jump to navigation

Ποιος είναι ο πραγματικά Αυτάρκης Άνθρωπος Αύγουστος 4, 2017

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Η αυτάρκεια είναι ένα από τα μεγάλα όνειρα της ανθρώπινης ζωής. Να μη μας λείπει κάτι που να μας κάνει να αισθανόμαστε ότι στερούμαστε. Να μην έχουμε εμπόδια, εντολές, διατάξεις, ελέγχους που να μας απαγορεύουν να χαρούμε όπως θεωρούμε ότι είμαστε προορισμένοι, από τον χαρακτήρα, τις ρίζες μας, τον τρόπο που προσλαμβάνουμε τον πολιτισμό και τον κόσμο. Ο πλούσιος θεωρείται αυτάρκης. Αυτός που μπορεί να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του, τουλάχιστον τις πιο βασικές, θεωρείται αυτάρκης. Αυτός που δεν εξαρτιέται από τους άλλους θεωρείται αυτάρκης.  Αυτός που έχει εξουσία στον εαυτό του και στους άλλους, αλλά και στις περιστάσεις της ζωής, θεωρείται αυτάρκης.

                Η αυτάρκεια όμως είναι ψευδαίσθηση. Ο άνθρωπος έχει πάντοτε να παλέψει με την κατάσταση που ονομάζουμε «πλεονεξία». Πάντοτε θέλουμε περισσότερα από όσα έχουμε. Κι αυτό διότι συγκρίνουμε τους εαυτούς μας με όσους έχουν παραπάνω. Κάποτε αισθανόμαστε ότι το μέλλον είναι επίφοβο και όσα έχουμε, όχι κατ’ ανάγκην μόνο υλικά, αλλά και γνώσεις και ιδέες και σχέσεις, δε θα επαρκούν. Άλλοτε προκύπτουν εμπόδια που πιθανολογούμε ότι θα μας αποτρέψουν από το να διατηρήσουμε ή να προσθέσουμε στα όσα έχουμε και στα όσα είμαστε, με κορυφαίο τον θάνατο και, επομένως, κάπως θα πρέπει να έχουμε «παραπάνω», για να δυσκολευτούμε λιγότερο. Η αυτάρκεια λοιπόν, ακόμη κι αν υπάρχει, δεν μπορεί να διατηρήσει την ευτυχία που ονειρευόμαστε. Πάντοτε θα υπάρχει έλλειψη!

                Υπάρχει ένας όμορφος ευαγγελικός λόγος, από την επί του Όρους ομιλία του Χριστού, που μας δείχνει τον δρόμο για την αληθινή αυτάρκεια, η οποία δεν είναι απορριπτέα από την πνευματική μας παράδοση. Το αντίθετο. Δεν νοηματοδοτείται όμως μόνο από τα υλικά. Έχει βαθύτερη προοπτική. «Μη νομίσητε ὀτι ήλθον καταλύσαι τον νόμον ή τους προφήτας. Ουκ ήλθον καταλύσαι, αλλά πληρώσαι»(Ματθ. 5, 17). «Μην πιστέψετε ότι ήρθα να καταργήσω τον μωσαϊκό νόμο ή τα παραγγέλματα των προφητών. Δεν ήρθα για να καταργήσω, αλλά για να τα ολοκληρώσω και να τα τελειοποιήσω». Ο λόγος αυτός δεν έχει να κάνει μόνο με την αποφυγή των καινοτομιών στην πίστη, τις οποίες κάνουν οι αιρετικοί. Με την άρνηση της Παλαιάς Διαθήκης και την αίσθηση ότι το Ευαγγέλιο καταργεί τα προηγούμενα, τα αλλάζει όλα. Με τις προσθήκες «ιώτα και οξείας» στα λόγια του Χριστού, που κάνουν διάφοροι ανά τους αιώνες. Ο λόγος του Κυρίου αναφέρεται στο αίσθημα της αυτάρκειας, το οποίο διακατέχει τους «θρησκευτικούς» ανθρώπους, αλλά και όποιον επιζητεί κάθε είδους αυτάρκεια στη ζωή του.

                Ο θρησκευτικός άνθρωπος αγκιστρώνεται στον τρόπο ερμηνείας της παράδοσής του, εμμένοντας στο γράμμα. Ο Χριστός δεν το απορρίπτει. Όποιος όμως θέλει να έχει σχέση μαζί Του, καλείται να προσθέσει στην ακεραιότητα του γράμματος την λάμψη των καλών έργων, τη λάμψη του φωτός που εμφανίζεται όταν δοξάζει με τον τρόπο του τον Πατέρα τον εν ουρανοίς. Οι «θρησκευτικοί» άνθρωποι διατηρούμε την αυτάρκεια των λόγων, αλλά δε ζούμε το φως του Ευαγγελίου. Κι αυτό διότι βλέπουμε τους λόγους όπως τα υλικά αγαθά. Κανείς δεν πρέπει να μας τα στερήσει, διότι αλλιώς κινδυνεύουμε να μην μπορούμε να υλοποιήσουμε τα όνειρά μας. Η στέρηση της ακεραιότητας των λόγων γίνεται κίνδυνος για τη σωτηρία μας. Έτσι παλεύουμε να έχουμε πληθώρα θρησκευτικών γνώσεων, οχυρωνόμαστε πίσω απ’ αυτές και συχνά αρνούμαστε να δούμε ότι δεν είμαστε φως και δεν φωτίζουμε. Κρίνουμε και κατακρίνουμε, χωρίς όμως να μπορούμε να αγαπούμε και να μοιραζόμαστε με ταπείνωση αυτό που έχουμε, μας δόθηκε ή αποκτήσαμε, χωρίς δηλαδή την δοξολογία του Θεού, προς τον Οποίο απευθύνεται κάθε σκέψη και κάθε κίνησή μας, ακόμη κι αν περνά από τον πλησίον.  Δεν είναι αρκετές οι διατυπώσεις, γιατί μας παγιδεύουν στην αυτάρκεια του «έχειν». Χρειάζεται να περνούμε στην πράξη της αγάπης, που είναι το αγκάλιασμα του άλλου συνολικά, με ό,τι έχουμε και, κυρίως, με ό,τι είμαστε.

                Ο λόγος του Χριστού μεταφράζεται και στους αυτάρκεις της ζωής και των υλικών πραγμάτων. Τι ωφελεί να τα έχουμε ή να στηριζόμαστε σ’  αυτά όταν δεν φωτιζόμαστε, δεν φωτίζουμε και δε δοξάζουμε τον Θεό διά των έργων μας; Όταν κατέχουμε και δεν μοιραζόμαστε. Όταν μαζεύουμε, όταν αυτοθαυμαζόμαστε, όταν ελπίζουμε στο «έχειν» μας, στην δόξα, στην εξουσία μας, στις νίκες μας, στην καλοπέρασή μας, στον τρόπο του εγώ μας; Όταν δεν βλέπουμε τον άλλον όχι ως ευκαιρία ηδονής, αλλά ως χαρά; Όταν η συνάντησή μας μαζί του δεν γίνεται ευκαιρία να δώσουμε και να πάρουμε αγάπη και ελπίδα; Όταν δεν έχουμε νόημα και δεν δίνουμε νόημα;

                Στη ζωή νικητής θα είναι ο θάνατος. Αληθινά αυτάρκης δεν μπορεί να υπάρξει όποιος στηρίζεται στο «έχειν» του. Όποιος φοβάται την κατάλυσή του και εγκλωβίζεται στο «εγώ» του. Αυτάρκης είναι όποιος αφήνει τον Χριστό, το Φως και τη Ζωή, να συμπληρώνει, να ολοκληρώνει, να τελειοποιεί ό,τι έχει και να του δίνει υπόσταση αιωνιότητας. Γιατί η πίστη και η σχέση με τον Θεό, όπως αυτή μεταφράζεται στη χαρά της αγάπης, στην ετοιμότητα συνάντησης με τον άλλο, στον τρόπο της Εκκλησίας, συμπληρώνει και δεν καταργεί. Η πίστη δεν απορρίπτει τον αγώνα του ανθρώπου να κερδίσει, να έχει, να αισθάνεται όσο μπορεί καλύτερα. Του δείχνει όμως τι του λείπει. Κι αυτό είναι ο Χριστός ως Φως, ως εμπιστοσύνη, ως χαρά, ως αγάπη και το μοίρασμα στην πράξη όλων αυτών των βιωμάτων και διά του λόγου και διά των έργων και διά της ελεημοσύνης και διά της φιλαδελφίας.

                Ο «θρησκευτικός» άνθρωπος συχνά δεν βλέπει αυτή την μεγάλη αλήθεια. Δεν μπορεί όμως και να κατανοήσει ότι όσες γνώσεις και όσες καλές πράξεις και όσο ευαγγελικό ήθος και να επιδεικνύει, δεν αρκεί. Διότι το Φως θέλει καθαρότητα καρδιάς, θέλει Χριστό, θέλει κοινότητα αγάπης για να συμπληρώσει ό,τι έχουμε. Όλα αυτά βιώνονται στη ζωή της Εκκλησίας, στην κοινότητα της πίστης που υπερβαίνει την αυτάρκεια, δείχνοντας τα πραγματικά της όρια!

Πηγή: Συνοδοιπορία

Ο Φαρισαίος, ο Τελώνης και η χαρά Φεβρουάριος 8, 2017

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Μία περίοδος του εκκλησιαστικού έτους, όπως το Τριώδιο, στους καιρούς μας έχει πάψει να έχει για τους πολλούς το νόημα του παρελθόντος. Στην ανάγκη μας να ξεφύγουμε από τους ρυθμούς της καθημερινότητας, να χαρούμε και να διασκεδάσουμε απογυμνώσαμε το Τριώδιο από το εκκλησιαστικό του νόημα και επιστρέψαμε σε συνήθειες προχριστιανικές, όπως είναι οι μεταμφιέσεις, προκειμένου να αποκρύψουμε το αληθινό μας πρόσωπο ή να ξεφύγουμε από αυτό, να ονειρευτούμε το πώς θα θέλαμε να είμαστε, αλλά και να παραδοθούμε στο πνεύμα της φιληδονίας, χωρίς φραγμούς, χωρίς το εμπόδιο της ταυτότητάς μας, χωρίς τις σχέσεις που το υπόλοιπο διάστημα του χρόνου μας δεσμεύουν. Έχοντας ταυτίσει την χριστιανική παράδοση με την εγκατάλειψη της χαράς και την υιοθέτηση της σοβαρότητας, της σκυθρωπότητας, της ενασχόλησης με την μεταθανάτια ζωή, μας φαίνεται πολύ δύσκολο να ακολουθούμε καθόλη τη διάρκεια του χρόνου αυτόν τον τρόπο σκέψης και ζωής. Η αναφορά μας στην παγανιστική φάση της ιστορίας μας, θεωρούμε ότι και δεν πειράζει και είναι λυτρωτική.

