jump to navigation

Αν μπορούσες να επιλέξεις, τι θα ήθελες να ήσουν στη γη; Ιούνιος 6, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Φύση / Ζώα , 1 comment so far

theros

αν ηταν να διάλεγα την ύπαρξη μου θα επέλεγα να είμαι αγριόχορτο ψιλόλιγνο στις άκρες επαρχιακών δρόμων. Θα είχα ρίζες για να δέσω με το χώμα που αγαπώ, θα έβλεπα αυτοκίνητα και πεζούς να περνούν κουβαλώντας όνειρα, χαρές και λύπες και προσμονές. Άνεμοι θα χαίδευαν το κορμί μου και θα αφενόμουνα ανυπεράσπιστο στο πέρασμά τους. Θα με ταξίδευαν μακρυά και θα έφερναν να με κεράσουν αρώματα και ευωδίες παράξενες και μυστικές. Κανείς δεν θα νοιαζόταν για την ύπαρξή μου. Ασήμαντο ανάμεσα σε άπειρα άλλα ιδια αχριόχορτα δρόμων επαρχιακών. Θα έφευγα χωρις να το καταλάβω και δεν θα ειχα παράπονα πολλά. Ισως μονάχα ενα.. Πώς δεν θα μπορούσα να γευτώ τον έρωτα και το πλάτεμα που δίνει στην καρδιά.. Αλλά πού ξέρεις μπορεί και τα αγριόχορτα στις άκριες δρόμων επαρχιακών να ερωτεύονται και να έχουν πλατιά καρδιά…

Γεώργιος Κόρδης, Αγιογράφος (FB)

Η Τιμωρία Ιανουάριος 5, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 2Σχόλια

X-Files

π. Δημητρίου Μπόκου

« … ἡ ἁ­μαρ­τί­α ἀ­πο­τε­λε­σθεῖ­σα ἀ­πο­κύ­ει θά­να­τον» (Ἰ­ακ. 1, 15).

Ἡ φω­τιὰ ἔ­τρι­ξε καὶ σπί­θες κόκ­κι­νες γέ­μι­σαν τὸν ἀ­έ­ρα, κα­θὼς ὁ γέ­ρος συ­δαύ­λι­σε τὰ κάρ­βου­να καὶ ἔ­ρι­ξε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κού­τσου­ρο στὸ τζά­κι. Ἔ­ξω τὸ σού­ρου­πο ἅ­πλω­νε γορ­γὰ τὴν πα­γε­ρή του μουν­τά­δα, ἂν καὶ ἡ ἀ­σπρά­δα τοῦ χι­ο­νιοῦ πά­λευ­ε νὰ πα­ρα­τεί­νει τὴν ψευ­δαί­σθη­ση πὼς ἡ μέ­ρα κρα­τοῦ­σε ἀ­κό­μα.

Γύ­ρω στὸ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο τρα­πέ­ζι, στρω­μέ­νο, κα­θὼς τό ’χαν πα­ρά­δο­ση, ὅ­λη τὴν ἡ­μέ­ρα, βού­ι­ζε χα­ρού­με­να στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς γι­ορ­τι­νῆς ζε­στα­σιᾶς ἡ οἰ­κο­γέ­νεια. Καὶ τί οἰ­κο­γέ­νεια; Τριά­ντα τό­σες ψυ­χές, ἀ­πὸ παπ­ποῦ­δες μέ­χρι δι­σέγ­γο­να, συγ­κεν­τρώ­θη­καν σή­με­ρα γιὰ νὰ γι­ορ­τά­σου­νε μα­ζί.

Ὁ ὀ­γδον­τά­χρο­νος γέ­ρος, μὲ τὰ μαλ­λιά του κά­τα­σπρα σὰν χι­ό­νι, ἔ­βλε­πε πα­λιὰ καὶ νι­ό­φυ­τα βλα­στά­ρια γύ­ρω του κι ἀ­να­γάλ­λι­α­ζε. Ἡ μα­τιά του πλα­νι­ό­ταν ὣς τὸ καν­τή­λι ποὺ σι­γό­και­γε στὴ γω­νιὰ καὶ κά­θε τό­σο τὰ φυλ­λο­κάρ­δια του πάλ­λον­ταν.

– «Δό­ξα ἐν ὑ­ψί­στοις Θε­ῷ…», ψι­θύ­ρι­ζε σὰν τοὺς ἀγ­γέ­λους. Ἡ ἀ­γά­πη σου ἀ­πέ­ραν­τη, Κύ­ρι­ε!… Πλού­σια τὰ ἐ­λέ­η σου!…

Ἕ­να δε­κα­ο­χτά­χρο­νο παλ­λη­κά­ρι, ἐγ­γο­νός του, ἑ­τοι­μά­στη­κε νὰ φέρει ἀπ’ ἔξω ξύ­λα γιὰ τὴ φωτιά. Περ­νών­τας δί­πλα του κον­το­στά­θη­κε χα­μο­γε­λών­τας, κα­θὼς τὸν εἶ­δε νὰ κου­νά­ει τὰ χεί­λη του χω­ρὶς νὰ μι­λά­ει. Ἤ­ξε­ρε τὸν παπ­πού του κα­λά. Εἶ­πε νὰ τὸν πει­ρά­ξει.

– Τί κου­βεν­τιά­ζεις πά­λι ἐ­κεῖ μο­νά­χος σου, παπ­πού;

Ὁ γέ­ρος τὸν κοί­τα­ξε μὲ πρό­σχα­ρη δι­ά­θε­ση.

– Γιὰ τὴν ἀ­γά­πη Του λέ­ω. Τί ἄλ­λο νὰ ’­πῶ;

– Θά ’­θε­λα τό­τε νὰ τὸν ρω­τή­σεις κά­τι, συ­νέ­χι­σε πει­ρα­χτι­κὰ ὁ ἐγ­γο­νός. Ἀ­φοῦ, κα­τὰ πὼς λές, μᾶς ἀ­γα­πά­ει τό­σο, για­τί μᾶς τι­μω­ρεῖ σκλη­ρά, ἂν κά­νου­με καὶ φύ­γου­με λι­γά­κι ἀ­πὸ τὸν νό­μο Του;

Ὁ γέ­ρος στὴ στιγ­μὴ σο­βά­ρε­ψε.

– Ἄ­κου­σα νὰ τὸ λέ­ει κά­ποι­ος αὐ­τό, πὼς ὁ Θε­ὸς γνω­ρί­ζει μό­νο νὰ τι­μω­ρεῖ. Ἔ­τσι νο­μί­ζεις κι ἐσύ; Ἄν­τε λοι­πόν, τέλει­ω­νε μὲ τὰ ξύ­λα σου κι ἔ­λα κα­τό­πι νὰ τὰ ποῦ­με.

