μεσημεριού, και έτσι ο Αμπντάλα αποφάσισε να στήσει τη σκηνή του για να ξεκουραστεί η γυναίκα του και η κορούλα του που τους είχαν φάει οι ήλιοι και η άμμος της ερήμου όλη την ημέρα. Και έτσι και έγινε.

Ο Αμπντάλα έστησε τη σκηνή του και μπήκαν όλοι μέσα. Ήπιανε νεράκι και φάγανε δροσερά φρούτα και μετά αποφάσισαν να ξαπλώσουν λίγο να κοιμηθούνε, να περάσει και η μεγάλη κάψα του μεσημεριού.

Όταν όμως ξύπνησαν κατάλαβαν το λάθος που είχαν κάνει. Η καμήλα, που ο Αμπντάλα είχε δέσει στην είσοδο της σκηνής, είχε εξαφανιστεί. Όσο και αν έψαξε δεν κατάφερε να βρει ίχνος της. Έτσι, αργά το βράδυ γύρισε στη σκηνή και έπεσε σε έναν ύπνο χωρίς όνειρα.

Το πρωί ξύπνησε με άλλη διάθεση. Είχε κοιμηθεί καλά και ήταν ξεκούραστος. Ήπιε τον καφέ που του ετοίμασε η γυναίκα του, έπαιξε λίγο με την κορούλα του και ύστερα τύλιξε καλά το τουρμπάνι του και βγήκε έξω στην έρημο που ξύπναγε από τον παγωμένο της ύπνο. Πέρασε όλο το πρωί ψάχνοντας χωρίς αποτέλεσμα. Το μεσημέρι γύρισε κατάκοπος, εξαντλημένος, αλλά κυρίως απογοητευμένος.

Είχε αρχίσει να ανησυχεί. Στην αρχή είχε πιστέψει ότι όλα θα πήγαιναν καλά και ότι η καμήλα του θα είχε απομακρυνθεί λίγο, αλλά σίγουρα θα επέστρεφε. Τώρα είχε περάσει σχεδόν μια ολόκληρη ημέρα και δεν έβρισκε ίχνος της. Η αλήθεια ήταν ότι φοβόταν μήπως την είχαν φάει τα τσακάλια το βράδυ. (περισσότερα…)

Το Σαρανταλείτουργο Νοέμβριος 11, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

20110210a

Ἕνας βράχος ἔπεσε καὶ καταπλάκωσε πολλοὺς ἐργάτες σ’ ἕνα νταμάρι. Ἡ γυναίκα ἑνὸς ἀπ’ αὐτούς, ἡ κ. Ἀργυρώ , θεωρώντας νεκρὸ πλέον τὸν ἄνδρα της, ἔδωσε σ’ ἕναν παπᾶ ὅ,τι μποροῦσε ἀπ’ τὸ ὑστέρημά της, γιὰ νὰ κάμει σαράντα λειτουργίες ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς του. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸν τοῦ ἔδινε καθημερινὰ ἕνα πρόσφορο, ἕνα μπουκαλάκι νάμα καὶ μιὰ λαμπάδα.

Ὅταν ὁ ἱερέας ἔφτασε στὶς εἴκοσι λειτουργίες, ὁ διάβολος φθόνησε τὴν εὐλάβεια τῆς γυναίκας. Τῆς παρουσιάζεται λοιπὸν καὶ τῆς λέει, ὅτι ὁ παπᾶς ἔφυγε γιὰ κάποια ἐπείγουσα δουλειά του. Δὲν εἶχε νόημα νὰ τοῦ στείλει πρόσφορο. Θὰ τοῦ τὸ ἔστελνε τὴν ἄλλη ἡμέρα. Αυτὸ τῆς τό ’καμε τρεῖς φορὲς στὸ διάστημα τῶν σαράντα λειτουργιῶν.

Ἐν τῷ μεταξὺ οἱ διασῶστες προσπαθοῦσαν νὰ ἀπομακρύνουν τὰ χώματα. Ἔβγαζαν  συνεχῶς πολλοὺς νεκρούς. Σὲ κάποιο ση-μεῖο ἄκουσαν ἀπὸ τὸ βάθος μιὰ φωνή:

–  Προσέξτε, ζῶ. Σκάψτε μὲ προσοχή, γιατὶ ἀπὸ πάνω μου εἶναι δυὸ πέτρες. Ἂν πέσουν θὰ μὲ θανατώσουν.

Οἱ διασῶστες κατάπληκτοι ἔσκαψαν προσεκτικὰ ἀπὸ τὰ πλάγια καὶ βρῆκαν τὸν ἄνθρωπο ζωντανό. Ἦταν ὁ ἄνδρας τῆς κ. Ἀργυρῶς!