                Η Εκκλησία όμως, εισάγοντας στον λειτουργικό της χρόνο το Τριώδιο, την περίοδο δηλαδή στην οποία οι ύμνοι που ψάλλονται στις ακολουθίες της είναι συντομότεροι και πιο κατανυκτικοί, προκειμένου να δεσπόσει ο λόγος και ο προβληματισμός, δεν αρνείται την χαρά. Μας δείχνει όμως ότι αυτή πηγάζει από μία ουσιαστικότερη σχέση με τον Θεό και τον πλησίον. Από την αγάπη η οποία συγκαταβαίνει. Από την ταπείνωση, η οποία μας δείχνει ότι η επιστροφή στον Θεό και η συναίσθηση ότι μόνοι μας δεν μπορούμε δεν είναι υποτίμηση του εαυτού μας, αλλά επίγνωση των ορίων μας. Από την μετάνοια για τα λάθη μας, τα οποία γίνονται αδικίες εις βάρος των άλλων ανθρώπων και μας δίνουν την αίσθηση ότι εμείς είμαστε θεωμένοι. Από την νηστεία, η οποία μας βοηθά να αφήσουμε κατά μέρος την χαρά της τροφής, της ηδονής, της υπεροχής εις βάρος των άλλων και να υιοθετήσουμε έναν τρόπο ζωής στον οποίο η προσευχή και η ευσπλαχνία δεν θεωρούνται υποτιμημένες καταστάσεις αλλά αληθινή ευλογία. Έτσι βοηθιόμαστε στους σταυρούς της ζωής μας, για να συναναστηθούμε με τον Χριστό.

                Το Τριώδιο ξεκινά με την παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου. Ένα από τα κύρια στοιχεία της είναι ο τρόπος με τον οποίο τα δύο αυτά πρόσωπα βλέπουν την χαρά. Ο τελώνης την βλέπει στο να αρπάζει από τους ανθρώπους τα χρήματα και τα αγαθά τους, παρότι θα μπορούσε να έχει όσα πραγματικά χρειαζόταν από την εργασία του. Την βλέπει στην αδικία, δηλαδή στην φιμωμένη συνείδησή του, η οποία δεν τον ελέγχει για τίποτε που κάνει κακό στους συνανθρώπους του, ούτε διότι ο Θεός διά του μωσαϊκού νόμου του έχει πει αλλιώς να ζει και αλλιώς εκείνος έχει επιλέξει. Την βλέπει πιθανόν και στην μοιχεία, δηλαδή στην ελευθερία της ηδονής με πρόσωπα που δεν χρειάζεται και δεν αγαπά. Στην πρόταξη δηλαδή ενός τρόπου ζωής, στον οποίο η ύλη, ο παρών χρόνος, η εκμετάλλευση του πλησίον γεννούν την ευχαρίστηση, την οποία ο άνθρωπος ταυτίζει με την χαρά.  Ο Φαρισαίος, πάλι, βλέπει την χαρά στο να τηρεί τις εντολές του Θεού. Να νηστεύει δύο φορές την εβδομάδα, να προσφέρει στον ναό το ένα δέκατο από τα εισοδήματά του και να μην είναι σαν τους υπόλοιπους ανθρώπους, άρπαγας, άδικος, μοιχός, ούτε όπως ο τελώνης. Η χαρά του Φαρισαίου μάλιστα γίνεται και ευχαριστία στον Θεό και με πνεύμα επίδειξης, ενώπιον των ανθρώπων, αποκαλύπτει τα θρησκευτικά του κατορθώματα.

                Η παραβολή όμως συμπεριλαμβάνει και την ανατροπή. Ο τελώνης συναισθάνεται ότι η ευχαρίστηση που ζει με τον τρόπο που ο Θεός δεν θέλει, δεν μπορεί να μετατραπεί σε αληθινή χαρά. Έτσι, με ταπεινότητα ζει την μετάνοια. Ζητά από τον Δωρεοδότη της χαράς να τον ελεήσει για τον τρόπο σκέψης και ζωής του, να τον συγχωρέσει και να τον βοηθήσει να κάνει μια καινούργια αρχή στη ζωή του. «Κατέβη ούτος δεδικαιωμένος εις τον οίκον αυτού» (Λουκ. 18, 14). «Έφυγε για το σπίτι του αθώος και συμφιλιωμένος με τον Θεό», μας λέει ο Χριστός. Βρήκε το νόημα της αληθινής χαράς. Αυτό περιλαμβάνεται στην σχέση με τον Θεό, η οποία όμως γίνεται επίγνωση της καρδιάς μας, συναίσθηση ότι έχουμε αμαρτίες και πάθη, ότι αδικώντας δεν μπορούμε να είμαστε αληθινά χαρούμενοι, κυρίως όμως αποφεύγοντας την κατάκριση του πλησίον. Αυτός ο οποίος βλέπει την πραγματική κατάσταση της καρδιάς του δεν απελπίζεται, δεν αποκαρδιώνεται. Μπορεί να κατανοήσει ότι ο Θεός βλέπει την μετάνοια της καρδιάς του και συμφιλιώνεται μαζί του. Αυτή είναι η χαρά που κρατά. Να ξέρουμε ότι ο Θεός μας συγχωρεί και μας ελεεί, για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε   στη ζωή μας αυτή την  πνευματική αλλαγή, που θα δώσει στη χαρά μας διάρκεια.

                Ο Φαρισαίος απορρίφθηκε από τον Θεό παρότι τηρούσε τις εντολές Του. Η χαρά του όμως ήταν εγωκεντρική. Δεν έφτανε σ’  αυτόν η θρησκευτική του πρόοδος, αλλά ήταν χαιρέκακος, ευχαριστιόταν με την πτώση των άλλων, διότι έτσι αισθάνονταν θρησκευτικά δοξασμένος. Η χαρά του τελικά δεν ήταν γιατί είχε σχέση με τον Θεό, αλλά γιατί ξεπερνούσε τους άλλους με τα θρησκευτικά του κατορθώματα. Όμως ο Θεός δεν ζητά από τον άνθρωπο να ανταγωνίζεται και να νικά τον πλησίον του για να είναι χαρούμενος, αλλά να τον συμπαθεί. Να συμπορεύεται μ’  αυτόν στην οδό της βασιλείας. Να χαίρεται όταν προοδεύει ο πλησίον του πνευματικά και υλικά, αλλά και να συμπάσχει για τις πτώσεις και τα λάθη τόσο τα προσωπικά όσο και του άλλου.

                Η εποχή μας είναι γεμάτη Φαρισαίους. Χαιρόμαστε συχνά λιγότερο για την πορεία μας και περισσότερο με τις ήττες και τις πτώσεις των άλλων. Νομίζουμε ότι είμαστε ξεχωριστοί γιατί πετυχαίνουμε πρόοδο σε όσους τομείς ασχολούμαστε, αλλά και έχουμε την ματιά μας στραμμένη στους άλλους, μην τυχόν και προοδεύσουν περισσότερο από μας και είμαστε έτοιμοι μέσα μας να τους κατακρίνουμε και να τους υποτιμήσουμε. Αγνοούμε τελικά ότι η αληθινή χαρά βρίσκεται στην επίγνωση του ποιοι είμαστε σε σχέση με τον Θεό και την ίδια στιγμή στην επιείκειά μας έναντι του άλλου. Εκείνοι όμως μπορεί μέσα στην ασχήμια της ήττας να βρούνε ταπεινωμένοι την οδό της επίγνωσης, της μετάνοιας, της αλλαγής και ο Θεός να τους δώσει να ξεκινήσουν νέα ζωή, με την χαρά της κοινωνίας μαζί Του.

                Το Τριώδιο μας βοηθά να ξαναβρούμε την οδό της γνήσιας χαράς, η οποία περιλαμβάνει τόσο την δική μας αλλαγή όσο και την προσευχή για την αλλαγή του πλησίον. Δηλαδή την κοινωνία στην Εκκλησία των προσώπων που χαίρονται να έχουν βρει την αληθινή πορεία προς τον Θεό, σε ό,τι κάνουν. Δεν είναι η διασκέδαση, η μεταμφίεση, η ευχαρίστηση με τους τρόπους του κόσμου ο δρόμος της χαράς, αλλά η επίγνωση που συνοδεύεται από την χαρά ότι συγχωρεθήκαμε από τον Θεό, όπως επίσης και η θέλησή μας και οι άλλοι να βρούνε αυτή  την οδό. Αυτή είναι η χαρά που κρατά και μας οδηγεί στο να γνωρίσουμε όχι μόνο ποιοι είμαστε, αλλά ποιοι μπορούμε να γίνουμε!

Πηγή: Συνοδοιπορία

Ευχαριστίες στην Ιωάννα Ι.