 

Ὁ νε­α­ρὸς ἄν­τρας τυ­λί­χτη­κε κα­λά, κα­τέ­βα­σε μέ­χρι τ’ αὐ­τιὰ τὸ γού­νι­νο σκοῦ­φο του καὶ βγῆ­κε. Τὸ κρύ­ο ἦ­ταν τσου­χτε­ρό, μὰ δὲ θ’ ἀρ­γοῦ­σε. Προ­χώ­ρη­σε κά­τω ἀ­π’ τὸ ὑ­πό­στε­γο ὣς τὴν ψη­λὴ μάν­τρα, ὅ­που ἦ­ταν ἀ­πο­θη­κευ­μέ­να τὰ ξύ­λα. Γέ­μι­σε τρεῖς φο­ρὲς τὸ κα­ρο­τσά­κι του καὶ τ’ ἄ­δει­α­σε κον­τὰ στὴν πόρ­τα τους. Μὰ σὰν τὸ ἀ­κούμ­πη­σε στὴ θέ­ση του καὶ γύ­ρι­σε νὰ μπεῖ στὸ σπί­τι, τοῦ φά­νη­κε πὼς κά­τι ἄ­κου­σε. Σὰν πνιγ­μέ­νος λυγ­μὸς ἕ­νας θό­ρυ­βος ἀ­να­κα­τεύ­τη­κε μὲ τὸ βού­ι­σμα τοῦ ἀ­νέ­μου.

Πα­ρα­ξε­νε­μέ­νος ἔ­στη­σε αὐ­τὶ ν’ ἀ­κού­σει κα­λύ­τε­ρα. Ἔ­φε­ρε προ­σε­κτι­κὰ τὸ βλέμ­μα του ἕ­να γύ­ρο. Ψη­λὸς πε­ρί­βο­λος ἔ­κλει­νε προ­στα­τευ­τι­κὰ τὸ τε­ρά­στιο ὑ­πο­στα­τι­κό. Ἐ­κεῖ φι­λο­ξε­νοῦν­ταν ἡ με­γά­λη τους οἰ­κο­γέ­νεια τὸν χει­μώ­να, ὅ­ταν τὸ φο­βε­ρὸ κρύ­ο τοὺς ἔ­δι­ω­χνε ἀ­π’ τὰ ψη­λά τους βου­νά. Τοῦ­φες γκρί­ζου κα­πνοῦ πε­τά­γον­ταν στὸν οὐ­ρα­νὸ ἀ­κού­ρα­στα ἀ­πὸ τὶς κα­μι­νά­δες. Ὁ πα­γω­μέ­νος ἀ­έ­ρας ἀ­νά­δευ­ε κά­θε λί­γο σύν­νε­φα χι­ο­νιοῦ στὴ με­γά­λη κοι­λά­δα μπρο­στά του. Ἡ­συ­χί­α παν­τοῦ.

Ἔ­κα­με νὰ γυ­ρί­σει, ὅ­ταν καὶ πά­λι σὰν πα­ρά­ξε­νο βογ­γη­τὸ ἔ­φτα­σε κά­τι στ’ αὐ­τιά του. Ταυ­τό­χρο­να στὴν κον­τι­νό­τε­ρη συ­στά­δα δέν­τρων ἕ­νας σκο­τει­νὸς ὄγ­κος κι­νή­θη­κε. Ὑ­πο­ψι­ά­στη­κε ἀ­γρί­μι. Καὶ δὲν ἔ­πε­σε ἔ­ξω. Ἔ­τρε­ξε ἀ­στρα­πια­ῖα στὴν ἀ­πο­θή­κη κι ἅρ­πα­ξε ἕ­να ὅ­πλο. Βλέ­πον­τας πὼς τὸ ἀ­γρί­μι ἄρ­χι­σε κι­ό­λας νὰ ξε­μα­κραί­νει, ἔ­λυ­σε ἀ­π’ τὸν στά­βλο ἕ­να ἄ­λο­γο καὶ χύ­θη­κε στὸ κα­τό­πι του. Στὸ θαμ­πὸ λυ­κό­φως ξε­χώ­ρι­σε κόκ­κι­νες κη­λί­δες στὸ χι­ό­νι. Τὸ ἀ­γρί­μι ἦ­ταν πλη­γω­μέ­νο. Νοι­ώ­θον­τας τὸν κίν­δυ­νο γρύλ­ι­ζε ὅ­λο καὶ ἀ­πει­λη­τι­κό­τε­ρα. Βι­α­ζό­ταν νὰ χω­θεῖ στὸ με­γά­λο δά­σος.

Ὁ νε­α­ρὸς ἄν­τρας ὅρ­μη­σε ξο­πί­σω του χω­ρὶς δι­σταγ­μό. Τοῦ φά­νη­κε εὔ­κο­λη ὑ­πό­θε­ση. Καὶ μο­να­δι­κὴ εὐ­και­ρί­α νὰ δεί­ξει τὴν ἀ­ξί­α του.

Στὸ με­γά­λο δά­σος, ποὺ ἁ­πλω­νό­ταν πέ­ρα ἀ­π’ τὴν κοι­λά­δα καὶ χα­νό­ταν στὸν ὁ­ρί­ζον­τα πά­νω ἀπὸ κα­τά­λευ­κους λό­φους, ἦ­ταν κα­νό­νας ἀ­πα­ρά­βα­τος νὰ κυ­νη­γοῦν μό­νο οἱ ἔμ­πει­ροι ἄν­δρες τῆς οἰ­κο­γέ­νειας. Ἀλ­λὰ καὶ αὐ­τοὶ πάν­τα ὁ­μα­δι­κὰ καὶ πο­τὲ τὴ νύ­χτα.

Στὸν δε­κα­ο­χτά­χρο­νο δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ συμ­με­τέ­χει σ’ αὐ­τὲς τὶς ἐ­πι­χει­ρή­σεις. Δὲν ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἐκ­παι­δευ­μέ­νος γιὰ τέ­τοι­α. Μπο­ροῦ­σε μό­νο νὰ πε­ρι­πο­λεῖ μὲ τοὺς συ­νο­μη­λί­κους του στὴν ἀ­νοι­χτὴ κοι­λά­δα. Τὸ με­γά­λο δά­σος ἦ­ταν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νος καρ­πὸς γι’ αὐ­τούς. Ἡ οἰ­κο­γε­νεια­κή τους κοι­νό­τη­τα στη­ρι­ζό­ταν σὲ νό­μους. Κα­νό­νες ἄ­γρα­φους, ἀ­πὸ πα­ρά­δο­ση, μὰ αὐ­στη­ροὺς καὶ ἀ­πό­λυ­τους. Χά­ρη σ’ αὐ­τοὺς ἡ τε­ρά­στια οἰ­κο­γέ­νεια ἐ­πι­βί­ω­νε ἀ­πὸ γε­νιὰ σὲ γε­νιὰ μὲ ἀ­σφά­λεια καὶ λει­τουρ­γοῦ­σε χω­ρὶς προ­βλή­μα­τα. Καὶ οἱ με­γά­λοι μά­θαι­ναν στοὺς μι­κρό­τε­ρους σεβασμὸ στὴν παράδοση, μιὰ καὶ κά­θε πα­ρά­βα­ση συ­νε­πα­γό­ταν πάν­τα βα­ρει­ὲς συ­νέ­πει­ες.

