jump to navigation

Η επέτειος ενός «Τρελού» Ιούλιος 4, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Λογοτεχνία - Ποίηση, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

reflecting

Περπατούσε μέρα και νύχτα στους δρόμους της πόλης σαν αερικό. Στο ένα χέρι ένα ποτήρι μπίρα και στο άλλο ένα ατελείωτο τσιγάρο. Γελούσε και κουβέντιαζε με σκιές. Έβριζε την μοίρα του και κοιμόταν όπου έβρισκε. Το καλοκαίρι σε παγκάκια κάτω από δέντρα και το χειμώνα σε εισόδους πολυκατοικιών. Είχε σπίτι. Το πατρικό του, αλλά σπάνια πήγαινε. Άντε για κανένα μπάνιο. Ίσως σε κάποια μεγάλη επέτειο, όπως έλεγε. Δίπλα του σε κάθε βήμα υπήρχαν σκυλιά. Άλλοτε γάτες. Μερικές φορές κρατούσε ποντίκια. Τα μεγάλωνε μέσα στις μεγάλες και βαθιές τσέπες του σκισμένου και λιγδιασμένου σακακιού του. Σόκαρε. Του άρεσε να προκαλεί τον φόβο στους νοικοκυραίους. Στους «καθώς πρέπει» πολίτες, που σέβονταν τους νόμους και κυρίως ήταν «εχέφρονες». Ενώ εκείνος για όλους ήταν ο «τρελός» της γειτονιάς.
Εγώ τον γνώρισα στο καφενείο. Καθόταν όπως πάντα μόνος. Βυθισμένος στις σκέψεις. Στο δεξί του χέρι ένα ποτήρι αλκοόλ. Στο αριστερό ένα τσιγάρο το οποίο δεν έσβηνε ποτέ. Λες και είχε τάμα την καταστροφή του. Έπαιρνε τη μπίρα στο χέρι και πηγαινοερχόταν με βιαστικά βήματα μες στο μαγαζί. Καμιά φορά, άμα αισθανόταν πιο καλά έπαιζε κανένα τάβλι. Γελούσε με την ψυχή του. Εάν κέρδιζε την παρτίδα, ένιωθε σπουδαίος και καυχιόταν για τις επιδόσεις του.
Λένε ότι όλα ξεκίνησαν όταν ήταν έφηβος. Τότε χάθηκε στους λαβυρίνθους του μυαλού του. Άρχισε να μιλάει με σκιές. Να ακούει φωνές. Φανταζόταν σκηνές που προβάλλονται κάθε αργά στο βουβό σινεμά του πόνου του. Παρ’ όλα αυτά ήταν ειρηνικός και άκακος. Ήσυχος και αθόρυβος. Μιλούσε και χαμογελούσε σε όλους. Όταν τον χαιρετούσες άνθιζε το πρόσωπό του. Μονάχα με ορισμένους ήταν κάπως επιφυλακτικός και απόμακρος. Ένιωθε με ένα δικό του τρόπο την σκληρότητα που έκρυβαν.
–Αυτούς να τους προσέχετε, συμβούλευε τους θαμώνες του καφενείου. Είναι κακοί άνθρωποι. Κάτω από την γραβάτα υπάρχει βρωμιά. Μυρίζει η καρδιά τους πονηριά.
Παρ’ όλα τα προβλήματα του, δεν έπαψε ούτε μια στιγμή να πλάθει όνειρα. Να κοιμάται στην αγκαλιά της προσωπικής του ελπίδας. Να πίνει πρωινό με πρόσωπα της φαντασίας του και να κοιμάται στις γλυκιές αγκαλιές των ονείρων του.
Αυτοί τουλάχιστον νοιάζονται για κείνον. Τον γλυκοχαιρετούσαν και τον πρόσεχαν. Και ας μην υπήρχαν. Οι άλλοι, οι «κανονικοί», τον κυνηγούσαν. Κρυφά τον λοιδορούσαν. Κι αυτά τα βλέμματά τους, πόσο πολύ τον τυραννούσαν. Γεμάτα οίκτο και λύπηση. Απόρριψη και περιφρόνηση που κόβει σαν τζάμι. Γι’ αυτό και δεν τους κοιτούσε στα μάτια. Σχεδόν καθόλου. Είχε σκυμμένο το κεφάλι και μετρούσε τα βήματά του στα σοκάκια των μονολόγων του. Λες και περίμενε ν’ αλλάξει ο δρόμος της ζωής του.
Ένα βράδυ τον κέρασα μια μπίρα. Την δέχτηκε με χαμόγελο. Έστρεψε το πρόσωπό του και με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια, σπάνιο φαινόμενο για εκείνον. Λες και ήθελε να μου κάνει κάποια μεγάλη δήλωση. Μια σπουδαία ανακοίνωση.
– Φίλε, αύριο έχω επέτειο.
– Τι επέτειο, βρε ; του απάντησα με απορία. Μήπως εννοείς γενέθλια;
– Όχι. Επέτειο. Ξέρω τι σου λέω. Σαν αύριο της Σταυροπροσκύνησης γεννήθηκα. Ήταν η μέρα που ήρθα στην ζωή. Κανείς δεν χάρηκε. Κανείς δεν γέλασε. Ήταν όλοι τους βουβοί και τρομαγμένοι.
– Πού το ξέρεις, ρε; Γιατί το λες;