Θέλει θόρυβο η πίστη; Νοέμβριος 12, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 1 comment so far

λυχνάρι σκοτάδι φως

π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού

Υπάρχουν άνθρωποι που εξαιτίας της θέσης τους ή των έργων τους προσελκύουν τη δημοσιότητα, είτε το θέλουν είτε όχι. Υπάρχουν και κάποιοι που αγωνίζονται συνειδητά γι’ αυτήν. Για να ακούσουν τα «μπράβο» των άλλων, να συζητηθεί το όνομά τους. Κάποτε φτάνουν στο σημείο να ευχαριστούνται ακόμη και με το να σχολιάζονται για το κακό το οποίο κάνουν. Δεν τους ενδιαφέρει όμως η αιτία ή το περιεχόμενο. Αρκεί να ασχοληθούν οι άλλοι μαζί τους. Η εποχή μας έχει αναγάγει αυτή τη στάση ζωής σε απόλυτη αξία, μέσω της εικονικής πραγματικότητας, μέσω του Διαδικτύου. Τώρα δεν είναι λόγοι ή έργα που οδηγούν στη συζήτηση για τους ανθρώπους. Είναι η εικόνα, η φωτογραφία, η σωματική διάσταση. Ζητούμε να μας συζητούν γι’ αυτό που φαινόμαστε. Κάποτε η τύχη του κόσμου και τω λαών, κατά άνθρωπον, κρίνεται από το ποιοι θα γίνουν ηγέτες όχι γι’ αυτό που είναι και πρεσβεύουν, αλλά γι’ αυτοί που δείχνουν προς τα έξω, την εμφανισιμότητα, την επικοινωνιακότητα, ίσως το «απόλυτο τίποτα».
Απέναντι σ’ αυτήν την κατηγορία των ανθρώπων, υπάρχουν και κάποιοι άλλοι, οι οποίοι λειτουργούν με σεμνότητα. Με μέτρο. Όχι μόνο δεν αυτοπροβάλλονται, αλλά και όταν χρειάζεται να ελκύσουν το ενδιαφέρον των άλλων για συγκεκριμένους λόγους, προχωρούν σχεδόν κρυφά. Χωρίς θόρυβο. Ει δυνατόν να μην τους αντιληφθεί κανείς. Είναι όσοι γράφουν ιστορία μέσα από την ταπεινή διακονία. Όσοι ζούνε και πορεύονται στον χρόνο όντας γνωστοί από λίγους που μπορούν να τους εκτιμήσουν, κυρίως όμως από τον Θεό. Αυτοί που δεν κραυγάζουν και που δε θα γίνουν γνωστά τα αιτήματα, τα όνειρα, τα «θέλω» τους, που δε θα τους χρησιμοποιήσουν οι λίγοι και ισχυροί, αλλά θα μείνουν στις καρδιές όσων τους συναντούν όντας οι γείτονες της διπλανής πόρτας, αυτοί που είναι διαθέσιμοι οτιδήποτε κι αν συμβεί, αυτοί που ξέρουν να αγαπήσουν, να συμπαρασταθούν, ακόμη κι αν δεν μπορούν να απαντήσουν στα ερωτήματα των μεγάλων και τρανών.
Δύο ανθρώπινους τύπους, έναν επιφανή και έναν ταπεινό, συνάντησε ο Χριστός, όταν, μετά τη θεραπεία του δαιμονισμένου των Γαδαρηνών, επιστρέφει στην Καπερναούμ. Από την μία τον αρχισυνάγωγο Ιάειρο, γνωστό και σπουδαίο στην περιοχή, το δωδεκάχρονο κορίτσι του οποίου ήταν ετοιμοθάνατο. Από την άλλη μία αιμορροούσα γυναίκα, η οποία επί δώδεκα έτη ήταν καταδικασμένη να μην μπορεί να προχωρήσει στη ζωή όπως όλες οι άλλες γυναίκες, καθώς η αιμορραγία της φύσης της την καθιστούσε ανίκανη να κάνει οικογένεια, να αγαπήσει, να γεννήσει παιδιά. Ξόδεψε όλη της την περιουσία στους γιατρούς, αλλά δεν κατάφερε τίποτε. Η καταδικαστική αρρώστια επέμενε. Ο Ιάειρος πηγαίνει και παρακαλεί δημόσια τον Χριστό να έρθει στο σπίτι του και να γιατρέψει την άρρωστη θυγατέρα του. Η αιμορροούσα, αισθανόμενη ντροπή για τη ασθένειά της, αλλά και με μεγάλη ταπείνωση «προσελθούσα οπίσω ήψατο του κρασπέδου του ιματίου αυτού και παραχρήμα έστη η ρύσις του αίματος αυτής» (Λουκ. 8, 44). «Πήγε πίσω από τον Ιησού, άγγιξε την άκρη του ρούχου Του κι αμέσως η αιμορραγία της σταμάτησε». Κανείς δεν την είδε, στριμωγμένη κι αυτή μέσα στο πλήθος που περιτριγύριζε τον Ιησού. Μόνο ο Χριστός κατάλαβε ότι έφυγε από Αυτόν δύναμη θεραπευτική. Και όταν απαίτησε να φανερωθεί «ποιος Τον άγγιξε», τότε «τρέμουσα» (Λουκ. 8,47) η γυναίκα έπεσε στα πόδια Του και ομολόγησε ενώπιον όλων την αρρώστια και την ίαση. Για να ακούσει το «θάρσει, θύγατερ. Η πίστις σου σέσωκέ σε. Πορεύου εις ειρήνην» (Λουκ. 8,48). Στη συνέχεια ο Χριστός θα αναστήσει και την νεκρή κόρη του Ιάειρου, δείχνοντας ότι ο Θεός ακούει και βλέπει όσους αγαπούν και πιστεύουν, ανεξαρτήτως αν κάνουν θόρυβο ή μένουν κρυμμένοι.
Ας μείνουμε στην αιμορροούσα γυναίκα. Τρία είναι τα χαρακτηριστικά της παρουσίας της. Πρώτα το ότι προσπάθησε να αντιμετωπίσει την ασθένειά της με τα ανθρώπινα μέσα. Την επιστήμη. Τη γνώση. Δεν έμεινε απαθής στο πρόβλημά της. Μοιρολατρική. Παραιτημένη. Το δεύτερο είναι ότι πίστευε στον Θεό. Πίστευε ότι στα αδύνατα των ανθρώπων υπάρχει η δύναμη του Θεού και αυτή την πίστη την εξέφρασε στο πρόσωπο του Χριστού. Το τρίτο είναι η ταπεινή προσέγγιση. Δεν αισθάνθηκε ικανή να βγει δημόσια να ζητήσει το θαύμα. Άξια να παρακαλέσει ή να απαιτήσει. Μόνο αγγίζει κρυφά το ιμάτιο του Χριστού, δείχνοντας ότι δεν ήθελε τον θόρυβο, αλλά γνώμονάς της η ελπίδα ότι ο Θεός δε θα την απορρίψει για την αμαρτωλότητά της, καθότι εκείνα τα χρόνια η αρρώστια θεωρούνταν ως η τιμωρία από τον Θεό για τις αμαρτίες των ανθρώπων. Και αναγνωρίζοντας τη δική της αναξιότητα, αγγίζει. Και σώζεται.
Δε θέλει θόρυβο η ζωή. Η πίστη. Η σχέση με τον Χριστό. Δε θέλει καμία απαίτηση. Συναίσθηση της αναξιότητάς μας θέλει. Ελπίδα και τόλμη να αγγίξουμε, όχι όμως γιατί δικαιούμαστε, αλλά γιατί Εκείνος μας αγαπά. Δε θέλει θόρυβο ούτε η σύγχρονη ζωή. Δεν έχει νόημα να προβάλλουμε μάταια την εικόνα μας, το πρόσωπό μας, τον εαυτό μας, αλλά μόνο όταν μας ζητηθεί από τον Θεό και τους ανθρώπους όχι για να έχουμε μία πρόσκαιρη δόξα, αλλά για να λειτουργήσει η δύναμη του Θεού και μέσα μας και δι’ ημών στον κόσμο. Γιατί ο Θεός αποκαλύπτεται μέσω των ανθρώπων. Μέσω της πίστης και της αγάπης. Και τότε ακόμη και οι σπουδαίοι, όπως ο Ιάειρος, λαμβάνουν απάντηση δια της παρουσίας του Χριστού στη ζωή τους. Όλη η δόξα του Ιάειρου δεν αξίζει μπροστά στη δύναμη της παρουσίας του Χριστού. Το ίδιο και η περιουσία της αιμορροούσης, ακόμη και η σιωπηλή της κίνηση. Τα πάντα Χριστός. Αυτή είναι η μοναδική αλήθεια την οποία λησμονεί ο κόσμος και που καλούμαστε τελικά δια των αγίων και της δικής μας ζωής να ζούμε και να φανερώνουμε με τις λιγοστές μας δυνάμεις.

Ο Άγνωστος Πλούτος (που δεν συσσωρεύουμε) Δεκέμβριος 16, 2014

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

πατρολογία θεολογία θησαυρός

Οι άνθρωποι όταν ακούμε την λέξη «πλούτος», ο νους μας πηγαίνει στα υλικά αγαθά, στο χρήμα. Η ζωή της πίστης μας όμως μας δείχνει ότι ο πλούτος δεν μπορεί να περιοριστεί στην ύλη. Υπάρχει ένας αλλιώτικος πλούτος, ο οποίος πηγάζει από τον Θεό, προσφέρεται στον άνθρωπο αφειδώλευτα και οδηγεί στην ανάγκη ο άνθρωπος να ανταποδώσει τη δωρεά ως αντίδωρο αγάπης στον δοτήρα Κύριο. Πρόκειται για τον πλούτο της χάριτος του Θεού, ο οποίος μας δίδεται «εν Χριστώ Ιησού» και ο οποίος έχει διάρκεια αιωνιότητας, κρατά δηλαδή για πάντα την αξία του και γίνεται πλούτος αιωνιότητας για τον καθέναν ο οποίος τον κατέχει.

Ο πλούτος αυτός είναι «υπερβάλλων». Έχει πληρότητα και η ποσότητά του δεν είναι περιορισμένη. Ενώ τα υλικά αγαθά αριθμούνται, αποτιμάται η αξία τους σε χρηματικές μονάδες, η χάρις του Θεού δεν έχει μέτρο και όριο. Όποιος την έχει, την γεύεται χωρίς περιορισμό. Ταυτόχρονα, ενώ τα υλικά αγαθά δίνουν χαρές στον άνθρωπο, τον βοηθούν να απολαμβάνει τη ζωή του, ενίοτε τον ρίχνουν και σε πολλούς και μεγάλους πειρασμούς, η χάρις του Θεού δίνει σε όποιον τη γεύεται την αληθινή πληρότητα. Τον οδηγεί όχι στο να απολαμβάνει με την έννοια της ηδονής αυτή τη ζωή, αλλά να χαίρεται που βιώνει την αγάπη του Θεού προσωπικά, την χάρη και την ελπίδα που η πίστη δίδει και να βιώνει τον σκοπό της ζωής που προέρχεται από την κοινωνία με το Θεό. Αυτή η πληρότητα δίδει ομορφιά στην καρδιά του ανθρώπου. Τον καθιστά χαρούμενο στο πρόσωπο. Τον απαλλάσσει από την κακία και την εκδικητικότητα. Τον κάνει να βλέπει στο πρόσωπο του αδελφού του τον Θεό. Την ίδια στιγμή τον κάνει να προσπαθεί για το καλό του αδελφού του, ακόμη κι αν αυτό δεν μπορεί να αποτιμηθεί με ενέργειες του θελήματός του, ακόμη κι αν αυτό περιορίζεται μόνο στην προσευχή και στην εναπόθεση στο Θεό της μέριμνας για τον πλησίον, διότι εκείνος δεν μπορεί να δεχθεί κάτι άλλο.