Μὰ τώ­ρα ὁ ἐν­θου­σια­σμὸς τὸν συ­νε­πῆ­ρε. Οὔ­τε ποὺ σκέ­φτη­κε κα­νό­νες καὶ συ­νέ­πει­ες. Σπι­ρού­νι­σε τ’ ἄ­λο­γο νὰ τρέ­ξει καὶ χα­μή­λω­σε τὸ κορ­μί του στὴ σέλ­λα. Ἤ­θε­λε νὰ προ­λά­βει στὸν ἀ­νοι­χτὸ χῶ­ρο τὸ ἀ­γρί­μι. Μὰ τὸ φῶς λι­γό­στευ­ε συ­νε­χῶς. Τὸ ἄ­λο­γό του βού­λι­α­ζε κά­θε λί­γο στὸ πυ­κνὸ χι­ό­νι καὶ δυ­σκο­λευ­ό­ταν νὰ τρέ­ξει. Τὸ πλη­γω­μέ­νο ἀ­γρί­μι κα­τά­φε­ρε ἐ­πι­τέ­λους νὰ φτά­σει στοὺς λό­φους καὶ χά­θη­κε στὸ πυ­κνὸ δά­σος.

Ὁ νε­α­ρὸς ἄν­δρας δί­στα­σε, ἀλ­λὰ γιὰ μιὰ μο­νά­χα στιγ­μή. Τὸ αἷ­μα του ἔ­βρα­ζε. Δὲν θ’ ἄ­φη­νε τὴν εὐ­και­ρί­α του νὰ χα­θεῖ. Ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ τό­σο ζή­λευ­ε καὶ πάν­τα λα­χτα­ροῦ­σε. Ἔ­παιρ­νε με­γά­λο ρί­σκο, μὰ ἤ­θε­λε νὰ δεί­ξει πὼς ἦ­ταν ἕ­τοι­μος γιὰ κά­τι τέ­τοι­ο. Ποι­ὸς δὲν θ’ ἀ­να­γνώ­ρι­ζε με­τὰ τὴν ἀ­ξί­α του; Θά ’μ­παι­νε ἐ­πι­τέ­λους στὴν ὁ­μά­δα τῶν με­γά­λων κυ­νη­γῶν τῆς οἰ­κο­γέ­νειας. Ἔ­κρι­νε πὼς ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ γευ­τεῖ τὸν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νο καρ­πό.

Τὸ δά­σος, χι­ο­νι­σμέ­νο καὶ ἀ­πέ­ραν­το, φάν­τα­ζε φο­βε­ρό. Ἡ νύ­χτα εἶ­χε πέ­σει. Τὰ πα­νύ­ψη­λα δέν­τρα λι­γό­στευ­αν ἀ­πελ­πι­στι­κὰ τὸ ἐ­λά­χι­στο φῶς. Προ­χώ­ρη­σε προ­σε­κτι­κὰ μὲ ὁ­δη­γὸ τὰ γρυλ­ί­σμα­τα, ποὺ γί­νον­ταν ὅ­λο καὶ πιὸ ἀ­δύ­να­μα, πιὸ ἀ­ραι­ά. Μὰ ἡ ὥ­ρα περ­νοῦ­σε, χω­ρὶς νὰ φτά­νει στὸν στό­χο του. Τὸ ἐγ­χεί­ρη­μά του γι­νό­ταν πε­ρί­πλο­κο.

Τὸ ἄ­λο­γο μὲ δυ­σκο­λί­α ἄ­νοι­γε τὸν δρό­μο του στὸν ἀ­φι­λό­ξε­νο, πα­γε­ρό, σχε­δὸν ἄ­βα­το τό­πο. Τὰ πράγ­μα­τα δὲν ἦ­ταν ὅ­σο ἁ­πλᾶ τοῦ φά­νη­καν στὴν ἀρ­χή. Δὲν ἤ­ξε­ρε οὔ­τε πό­σο εἶ­χε προ­χω­ρή­σει, οὔ­τε ποῦ βρι­σκό­ταν. Τὸ δά­σος γι­νό­ταν τό­σο πυ­κνό, ποὺ δὲν ὑ­πῆρ­χε ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς γιὰ ὑ­πο­λο­γι­σμούς. Σι­γὰ-σι­γὰ ἡ ἀρ­χι­κή του σι­γου­ριὰ τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­πε. Ἕ­νας φό­βος, ποὺ ὅ­λο καὶ με­γά­λω­νε, πῆ­ρε νὰ ξε­ση­κώ­νε­ται στὴν καρ­διά του.

Στά­θη­κε δί­βου­λος. Νὰ τρα­βή­ξει μπρὸς ἢ νὰ γυ­ρί­σει πί­σω; Σκε­φτό­ταν τώ­ρα τὶς συ­νέ­πει­ες. Πῶς θὰ αἰ­τι­ο­λο­γοῦ­σε τὴν πρά­ξη του; Ἤ­ξε­ρε τὴ θρη­σκευ­τι­κὴ προ­σή­λω­ση τῆς οἰ­κο­γέ­νειας στοὺς κα­νό­νες της. Ὑ­πῆρ­χε με­γά­λη αὐ­στη­ρό­τη­τα στὴν τή­ρη­σή τους. Καὶ τό ’­χε πιὰ σί­γου­ρο πὼς τώ­ρα τὸν πε­ρί­με­νε βα­ρειὰ τι­μω­ρί­α γιὰ τὸ τόλ­μη­μά του.

Μὰ πά­νω ποὺ πά­σχι­ζε τί νὰ δι­α­λέ­ξει, τὸ γρύλι­σμα ἀ­κού­στη­κε πο­λὺ κον­τά. Καὶ μιὰ σκιὰ κι­νή­θη­κε μέ­σ’ στὰ κλα­διά. Αὐ­τὸ ἦ­ταν! Ἀ­να­θάρ­ρη­σε. Ἕ­να βῆ­μα μο­νά­χα τὸν χώ­ρι­ζε ἀ­πὸ τὸν στό­χο του. Ἄγ­γι­ζε πιὰ τὸ ὄ­νει­ρό του.

Σή­κω­σε τὸ ὅ­πλο νὰ ση­μα­δέ­ψει, ὅ­ταν ἀ­πρό­σμε­να καὶ ἄλ­λο γρύλι­σμα τὸν ξάφ­νι­α­σε ἀ­πὸ δε­ξιά…, καὶ ἄλ­λο ξο­πί­σω του…, κι ἀ­ρι­στε­ρὰ καὶ μπρὸς καὶ γύ­ρω του…, παν­τοῦ. Καὶ μο­νο­μιᾶς, ἕ­να σω­ρὸ σκι­ὲς ξε­πή­δη­σαν ἀ­π’ τὸ σκο­τά­δι, τρο­μα­χτι­κὰ φαν­τά­σμα­τα, τῆς νύ­χτας πλά­σμα­τα φρι­χτά. Ἀλ­λοί­μο­νο! Τὸ πλη­γω­μέ­νο ἀ­γρί­μι τὸν πα­γί­δε­ψε κα­λά. Τοῦ ’­παι­ξε τὸ πιὸ ἄ­σχη­μο παι­χνί­δι τῆς ζω­ῆς του. Τὸν ἔ­ρι­ξε βο­ρὰ στὰ πει­να­σμέ­να στό­μα­τα ὁ­λό­κλη­ρης ἀ­γέ­λης.