– Ναι, ξέρω τι σου λέω. Κανείς δεν χάρηκε. Μου το είπε ο μεγάλος μου αδελφός.
Δεν ήθελαν άλλο παιδί και εγώ τούς έτυχα. Από τύχη γεννήθηκα. Θύμωσαν μαζί μου. Ντρεπόντουσαν για μένα. Δεν με ήθελαν. Η μάνα ντρεπόταν να με θηλάσει. Πήρε φάρμακα για να σταματήσει τον θηλασμό. «Σε τέτοια ηλικία να δείχνω τα στήθη μου; Ντροπής είναι». Σε αυτό συμφωνούσε και η γιαγιά μου. Η μάνα του πατέρα μου. Δύστροπη και σκληρή γυναίκα. Έζησε σε εποχές όπου το κορίτσι θεωρούταν κατάρα για μια οικογένεια. Η δε ζωή
της γυναίκας σκέτη κόλαση. Υποταγή, υποτέλεια, βία και περιθώριο. Λίγο καλύτερα από τα ζώα της φαμίλιας. Έτσι η γιαγιά μισούσε την ζωή. Οτιδήποτε είχε σχέση με την χαρά της ζωής. Δεν έζησε αυτή, δεν χάρηκε, κανείς να μην χαρεί. Αυτό ήταν το κρυφό της δόγμα. Έλεγε και ξανάλεγε στη μάνα μου, «Τι το θέλατε το παιδί σε τέτοια ηλικία; Να σας κοροϊδεύει ο κόσμος ότι δεν μπορείτε να κάνετε καλά τις ορμές σας; Ρεζίλι γίναμε σε όλο το χωριό».
Προσπάθησαν να με ρίξουν πολλές φορές. Τι μπουνιές έδινε ο πατέρας στην κοιλιά της μάνας, τι βίαιες και κουραστικές δουλειές τίποτα. Δεν έλεγα να το κουνήσω. Μέσα εκεί, γραπωμένος από την ζωή. Λένε οι παλιοί ότι άμα είναι να παιδευτείς, θα παιδευτείς. Δεν την γλυτώνεις. Και εγώ, φίλε μου, παιδεύομαι από την πρώτη ανάσα ζωής.
Κατάλαβες τώρα γιατί σού λέω ότι δεν με ήθελες κανείς; Αυτό το βασανιστικό ερώτημα στοίχειωσε μέσα στην ύπαρξή μου. Ξημερώνει, βραδιάζει και εγώ διερωτώμαι, «Με θέλεις κανείς;». Μόλις τελείωσε την φράση αυτή πετάχτηκε πάνω λες και τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα.
– Άντε, καληνύχτα. Ευχαριστώ για την μπίρα.
Μέχρι να σηκωθώ είχε χαθεί τρέχοντας στα παρακάτω στενά γύρω από το καφενείο. Είχε τους δικούς του ρυθμούς, τα δικά του όρια και πάνω από όλα τον δικό του κόσμο που δεν χωρούσαν καθωσπρεπισμοί. Όλα ήταν ελεύθερα, αυθεντικά.
Αγαπούσε ιδιαίτερα τα παιδιά, τους παππούδες και τα αδέσποτα ζώα. Όλους τούς αδύναμους. Ένιωθε ότι συγγένευαν μαζί του. Μια σχέση πέρα από το μυαλό και την λογική έρεε μέσα του με αυτές τις υπάρξεις. Το πατρικό του σπίτι το είχε γεμίσει σκύλους και γάτες. Χελώνες, μικρές κουκουβάγιες και νυχτερίδες. Περνούσε, τα τάιζε και έπειτα χανόταν και πάλι στους δρόμους. Είχε συμφιλιωθεί απόλυτα μαζί τους. Ο κόσμος της λογικής τον είχε απορρίψει. Ο κόσμος όμως της «αλόγου» φύσεως τον είχε αγαπήσει και εντάξει απόλυτα στην κοινωνία του.
Τα βράδια, έπαιρνε κάποιο από τα σκυλιά του σπιτιού και κατέβαινε σε φτωχογειτονιές της πόλης. Όπου έβρισκε μια γριά ή ένα γέρο μόνο του βουτηγμένο στην μοναξιά, τον αγκάλιαζε, του έκανε αστεία και καθόταν για παρέα. Έπαιρνε μπίρες από το περίπτερο και κουβέντιαζε με τις ώρες μαζί τους. Έλεγε ότι, επειδή ένιωθαν τελειωμένοι, ήταν ωραίοι. Η σωματική αδυναμία άνθιζε μια δύναμη στην ψυχή τους. Του άρεσε η παρέα τους.
– Να σου κάνω, παιδί μου, ένα καφεδάκι;
– Όχι, ρε θεία, τι να τον κάνω τον καφέ; Ο καφές είναι για κείνους που θέλουν να θυμούνται. Εγώ προτιμώ να ξεχνώ. Να μην σκέφτομαι. Να ησυχάζει ο νους μου. Έτσι η μπιρίτσα κάνει καλύτερη δουλειά. Με ζαλίζει. Θολώνει το μυαλό και δεν καταλαβαίνω τίποτα. Με νιώθεις;
Οι γερόντοι έγνεφαν συγκαταβατικά κι ας μην καταλάβαιναν τίποτα απολύτως. Η ουσία γι’ αυτούς ήταν ότι είχαν μια παρέα. Έναν άνθρωπο να πουν μια κουβέντα. Για τα περασμένα μεγαλεία τους, τους άνδρες που τις τυραννούσαν, για τα παιδιά τους που έλειπαν στα ξένα. Οι περισσότεροι για την εγκατάλειψη που ένιωθαν.
