jump to navigation

Μωρό στη Θάλασσα: Θεέ μου συγχώρησέ με, που κοίταξα το τομάρι μου (διήγημα) Ιανουάριος 8, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ελληνισμός / Ρωμιοσύνη, Λογοτεχνία - Ποίηση, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

African-migrants-boat-to-Europe-hi-res-620x413

Ξημέρωνε των Θεοφανίων. Ούτε σήμερα είχε καταφέρει να κλείσει μάτι. Είχε μέρες να κοιμηθεί. Όσο κι αν το γέρικο και κουρασμένο κορμί του το επιθυμούσε, δεν μπορούσε. Ογδοντάριζε πια, με πολλά προβλήματα υγείας και απίστευτες ταλαιπωρίες στην ζωή του. Ποτέ όμως, δεν είχε αντιμετωπίσει πρόβλημα με τον ύπνο. Ακόμη και τότε που έχασε τον γιό του, τον Νικολή από την αρρώστια, ο ύπνος λειτουργούσε ως κρυψώνα και καταφυγή. Εκεί προσέτρεχε, βλέποντας όνειρα που γλύκαιναν την πικρή απελπισία του. Τώρα όμως δεν μπορούσε. Από εκείνο το βράδυ. Την νύχτα εκείνη στην θάλασσα που όλο το νησί προσπαθούσε να σώσει τους πρόσφυγες που κατά εκατοντάδες ερχόντουσαν από τα παράλια της Τουρκίας, με στόχο την καλύτερη ζωή προς την Ευρώπη.

Αυτές οι σάπιες βάρκες βυθισμένες από το βάρος της ελπίδας, τα φοβισμένα πρόσωπα των προσφύγων που δεν ήξερες, εάν τα μέτωπα τους ήταν μουσκεμένα από το νερό ή τον ιδρώτα του φόβου, εκείνα τα βλέμματα των γυναικών που μες στην νύχτα και την παγωνιά προσπαθούσαν να ζεστάνουν τα παιδιά τους με τον πόθο της ζωής, και αυτά τα νεκρά κορμιά που ξέβραζε επί μέρες η θάλασσα έρημα και εγκαταλειμμένα, μη μπορώντας να χωνέψει την αθωότητα τους, είχαν στοιχειώσει το μυαλό του.

Ψαράς ο ίδιος, είχε βάλει την μικρή του βάρκα στην προσπάθεια διάσωσης. Δεν ήταν ο μόνος. Όλο το νησί βοήθησε. Όμως κάτι μέσα του δεν μπορούσε να βρει ησυχία. Τον τυραννούσε, μια εικόνα, μια σκηνή. Δεν μπορούσε να την διώξει από το μυαλό του. Η ενοχή είχε φαρμακώσει την ψυχή του. Εκείνο το βράδυ μες στα κύματα και την παγωνιά, δεκάδες μωρά χάθηκαν στην θάλασσα. Ένα μωρό ημερών, μπροστά στα μάτια του, στην ταραχή και τον πανικό γλίστρησε από τα χέρια της μάνας του και εξαφανιστηκε στο μαύρο βυθό. Εκείνο το ουρλιαχτό της κοπέλας με το μαύρο μαντήλι και την άδεια αγκαλιά, είχε γίνει ο εφιάλτης του. Δεν ήξερε την γλώσσα της, δεν μπορούσε να καταλάβει τι φώναζε και ποιο Θεό παρακαλούσε, όμως ήξερε καλά να αναγνωρίζει την κραυγή του πόνου. Βλέπεις τα ανθρώπινα συναισθήματα, έχουν μία γλώσσα… της καρδιάς. (περισσότερα…)