Μο­νά­χα μιὰ στιγ­μὴ χρει­ά­στη­κε ἡ αἴ­σθη­σή του, γιὰ νὰ πε­ρά­σει ἀ­π’ τὴ θρι­αμ­βι­κή της εὐ­φο­ρί­α στὴν ἔ­σχα­τη ἀ­πελ­πι­σί­α. Τὰ πάν­τα ἔ­γι­ναν ἀ­στρα­πια­ῖα. Ξε­τρελ­λα­μέ­νο ἀ­π’ τὴν τρο­μά­ρα τὸ ἄ­λο­γό του τι­νά­χτη­κε ψη­λὰ στὰ πί­σω πό­δια. Τὸν ἔ­ρι­ξε με­μιᾶς στὸ χι­ο­νι­σμέ­νο ἔ­δα­φος κι ἀ­φη­νι­α­σμέ­νο ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­χει στὰ τυ­φλά. Μη­χα­νι­κὰ τὸ δά­χτυ­λό του βρῆ­κε τὴ σκαν­δά­λη κα­θὼς ἔ­πε­φτε. Τὸ ὅ­πλο βρόν­τη­ξε ἐκ­κω­φαν­τι­κὰ μέσ’ στὴ νυ­χτιά, μὰ μὲ τὴν πτώ­ση τοῦ ’­φυ­γε ἀ­π’ τὰ χέ­ρια του. Τ’ ἀ­γρί­μια σά­στι­σαν ἀ­π’ τὴ βα­ρειὰ ἐκ­πυρ­σο­κρό­τη­ση γιὰ μιὰ στιγ­μή, ποὺ ὡ­στό­σο τοῦ ἦ­ταν ἀρ­κε­τὴ γιὰ ν’ ἁρ­πα­χτεῖ ἀ­π’ τὸ κον­τι­νό­τε­ρο κλα­δὶ καὶ νὰ ἀ­νε­βεῖ γορ­γὰ ὅ­σο ψη­λό­τε­ρα μπο­ροῦ­σε. Και­ρὸς ἦ­ταν! Τ’ ἀ­γρί­μια ξα­να­χύ­μη­ξαν ἀ­μέ­σως καὶ μ’ ἄ­γριους βρυ­χηθ­μοὺς τὸν πε­ρι­ζῶ­σαν.

Στὸ ἑ­ξῆς ἡ ὥ­ρα κύ­λι­σε ἀρ­γὰ καὶ βα­σα­νι­στι­κά. Ἡ πα­γω­νιὰ χω­νό­τα­νε παν­τοῦ καὶ τὸν τρυ­ποῦ­σε. Ἡ ἀ­κι­νη­σί­α μού­δι­α­ζε τὸ σῶ­μα του. Κινδύνευ­ε νὰ πέ­σει. Μὲ δυ­σκο­λί­α ἀ­φάν­τα­στη τὰ ξυ­λι­α­σμέ­να χέ­ρια του γαν­τζώ­να­νε τὸ δέν­τρο. Μὰ πιὸ πο­λὺ τὸν παί­δευ­αν οἱ ἐ­νο­χές του. Πῶς τό ’­χε με­τα­νοι­ώ­σει, Θέ μου! Τί ἀ­πο­κο­τιὰ ἦ­ταν κι αὐ­τή; Πῶς φέρ­θη­κε πιὰ τό­σο ἐ­πι­πό­λαι­α; Καὶ τώ­ρα; Τί τὸν πε­ρί­με­νε; Ὁ θά­να­τος; Πο­λὺ πι­θα­νό. Μὰ κι ἂν σω­ζό­ταν πα­ρ’ ἐλ­πί­δα, πῶς θὰ δι­και­ο­λο­γοῦ­σε τὴν ἀ­νο­η­σί­α του; Δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου πιὰ πε­ρή­φα­νος γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του.

Μα­κριὰ στὴν κοι­λά­δα ἦ­χος βα­θὺς κυ­νη­γε­τι­κοῦ βού­κι­νου ἔ­σκι­σε τὴ θα­να­τε­ρὴ σι­γα­λιά. Ἡ καρ­διά του σκίρ­τη­σε. Τὸν ἔ­ψα­χναν! Οἱ ἐλ­πί­δες του ἀ­να­πτε­ρώ­θη­καν. Ἔ­φε­ρε τὸ χέ­ρι στὴ ζώ­νη του ἀ­να­ζη­τών­τας τὸ δι­κό του βού­κι­νο γιὰ ν’ ἀ­παν­τή­σει. Μὰ δὲν εἶ­χε μα­ζί του κυ­νη­γε­τι­κὸ ἐ­ξο­πλι­σμό.

Πέ­ρα­σε ἔτσι πολ­λὴ ἀ­κό­μα ὥ­ρα μέ­χρι νὰ τὸν ἐν­το­πί­σει ἡ ὁ­μά­δα δι­ά­σω­σης, ποὺ ἔ­σπευ­σε νὰ τὸν ἀ­να­ζη­τή­σει ἀ­μέ­σως μό­λις ἔ­γι­νε ἀν­τι­λη­πτὴ ἡ ἐ­ξα­φά­νι­σή του. Τὰ σκυ­λιὰ καὶ οἱ πυ­ρο­βο­λι­σμοὶ σκόρ­πι­σαν τὰ θη­ρί­α. Στὸ ἔ­σχα­το ὅ­ριο τῆς ἀν­το­χῆς του ὁ νε­α­ρός, βρι­σκό­ταν ἐ­πι­τέ­λους ξα­νὰ στὴ ζεστὴ ἀγκαλιὰ τῆς οἰ­κο­γέ­νειας.

Μὲ δά­κρυ­α κι ἀ­λα­λαγ­μοὺς χα­ρᾶς, βα­θιὰ συγ­κλο­νι­σμέ­νοι ἀ­π’ τὸ ἀ­πρό­σμε­νο συμ­βάν, ἔ­πε­σαν ὅ­λοι πά­νω του, ὅ­ταν τὸ ἕλ­κη­θρο ποὺ τὸν με­τέ­φε­ρε στα­μά­τη­σε στὴν πόρ­τα τους. Κι ὅ­ταν μὲ μάτια ὑγρὰ καὶ λαμπερὰ τὸν σή­κω­σαν στὰ χέ­ρια τους, ἔ­νοι­ω­σε στὸν πα­ρά­δει­σο πὼς ἔμ­παι­νε, ὄ­χι στὸ σπί­τι του.

Ἡ γλυ­κειὰ θαλ­πω­ρὴ τῆς χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κης ἑ­στί­ας καὶ τ’ ἀ­γα­πη­μέ­να του πρό­σω­πα, γε­λα­στὰ καὶ πά­λι με­τὰ τὴν ἀ­να­στά­τω­ση, ἔ­σβη­σαν σὰν ὄ­νει­ρο κα­κὸ σι­γὰ-σι­γὰ τὴ θύ­μη­ση τῆς φο­βε­ρῆς του πε­ρι­πέ­τειας.

– Θὰ μπο­ρέ­σε­τε ἄ­ρα­γε πο­τὲ νὰ μὲ συγ­χω­ρέ­σε­τε; εἶ­πε σὰν ἔνοιωσε κα­λύ­τε­ρα. Πό­σο ἄ­σχη­μα αἰ­σθά­νο­μαι γιὰ ὅ,τι ἔ­κα­μα! Ὅ­ποι­α κι ἂν εἶ­ναι ἡ τι­μω­ρί­α μου, εἶ­μαι ἕ­τοι­μος νὰ τὴ δε­χτῶ.