Εκείνος τούς άκουγε. Δεν μαρτυρούσε τα μυστικά τους και το κυριότερο δεν απέρριπτε κανένα. Αντιθέτως τους έδινε με τον δικό του τρόπο δύναμη.
– Έλα, μωρέ θεία. Όλοι λίγο πολύ σταυρωμένοι είμαστε σε αυτό τον ντουνιά. Κάθε σπίτι και καημός. Κάθε άνθρωπος και βάσανα. Είδες εσύ κανένα να μην κουβαλάει σταυρό; Δες και εμένα που είμαι ένα ρεμάλι. Κανείς δε με υπολογίζει. Όλοι με λυπούνται και με φωνάζουν, «τρελό», «κακομοίρη», «άχρηστο». Εντάξει όμως. Ζω και εγώ. Αντέχω. Έφτιαξα τον δικό μου κόσμο και είμαι πρίγκιπας.
Αύριο ξημέρωνε της Σταυροπροσκύνησης. Γιόρταζε. Σκέφτηκε να πάει σπίτι. Να κάνει κανένα μπάνιο. Να αλλάξει τα ρούχα που φορούσε σχεδόν έξι μήνες. Οι γείτονες
του άφηναν στην πόρτα κανένα ρουχαλάκι. Καλά ήταν. Φορεμένα, αλλά καθαρά και σιδερωμένα. Σκέφτηκε ότι είχε να πάει πολύ καιρό στην εκκλησία. Του είχε λείψει. Δεν μπορούσε να παραμείνει πολλή ώρα μέσα στο ναό, μια και δεν ησύχαζε το βήμα του, αλλά
ωστόσο θα άναβε το κερί του και θα έκανε τον Σταυρό του.
Πήγε σπίτι. Πλύθηκε. Έβαλε τα καθαρά ρούχα και κατέβηκε στην εκκλησία. Είχε αρκετό κόσμο. Άναψε κερί και σταμάτησε δίπλα σε ένα παιδί. Εκεί αναπαυόταν. Ένιωθε πιο οικεία. Τους ενήλικες δεν τους εμπιστευόταν.Κάθισε κατάχαμα. Δεν ήθελε τις καρέκλες. Άλλωστε ήξερε ότι δεν θα μπορέσει να μείνει πολύ. Θα τον έπιανε πάλι αυτή η νευρικότητα. Η τρεχάλα.
Η λειτουργία ήταν υπέροχη. Ένιωθε πολύ όμορφα. Τον είχε συνεπάρει τόσο πολύ που ξέχασε τα τρελά βήματά του. Είχε ειρηνεύσει η ψυχή και το σώμα του. Μια γλυκιά υπερκόσμια ηδονή έρεε μέσα στο είναι του. Ποτέ δεν είχε νιώσει τέτοια θαλπωρή. Τέτοιο δυνατό, ζεστό και όμορφο συναίσθημα. Λες και κάποιος τον αγαπούσε. Λες και κάποια τον κρατούσε αγκαλιά.
Αισθάνθηκε έναν γλυκό ύπνο να ξελογιάζει τα μάτια του. Έγειρε το κορμί του στο πάτωμα. Ξάπλωσε. Σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος και μάζεψε τα πόδια του στην κοιλιά του. Έγινε ένα κουβαράκι. Σαν μικρό παιδί.
Μερικοί γέλασαν. Άλλοι πάλι εκνευρίστηκαν με την ασέβειά του. Τι στάση ήταν αυτή μέσα στο ναό και μάλιστα εν ώρα Λειτουργίας; Άσχημα πράγματα Μερικοί είπαν να τον ξυπνήσουν. Να τον σκουντήξουν. Ορισμένοι όμως που τον αγαπούσαν τούς εμπόδισαν.
– Αφήστε τον. Δεν ενοχλεί κανένα.
Εκείνος έδειχνε τόσο ευτυχισμένος. Τόσο χαρούμενος και γαλήνιος. Λουσμένος στο φώς. Έφεγγε μακαριότητα, που έλειπε από όλους τους επικριτές του και ας μιλούσαν με τόσο «σεβασμό» και θρησκευτικό στόμφο για τα τελούμενα μυστήρια. Εκείνος είχε την Χάρη και αυτοί τον νόμο.
Η λειτουργία τελείωσε. Ο Σταυρός ήταν πλέον στην μέση του ναού. Στολισμένος με άνθη που μοσχοβολούσαν ελπίδα. Οι πιστοί είχαν σηκωθεί από τις θέσεις τους, σχηματίζοντας ουρές για το αντίδωρο. Αυτός δεν έλεγε να ξυπνήσει. Στην ίδια θέση γαλήνιος. Στην ίδια στάση ακίνητος και φωτεινός. Ο παπα Χρήστος είπε να φωνάξουν τους επιτρόπους.
– Καλά δε βλέπετε το παλικάρι: Ξυπνήστε τον να πάρει κι αυτός αντίδωρο. Να πάει σπίτι του.
– Σήκω, νεαρέ. Ξύπνα. Τελειώσαμε, είναι ώρα να πηγαίνεις.
Εκείνος όμως είχε μόλις αρχίσει. Στο ναό είχε μείνει μονάχα το σώμα του. Η ψυχή του ταξίδευε.
Στην εξόδιο ακολουθία ο ναός γέμισε από παιδιά και γέρους. Στην αυλή, μπροστά στην πόρτα, είχαν παραταχθεί σκύλοι και γάτες. Λες και κάποιος μυστικά τούς είχε ειδοποιήσει. Οι αγαπημένες του γιαγιάδες ξαγρύπνησαν δίπλα στο λείψανο του γλυκού «τρελού» τους. Όλοι οι «ανώνυμοι» ήταν εκεί.
Τον έθαψαν όπως τον βρήκαν. Σε στάση εμβρύου.