Ο πλούτος αυτός φανερώνεται «εν τοις αιώσι τοις επερχομένοις». Έχει διάρκεια. Δεν κληροδοτείται όπως τα υλικά πλούτη από γονείς σε παιδιά, αλλά αποκτιέται από τον καθέναν προσωπικά, εφόσον τον ζητήσει και αγωνιστεί γι’ αυτόν. Αυτό συνεπάγεται ότι είναι ένας πλούτος ανά πάσα στιγμή διαθέσιμος. Αρκεί όποιος τον επιθυμεί να κάνει το βήμα προς αυτόν. Να απαλλαγεί από την κυριαρχία του σαρκικού φρονήματος. Να εμπιστευθεί το Θεό, στις χαρές και τις λύπες. Να αγωνιστεί δια της ασκητικής οδού, της νηστείας, της προσευχή, της μετανοίας, να έχει καθαρή καρδιά. Και ο καθένας ξεκινά όχι απλώς για να μιμηθεί τον πλούτο της χάριτος που έχει ο άλλος ή να επαναπαυθεί σε όσους τον κατέχουν ήδη, αλλά για να χτίσει τη δική του υποδομή, ώστε ο πλούτος αυτός να εγκατασταθεί δια παντός εντός του.

Στους περισσότερους ανθρώπους ο πλούτος αυτός είναι άγνωστος. Συνήθως θεωρούμε τη σχέση μας με το Θεό ως κάτι παραδοσιακό, γιορτινό, χρήσιμο στις δυσκολίες. Ενίοτε βλέπουμε αυτή τη σχέση και ως κάτι το μαγικό, κάτι που αφ’ εαυτού του δίνει δύναμη όταν τη χρειαζόμαστε, χωρίς να είναι ανάγκη το υπόλοιπο διάστημα της ζωής μας να αλλάξουμε πορεία ή να προσπαθήσουμε να τον κατακτήσουμε. Άλλοτε μεταβάλλεται σε αξιομισθία, σε περίσσευμα αγαθών έργων εκείνων που τον είχαν ή τον έχουν και που καλούνται να δώσουν και σε μας, χωρίς να συναισθανόμαστε ότι πρωτίστως η ευθύνη έγκειται στο να τον ζητήσουμε και να τον λάβουμε εμείς από το Θεό όχι απλώς ως ευλογία για τον κόπο μας, αλλά ως νόημα ζωής. Άλλοτε πάλι προσπερνιέται με το πρόσχημα της ταπεινώσεως. Δεν είμαστε ικανοί να τον έχουμε ή να τον διαχειριστούμε. Έτσι, τον αφήνουμε σε άλλους κι εμείς ζητούμε να συνεχίσουμε μία ζωή χωρίς αυτόν.

Η χάρις του Θεού όμως είναι η ζωοποιός ενέργειά Του η οποία ενεργοποιεί τις δυνάμεις της ύπαρξής μας σε μια πορεία κοινωνίας, φωτός και ελπίδας. Αυτή είναι και η οδός της αγιότητας. Ο άγιος, μέσα στην ταπεινοσύνη του, εκζητεί την χάρη και το έλεος του Θεού. Και ο Κύριος δίδει. Τότε η χάρις αποτυπώνεται στο πρόσωπο του Αγίου. Στην παρρησία με την οποία προσεύχεται στο Θεό για όσους μπορεί. Στην ιλαρότητα της καρδιάς με την οποία ακούει όσους δυσκολεύονται, προσφέρει και αγαπά. Αλλά και στην βαθιά πεποίθηση εντός του ότι «ζει Κύριος ο Θεός» και ότι τον αγαπά προσωπικά, όπως και τον κάθε άνθρωπο.

Και τότε η χάρις του Θεού προσθέτει στον ανθρώπινο κόπο. Δίδει περισσότερη διάθεση για προσευχή. Δίδει δύναμη ώστε να είναι περισσότερος ο χρόνος προσφοράς στους άλλους. Δίδει την καλλιέργεια όλων των χαρισμάτων, ώστε τα πάντα να αντιπροσφέρονται ως αντίδωρο αγάπης προς τον Θεό, δια του πλησίον. Στις δοκιμασίες φαίνεται η περίσσεια της ψυχής του δοκιμαζόμενου, καθώς δεν καθιστά κέντρο της ενασχόλησής του τον εαυτό του, αλλά την προσευχή και την παρηγοριά στους άλλους που χειμάζονται με το δικό τους τρόπο. Ο γενναίος γίνεται γενναιότερος. Ακόμη κι αυτός που αισθάνεται την ασθένειά του, του προστίθεται δύναμη. Είναι μία μυστική κοινωνία με το Θεό, που κάνει τον άνθρωπο να βλέπει τις λεπτομέρειες της ψυχής του. Τις ρίζες των παθών του. Να κατανοεί το λίγο που μπορεί σε σχέση με το Θεό και τον συνάνθρωπο. Και να αγιάζεται για να μπορεί να αγιάσει.

Είναι αλλιώτικος αυτός ο πλούτος, όπως τον περιγράφει ο απόστολος Παύλος στους Εφεσίους: «χάριτι εστέ σεσωσμένοι . και συνήγειρε και συνεκάθισεν εν τοις επουρανίοις εν Χριστώ Ιησού, ίνα ενδείξηται εν τοις αιώσι τοις επερχομένοις τον υπερβάλλοντα πλούτον της χάριτος αυτού εν χρηστότητι εφ’ ημάς εν Χριστώ Ιησού» (Εφεσ. 2, 6-7). Αγωνιζόμαστε οι άνθρωποι να αποκτήσουμε αγαθά για να τα κληροδοτήσουμε στους μετά από εμάς, χωρίς να διαβλέπουμε ότι η αληθινή ομορφιά βρίσκεται στον πλούτο που ο Θεός προσφέρει δια της χάριτός Του σε όσους Τον εμπιστεύονται και γνωρίζουν ότι μόνο κοντά Του και στη ζωή της Εκκλησίας βρίσκεται η αλήθεια της ζωής. Αυτή την χάρη, αυτό το κάλλος ας προσπαθούμε εν τη Εκκλησία και εν τη πίστη να το γευτούμε και να το κληροδοτήσουμε με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος και μέσα από την πίστη στον Κύριό μας. Και ας βοά ο κόσμος μόνο για τις υλικές ανάγκες. Με την πίστη και αυτές θα καλυφτούν. Αλλά και αυτό να γίνει, δεν είναι ό,τι θα δώσουμε στους επερχόμενους. Γιατί δεν θα κρατήσει μπροστά στη φθορά και τον θάνατο. Μόνο η χάρις είναι τελικά το νόημα.

Πηγή: Συνοδοιπορία

Οι δε υιοί της βασιλείας εκβληθήσονται έξω.. Ιούλιος 29, 2013

Posted by Παναγιώτα in : Γενικά, Ορθοδοξία / Εκκλησία, Προσωπικά / Σκέψεις , add a comment