Ὁ παπ­ποὺς τὸν κοί­τα­ξε κα­λο­κά­γα­θα, ὅ­πως πάν­τα.

– Ποι­ὸς μί­λη­σε γιὰ τι­μω­ρί­α;

– Μὰ δὲν ἔ­χει βα­ρει­ὲς συ­νέ­πει­ες ἡ πα­ρά­βα­ση τῶν νό­μων μας; Αὐ­τὸ δὲν μᾶς μα­θαί­νε­τε;

– Βα­ρει­ὲς συ­νέ­πει­ες ἔ­χει ἀ­ναμ­φί­βο­λα, μὰ δὲν τὶς ἐ­πι­βάλ­λου­με ἐ­μεῖς. Ἡ τι­μω­ρί­α σου εἶ­ναι αὐ­τὰ ποὺ ἤ­δη πέ­ρα­σες. Δὲ σοῦ ‘φτασαν; Κι ἄλλο ζητᾶς ἀκόμα; Σὲ ἄγ­γι­ξε σχε­δὸν ὁ θά­να­τος ἀ­π’ τὰ θη­ρί­α καὶ τὴν πα­γω­νιά! Ἀλλὰ μόνο καὶ μόνο ἐ­πει­δὴ θέ­λη­σες νὰ φύ­γεις ἀ­π’ τὴν ἀ­σφά­λεια καὶ τὴ ζε­στα­σιὰ τοῦ σπι­τιοῦ μας. Αὐ­το­κα­τα­δι­κά­στη­κες! Ὅ­σα ἐ­σὺ ἐ­πέ­βα­λες στὸν ἑ­αυ­τό σου, ἡ φυ­σι­κὴ καὶ μό­νο συ­νέ­πεια τῆς πρά­ξης σου,  εἶ­ναι ἡ τι­μω­ρί­α σου. Ὄ­χι κά­τι ποὺ θὰ ἐ­πι­βάλ­λου­με ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων ἐ­μεῖς.

–  Δηλαδή, παππού, …δὲν θὰ μὲ τιμωρήσετε;

–  Ὄ­χι βέ­βαι­α, παι­δί μου! Δὲν ἔ­χου­με ἔ­γνοι­α ν’ ἀ­πο­κα­τα­στή­σου­με τὴν τά­ξη νο­μι­κὰ γιὰ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση δι­κή μας, νὰ τι­μω­ρή­σου­με τὴν πα­ρά­βα­ση γιὰ νὰ βγά­λου­με τὸ ἄ­χτι μας. Μᾶς νοιά­ζει μό­νο ν’ ἀ­πο­κα­τα­στα­θεῖς ἐ­σὺ σῶ­ος καὶ ἀ­κέ­ραι­ος στὴν οἰ­κο­γέ­νειά μας. Δὲν μᾶς πε­ρισ­σεύ­εις, ἂς εἴ­μα­στε πολ­λοί. Δὲν σ’ ἀ­γα­πά­με λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ κα­νέ­ναν ἄλ­λον ἐ­δῶ μέ­σα καὶ μᾶς εἶ­σαι ἰ­δι­αί­τε­ρα πο­λύ­τι­μος γιὰ νὰ σὲ χά­σου­με.

Καὶ μὲ τὰ λό­για αὐ­τὰ ὁ ἀ­γα­θὸς γέ­ρον­τας ἔ­σκυ­ψε κι ἀγ­κά­λια­σε τρυ­φε­ρὰ τὸ νεαρὸ βλα­στά­ρι τοῦ σπι­τιοῦ του, φι­λών­τας το στορ­γι­κά. Ἕ­να κύ­μα ἔ­πνι­ξε τὴν καρ­διὰ τοῦ ἀ­γο­ριοῦ, γέ­μι­σε δά­κρυ­α ζε­στὰ τὰ μά­τια του πρὶν προ­λά­βει νὰ τὰ συγ­κρα­τή­σει.

– Εἶ­ναι αὐ­τὸ ἡ ἀ­πάν­τη­ση καὶ γιὰ ‘κεῖ­νο ποὺ σὲ ρώ­τη­σα πρὶν φύ­γω, παπ­πού; ψέλλισε μὲ φωνὴ ποὺ κοβόταν ἀπ’ τὴ συγκίνηση.

– Ἀ­κρι­βῶς, ἀ­γα­πη­μέ­νο μου παι­δί! Εἶ­πες, πῶς γί­νε­ται νὰ ἀ­γα­πά­ει ὁ Θε­ὸς καὶ ταυ­τό­χρο­να νὰ τι­μω­ρεῖ; Μὰ ὁ Θε­ὸς μό­νο ἀ­γα­πά­ει, γι­έ μου! Ποι­ὸς λέ­ει πὼς τὸ μό­νο ποὺ ξέ­ρει εἶ­ναι νὰ τι­μω­ρεῖ; Ὅ­ποι­ος τὸν ἀ­γνο­εῖ μονάχα. Οἱ δι­α­στρε­βλω­τὲς τῆς εἰ­κό­νας Του. Ὁ θά­να­τος, ἡ κά­θε τι­μω­ρί­α, δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἡ φυ­σι­κὴ συνέπεια τῆς ἀ­πο­ξέ­νω­σής μας ἀ­π’ αὺτόν, ἡ τελικὴ κατάληξη τῆς ἁ­μαρ­τί­ας μας. Ὄ­χι ποι­νὴ ποὺ ἐ­πι­βάλ­λει ὁ Θε­ὸς ἀ­πὸ κά­ποι­α σα­δι­στι­κὴ κι ἐκ­δι­κη­τι­κὴ δι­ά­θε­ση γιὰ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση δι­κή Του.

Οἱ κουβέντες σταμάτησαν, τριγύρισαν ὅλοι τὸν λευκασμένο γέροντα. Ἐκεῖνος ἤρεμα συνέχισε.

– Βλέ­πεις τὸν ἥ­λιο; Λάμ­πει γιὰ ὅ­λους κι ἀ­κτι­νο­βο­λεῖ. Ἂν ὅ­μως κά­ποι­ος κρύ­βε­ται ἀ­πὸ τὸ φῶς του καὶ πα­γώ­νει, τί φταί­ει ὁ ἥ­λιος; Τὸ ἴ­διο γί­νε­ται μὲ τὸν Θε­ό.