 

Πηγή: π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος (π. Λίβυος), «Ο Κινέζος, ο Θεός και η Μοναξιά» εκδ. Αρμός 2011

Αναδημοσίευση από: Ποιείν

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Πρόκειται για δεκαοκτώ διηγήματα. Δεκαοκτώ αυτοτελής ιστορίες από την ζωή και για την ζωή. Τα κείμενα δεν είναι αυτοβιογραφικά, παρά μονάχα από ένα. Ωστόσο όλα έχουν αφορμές και πυρήνα έμπνευσης αληθινά περιστατικά.
Κυρίαρχο αίτημα των διηγημάτων είναι η επαφή με την ζωή. Την ζωή όχι ως μια απλή επιβίωση, αλλά την ζωή ως έκταση και θαύμα.
Το ζητούμενο αυτού του βιβλίο είναι η ανακάλυψη της ζωής ως δώρο. Δυστυχώς ο πολιτισμός μέσα στο οποίο ζούμε μας θέλει δυστυχισμένους. Μας εκπαιδεύει από μικρά παιδιά για την δυστυχία. Σε τέτοιο βαθμό ώστε να νιώθουμε ένοχοι στην χαρά. Όλη η κοινωνική πραγματικότητα μέσα στην όποια γεννιόμαστε και αναπτυσσόμαστε, μας εκπαιδεύει ότι εάν θέλουμε να μας δώσουν σημασία, οι γονείς, οι δάσκαλοι ,η γυναίκα μας ή τα παιδιά μας, το κράτος και οι υπηρεσίες, θα πρέπει να είμαστε δυστυχισμένοι, μίζεροι και κακόμοιροι. Αυτό είναι ένα θέατρο, ένα παιγνίδι που συνειδητά ή ασυνείδητα παίζουμε όλοι στην ζωή μας.
Οι ήρωες όμως αυτού του βιβλίου, δεν είναι μίζεροι. Ούτε κακόμοιροι και δυστυχισμένοι. Δεν χρησιμοποιούν τον πόνο και τα βάσανα τους, ως άλλοθι.
Αναλαμβάνουν τις ευθύνες της ζωής τους. Παλεύουν για την πραγμάτωση των προσωπικών τους ονείρων. Δίνουν μάχες για την ατομική τους αξιοπρέπεια και ιδιαιτερότητα. Έρχονται σε άμεση σύγκρουση με τους κοινωνικούς ρόλους, τους νόμους, την άνευρη ηθική και διεκδικούν το δώρο της στιγμής, το δώρο της ζωής.
Δεν μεταθέτουν την ζωή στην μεταφυσική αλλά στο εδώ και τώρα. Γνωρίζουν ότι εάν εδώ δεν είμαστε καλά, πουθενά αλλού όπως και αν ονομάσουμε αυτόν τον χώρο δεν θα είμαστε καλά. Ο παράδεισος για τους ήρωες του βιβλίου είναι ένας γλυκός καρπός όχι μεταφυσικός, αλλά υπαρκτός στο τώρα της ζωής.
Μια ζωή που αφήνει γλυκιά γεύση και απαλά αποτυπώματα στην ύπαρξης μας, συνεχίζει και μετά θάνατο να λαμπρύνει την ψυχή μας.
Η ομορφιά αυτής της ζωής ανακαλύπτεται από τους πρωταγωνιστές των διηγημάτων στα απλά και καθημερινά. Η ευτυχία είναι απλή, αλλά δεν μας έμαθαν την τέχνη να την ζούμε. Η ευτυχία κρύβεται μέσα στο πρωινό καφέ, σε ένα περίπατο με συνείδηση. Στην συντροφιά ενός ανθρώπου. Στο βλέμμα ενός παιδιού, στην συνάντηση με τον Θεό, τους ανθρώπους, την φύση. Έλεγε ο Νίκος Καζαντζάκης «Η ευτυχία είναι απλή και λιτοδίαιτη – ένα ποτήρι κρασί, ένα κάστανο, ένα μαγκαλάκι, η βουή της θάλασσας…»
Οι πρωταγωνιστές του βιβλίου, προσπαθούν να βιώσουν την σχέση τους με τον Θεό και τον έρωτα μακριά από ενοχές, τύψεις, ψυχολογισμούς και νομικισμούς, ελεύθερα και αγαπητικά. Κυνηγάνε την ζωή που φεύγει μέσα από τα χέρια τους σκορπισμένη και δωρισμένη σε ένα σύστημα που είναι εναντίον του ανθρώπου.
Ανακαλύπτουν την χαμένη αθωότητα και παρθενικότητα τους στο παιδί που όλοι κρύβουμε μέσα μας, αλλά το οποίο πρώιμα και βίαια φιμώσαμε. Του πάψαμε το δικαίωμα να επιθυμεί, δεν του μάθαμε τον τρόπο να πραγματώνει τα όνειρα του.
Κυρίως οι ήρωες των διηγημάτων δρουν πέρα από την συμβατικότητα που μυρίζει θάνατο. Συναντιούνται πρόσωπο με πρόσωπο όπως ελπίζω να πράξετε και όσοι διαβάσετε αυτά τα διηγήματα με το ψέμα και την αλήθεια της ζωής.