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Στην Εκκλησία ο άνθρωπος αισθάνεται ασφάλεια και βεβαιότητα. Θεωρεί ότι τα έχει καλά με το Θεό και ότι επειδή ζει την ζωή της Βασιλείας, κυρίως όσον αφορά στις εξωτερικές της διαστάσεις που είναι η τήρηση των εντολών του Θεού με τα χείλη και τις πράξεις, έχει εξασφαλίσει την σωτηρία στην άλλη ζωή, αλλά και την βοήθεια του Θεού σε κάθε έργο και σε κάθε περίσταση της ζωής, ακόμη και στις δοκιμασίες. Γι’ αυτό για τους «υιούς της βασιλείας» (Ματθ. 8, 12) ενίοτε είναι αδιανόητο να τους συμβαίνουν περιστατικά που μαρτυρούν την εγκατάλειψη από την μεριά του Θεού και συχνά το παράπονο ανεβαίνει στα χείλη και την καρδιά τους. Από την άλλη είναι γεγονός ότι η συμμετοχή μας στη ζωή της Εκκλησίας εκ των πραγμάτων μας δίνει οδοδείκτη στην πορεία μας, γνωρίζουμε προς τα πού βαδίζουμε και, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, γνωρίζουμε και σε τι υστερούμε.
Η ασφάλεια στη ζωή μας έχει πάντα δύο όψεις. Από την μία μας δίνει σιγουριά, χαρά και γαλήνη, ακόμα και στα δύσκολα. Από την άλλη μας καθιστά έρμαια του εφησυχασμού, του συμβιβασμού και της συνήθειας. Ο ασφαλής μπορεί να στηριχθεί στην ασφάλεια για να δημιουργήσει, να αξιοποιήσει τα χαρίσματά του και να προσθέσει σε αυτό που έχει. Από την άλλη, ο ασφαλής μπορεί να καταστεί οκνηρός. Να νιώσει βέβαιος γι’ αυτό που ζει, γι’ αυτό που έχει και να μην θελήσει να προχωρήσει παραπέρα. Η ασφάλεια μοιάζει με την επίδραση που ασκεί ο χρόνος στις ανθρώπινες σχέσεις. Άλλοι έχουν άγχος να μην κολλήσουν μέσα σ’ αυτές και ψάχνουν να βρούνε τρόπους ανανέωσής τους. Άλλοι βολεύονται τόσο πολύ, που οργανώνουν τη ζωή τους με βάση το αυτονόητο που κατέχουν. Οι πρώτοι αισθάνονται χρήστες και δημιουργοί. Οι δεύτεροι ιδιοκτήτες. Οι πρώτοι κοπιάζουν για να κάνουν συνεχώς καινούριες αρχές στην ομορφιά και τη χαρά της σχέσης. Οι δεύτεροι νιώθουν ότι έχουν εκπληρώσει το χρέος και ότι θα πρέπει να απολαύσουν τα αποτελέσματα των κόπων τους.
Το θαύμα της θεραπείας του δούλου του εκατοντάρχου από το Χριστό «από μακρόθεν» μας δείχνει ποια είναι η αληθινή ασφαλιστική δικλείδα στη ζωή της Βασιλείας του Θεού. Πρόκειται για την πίστη. Δεν είναι μόνο η εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του Χριστού. Η πίστη μας κάνει να βλέπουμε το αληθινό μας πρόσωπο, τα πάθη και την αμαρτωλότητά μας, ότι δεν είμαστε όπως ο Θεός μας θέλει όχι για να απογοητευόμαστε και να πενθούμε, αλλά για να εμπιστευθούμε περισσότερο Αυτόν που μας αγαπά και θέλουμε να αγαπούμε και την ίδια στιγμή να έχουμε κίνητρο να παλέψουμε να βρεθούμε περισσότερο κοντά Του. Δε χορταίνεται ο Θεός και η παρουσία Του. Δε χορταίνεται η αγάπη Του. Δε χορταίνεται η πατρότητά Του. Δε χορταίνεται το βίωμά Του. Και μέσα από την πίστη σ’ Αυτόν γνωρίζουμε τα όριά μας, όχι για να εφησυχάσουμε, αλλά για να εντείνουμε την προσευχή, την μελέτη, τον πνευματικό αγώνα, την μετοχή μας στα μυστήρια, την πορεία της αγάπης και την παράδοση εν εμπιστοσύνη στο πρόσωπό Του, οσεσδήποτε κι αν είναι οι δυσκολίες.
Ο Χριστός θαυμάζει την πίστη του εκατοντάρχου. Και βλέπει ότι οι «υιοί της Βασιλείας», αυτοί που ανήκαν στον περιούσιο λαό Του, δεν είχαν αυτή την πίστη και ότι κινδύνευαν, απορροφημένοι από την βεβαιότητα της ασφάλειάς τους, στις όποιες δοκιμασίες να αρνηθούν το Θεό. Αλλά και στην μεγαλύτερη δοκιμασία που πέρασαν, που ήταν η κλήση να δώσουν απάντηση για το Ποιος στην πραγματικότητα ήταν ο Κύριος, έμειναν στις βεβαιότητές τους και έχασαν την οδό της αληθινής σωτηρίας, την οδό της Αλήθειας.
Στον ίδιο κίνδυνο βρισκόμαστε συνεχώς και όσοι εφησυχάζουμε. Ας βρούμε στην οδό και τον τρόπο της πίστης την ευκαιρία για συνεχή ανανέωση, την αφετηρία για νέα ξεκινήματα και περισσότερη αφοσίωση στο Χριστό και στην αναζήτηση νοήματος στην ουσία της ζωής της Εκκλησίας, ακόμη κι αν αυτό περνά μέσα από δοκιμασίες. Κι αυτός ο δρόμος ας είναι η στάση μας σε κάθε σχέση με τον πλησίον, στο σπίτι μας, στην εργασία, στις συντροφιές μας. Αλλά και στη σχέση μας με τον ίδιο μας τον εαυτό. Να μην μένουμε στις βεβαιότητές μας, αλλά να αναζητούμε. Και Εκείνος που γνωρίζει τις καρδιές μας θα μας δώσει την ευκαιρία να χτίσουμε και πάλι.

Πηγή: ΒΗΜΑΤΑ

ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΩΝ ΜΝΗΜΟΝΕΥΣΟΝ ΣΩΤΗΡ ΜΟΥ Ιούνιος 22, 2013

Posted by Παναγιώτα in : Γενικά, Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία, Προσωπικά / Σκέψεις , 1 comment so far

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Ψυχοσάββατο. Μέρα ξεχασμένη για τους πολλούς του κόσμου. Ο θάνατος είναι άλλωστε για τη νοοτροπία της εποχής μας το τέρμα. Οι κεκοιμημένοι μάς πονούν, αλλά πρέπει να ζήσουμε. Να προχωρήσουμε. Και το μνημόσυνο είναι μόνο ατομική υπόθεση. Όταν συμπληρώνονται οι μέρες, οι σαράντα, ο χρόνος, θυμόμαστε. Πάμε στο ναό. Έρχονται και όσοι μας αγαπούν και όσοι αγαπούσαν τον κεκοιμημένο. Και φτάνει. Γιατί άραγε όλοι μαζί, να έχουμε δύο ημέρες το χρόνο στις οποίες να θυμόμαστε πάντας τους κεκοιμημένους. Έτσι δεόμεθα υπέρ μακαρίας μνήμης και αιωνίου αναπαύσεως πάντων των απ’ αιώνος κεκοιμημένων ορθοδόξων χριστιανών, βασιλέων, πατριαρχών, αρχιερέων, ιερέων, ιερομονάχων, μοναχών, γονέων, προγονέων, πάππων, προπάππων, διδασκάλων, αναδόχων ημών εν τη πίστει…
Κι όμως. Στο ψυχοχάρτι του Σαββάτου των Απόκρεω, πριν την Κυριακή της ανάμνησης ότι θα έρθει η τελευταία Κρίση, όπως και το Σάββατο πριν την Πεντηκοστή, πριν την Κυριακή του ξεκινήματος της παρουσίας της Εκκλησίας στον κόσμο, αποτυπώνεται όχι μόνο η μνήμη, αλλά και η ελπίδα. Μνήμη ότι οι αγαπημένοι μας ουκ απέθανον αλλά κοιμώνται. Μνήμη ότι η αγάπη δεν νικήθηκε από το θάνατο. Ότι μπορεί ένα κομμάτι μας να έφυγε μαζί του, να τάφηκε στο χώμα, κι όχι μόνο από όσους γνωρίσαμε, αλλά και από όλους όσους έζησαν πολύ πριν από εμάς, απ’ αιώνος, όμως τίποτε δεν τελείωσε. Επειδή Χριστός Ανέστη ο θάνατος εσκυλεύθη. Επειδή Χριστός Ανέστη θα βρεθούμε ξανά με όλους όσους προηγήθηκαν. Κοντά στον Θεό των πνευμάτων και πάσης σαρκός. Εν τόπω φωτεινώ και χλοερώ και αναψύξεως. Και δεν θα είναι η συνάντησή μας μόνο εν πνεύματι. Δικό μας και δικό τους. Θα έρθει η ώρα που το σώμα τους και το δικό μας θα βγούνε από τις κρύπτες του θανάτου. Και θα ενωθεί η συμφυΐα, σε έναν τρόπο αιώνιο και χωρίς μετατροπή. Όπου ο έσχατος εχθρός θα καταργηθεί. Και θα είναι η ύπαρξη συνάντηση με το Φως και την γλυκύτητα της ωραιότητος του προσώπου του Χριστού και των Αγίων Του. Η Εκκλησία που δεν θα είναι μόνο μια πρόσκληση ένταξης στο σώμα του Χριστού, αλλά το ίδιο το Σώμα από το οποίο δεν θα χρειαστεί να περιμένουμε.
Προγευόμαστε αυτή την χαρά να είμαστε μέλη του Σώματος κάθε φορά που τελούμε την Θεία Λειτουργία. Αυτήν στην οποία πιστεύουμε και ζούμε το διαρκές παρόν της Βασιλείας του Θεού. Της συνάντησης ζώντων και κεκοιμημένων, αγίων και αμαρτωλών, μελίσματος και μη διαίρεσης, βρώσεως και μη δαπανήσεως εν τω Χριστώ. Μόνο που τα δύο αυτά Σάββατα νιώθουμε τους κεκοιμημένους πιο κοντά μας. Γιατί δεν είμαστε μόνο εμείς που έχουμε να θυμόμαστε. Αλλά όλο το σώμα του Χριστού. Και η μνημόνευση των ονομάτων, μακρόσυρτη υπό τον ήχο του «Κύριε ελέησον», μάς υπενθυμίζει ότι η αγάπη δεν είναι μόνο για τους οικείους και συγγενείς, αλλά για όλους που εν Χριστώ γίνονται οι κατεξοχήν οικείοι μας. Οι αδελφοί μας.
Ας βρεθούμε το απόγευμα της Παρασκευής και το πρωί του Σαββάτου στο ναό της γειτονιάς μας. Μεγαλύτεροι και μικρότεροι. Πρέπει να ζήσουμε, αυτό είναι δεδομένο. Έτσι κι αλλιώς ο θάνατος για μας δεν είναι τέρμα, αλλά μια στάση και ένα πέρασμα, ένα Πάσχα. Τη στάση την περνάμε μόνοι μας, ακόμη κι αν έχουμε την ώρα του θανάτου κοντά μας αυτούς που μας αγαπούνε. Ο θάνατος είναι η προσωπική μας έξοδος, στην οποία κανείς δεν μπορεί να βοηθήσει, να καταλάβει, να συντροφεύσει. Μία ροπή όμως είναι η στάση. Και μπαίνουμε στο πέρασμα της ανάστασης. Συντροφευμένοι από όσους έχουν προηγηθεί και πρωτίστως όσους αγάπησαν το Θεό και τον άνθρωπο. Κι αυτοί θα μας οδηγήσουν στο να αναγνωρίσουμε Εκείνον που θανάτω τον θάνατον επάτησε.
Ας Τον παρακαλέσουμε λοιπόν. Και των κεκοιμημένων μνημόνευσον Σωτήρ μου, εν δόξη όταν έλθης. Των δικών μας και όλων των ανθρώπων. Να συναντιόμαστε στην αγάπη Σου!