– Δηλαδή, παππού;

– Ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι, γιέ μου, ἡ μοναδικὴ πη­γὴ ζω­ῆς. Ἀ­κτι­νο­βο­λεῖ γιὰ ὅ­λους ζε­στα­σιά, ἀ­γά­πη, φῶς. Ὅ­ποι­ος εἶναι μαζί Του, ζεῖ πραγ­μα­τι­κά. Μὰ ὅ­ποι­ος, ἐ­λεύ­θε­ρα πάντα, φεύγει ἀ­πὸ κον­τά Του, στε­ρεῖ­ται τὴ ζω­ὴ αὐ­τή. Φεύ­γον­τας ἀ­πὸ τὴ ζε­στα­σιά, πα­γώ­νει στὸ σκο­τά­δι καὶ τελικὰ πε­θαί­νει. Ἔξω ἀ­π’ τὴ Σκέ­πη Του εἶ­ν’ ἀ­προ­στά­τευ­τος. Εὐάλωτος σὲ κά­θε κίν­δυ­νο, πνευ­μα­τι­κὸ καὶ σω­μα­τι­κό. Τὰ πάν­τα μπο­ρεῖ νὰ τοῦ συμ­βοῦν, μὰ ὄ­χι ἐπειδὴ τὸν τι­μω­ρεῖ ὁ Θε­ός. Ἀλ­λὰ για­τὶ δι­α­λέ­γει ἀ­πὸ μό­νος του νὰ μέ­νει μακριὰ ἀ­π’ τὴν προ­στα­σί­α Του, ἀκάλυπτος στὸ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε κα­κό, ἀφοῦ εἰσέρχεται στὴν ἐ­πι­κίν­δυ­νη πε­ρι­ο­χὴ ποὺ δι­α­φεν­τεύ­ει ὁ θά­να­τος.

– Ὅ­πως τὴν ἔ­πα­θα κι ἐγώ, παππού!

– Ἀκριβῶς, παιδί μου! Μὰ ὄ­χι για­τί σὲ τι­μω­ρή­σα­με ἐ­μεῖς. Ἀλ­λὰ για­τὶ μὲ τὸ δικό σου θέλημα ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κες ἀ­πὸ τὴν προ­στα­σί­α καὶ τὴ θαλ­πω­ρὴ τοῦ σπι­τιοῦ σου. Ἦταν ἑπόμενο στὴ σκο­τει­νὴ κοι­λά­δα  νὰ σὲ κυκλώσουν ἡ πα­γω­νιά, ὁ πό­νος καὶ παραλίγο ὁ θά­να­τος.

– Κα­τά­λα­βα κα­λά, παπ­πού! Ἂν κά­ποι­ος κρύ­βε­ται ἀ­πὸ τὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου, παγ­ώ­νει ἀ­πὸ δι­κό του φταί­ξι­μο καὶ μό­νο, ἂν καὶ ὁ ἥ­λιος φω­τί­ζει κι ἀ­κτι­νο­βο­λεῖ τὴ ζε­στα­σιά.

– Τὸ ἴ­διο ἀ­πα­ράλ­λα­χτα συμ­βαί­νει καὶ μὲ τὸν ἥ­λιο τῆς δι­και­ο­σύ­νης. Ἦρθε γιὰ μᾶς! Γεν­νή­θη­κε ἀ­νά­με­σά μας σή­με­ρα, γιὰ ν’ ἀ­να­τέλ­λει τὶς γλυ­κει­ὲς ἀ­χτί­νες τῆς ἀ­γά­πης Του χωρὶς ἐξαίρεση σ’ ὅ­λη τὴ γῆ. Δὲν εἶ­ναι κρί­μα νὰ κα­τα­δι­κά­ζου­με στὴν πα­γω­νιὰ τὸν ἑ­αυ­τό μας, δι­α­λέ­γον­τας ἐ­μεῖς μὲ πεῖ­σμα τὴ σκιά;

… εἶ­πε ὁ παπ­ποὺς καὶ σώ­πα­σε…

Σκυ­φτοί, κρε­μά­με­νοι μι­κροὶ-με­γά­λοι ἀ­πὸ τὰ χεί­λη του μὲ σέ­βας δέ­χον­ταν, αὔ­ρα λε­πτή, τὰ λό­για του. Ἀ­νά­ε­ρα βα­σί­λε­ψε σι­γή…

Μὰ σ’ ὅ­λων τὶς καρ­δι­ὲς καὶ τὶς μα­τι­ὲς… ἀν­ταύ­γει­ες θεῖ­ες ἔ­λαμ­ψαν…, εὐ­φρό­συ­νες, πα­νώ­ρι­ες, μυ­στι­κές!…

Χρι­στού­γεν­να 2011

Πηγή: Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Η Αρχή μιας Νέας Ζωής Ιανουάριος 1, 2014

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Βίντεο, Φύση / Ζώα , add a comment YouTube Preview Image

Καλή κι ευλογημένη χρονιά!

Ὁ ἀγρὸς τῶν λέξεων Απρίλιος 5, 2013

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Φύση / Ζώα , add a comment

Lift Off- Best Viewed Large

Ὅπως ἡ μέλισσα γύρω ἀπὸ ἕνα ἄγριο
λουλοῦδι, ὅμοια κ᾿ ἐγώ. Τριγυρίζω
διαρκῶς γύρω ἀπ᾿ τὴ λέξη.

Εὐχαριστῶ τὶς μακριὲς σειρὲς
τῶν προγόνων, ποὺ δούλεψαν τὴ φωνή,
τὴν τεμαχίσαν σὲ κρίκους, τὴν κάμαν
νοήματα, τὴ σφυρηλάτησαν ὅπως
τὸ χρυσάφι οἱ μεταλλουργοὶ κ᾿ ἔγινε
Ὅμηροι, Αἰσχύλοι, Εὐαγγέλια
κι ἄλλα κοσμήματα.

Μὲ τὸ νῆμα τῶν λέξεων, αὐτὸν τὸ χρυσὸ
τοῦ χρυσοῦ, ποὺ βγαίνει ἀπ᾿ τὰ βάθη
τῆς καρδιᾶς μου, συνδέομαι· συμμετέχω
στὸν κόσμο.
Σκεφτεῖτε:
Εἶπα καὶ ἔγραψα, «Ἀγαπῶ».

Ευχαριστιές στην Ιωάννα Ι.

Η Άπιαστη Άνοιξη Μάρτιος 1, 2013

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Φύση / Ζώα , add a comment

Spring 2

Σα γυρίσεις και κυττάξεις οξ’ απ’ τα βιβλία, βλέπεις πως δεν υπάρχει μηδέ αρχή, μηδέ τέλος, μηδέ τίποτα απ’ όλα τούτα που σημειώνουμε στο χαρτί. Εκεί είναι ένας αθέρας άπιαστος, που μέσα του στρίβουνε λογιώ-λογιώ πράματα που δε λέγουνται με λόγια…

Φώτης Κόντογλου

Η μοναστική ζωή σε εικόνες Φεβρουάριος 20, 2013

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Βίντεο, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment YouTube Preview Image

Με μια υπέροχη μουσική και εικόνες από τη μοναστική ζωή στο ορθόδοξο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη της Σαγκάης και του Σαν Φρανσίσκο, το βίντεο αυτό μας δείχνει την κατάνυξη που υπάρχει στη ζωή των μοναχών.

Πηγή: Adonios G.K.

Όνειρο Φεβρουάριος 7, 2013

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Βίντεο, Σχέσεις , add a comment YouTube Preview Image

Άνθη, άνθη μάζευα, μάζευα για σένα, για σένα
στο βουνό, στο βουνό που τριγυρνούσα, τριγυρνούσα.