Εικόνα: Γεώργιος Κόρδης

Το Μυστικό της Νηστείας: ο Έρωτας Μάρτιος 15, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

protash

Μέρες μπορώ να μην φάω, να μην πιω, να μην κοιμηθώ, να κουραστώ και να αγωνιστώ, για να σε δω, να σε αγγίξω να σε χαρώ.

Κι όλα τούτα γιατί σε ποθώ, γιατί σε αγαπώ.

Μονάχα οι ερωτευμένοι νηστεύουν αληθινά…

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος (FB)

Η κοροϊδία της Νηστείας και η Νηστεία της κοροϊδίας Μάρτιος 11, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 8Σχόλια

Το μεσημέρι έφαγα σουπιές με μάραθα.

Δε λέω καταπληκτικό φαγητό. Αλλά με διέλυσε βρε παιδί μου. Πόση ώρα τώρα και ακόμη δε μπορώ να χωνέψω.

Βλέπεις η κοιλιοδουλεία και το πάθος της λαιμαργίας δε λύνεται με την νηστεία.

Πια νηστεία όμως; Δε λύνετε με την νηστεία που εδώ και μερικά χρόνια ζούμε οι σύγχρονοι ας πούμε Νεοέλληνες θρησκευόμενοι .

Ξέρεις εκείνη την νηστεία που αντί για κρέας το τσικάλι γεμίζει με καλαμάρια , σουπιές, καραβιδάκια, αστακομακαρονάδες, σογιο κυμά, σογιομουσακά, σογιοκονινιστά, γαροδοπίλαφα, σουπιοκεφτέδες, πατατοκεφτέδες και… και …και…ο κατάλογος τέρμα δεν έχει.

Είναι τόσο ακόρεστος ο κατάλογος όσο και η λαίμαργη φαντασία μας, που αρνείται την ουσία της νηστείας, ακόμα και όταν φαινομενικά και κατά τύπο την τηρούμε.

Αλλά αυτό καθ άλλο παρά νηστεία είναι.

Διατροφική αλλαγή λόγω ημερών …ναι.

Τσικαλική αλλαγή περιεχομένου…. ναι.

Ψαροταβερνική επιδρομή ναι.

Κατασπαραγμός μαλάκιων, ναι.

Νηστεία όμως όχι, εάν θέλουμε να διατηρήσουμε την σοβαρότητα μας και την εσώτερη αλήθεια μας.

Δε τα κατακρίνω. Δεν έχω διάθεση και δε γουστάρω να κατακρίνω κανένα. Άλλωστε εγώ είμαι χειρότερο από όλους αυτούς.

Απλά τα γράφω ίσως για να εξιλεωθώ υποσυνείδητα και συνειδητά γιατί μου την βιδώνει η τυπολατρία μας. Η αίσθηση αυτοϊκανοποίησης ότι κάτι τρομερό κάνουμε, τι στιγμή μάλιστα που ο Χριστός μας λεει: ότι και αν όλα τα κάνετε (αρετές) να πείτε ότι τίποτα δε κάναμε’’.

Εμείς και τίποτα δε κάνουμε και έχουμε την ψευδαίσθηση ότι τα έχουμε όλα κάνει σπαθί…….

Η νηστεία σαφέστατα είναι εγκράτεια και ασιτία.

Είναι άσκηση του θελήματος, της βούλησης, της θέλησης να κινηθεί σε ρυθμούς ασκητικής προοπτικής.

Είναι και πένθος. Και όταν πενθείς δεν τρως.

Είναι και έρωτας βέβαια, και τα σκυλιά όταν είναι ερωτευμένα νηστεύουν.

Όλα αυτά, βεβαίως και είναι…..

Δεν είναι όμως απλώς και μόνο μια τυπική διατροφική αλλαγή.

Η μια υποκριτική αυτοεπιβαιβεωτική αυταρέσκεια των ικανοτήτων μου.

Διότι παίζει και αυτό… να νηστεύω και να αυτοϊκανοποιούμαι , σαν μ………..ας.

Άλλωστε ο Αγιος Ιωάννης ο Σιναίτης στους λόγους του περί Διακρίσεως τρείς των αριθμώ, – που ο Φρόυντ εάν τους γνώριζε θα έκανε διαρκώς παραπομπές ή και θα αρνούταν να γράψει κάτι που είχε προ πολλού ειπωθεί από έναν Εραστή του Θείου καταμεσής της άγονης και φιλόξενης για τον έρωτα ερήμου- είπε λοιπόν ότι ‘’πολλές φορές τις κακίες μας τις ντύνουμε με αρετές…’’ Πω πω τι είπε ο άνθρωπος……..

Έτσι υπάρχει και αυτή η κατηγορία. Εκείνοι που νηστεύουν φαρισαϊκά και υποκριτικά. Αυτάρεσκα και αυτοικανοποιητικά. Είπαμε υπάρχει και ο πνευματικός αυνανισμός. ……

Έτσι και εγώ ακόμη παλεύω να χωνέψω τις σουπιές που και μάραθα είχαν, και πολύ βεβαίως εγωισμό……………………..