Πηγή: ΒΗΜΑΤΑ

Χαίρε παστάς ασπόρου νυμφεύσεως, Χαίρε πιστούς Κυρίω αρμόζουσα Απρίλιος 18, 2013

Posted by Παναγιώτα in : Γενικά, Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία, Προσωπικά / Σκέψεις, Σχέσεις , add a comment

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Ο γάμος για τους περισσότερους ανθρώπους είναι η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής. Για όσους πιστεύουν στο Θεό, δεν είναι μόνο η ευλογία Του που δίνει ξεχωριστή διάσταση στο μυστήριο. Υπάρχει και η ανθρώπινη χαρά, διότι ο γάμος αποτελεί τη δημόσια έκφραση της αγάπης, την οποία ομολογούν δύο άνθρωποι, αλλά και του αγώνα να την κρατήσουν και να την ολοκληρώσουν κατά τη διάρκεια της κοινής ζωής τους. Ο γάμος αποτελεί για τον άντρα και τη γυναίκα τη δήλωση ότι έχουν υπερβεί το ξένον ανάμεσά τους, ότι έχουν επιλέξει την δημιουργικότητα ως κατεξοχήν έκφραση της αγάπης και την ίδια στιγμή, κάνοντας οικογένεια, «μεταδίδουν πάσαν αυτάρκειαν έχοντες και τοις μη έχουσι» (Ευχή της Ακολουθίας του Γάμου), ανοίγουν την αγάπη τους δηλαδή σε όλο τον κόσμο. Γι’ αυτό και ο γάμος αποτελεί για την Εκκλησία «μυστήριον μέγα» (Εφεσ. 5, 32).

Δεν είναι τυχαίο που η Εκκλησία, απευθυνόμενη στην Υπεραγία Θεοτόκο, την χαιρετά λέγοντας ότι αποτελεί «την παστάδα της ασπόρου νυμφεύσεως και ότι εκείνη είναι που αρμόζει, ενώνει δηλαδή τους πιστούς με τον Κύριο». Όπως η κατεξοχήν έκφραση του γάμου είναι η χαρά της παστάδος, του νυφικού κρεβατιού, όπου «έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν», η Εκκλησία θεωρεί την Παναγία ως το νυφικό κρεβάτι στο οποίο Θεός και άνθρωπος γίνονται ένα, στο πρόσωπο του Χριστού. Και αυτή η τελεία ένωσις συντελέσθηκε σωματικά στην μήτρα της Υπεραγίας Θεοτόκου και υπαρξιακά-πνευματικά στην καρδιά της, όταν ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση του Θεού να γίνει συνεργός Του στην νύμφευση. Μόνο που ο γάμος αυτός είναι άσπορος. Δεν έχει ως σκοπό του την ηδονή της σάρκας και την τεκνοποιία, όπως είναι ο φυσικός νόμος που δόθηκε από το Θεό στον άνθρωπο, αλλά αποτελεί το μυστήριο της θέωσης της ανθρώπινης φύσης, που έρχεται μέσα από την γέννηση του Χριστού, με την υπέρβαση των όρων της φύσεως και τον παρθενεύοντα τόκο της Παναγίας. Η σχέση όμως αυτή δεν παύει να είναι γάμος. Και έχει τα τρία κύρια χαρακτηριστικά του γάμου.

Στο πρόσωπο της Παναγίας διαλύεται το ξένον ανάμεσα στο Θεό και τον άνθρωπο, το οποίο προκάλεσε η αμαρτία. Η απόφαση του ανθρώπου να μην έχει σχέση με το Θεό, αλλά να καταστήσει θεό τον εαυτό του και να επιχειρήσει να δει τον κόσμο, τον συνάνθρωπο και τη ζωή όχι μέσα από την οδό της κοινωνίας με το Θεό, αλλά αυτόνομα, οδήγησε τον άνθρωπο να γίνει χρήστης του κόσμου, του συνανθρώπου και της ζωής. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος υποτάχτηκε στην ανάγκη του για να γίνει θεός αφ’ εαυτού του. Και ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο είναι η εξουσία. Τι άλλο είναι η αμαρτία παρά η απόφαση του ανθρώπου να δείχνει παντού ότι ο ίδιος και το εγώ του θέλουν και προσπαθούν να εξουσιάζουν τα πάντα; Αμαρτία είναι η χρήση του άλλου όχι ως ισότιμου με εμάς, όχι για να του προσφέρουμε και να λαμβάνουμε από αυτόν, αλλά για να επιβεβαιώνει τον εαυτό μας, τη δύναμή μας, την ικανότητά μας να ευτυχούμε με βάση τις δικές μας επιθυμίες. Αμαρτία είναι η χρήση του κόσμου όχι ευχαριστιακά και δοξολογικά, όχι για να επιβιώσουμε εμείς και να βοηθήσουμε και τους άλλους να ζήσουν ισότιμα, αλλά για να υποτάξουμε τις δυνάμεις του χωρίς μέτρο και όριο και την ίδια στιγμή να καθιστούμε τους άλλους εξαρτημένους από εμάς για την κάλυψη των αναγκών τους, προκειμένου να είμαστε πλούσιοι και εκμεταλλευτές τους. Αμαρτία είναι η στέρηση της ελευθερίας τόσο στον εαυτό μας δια των παθών , όσο και στους άλλους μέσω της εξουσίας. Και όλη αυτή η στάση ζωής επιφέρει τον θάνατο, όχι μόνο τον σωματικό, αλλά και τον πνευματικό. Γι’ αυτό, δια της ενανθρωπήσεως του Χριστού στο πρόσωπο της Παναγίας επέρχεται η συμφιλίωση του ανθρώπου με το Θεό δια της αγάπης και της χαριτώσεως την οποία ο Χριστός δίνει στην ανθρώπινη φύση. Ελεύθερος ο άνθρωπος πλέον δεν είναι ξένος ούτε με το Θεό ούτε με τον πλησίον ούτε με τον κόσμο, γιατί δεν διαλέγει την εξουσία, αλλά την αγάπη και την προσφορά ως στάση ζωής.

Στο πρόσωπο της Παναγίας εξάλλου η αγάπη γίνεται δημιουργικότητα και έμπνευση. Τι άλλο είναι η σωτηρία την οποία ο Χριστός προσφέρει στον άνθρωπο παρά η χαρά της νίκης κατά του θανάτου, η χαρά της συγχώρεσης και της μετάνοιας, η χαρά της προσφοράς με κάθε τρόπο και μέσα, η χαρά της αξιοποίησης όλων των ταλάντων της ανθρώπινης υπόστασης με γνώμονα την δημιουργικότητα; Και πρώτη η Παναγία γεύεται αυτό το δρόμο. Αυτή σώζεται και με τις πρεσβείες της σώζει. Αυτή αγιάζεται και με τις πρεσβείες της αγιάζει. Αλλά και στέκεται δίπλα από τον κάθε άνθρωπο, από την κάθε ανάγκη μας και δίνει φως και ελπίδα, παρακαλώντας τον Υιό της υπέρ ημών. Όπως η ίδια κατέστη η Κεχαριτωμένη, για να ελκύσει τελικά τη χάρη του Θεού, στόλισε τον εαυτό της με κάθε αρετή, έτσι κι εμείς καλούμαστε να καταστήσουμε την ύπαρξή μας ναό του Αγίου Πνεύματος, στολίζοντάς την με την αρετή κατά τις δυνάμεις μας, αναζητώντας το Θεό, όπου αυτό είναι εφικτό, σε κάθε περίσταση της ζωής μας, θέλοντας να δούμε την σωτήρια παρέμβασή Του στην πορεία μας και ξεκινώντας να παλεύουμε εναντίον κάθε πάθους, κάθε πειρασμού, να μεταμορφωθούμε για να δείξουμε όχι με τη συνήθεια, αλλά με την χαρά και την πρωτοτυπία που η προσευχή και η αγάπη φέρνουν, την επιθυμία μας να είμαστε κοντά Του.

Η Παναγία, τέλος, γίνεται η αρχή ώστε η κάθε ανθρώπινη ύπαρξη να μεταμορφώνεται, ψυχή τε και σώματι, σε νύμφη Χριστού, να αρμόζεται, να συνδέεται και να προχωρά μαζί με το Χριστό. Αυτή η άρμοση επιτυγχάνεται και βιώνεται στη ζωή της Εκκλησίας και δεν είναι εγκλωβισμός του ανθρώπου σε μία ατομοκεντρική σχέση, όπου ο άνθρωπος υπάρχει για να ζει καθ’ εαυτόν το Θεό, αλλά ανοίγεται σε όλο τον κόσμο. Αποκλειστική και την ίδια στιγμή ανοιχτή είναι η σχέση της αγάπης που ο άνθρωπος βιώνει με το Θεό. Αποκλειστική, διότι ο Θεός παραμένει πιστός στον άνθρωπο, δεν τον εγκαταλείπει ποτέ, ακόμη κι αν φαίνεται δύσκολη η ζωή. Ανοιχτή διότι ο Θεός ζει την χαρά και την πληρότητα της αγάπης με κάθε άνθρωπο. Κι έτσι καλείται και ο καθένας μας να σκέφτεται και να ζει. Αποκλειστικά με την αγάπη του Θεού και ανοιχτά, μεταφέροντας αυτή την αγάπη σε όλους με τους οποίους συνδέεται. «Ομολογεί την χάριν, ου κρύπτει τον έλεον, κηρύττει την ευεργεσίαν» και θέλει να ζήσουν και άλλοι τη χαρά της κοινωνίας.

Στο πρόσωπο της Παναγίας το πλήρωμα της αγάπης γίνεται «παστάς». Τόπος της παστάδος η καρδιά, η οποία αγκαλιάζει τον κόσμο. Χρόνος της παστάδος «το νυν και αεί». Δεν είναι μαγική η σχέση με το Θεό, αλλά αγαπητική. Γάμος της ύπαρξης στην Εκκλησία, με οδηγό την Υπεραγία Θεοτόκο. Και μπορεί ο κόσμος μας να παρασύρεται από την αμαρτία και την απόπειρα της αυτοθέωσης, όμως οι χριστιανοί αντιτάσσουμε την ευλογία της πίστης. Και τη βοήθεια και τις πρεσβείες της Παναγίας μας. Διαλέγουμε να ζήσουμε την χαρά του νυμφώνος, παρότι «ένδυμα ουκ έχομεν». Και τότε διαπιστώνουμε ότι το μυστήριο επενεργεί. Δεν μας αφήνει Αυτός που μας αγαπά και ανέβηκε στο Σταυρό για μας, να αποκαρδιωθούμε, αλλά ως ο γνήσια Ηγαπημένος μας απλώνει το χέρι και μας σώζει. Τελικά από την ελευθερία μας εξαρτώνται όλα.