Άνθη, άνθη … για σένα, για σένα
Χίλια αγκάθια το καθένα
κι όπως τα `σφιγγα πονούσα, πονούσα, πονούσα …

Να περάσεις καρτερούσα
στο βοριά, στο βοριά τον παγωμένο
και το δώρο μου κρατούσα
στη θερμή την αγκαλιά μου, αγκαλιά μου

Όλο κοίταζα στα μάκρη,
η λαχτάρα στην καρδιά μου, καρδιά μου
και στα μά και στα μάτια μου το δάκρυ, το δάκρυ

Μέσ΄ στον πόθο μου δεν είδα
μαύρη η Νύχτα να σιμώνει, να σιμώνει, να σιμώνει
κι έκλαψα χωρίς ελπίδα
που δε στά `χα, που δε στά `χα φέρει μόνη, μόνη …

Το Νησί και η Πόλη Δεκέμβριος 10, 2012

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ελληνισμός / Ρωμιοσύνη, Φύση / Ζώα , add a comment

Mytilene Rainbow

Εδώ στο νησί μου είμαι βασιληάς. Περπατώ με μεγάλα βήματα. Είμαι στο κέφι και καταλαβαίνω το Θεό και τους προγόνους μου, να μου κρατάν σιωπηλή συντροφιά.

Από πάνω απ’ το νησί μου είμαι ανοιχτά τα ουράνια…

Απάνω σε τούτους τους βράχους πέρασα τα παιδικά μου χρόνια, όπως οι παλαιότεροι της γενιάς μου. Έμαθα να βλέπω με το μάτι του αγριμιού, που ζει μέσα στη μεγάλη λευτεριά του Θεού, και δε μου είναι μπορετό να καταλάβω πολλά πράματα απ’ εκείνα που έχουν μέσα στο κεφάλι τους οι άνθρωποι της πολιτείας.

Φώτης Κόντογλου

Με τα μάτια ερμητικά ανοιχτά Νοέμβριος 6, 2012

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Γενικά, Λογοτεχνία - Ποίηση, Πολιτισμός, Φύση / Ζώα , 1 comment so far

Για μένα ο καλλιτέχνης έχει τη ζωηρήν εντύπωση πως ζει μέσα σ’ ένα άπειρο. Έτσι μονάχα βγαίνει όξω από τα στενά σύνορα της εποχής και της πατρίδας και υψώνεται στον μοναδικό τύπο, που ζει μεσ’ τον αιθέρα της απόλυτης ελευθερίας. Σφραγίζεται με μίαν αιώνια βούλα. Δεν μπορεί ναναι από κείνους που περνούν απάνω από τη γής, κρατώντας τα μάτια κλεισμένα στην πλούσια διακοσμητική ποικιλία του κόσμου, ολόκληρης της γης και τ’ ουρανού.

Φώτης Κόντογλου

φωτογραφία: Hanny Patmos Goodbye

Η Ελληνική φύση και οι γυάλινοι άνθρωποι Ιούλιος 26, 2012

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ελληνισμός / Ρωμιοσύνη, Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment
πεταλούδα λουλούδι ρόδος φύση ελλάδα
Κατεβαίνω στὴ Βαβυλῶνα [=Ἀθήνα] ὅσο μπορῶ πιὸ σπάνια, κι᾿ ὅποτε κατέβω στοὺς μεγάλους δρόμους, κιντυνεύω νὰ χάσω τὸν ἑαυτό μου. Συλλογίζομαι τὴ φωλιά μου, τὸ κηπάκι μου, τὰ πουλάκια, τὶς πεταλοῦδες, τὰ μερμήγκια, τὰ μυγάκια, ὅλα αὐτὰ τὰ ξεχασμένα πλάσματα ποὺ εἶνε σὰν ἐμένα, τιποτένια καὶ βιάζουμαι νὰ γυρίσω πίσω. Στὴν πολιτεία σὰν νὰ εἶμαι ξένος καὶ ξενητεμένος, σὰν νὰ ἦρθα πρώτη φορὰ σὲ μεγαλούπολη. Οἱ φάτσες ποὺ ἔχουνε οἱ ἄνθρωποι εἶνε δίχως ἔκφραση. Μοῦ φαίνουνται τόσο ξένοι, ποὺ λὲς καὶ βρίσκουνται στὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ κόσμου, κι᾿ ἀκόμα μακρύτερα. Μακρυά, πολὺ μακρυά! Ἄλλης φυλῆς ἄνθρωποι, ἄλλα φερσίματα. Ἄλλα μυαλά, ἄλλα αἰσθήματα, ἀπότομοι, ἀσυμπάθητοι, ἀδιάφοροι, πεθαμένοι!


Μαζεύουνται κοπάδια-κοπάδια στὰ σταυροδρόμια, καὶ περιμένουνε ν᾿ ἀνάψῃ τὸ πράσινο φανάρι γιὰ νὰ περάσουνε ἀντίκρυ. Στριμώχνουμαι κ᾿ ἐγὼ ἀνάμεσά τους, σὰν κανένα γίδι μέσα στὰ γίδια. Σὰν νὰ βρισκόμαστε στὴ δευτέρα Παρουσία!

Ἄλλα κοπάδια σπρώχνουνται μπροστὰ στὶς ἐκκλησιὲς τῆς νέας θρησκείας, στοὺς κινηματογράφους. Οἱ πόρτες, τὰ τζάμια κ᾿ οἱ τοῖχοι εἶνε γεμᾶτοι ἀπὸ γυμνὲς γυναῖκες ζωγραφισμένες. Ἕνα κορμὶ ἔδωσε ὁ Θεὸς στὸν ἄνθρωπο, καὶ μ᾿ αὐτὸ τρώγεται μέρα-νύχτα. Τὸ γυρίζει ἀπὸ δῶ, τὸ γυρίζει ἀπὸ κεῖ, τὸ μισογυμνώνει, τὸ ξεγυμνώνει ὁλότελα, ξανὰ τὸ μισοντύνει, κ᾿ ἔτσι βασανίζεται, δὲν ξέρει τί νὰ τὸ κάνῃ. Ἔ, κακορρίζικε ἄνθρωπε, τὸ ξεγύμνωσες, τὸ γύρισες ἀπὸ δῶ κι᾿ ἀπὸ κεῖ. Κ᾿ ἔπειτα, τί ἔκανες τάχα; Τὸ βρώμισες, τὸ μόλεψες, τὸ κουρέλιασες, τὸ ρεζίλεψες, κι᾿ ἀκόμα δὲν ἡσύχασες! Θεάματα, πυροτεχνήματα, ταινίες, σαρκολατρεία, ἐξαχρείωση, ζωὴ δίχως καμμιὰ οὐσία. Δὲν πᾶς ν᾿ ἀπογευτῆς λίγη ἀληθινὴ ζωή. Παρὰ κλείνεσαι μέσα στὰ σκοτεινὰ μπουντρούμια καὶ πασκίζεις νὰ ψευτοζήσῃς μὲ τοὺς ἴσκιους, μὲ τὶς φωτογραφίες! Τί καταδίκη ἔπαθες! Τί κατάντημα, καὶ δὲν τὸ κατάλαβες! «Ἄνθρωπος, ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκεν. Κατελογίσθη [τὸ ὀρθό: «παρεσυνεβλήθη»] τοῖς κτήνεσιν τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς». «Ὁ ἄνθρωπος, ἐνῷ πλάστηκε τιμημένος δὲν τὸ κατάλαβε. Λογαριάσθηκε [ὀρθότερο: ἀνακατεύτηκε] μαζὶ μὲ τὰ ζῷα τὰ ἄλογα, κ᾿ ἔγινε ἕνα μ᾿ αὐτά».