Πηγή: π. Λίβυος

Εὐχαριστίες στήν Ἰωάννα Ι.

Τί εἶναι ἡ Εὐτυχία; Μάρτιος 10, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 1 comment so far

streetart12

Γιορτή της ασημαντότητας, αυτό θα πει. Να μπορείς να φωτίζεις τα απλά και καθημερινά. Να χαίρεσαι στα λίγα που γίνονται πολλά. Στιγμές που ζούμε σε αρμονία με τον εαυτό μας, τον άλλον και τον Θεό. Ζωή που δεν περιμένεις τις τέλειες συνθήκες για να χαμογελάσεις αλλά γελάς κι ας μην είναι όλα τέλεια, γιατί ξέρεις ότι με αυτή την μορφή τουλάχιστον δεν θα ξαναϋπάρξουμε. Και συνειδητοποιείς ο η ζωή είναι δώρο Θεού, και δεν μας δόθηκε για να την πετάξουμε στην ρεματιά της μουρμούρας, της αχαριστίας και της μιζέριας. Δυστυχώς όμως, αυτά τα συνειδητοποιούμε όταν είμαστε στα όρια του θανάτου. Εκεί κάπου αρχίζει και η ζωή. Να μάθουμε να λέμε δόξα τον Θεό. Αυτό τα λέει όλα.

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος

Πηγή: Κόκκινη Πιπεριά

Ζωή καί Ἔρωτας Φεβρουάριος 13, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία, Σχέσεις , add a comment

clouds-zipper

[] δεν υπάρχει ζωή εκεί που δεν ζει ο έρωτας. Γιατί ο έρωτας είναι κίνηση και παραίτηση προς τον άλλον. Ο έρωτας είναι ο μοναδικός χώρος και τρόπος με τον οποίο εισέρχεται στην ζωή μας η εικόνα του παραδείσου. Ο ερωτευμένος ξαναζεί την μακαριότητα του παραδείσου. Δεν υπάρχει ούτε χώρος ούτε χρόνος, μονάχα ένα αιώνιο παρόν της παρουσίας του άλλου. Όλα μεταβάλλονται και μεταμορφώνονται. Η ίδια η ζωή, στην δομή της είναι ερωτική και εκστατική. Είναι πνοή και δύναμις. Σε κερδίζει, την ερωτεύεσαι, την ποθείς, θέλεις να την βιώσεις να την νιώσεις, να την ζήσεις. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε όπου όλοι οι μεγάλοι πατέρες και άγιοι της εκκλησίας διαλέγουν όρους και σκηνές της ερωτικής ζωής των ανθρώπων για να μιλήσουν κατά αναλογία για τον Θείο έρωτα, που είναι η ανώτερη μορφή ερωτικής διάθεσης.

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος

Πηγή: Κόκκινη Πιπεριά

Πού βρίσκεται ἠ χαρά στή ζωή; Φεβρουάριος 11, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία, Οικογένεια / Παιδί, Σχέσεις , add a comment

dance

Η χαρά είναι κρυμμένη στο πρωινό ξύπνημα, στη χαραυγή, στο καφέ ή τσάι που φτιάχνεις ή πίνεις. Στην προσευχή που έχει ευχαριστία και δοξολογία. Σε ένα καντήλι που θα ανάψεις, σε ένα λιβάνι που θα μυρίσεις, στο φαγητό που ετοιμάζεις για σένα ή την οικογένειά σου. Στη δουλειά που κάνεις ή μοιράζεσαι με άλλους ανθρώπους. Στον ένα καλό φίλο, στο αγαπημένο σου ζώο. Στη βροχή που σε πλένει, στη γη που σε κρατά, στον αέρα που σε σκορπά, στη φωτιά που μέσα σου κεντά. Στην αγκαλιά που δεν είσαι απών. Στο φιλί που λαχταράς, στην ψυχή που αγαπάς, στον έρωτα που δεν ρωτά.

Πηγή: «Κάθε τέλος μια αρχή», π. Χαράλαμπου Παπαδόπουλου

Ὄταν, ἐάν, τώρα Ιανουάριος 12, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Γενικά , 1 comment so far

Αφιερωμένο στα χρόνια που χάθηκαν…

flower

Ένα μικρό κορίτσι με γιασεμιά στα μάτια,

συνάντησε το όταν και το ρώτησε,

Εσένα ποια είναι η δουλειά σου ;

Εγώ του απάντησε το όταν, μεταθέτω συνεχώς τα πράγματα στο μέλλον,

τα μακραίνω τόσο πολύ που δεν προλαβαίνει ή ξεχνά κανείς στο τέλος

να ζήσει.

Δεν μου αρέσεις είπε το κορίτσι και σκόρπισε τα φύλλα του γιασεμιού.

Λίγο παρακάτω σε ένα δρόμο γεμάτο λάσπες,

είδε να περπατά σκυμμένο το εάν.

Εσένα ποια είναι η δουλειά σου; το ρώτησε.

Εγώ του λέει, δεν σταματώ λεπτό να διηγούμαι το παρελθόν,

να θυμάμαι και να κλαίω, σκορπώντας τύψεις κι ενοχές.

Δεν μου αρέσεις, είπε το κορίτσι και κύλησε ενα δάκρυ.

