jump to navigation

Ὄταν ἡ βαρυχειμωνιά μοὺ πάγωνε τὰ χέρια Ιανουάριος 20, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Βίντεο , add a comment

Μικρό παιδί

Ζωγράφος Γιώργος

Μουσική/Στίχοι: Κόκοτος Λίνος/Βεργόπουλος Αργύρης

Μικρό παιδί σαν ήμουνα και πήγαινα σχολείο
μικρό παιδί
Στα μάτια είχα τη χαρά, στα χέρια το βιβλίο
μικρό παιδί

Όταν η βαρυχειμωνιά μου πάγωνε τα χέρια
στον ουρανό τα σήκωνα, να ζεσταθούν στ αστέρια
στον ουρανό τα σήκωνα, να ζεσταθούν στ αστέρια

Παιδί στα δεκατέσσερα, κλέψανε τη χαρά μου
μικρό παιδί
Στα μάτια είχα τη φωτιά, τον ήλιο στην καρδιά μου
μικρό παιδί

Όταν η βαρυχειμωνιά…

Μικρό παιδί σαν ήμουνα και πήγαινα σχολείο
μικρό παιδί
Το γέλιο είχα συντροφιά, στα χέρια το βιβλίο
μικρό παιδί

Όταν η βαρυχειμωνιά…

Ζωντανή ιστορία αληθινών Ορθοδόξων Χριστιανών Δεκέμβριος 31, 2014

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ελληνισμός / Ρωμιοσύνη, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

ellhnas-geros-xeimwnas-kryo

Καλή Χρονιά!

Το Ζωντανό Ιστολόγιο

«Ο χειμώνας βαρύς. Το χιόνι πολύ, και το κρύο τσουχτερό. Τα περισσότερα σπίτια ήσαν παγωμένα από την έλλειψη φωτιάς – και αυτό το έζησα παιδί.
Στο σπίτι για το οποίο μιλάμε είχε πέσει μεγάλη αρρώστια. Αφενός μεν από δυσεντερία, αφετέρου δε από ελονοσία. Μικροί και μεγάλοι στρωματσάδα, οι μόνοι όρθιοι που είχαν μείνει ήταν ο παππούς και η γιαγιά.
Ένα πρωί λέγει ο παππούς:
– Θα πάω να φέρω ξύλα από το απέναντι δάσος.
– Που θα πας ευλογημένε, του λέει η γιαγιά, γέρος άνθρωπος; Το δάσος απέχει δύο ώρες, εσύ θα κάνεις τρείς. Και πόσα ξύλα μπορείς να φέρεις εσύ, γέρος άνθρωπος; Ύστερα θα σε πιάσουν και οι Βούλγαροι.. Πού πάς;
– Όχι, θα πάω.
Έκανε την προσευχή του, αφού την είχε κάνει και όλη τη νύχτα. Έκανε το σταυρό του, και ξεκίνησε.
Πέρασε το μεσημέρι, κόντευε έτσι απόγευμα, τρείς – τέσσερεις, και δεν είχε φανεί. Έβγαινε η γιαγιά κάθε τόσο και κοίταζε στο βάθος του χωραφόδρομου.
Σε λίγο περνάει ένας γείτονας φορτωμένος στην πλάτη με λίγα ξύλα.
– Έρχεται, της λέγει, ο μπάρμπα Μήτσος. Τον βοήθησε πολύ και ένας ξένος.
Τελικά βλέπει η γιαγιά τον παππού μαζί με τον ξένο, να σέρνουν με σχοινιά δυο μεγάλα δένδρα.
Πώς τα είχαν κόψει; Μάλλον ο ξένος θα τάκοψε.
Πλησίασαν, τα έβαλαν εκεί έξω από την αυλή, τους καλωσόρισε η γιαγιά και τους κάλεσε μέσα. Εκείνη θα έκοβε μερικά κλαδιά και θα άναβε την σόμπα, για να ζεσταθούν, και οι άρρωστοι, και ο ξένος, και ο κατάκοπος παππούς.
Μπήκε μέσα ο παππούς, έκατσε σε ένα σκαμνί και λέγει:
– Άντε βρε γυναίκα κάνε λίγο τσάι ζεστό και φέρε λίγο ψωμί.
-Περίμενε, του λέει, ώσπου νάρθει ο ξένος.
– Ποιος ξένος;
– Να, αυτός που έσερνε μαζί σου τα δένδρα.
– Κανένας ξένος δεν ήταν μαζί μου. Μόνος μου έσερνα τα δένδρα.
– Πώς δεν ήταν, του λέει. Αφού σε είδε ο γείτονας. Και μάλιστα να κόβει τα δένδρα. Να τα φορτώνεται μαζί σου, να τα σέρνετε μαζί. Μα σε είδα και γω. Και τον καλωσόρισα και έξω απ’ την αυλή.
– Τι λές βρέ γυναίκα. Μόνος μου ήμουνα.
Και στάθηκε για λίγο.
Ξαφνικά φωτίστηκε το πρόσωπό του και φωνάζει:
– Άγγελος θα ήταν γυναίκα! Άγγελος θα ήταν! Γι’ αυτό λοιπόν τόσο γρήγορα τα τελείωσα και τάσερνα λές και ήταν πούπουλα. Άγγελος θα ήταν! Δόξα Σοι ο Θεός! Δόξα Σοι ο Θεός! Δόξα Σοι ο Θεός! Έλα τώρα γυναίκα να κάνουμε και εκατό μετάνοιες για να ευχαριστήσουμε τον Θεόν.
Και εκατό μετάνοιες, για να πουν ευχαριστώ στο Θεό. Μάλιστα.
Αυτές είναι οι ζωντανές ιστορίες των αληθινών Ορθοδόξων Χριστιανών.»