Κέρκυρα, 12 Απριλίου 2013

Πηγή: ΒΗΜΑΤΑ

Πιστεύω στο Θεό, αλλά η Εκκλησία δεν έχει νόημα Απρίλιος 16, 2013

Posted by Παναγιώτα in : Γενικά, Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία, Προσωπικά / Σκέψεις , 1 comment so far

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Πόσες φορές δεν ακούμε στην ζωή μας μέσα στον κόσμο την εξής κατηγορία: «Πιστεύω στο Θεό, αλλά νιώθω ότι η Εκκλησία δεν έχει να μου πει κάτι. Ο κλήρος της δεν μπορεί να με κάνει να πιστέψω, γιατί απέχει πολύ από αυτό που θέλει ο Χριστός». Προσέχουμε τι κάνουν οι ιερείς, πώς φέρονται, αν πορεύονται σύμφωνα με τα πρότυπα που έχουμε στη σκέψη μας γι’ αυτούς. Και όχι μόνο αυτό. Τα τελευταία χρόνια, μέσα από τα ΜΜΕ και την πολεμική που κατά καιρούς ασκείται κατά της Εκκλησίας, η συγκεκριμένη κατηγορία παίρνει διαστάσεις. Ενίοτε γίνεται και η τετριμμένη δικαιολογία στα χείλη των ανθρώπων, γιατί, παρόλο που δεν θέλουν να το παραδεχτούν, η συνείδησή τους τούς ελέγχει για το γεγονός ότι έχουν περιθωριοποιήσει το Θεό από τη ζωή τους. Δεν είναι όμως σε θέση να το παραδεχθούν με ειλικρίνεια. Έτσι, προσαρμόζονται στα δεδομένα ενός άθεου πολιτισμού, ο οποίος θεωρεί την θρησκευτική πίστη και ζωή, όπως αυτή εκφράζεται μέσω της Εκκλησίας, ως ιδιωτικό γεγονός και μάλιστα ξεπερασμένο για το σύνολο. Τα πρόσωπα είναι πάντοτε εύκολος στόχος, όταν δεν θέλουμε να ψάξουμε την ουσία στη ζωή μας.

Αυτή την κατηγορία, διατυπωμένη όμως με παράπονο και απογοήτευση και όχι με απόρριψη, εξέφρασε και ο πατέρας που έβλεπε το παιδί του να πάσχει από δαιμονικό πνεύμα και το έφερε στο Χριστό, λίγο μετά την Μεταμόρφωσή Του. Δεν θέλησε να το πάει πρώτα στον Κύριο, γιατί δεν Τον είδε ανάμεσά τους. Ο Χριστός κατέβαινε με τους τρεις, τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, από το Θαβώρ. Οι υπόλοιποι μαθητές δεν μπόρεσαν να κάνουν καλά το παιδί με το δαιμονικό πνεύμα, παρότι ο Χριστός τους είχε δώσει την ευλογία να κηρύττουν το μήνυμα του Ευαγγελίου και να θαυματουργούν στο όνομά Του, όπως επίσης και είχαν δει τα δαιμόνια να υποτάσσονται σ’ αυτό το όνομα. Όμως, στην συγκεκριμένη περίπτωση, οι μαθητές δεν μπόρεσαν να δώσουν στον πατέρα αυτό που επιζητούσε. Έτσι, εκείνος, όταν ο Χριστός εμφανίζεται ενώπιον όλων, του λέει για το δαιμόνιο: «είπον τοις μαθηταίς σου ίνα αυτό εκβάλωσι, και ουκ ίσχυσαν» (Μάρκ. 9, 18).

Γιατί όμως δεν κατάφεραν οι μαθητές να εκδιώξουν το δαιμόνιο; Η απάντηση βρίσκεται στα λόγια του Χριστού, ο οποίος χαρακτηρίζει τη γενιά των Ιουδαίων «άπιστη». ΟΙ μαθητές δεν ήταν μάγοι. Ήταν άνθρωποι που πίστευαν στο Χριστό. Δεν είχαν μέσα τους μαγικές δυνάμεις, ούτε ήταν θαυματοποιοί. Δεν έκαναν θαύματα κατά παραγγελίαν, ούτε ήταν επαγγελματίες οπαδοί ενός ξεχωριστού προσώπου. Η σχέση του ανθρώπου με το Θεό δεν μπορεί να εγκλωβιστεί στο επίπεδο μιας μαγικής συναλλαγής. «Δώσε μου», για να πιστέψω. «Ικανοποίησέ μου την επιθυμία και το θέλημά μου κι εγώ θα είμαι κοντά Σου». Αυτή η στάση δεν έχει να κάνει με την πίστη, δηλαδή την εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού και στον Θεό ως Πρόσωπο, αλλά ικανοποιεί την ανθρώπινη ιδιοτέλεια και ανάγκη να πετύχει στόχους στη ζωή. Όμως ο Θεός ζητά από εμάς πρωτίστως αγάπη και εμπιστοσύνη στο Πρόσωπό Του και όχι συναλλαγή.

Ταυτόχρονα, όταν οι μαθητές Του θα ρωτήσουν το Χριστό «γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να βγάλουμε αυτό το δαιμονικό πνεύμα;» (Μάρκ. 9, 28), ο Χριστός θα τους απαντήσει ξεκάθαρα ότι το γένος των δαιμόνων, η δύναμη του κακού, δεν εξέρχεται από την ανθρώπινη ύπαρξη παρά μόνο με την προσευχή και τη νηστεία. Η προσευχή είναι η σπουδαιότερη κίνηση εμπιστοσύνης του ανθρώπου προς το Θεό. Μέσα από την προσευχή η ύπαρξη αφήνεται σ’ Αυτόν που την αγαπά και αποδέχεται το θέλημά Του. Η νηστεία είναι ο μικρότερος ή μεγαλύτερος κόπος που καταβάλλει ο άνθρωπος για να μπορέσει να προσαρμόσει τη ζωή του στο Ευαγγέλιο και την Αλήθεια που αυτό φανερώνει, δηλαδή στο λόγο και τη ζωή που ο Χριστός μας διδάσκει. Η νηστεία είναι εκκοπή του θελήματός μας, είναι αλλαγή όχι μόνο διατροφής, αλλά κυρίως της επιθυμίας μας να ζούμε ελεύθερα, χωρίς όμως Θεό, και να απολαμβάνουμε τα πάντα.

Άρα, ο Χριστός απορρίπτει την μαγική λογική της ισχύος έναντι του κόσμου και έναντι του κακού. Δείχνει στους μαθητές Του ότι δεν μπορούν με γνώμονα την αυτάρκειά τους και την προσωπική τους ικανότητα να σώσουν τον άνθρωπο και σωματικά και πνευματικά, αλλά μόνο δια της πίστεως σ’ Εκείνον. Κι αυτή η πίστη εκφράζεται μέσα από την προσευχή και τη νηστεία. Μάς δίνει ο Θεός, αλλά Εκείνος κρίνει τι και πώς και πότε. Ζητά όμως από εμάς, συγκαταβαίνοντας στις ανάγκες μας, να Του προσφέρουμε την εμπιστοσύνη, την προσευχή και τη νηστεία, δηλαδή να κάνουμε πράξη το θέλημά Του μέσα στον τρόπο ζωής της Εκκλησίας.

Κάθε φορά που ακούμε την κατηγορία εναντίον του κλήρου και ζητούμε μαγικά από το Θεό να μας δώσει στη ζωή μας ή ισχυριζόμαστε ότι μπορούμε να έχουμε σχέση με το Θεό εκτός της ζωής της Εκκλησίας, εκτός δηλαδή του τρόπου τον οποίον Εκείνος μας υπέδειξε, παραδίδουμε τον εαυτό μας στις δυνάμεις του κακού, που μας καταλαμβάνουν γιατί μας βρίσκουν δίχα Χριστού και δίχα Εκκλησίας στη ζωή μας. Είναι εύκολο να λιθοβολούμε πρόσωπα, για να δικαιώσουμε τους εαυτούς μας και τις επιλογές μας ή να λειτουργούμε στα πλαίσια του πολιτισμού μας, χωρίς Θεό και συνείδηση. Όμως χωρίς την Εκκλησία και τη ζωή της, χωρίς την πίστη, την προσευχή και τη νηστεία, σώματος και ψυχής, ας μην περιμένουμε ότι θα βρούμε λύτρωση από τις δυσκολίες που το κακό προξενεί τόσο στον κόσμο όσο και στη ζωή μας. Όχι γιατί ο Θεός δεν μπορεί να το καθυποτάξει και να μας δώσει ό,τι ποθούμε. Αλλά γιατί τότε θα προσέκρουε στην ελευθερία μας και στην ανάγκη να την αποδεικνύουμε καταβάλλοντας λίγο κόπο.

Αυτά όλα βεβαίως δεν δικαιολογούν συμπεριφορές και στάσεις ζωής από την μεριά των ταγών της Εκκλησίας που σκανδαλίζουν ή τραυματίζουν τους αδύναμους ανθρώπους. Όμως, όπως υπάρχουν τα κακά παραδείγματα, υπάρχει και ο τρόπος και ο δρόμος των Αγίων μας. Ας διδαχθούμε από αυτούς τουλάχιστον και ο Χριστός δεν θα μας αφήσει.