Σε λίγη ώρα στο κάτω στενό του χωριού

εκεί που ανθούσαν βασιλικοί και κατνιφέδες, περνούσε το τώρα,

δεν το ρώτησε τίποτα απολύτως

απλά το ακολούθησε τώρα και χάθηκαν στην ομορφιά.

π. Λίβυος

Φωτογραφία: Bill Gekas

Εὐχαριστίες στήν Ἰωάννα Ι.

Στά νοσοκομεῖα συχνάζει ἡ «ἁγιότητα»… Δεκέμβριος 13, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

xeria-470

*στην Μαρία που ανέβηκε στον Σταυρό απο μικρό παιδί και περιμένει με χαμόγελο την ανάσταση…

Χρειάστηκε για μερικές μέρες, να μείνω στο νοσοκομείο κάνοντας συντροφιά σε έναν νέο άνθρωπο ο οποίος υποβλήθηκε σε σοβαρή χειρουργική επέμβαση. Και ομολογώ ότι αποκόμισα εμπειρίες και βιώματα που δεν μπορεί να στα προσφέρει κανένα βιβλίο και καμία ομιλία όσο υπέροχη ή «πνευματική» κι αν είναι.
Το να ζεις μέσα σε ένα νοσοκομείο όταν μάλιστα δεν υπάρχει εξοικείωση με επαγγελματική μορφή, δεν είναι μια συνηθισμένη εμπειρία. Βλέπεις, ακούς, κατανοείς και βιώνεις πολλά πράγματα, σε διαφορετικά επίπεδα. Γνωρίζεις πραγματικότητες που έξω από αυτό το κτίριο σου διαφεύγουν. Όχι ότι δεν υπάρχουν αλλά οι καθημερινοί ρυθμοί σε οδηγούν στην λήθη τους.
Αυτό που ζεις με άμεσο τρόπο μέσα σε ένα νοσοκομείο, είναι ότι οι άνθρωποι στην εξουθένωση του πόνου, τις περισσότερες φορές γίνονται φιλάνθρωποι. Ο ένας έρχεται πιο κοντά στον άλλο. Μιλάνε περισσότερο και με μεγαλύτερη ευκολία. Αντικρίζεις την δίψα τους, να διηγηθεί ο καθένας την δική του ιστορία. Να μοιραστεί την εμπειρία του δικού του καημού. Και αυτή η διαδικασία ξεκουράζει και αναπαύει, όχι μονάχα εκείνον που την διηγείται, αλλά και αυτόν που την ακούει. Αισθάνεται ο ένας αλληλέγγυος του άλλου. Δεν νιώθεις αυτή την καταστροφική μοναξιά του πόνου. Λες μέσα σου, «ότι υπάρχουν κι άλλοι σαν κι εμένα. Δεν είμαι μόνος. Είμαστε πολλοί θα παλέψουμε και θα νικήσουμε.»
Μια κυρία από διπλανό δωμάτιο στο οποίο διαμέναμε εμείς, δίχως να μας γνωρίζει, μας μιλούσε με οικειότητα για την εμπειρία του άνδρα της σε σχέση με την ασθένεια. Για τα πολλαπλά χειρουργεία που τους κούρασαν αλλά δεν τους απογοήτευσαν. Προσπαθούσε με αγωνία να μας κοινωνήσει την ελπίδα της, ότι αξίζει να δώσουμε την μάχη. Αγωνιούσε σε κάθε της λέξη, να μεταδώσει κουράγιο, να διώξει τον φόβο και την απειλή από τις καρδιές μας. Στο τέλος άνοιξε την τσάντα της και έδωσε στην φίλη μου ασθενή, μαζί με ένα απίστευτο χαμόγελο, ένα πολύ ωραίο δώρο. Μια κούπα όπου η ίδια είχε δημιουργήσει. Την πρόσφερε ιεροτελεστικά. Με ένα φιλί γεμάτο αγάπη.
Μια άλλη κυρία του ορόφου, μας κοίταζε στο διάδρομο του νοσοκομείου να κινούμαστε αργά και βασανιστικά και δάκρυσε. Ποιος ξέρει άραγε τι σκεφτόταν; Για ποιο δικό της προσωπικό λόγο έρεαν τα δάκρυα από τα μάτια της; Και όμως ήταν αληθινή. Έπασχε για μια προσωπική της ιστορία και γινόταν πλησίον.
Πολλά θα μπορούσα να διηγηθώ για αυτές τις λίγες μέρες στο χώρο που ιερουργείτε το μυστήριο του ανθρώπινου πόνου. Όμως θα περιοριστώ να αναφέρω ακόμη δυο εμπειρίες που εμένα μου δίδαξαν πολλά σημαντικά.
Πρώτα για τον νέο αυτόν άνθρωπο που συνόδευσα στο νοσοκομείο και έμεινα δίπλα του. Έπασχε φοβερά. Υπέφερε απίστευτα και όμως, δεν μας άφησε ούτε εμένα ούτε τους επισκέπτες που ήρθαν να την δούν να νιώσουμε οίκτο, θλίψη και το σημαντικότερο απογοήτευση. Μας παρηγορούσε αντί να την παρηγορούμε. Μας ενδυνάμωνε ζωσμένη στην κυριολεξία με καλώδια, παροχές ορών, παυσίπονων και αντιβιοτικών. Όταν βλέπεις έναν άνθρωπο να υποφέρει οικτρά, να πονάει και να βασανίζεται ολοκληρωτικά από την αρρώστια και τις επιπτώσεις της και παραταύτα να χαμογελά μόνο και μόνο για να μην ανησυχήσει εσένα που αγαπά, τότε σαφώς και μιλάμε για μια μορφή αγιότητας, όπου η παρουσία του Θεού είναι έντονη ως κουράγιο και ελπίδα, θυσία και ανάσταση.
Το δεύτερο στο οποίο θέλω να αναφερθώ, είναι ότι μου έκανε απίστευτη εντύπωση, το γεγονός ότι εμφανίστηκαν άνθρωποι της εκκλησίας και όχι μόνο, από το πουθενά- και εξηγούμε- όταν λέω από το πουθενά εννοώ, πως δεν υπήρξαν φίλοι, γνωστοί ή έστω συγγενείς της αρρώστου, οι οποίοι όχι μόνο θέλησαν να προσφέρουν οικονομικά, αλλά το σημαντικότερο, φιλάνθρωπα προθυμοποιήθηκαν να μείνουν ένα βράδυ συντροφιά με την άρρωστη. Αυτό είναι αγιότητα.
Είναι μια βαθιά ελπίδα, ότι ο Θεός στις μέρες μας δεν άφησε αμαρτύρητο τον κόσμο του. Η αγιότητα του, σαρκώνεται δίπλα μας, πλησίον μας, στους σταυρωμένους που χαμογελάνε αναστάσιμα. Στους κουρασμένους, που δίνουν τον ύπνο τους και τον λιγοστό χρόνο τους, για να διακονήσουν και βοηθήσουν τον συνάνθρωπο τους. Εκεί μοσχοβολά παράδεισος.
Άγιοι άνθρωποι, υπάρχουν δίπλα μας. Στην καθημερινότητα μας, μόνο που δεν είναι απόλυτο να φοράνε ράσα και να έχουν μακριά γένια. Ούτε οπωσδήποτε να ζουν σε κάποιο μακρινό μοναστήρι. Είναι δίπλα στην πόρτα μας. Στο διπλανό κουδούνι της πολυκατοικίας μας. Είναι όλοι εκείνοι που σιωπηλά και αθόρυβα, δίχως τυμπανοκρουσίες και φαντασμαγορίες, βιώνουν σταυρική και αναστάσιμη αγάπη του Χριστού. Για εκείνους που η ζωή δεν είναι κέρδος και δύναμη, αλλά χάσιμο και δόσιμο στο όνομα της αγάπης. «Όποιος αναζητάει το ίχνος του Θεού σε αυτόν τον κόσμο, δεν θα το βρει παρά μόνο στο πρόσωπο των αρρώστων, των πεινασμένων, των φυλακισμένων, των ξένων… Όποιος έχει αγόγγυστα σκατοσκουπίσει άρρωστο είναι μείζων όλων των τιτάνων της θεολογίας.» [1]