Ευχαριστίες στην Έλλη Π.

Μή με λησμόνει! Μάρτιος 26, 2013

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Λογοτεχνία - Ποίηση , 1 comment so far

Snow, Again, Out Front Window

Δὲν ἔχω ἕνα φύλλο ἀπ᾿ τὰ παλιὰ πράσινα δέντρα.

Σοῦ γράφω τὴ λύπη μου σ᾿ αὐτὸ τὸ χαρτί.
τόσο ἐλαφριὰ ποὺ νὰ στὴ φέρει ὁ ἄνεμος,
τόσο καλὴ καὶ τρυφερὴ ποὺ νὰ μὴ παραξενευτεῖ ὁ ἥλιος,
εὐγενικὴ σὰν τὴ σιωπὴ ποὺ περπατεῖ στὸ χορτάρι
τὴ νύχτα, ἁπλὴ καὶ καθαρὴ σὰν τὸ νεράκι ποὺ τρέχει
καὶ δὲ μαντεύεις πὼς τὸ γέννησε ἡ χτεσινὴ καταιγίδα.

Πολλοὶ σκοτώθηκαν. Πολλοὶ ζοῦμε. Ὅλοι μας εἴμαστε
λαβωμένοι. Εἶναι βαρὺς ἀπὸ τὸν πόνο μας ὁ κόσμος.

Μὲ τὴ σιωπὴ τῆς θάλασσας θὰ λάβεις τὴ λύπη μου.
Σοῦ στέλνω αὐτὸ τὸ αἰώνιό μου Μή με λησμόνει!
Εἶναι ἕνα φῶς διπλωμένο ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα μικρὸ συννεφάκι.
Σοῦ στέλνω αὐτὸ τὸ ἀρνάκι, μιὰ κ᾿ εἶσαι κοντὰ στὸ θεό,
νὰ τ᾿ ὁδηγήσεις σ᾿ ἕνα πράσινο κῆπο του.

Σοῦ στέλνω αὐτὸ τὸ βρέφος μὲ τὸ τσακισμένο ποδαράκι.
Ἀνεβασέ το στὸ παράθυρο μὲ τὸν αὐγερινό,
κοντὰ στὸν κόσμο, κοντὰ στὸ ὄνειρο,
κοντὰ στὴν καλοσύνη σου,ποὺ εἶναι ζεστὴ σὰ μιὰ ἀνάσα μητέρας,
κοντὰ στὸ τζάκι ποὺ ὀνειρεύεσαι μὲ τὸ χέρι στὸ μέτωπο
τὴν εὐτυχία τοῦ πεινασμένου, τοῦ στρατιώτη, τοῦ ἄρρωστου.
Βάλτο κοντὰ στὴν πράσινη σημαία. Κοντὰ στὸ κόκκινο
ἄλογο. Στὴ μητέρα σου πλάι, ποὺ τριγυρισμένη
ἀπ᾿ τοῦ Γενάρη τοὺς σπουργῖτες, γνέθει τὴν ἐλπίδα.
ἄλτο κοντὰ στὸ στεναγμὸ τῆς φιλίας. Κοντὰ-κοντά.
Βάλτο νὰ κάτσει, κι ἄνοιχτου σὰν ἕνα γέλιο τὸ παράθυρο
νὰ ἰδεῖ τὸν κόσμο.

Ευχαριστίες στην Ιωάννα Ι.

Τῆς Σπάρτης οἱ πορτοκαλιές Ιανουάριος 10, 2013

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Λογοτεχνία - Ποίηση, Σχέσεις, Φύση / Ζώα , 5Σχόλια

They said its going to snow this weekend...

Τῆς Σπάρτης οἱ πορτοκαλιές, χιόνι, λουλούδια τοῦ ἔρωτα,
ἄσπρισαν ἀπ᾿ τὰ λόγια σου, γείρανε τὰ κλαδιά τους
γιόμισα τὸ μικρό μου κόρφο, πῆγα καὶ στὴ μάνα μου.

Κάθονταν κάτω ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι καὶ μὲ νοιάζονταν,
κάθονταν κάτω ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι καὶ μὲ μάλωνε:
Χτὲς σ᾿ ἔλουσα, χτὲς σ᾿ ἄλλαξα, ποῦ γύριζες –
ποιὸς γιόμισε τὰ ροῦχα σου δάκρυα
καὶ νεραντζάνθια;

Ευχαριστίες στην Ιώαννα Ι.

Αη Δημήτρη μου εσύ Οκτώβριος 29, 2011

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Λογοτεχνία - Ποίηση, Ορθοδοξία / Εκκλησία , 1 comment so far

Αη Δημήτρη μου εσύ
που ανθίζεις μεσ’ τα κρύα
τη μυρωδιά σου την βουβή
τα κρίνα έχουνε κλέψει

Έλα να στολίσεις το χειμώνα μου
που ρέει στο κορμί μου
για να ζηλέψει η άνοιξη
το χρόνο να πλανέψει

Μες στην καρδιά μου σαν κρυφτείς
δεν θα σε προδώσω πάλι
γιατί τα αγκάθια έδιωξα
άφησα μόνο εμένα

Τώρα μπορώ να ζω
στο άνθος σου να ελπίζω
στην παραδείσια άβυσσο
τα χνάρια μου να αφήνω

Κι όταν θα τρέχεις μακριά
στα πέρατα του απείρου
θα έχω αποδράσει απ’ τη γη
στον ίσκιο σου θα φεύγω

Δημήτρης Τριαντακωνσταντής

φωτογραφία: walking disaster