Στὴν ἀπορία ὅλων πῶς ἐπέζησε τόσες μέρες χωρὶς τροφή,  ἀπάντησε:

–  Κάθε μέρα μοῦ ἔδινε κάποιος, χωρὶς νὰ τὸν βλέπω, ἕνα ψωμί, ἕνα μπουκάλι κρασὶ καὶ μιὰ λαμπάδα ἀναμμένη ποὺ ἔφεγγε μπροστά μου. Ἔτσι  ἔτρωγα, ἐκτὸς ἀπὸ τρεῖς μέρες ποὺ δὲν ἔφαγα τίποτα, οὔτε φῶς εἶδα καὶ πικράθηκα πολύ, γιατὶ νόμισα  πὼς γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου σταμάτησε τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ νὰ μὲ βοηθᾶ. Κι ἐνῷ περίμενα πὼς θὰ πεθάνω ἀπὸ τὴν πείνα καὶ τὴ δίψα, εἶδα τὴν ἀναμμένη λαμπάδα, τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ ξανὰ σὰν πρῶτα καὶ δόξασα τὸν Θεό, ποὺ δὲν μὲ ἐγκατέλειψε μέχρι τὸ τέλος.

Γεμᾶτοι θαυμασμὸ δόξασαν τότε ὅλοι τὸν Θεό.

Τὸν Νοέμβριο μήνα ἀνοίγει τὸ σαρανταλείτουργο καὶ τὸ παραπάνω περιστατικὸ δείχνει τὴ μεγάλη σημασία του γιὰ τὴ ζωή μας. Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι τὸ ἀνώτερο ἔργο ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε πάνω στὴ γῆ. Καὶ δὲν ὠφελεῖ μόνο τοὺς ζῶντες, ἀλλὰ καὶ τοὺς κεκοιμημένους. «Γιατὶ ὁ ὑπεράγαθος Κύριος νικᾶται ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ φιλανθρωπία του, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός. Καὶ θὰ νικᾶται συνέχεια μέχρι τὴ στιγμὴ τῆς τελικῆς ἀντα-ποδόσεως κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία, ὁπότε καὶ τελειώνει ὁ χρόνος τῆς βοήθειας. Μέχρι τότε θέλει νὰ σπεύδει ὁ καθένας σὲ βοήθεια τοῦ πλησίον του καὶ ὅλοι νὰ εὐεργετούμαστε μεταξύ μας καὶ ἐνόσῳ ζοῦμε καὶ μετὰ θάνατον.

Καὶ ἐπειδή αὐτὸ εὐχαριστεῖ σὲ μέγιστο βαθμὸ τὸν Κύριο, ἡ Ἐκκλησία προσφέρει τὴ Θεία Λειτουργία πάντοτε καὶ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων. Ἂν αυτὸ δὲν ἦταν καλὸ στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ, θὰ εἶχε σίγουρα καταργηθεῖ. Ἀντιθέτως οἱ θεοφόροι πατέρες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας ὅλοι ἐπικυρώνουν τὸ πράγμα καὶ προσαυξάνουν, τονίζοντας τὸ μεγάλο κέρδος ποὺ ἔχουν οἱ ψυχὲς ἀπὸ τὴν προσφορὰ τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ ὅλων τῶν προσευχῶν καὶ τῶν ἐλεημοσυνῶν μας γι’ αυτούς».

«Ἂν δὲν πρόφτασες ὅσο ζοῦσες νὰ διευθετήσεις ὅλα ὅσα ἀφοροῦν τὴν ψυχή σου, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, παράγγειλε στοὺς δικούς σου ἔστω καὶ στὸ τέλος τῆς ζωῆς σου, νὰ σοῦ στείλουν μετὰ τὸ θάνατό σου τὰ πράγματά σου (τὶς ἀποσκευές σου). Νὰ σὲ βοηθήσουν δηλ. μὲ ἀγαθὰ ἔργα: ἐλεημοσύνες καὶ Λειτουργίες. Μὴ  γένοιτο νὰ παραλειφθεῖ κάτι ἀπὸ αὐτά. Γιατὶ τότε, κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία, θὰ κατηγορηθοῦμε ἀπὸ τοὺς οἰκείους μας, ὅτι ἀμελήσαμε νὰ κάνουμε αὐτὰ ποὺ ἔπρεπε ὑπὲρ αὐτῶν».

Πάνω στὴ γραμμὴ αὐτὴ ἐνταγμένο καὶ τὸ ἱερὸ σαρανταλείτουργο ἔρχεται νὰ βοηθήσει τὰ μέγιστα καὶ ζῶντες καὶ κεκοιμημένους. Ἂς τὸ κάνουμε ὅλοι μας, ἀλλὰ μὲ τρόπο σωστό. Ὄχι νὰ ξοφλήσουμε μ’ ἕνα χαρτάκι ὀνόματα ποὺ θὰ δώσουμε στὸν ἱερέα. Ἀλλὰ μὲ τὴν οὐσιαστικὴ συμμετοχή μας στὴ Θεία Λειτουργία, ὥστε «πάντων ἡμῶν»νὰ μνησθεῖ «Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐν τῇ Βασιλείᾳ αὐτοῦ. Ἀμήν».

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 364, Νοέμβρ. 2013)