π.λίβυος

[1] Σ. Ζουμπουλάκης

Πηγή: π. Λίβυος

Ἡ ζωή εἶναι μικρή, ἡ στιγμή τεράστια Νοέμβριος 27, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία, Πολυμέσα, Φύση / Ζώα , add a comment

lemessos-112015-thauma-xaraughs-neas-meras-01-crop

«Ἡ ζωή εἶναι μικρή, ἡ στιγμή τεράστια»

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος

Φωτογραφία: Θαῦμα Χαραυγῆς Νέας Ήμέρας, CC

Ἐάν θέλεις νά βρείς χρυσό πρέπει νά λερωθείς πολύ μέσα στήν λάσπη Νοέμβριος 20, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Σχέσεις , add a comment

choice-self

Μεγάλο αγαθό μέσα σε μία διαπροσωπική σχέση να γνωρίζονται οι άνθρωποι.
Διότι συνήθως ο αδελφός δεν ξέρει τον συνασκητή του, ο φίλος τον φίλο, ο άνδρας την γυναίκα του κτλ.
Εάν δεν απογυμνωθούμε από τα προσωπεία μας, εάν δεν αφεθούμε πλήρως στον άλλο, η σχέση μας θα μείνει νόθα και πλαστή.
Όταν δείξεις ποιος είσαι μπορεί να απογοητεύσεις τον άλλο, όμως θα ξέρει με ποιον έχει να κάνει.
Εάν θέλει να μείνει μαζί σου θα μείνει, εάν δεν θέλει καλύτερα να αποχωρήσει παρά να ζείτε ψεύτικα μαζί.
Έχει ρίσκο λοιπόν η επιλογή να δείξεις την αλήθεια για τον εαυτό σου.
Μία αλήθεια που πρέπει να αγκαλιάσεις πρώτα εσύ και μετά ο άλλος.
Να αποδεχτείς τον εαυτό σου. Να γνωρίσεις ποιος είσαι και μετά να φανερωθείς χωρίς «μακιγιάζ» και στον άλλο.
Αν χρειαστεί μπορεί να παλέψεις για την σχέση σου, όμως θα παλέψεις χωρίς μάσκα για ν’αναπνέεις καλύτερα, χωρίς το κουστούμι του ατσαλάκωτου ώστε να κινείσαι ευκολότερα.
«Είναι επικίνδυνο και ανόητο να το κάνεις αυτό», θα πει ο κόσμος.
Όμως θυμήσου ότι εάν θέλεις να βρεις χρυσό πρέπει να λερωθείς πολύ μέσα στην λάσπη.

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος (FB)