Ἡ Ἀθήνα δὲν εἶνε πιὰ μιὰ πολιτεία ἑλληνική, κι᾿ ἂς λέμε ὅ,τι θέλουμε. Μήτε οἱ ἄνθρωποι, μήτε τὰ χτίρια. Ὁ ἥλιος ἔλειψε. Ὁ ἀγέρας βρώμισε. Ἀπορεῖς πῶς ἀλλάξανε ὅλα μέσα σὲ λίγα χρόνια, καὶ δὲν ἔμεινε τίποτα ποὺ νὰ θυμίζη πὼς βρίσκεσαι στὴν Ἑλλάδα. Μὰ δὲν μοιάζει μήτε μὲ ἀνατολίτικη πολιτεία, ὅπως ἤτανε τὸν καιρὸ ποὺ τὴν εἴχανε οἱ Τοῦρκοι. Εἶνε ἕνα μάζεμα ἀπὸ χτίρια ξενόφερτα, ποὺ καὶ στὸν τόπο τους εἶνε ὁλότελα ἄψυχα, παγωμένα, ἀνέκφραστα, ὅπως ἀνέκφραστοι γινήκανε κ᾿ οἱ ἄνθρωποι. Ἔτσι εἶνε οἱ «διεθνεῖς πόλεις καὶ οἱ διεθνεῖς ἄνθρωποι», ποὺ εἶνε τὸ καύχημα τῆς «διεθνοῦς κοσμογονίας», π᾿ ἀνάθεμά την, ποὺ ἔχει κάνει τὴ ζωὴ ἕνα πρᾶγμα ἄνοστο, ἀμύριστο, ἀνέκφραστο, κρύο κι᾿ ἀσυμπάθιστο. Εἶνε ἡ ζωὴ ἀποστειρωμένη ἀπὸ κάθε αἴσθημα, ἀπὸ κάθε πνευματικὸ σκίρτημα, ἀπὸ κάθε ζέστα τῆς καρδιᾶς.


Κυττάζω τὰ διάφορα χτίρια ποὺ στέκουνται σὰν τοὺς κρατῆρες τοῦ φεγγαριοῦ, ἀσυγκίνητα, ἄπονα στὸν ἄνθρωπο ποὺ τἄφτιαξε, ἀδιάφορα, χωρὶς νὰ τὰ γλυκαίνῃ ἡ ἀγάπη. Ἔχουνε ὅλες τὶς εὐκολίες καὶ τὶς ἀναπαύσεις, εἶνε γεμᾶτα κουμπιά, μὰ εἶνε σὰν ἀρχοντικοὶ τάφοι. Μέσα τους δὲν ὑπάρχει κανενὸς εἴδους ποίηση, νὰ ζεστάνῃ τὴν καρδιὰ τ᾿ ἀνθρώπου. Εἶνε κάτι ἀδιάφορες κι᾿ ἀνέκφραστες μηχανές, ἔρημες ἀπὸ ἀγάπη. Εἶνε οἱ κατοικίες τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ξεπλύθηκε καὶ ξεγυμνώθηκε ἀπὸ κάθε αἴσθημα. Εἶνε οἱ κατοικίες τοῦ γυάλινου ἀνθρώπου. Τέρατα κανωμένα μὲ σίδερα καὶ μὲ τζάμια. Ψυγεῖα γιὰ νὰ συντηροῦνται μέσα σ᾿ αὐτὰ τὰ ψυχικὰ καὶ πνευματικὰ πτώματα. Κι᾿ αὐτὴ τὴ δουλειὰ τὴν κάνουνε οἱ μεγάλοι ἀρχιτέκτονες, καὶ τὴ λένε ἀρχιτεκτονική: Σίδερα, τζάμια και πάγος! Ἀπὸ αὐτὰ τὰ βουβὰ κουτιὰ λείπει κάθε ἀνθρώπινη πνοή. Μηχανὲς νεκρὲς καὶ παγωμένες. Τί συγκέντρωση μπορεῖ νἄχῃ ἕνας ἄνθρωπος στὸν ἑαυτό του, ἀφοῦ κάθεται μέσα στὰ γυαλιά, καὶ βλέπουνε ἀπ᾿ ἔξω ἀκόμα καὶ τὴν τρίχα ποὺ θὰ πέσῃ ἀπὸ τὰ μαλλιά του; Γυάλινοι ἄνθρωποι, γυάλινα σπίτια. Μὲ τὸν καιρό, θὰ γίνουνε κι᾿ οἱ ἄνθρωποι διαφανεῖς σὰν τὰ τζάμια, καὶ θὰ βλέπῃ ὁ ἕνας τί γίνεται μέσα στὸν ἄλλον, τί συλλογίζεται, τί ἔφαγε, τί ἤπιε, πῶς δουλεύουνε τὰ πνευμόνια καὶ τὸ στομάχι του, πῶς χτυπᾶ ἡ καρδιά του… Ἀλλὰ ξέχασα, πὼς δὲν θἄχῃ πιὰ καρδιά, κι οὔτε αἷμα, μήτε αἰσθήματα. Αὐτὰ θὰ εἶνε πράγματα ποὺ τὰ εἶχε ἡ παλιὰ μάρκα τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ποὺ πάλιωσε πιὰ σήμερα.


(…)


Σήμερα, ὅπως φαίνεται, τελείωσε ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου, κ᾿ ἐμεῖς δὲν θέλουμε νὰ τὸν ἀποχωριστοῦμε αὐτὸν τὸν ἀγαπημένον ἄνθρωπο. Θέλουμε νὰ σώσουμε αὐτὸ τὸ εἶδος ποὺ πάγει νὰ χαθῇ, ὅπως σβήσανε τὰ μαμούθ, οἱ πλειστόσαυροι κ᾿ οἱ πτεροδάκτυλοι. Ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος, ποὺ εἶνε ἄνθρωπος λίγο-πολὺ μοναχὰ στὸ ἐξωτερικό του, ἂς δώσῃ στὸν ἑαυτό του ὅποιο ὄνομα θέλει, ἀφοῦ δὲν καταδέχεται νὰ λέγεται ἄνθρωπος. Γιατὶ ὅπως λέγει, τὸν ξεπέρασε τὸν ἄνθρωπο.

Φ. ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

[ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ὁ Φώτης Κόντογλου στὴν τρίτη διάστασή του, σελ. 134. Πρωτοδημοσιεύθηκε στὴν καθημερινὴ πολιτικοκοινωνικὴ ἐφημερίδα τῆς Ἀθήνας «Ἐλευθερία», τὴν Κυριακὴ 10 Μαΐου 1964, στὴ στήλη «Κυριακάτικα Θέματα»].

[ἐπιλογή· ἱ. μονὴ Ἁγ. Αὐγουστίνου Φλωρίνης]
Χριστιανική Σπίθα
ολόκληρο το κείμενο του Φ.Κόντογλου εδώ
Αναδημοσίευση από: Αντιπαρακμή
Φωτογραφία: esther