Κέρκυρα, 14 Απριλίου 2013

Ο Χριστός για τους Χριστιανούς Φεβρουάριος 12, 2013

Posted by Παναγιώτα in : Γενικά, Ορθοδοξία / Εκκλησία, Προσωπικά / Σκέψεις , 2Σχόλια
Ένα από τα μεγάλα ερωτήματα που απασχόλησαν και απασχολούν την ανθρωπότητα είναι αυτό που έχει να κάνει με το ποιος αληθινά είναι ο Χριστός. Το ερώτημα αυτό το έθεσε πρώτος ο ίδιος ο Κύριος στους μαθητές Του: «τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι τον υιόν του ανθρώπου;» και «Υμείς δε τίνα με λέγεται είναι;» (Ματθ. 16, 14-15). Το έθεσαν όμως και στους Φαρισαίους, λίγο πριν το τέλος της επίγειας δράσης Του: «Τι υμίν δοκεί περί του Χριστού; Τίνος υιός εστι;» (Ματθ. 22, 42). Και θέτει αυτό το ερώτημα ο Χριστός γιατί θέλει να τους δείξει ότι στο πρόσωπό Του εκπληρώνονται οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης, όχι όμως με τον τρόπο που οι Φαρισαίοι τις ερμήνευαν, δηλαδή ανθρωποκεντρικά, αλλά με τον τρόπο του Θεού.  Οι Φαρισαίοι περίμεναν τον Μεσσία ως εκείνον που θα οδηγούσε τον λαό του στην δόξα. Που θα αναδείκνυε την περιουσιότητά του. Που θα έδινε την πνευματική και την κοσμική εξουσία σε όσους τον αποδέχονταν. Ο Χριστός όμως μιλά για την Θεανθρώπινη φύση του Μεσσία. Ότι δεν ήταν  μόνο ένας τέλειος άνθρωπος, μία ξεχωριστή προσωπικότητα, αλλά ότι ήταν  ο Ίδιος ο Θεός που θα προσλάμβανε την ανθρώπινη φύση και, επομένως, ό,τι θα πρόσφερε, δεν επρόκειτο να περιοριστεί στον ιουδαϊκό λαό. Θα ήταν δωρεά και ευλογία για όλους τους ανθρώπους και όλους τους λαούς, με υπέρβαση του χρόνου και των δεδομένων μέσα από τα οποία οι άνθρωποι βλέπουν τη ζωή.
Το ερώτημα επανέρχεται στην εποχή μας. Οι άνθρωποι βεβαίως, στην πλειονοψηφία τους, δεν ασχολούνται ιδιαίτερα με το πρόσωπο του Χριστού. Τον θεωρούν μία ξεχωριστή προσωπικότητα, που δίδαξε την αγάπη και προσέφερε κοινωνικά στον κόσμο, ίδρυσε μία θρησκεία, από την οποία ο άνθρωπος λαμβάνει παρηγοριά στις δύσκολες στιγμές της ζωής του, χαίρεται έθιμα και παραδόσεις, στρέφεται και λίγο εντός του μέσα στην τύρβη της ζωής, λαμβάνει οικονομική και κοινωνική βοήθεια και συμπαράσταση. Οι άνθρωποι βλέπουν τους συνεχιστές του Χριστού που είναι η Εκκλησία, οι επίσκοποι, οι ιερείς και οι μοναχοί. Έχουν λαμβάνειν στην καλύτερη περίπτωση. Αλλιώς θεωρούν ότι ο Χριστός και η Εκκλησία είναι κατάλοιπα ενός παρελθόντος, η στάση έναντι των οποίων αφορά  στην ιδιωτική ζωή του καθενός και δεν πρέπει η συντεταγμένη μορφή κοινωνικής ζωής, που είναι το κράτος και η πολιτεία, να ασχολείται με τέτοιες πεποιθήσεις.
Όμως ο Χριστός είναι παρών και θα είναι «νυν και αεί» στη ζωή του κόσμου. Και θα συνεχίσει να θέτει το ερώτημα «τι ημίν δοκεί περί Αυτού». Και θα μας υπενθυμίζει, μεταξύ των άλλων, τρία σημεία της δικής Του αυτοσυνειδησίας, της δικής Του ταυτότητας, τα οποία θα μας καλεί να οικειωθούμε, για να γίνουν σημεία και της δικής μας ταυτότητας ως χριστιανών. Σημεία τα οποία τον καθιστούν, κατά τον λόγο του Συμεών του Θεοδόχου στην Υπαπαντή, «σημείον αντιλεγόμενον» (Λουκ. 2,34). Το ίδιο και όσους Τον ακολουθούν.
Το πρώτο ότι ο Ίδιος είναι ο Θεάνθρωπος. Αυτό σημαίνει ότι η ανθρώπινη φύση μας κοινωνεί με την Θεία στο πρόσωπό Του.  Δεν πιστεύουμε σε μια Ιδέα, σε ένα κήρυγμα, σε μια διδασκαλία περί του Θεού, αλλά στον Ίδιο το Θεό που είναι πρόσωπο, προσέλαβε την ανθρώπινη υπόσταση και μας οδηγεί στην θέωση, στην αιώνια κοινωνία μαζί Του στη ζωή της Εκκλησίας. Για να γίνει όμως αυτός ο δρόμος βίωμα, χρειάζεται να θυμίζουμε στους εαυτούς μας τις δωρεές και τα χαρίσματα που έχουμε λάβει από Αυτόν. Το κατ’ εικόνα μας. Την πορεία προς το καθ’ ομοίωσιν. Αυτή η πορεία όμως προϋποθέτει υπέρβαση της θέασης του κόσμου και της ζωής με γνώμονα τον ορθολογισμό και τις αισθήσεις μας. «Δεν βλέπω το Θεό». «Ο Θεός είναι δημιούργημα του ανθρώπινου νου». Είναι δύο προτάσεις που εκπορεύονται από τα στόματα και τις καρδιές πολλών ανθρώπων σήμερα. Έχουν εγκλωβιστεί στη λογική. Έχουν εγκλωβιστεί στη γνώση δια των αισθήσεων. Και έχουν αφήσει στην άκρη το άνοιγμα που η καρδιά του ανθρώπου καλείται να κάνει, για να συναντήσει το Θεό. Άνοιγμα προσευχής. Άνοιγμα αγάπης. Άνοιγμα εμπιστοσύνης. Άνοιγμα υπέρβασης του εγώ.
Το δεύτερο ότι δεν μας έταξε κάποια εξουσία. Δεν μας έταξε την αποδοχή από τον κόσμο και τους ανθρώπους. Μαρτύριο ήταν και είναι ο δρόμος στον οποίο καλούμαστε να προχωρήσουμε, αν Τον αποδεχθούμε. Μαρτύριο από τις επιθέσεις των λογισμών της αμφιβολίας. Μαρτύριο από τις επιθέσεις των δικαιωμάτων. Μαρτύριο από τις επιθέσεις του κοσμικού πνεύματος. Μαρτύριο από το μίσος των ανθρώπων προς Εκείνον, εξαιτίας του πονηρού και από την μεταφορά αυτού του μίσους και προς εμάς. Μαρτύριο από την δυσκολία του εαυτού μας να επιλέξει το δρόμο της συγχώρεσης, του μη καταλογισμού και της μη απόρριψης των άλλων. Μαρτύριο από τις επιθέσεις του θανάτου, με όλες του τις μορφές, σωματικές, πνευματικές, κοινωνικές, υλικές, πνευματικές, που μας κάνουν να αναρωτιόμαστε «πού είναι ο Θεός». Μαρτύριο από τις αγωνίες που μας προσθέτουν οι βιοτικές μέριμνες και η διάσπαση από τον χρόνο. Μαρτύριο από τις επιθέσεις των Ισχυρών που ζητούν  να μας υποχρεώσουν να εγκαταλείψουμε την πίστη μας, αντί πινακίου φακής. Μαρτύριο μοναχικότητας σε μια εποχή που δεν θέλει Θεό. Και η φύση μας αρέσκεται στην εξουσία. Στην καταξίωση. Την αποδοχή. Κι αυτό αυξάνει την ένταση του μαρτυρίου. Όμως αυτό το μαρτύριο εμπεριέχει την χαρά της δικής Του συμπαράστασης. Της δικής Του φώτισης. Της δικής Του παρουσίας, που μας δίνει τη δυνατότητα να αντέχουμε. Αρκεί να Τον ζητούμε και να Τον εμπιστευόμαστε.
Το τρίτο ότι «εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού» (Ματθ. 10,36). Η αδυναμία πολλές φορές, τόσο η δική μας, όσο και των άλλων χριστιανών, να κατανοήσουμε ο ένας τον άλλο. Να συμπαρασταθούμε. Να έχουμε κοινή πορεία. Να προσανατολίσουμε τη ζωή στο Χριστό και στην αγάπη. Βλέπουμε ο καθένας τον εαυτό του να σκέπτεται διαφορετικά. Να μην είναι σε θέση να ακούσει τον αδελφό του. Να μην είναι σε θέσει να κατανοήσει και να θελήσει να συνάρει τον σταυρό του. Να βιώνουμε μέσα στην ευχαριστιακή κοινότητα μια μοναξιά. Να μην υπάρχει η θυσιαστική αγάπη, αλλά να πρυτανεύει ο εγωισμός. Και πρωτίστως, ο καθένας να ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του, την καθημερινότητά του, τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, χωρίς να είναι σε θέση ή να θέλει να μοιραστεί με τον άλλο ό,τι τον βαραίνει, αλλά και την ίδια στιγμή να φορτωθεί λίγο από το φορτίο που βαραίνει τους άλλους. Γιατί, εδώ βρίσκεται και το κέντρο της αμαρτίας. Στο να μεριμνούμε μόνο για το «εγώ». Κι αυτή η μέριμνα μας γεμίζει πάθη, κακίες και απογοήτευση. Γιατί ξεκινάμε από τους άλλους και δεν βλέπουμε τη δική μας πτώση.
Ο Χριστός για τον καθέναν μας αποτελεί μία πρόκληση. Τι είναι για μας; Η απάντηση στο ερώτημα και την πρόκληση θα μας βοηθήσει να προσανατολίσουμε τη ζωή μας είτε στην εκπλήρωση της αλήθειας του ονόματος «χριστιανός» ή στην ψευδαίσθηση ότι «είμαστε», ενώ στην πράξη η καρδία μας πόρρω θα απέχει από Εκείνον. Γιατί ο Χριστός θέλει να είναι ο προσωπικός Θεός και Σωτήρας του καθενός μας. Η σχέση όμως μαζί Του δεν μας εγκλωβίζει ούτε στο χρόνο, ούτε στα σχήματα του κόσμου τούτου. Μας δίνει τη ευλογία να Τον κοινωνούμε στην αγάπη, αλλά και να σωζόμαστε μαζί με τους άλλους. Τους αγίους και τους αμαρτωλούς. Χωρίς να χάνουμε την προσωπική μας ταυτότητα, αλλά και χωρίς να περιοριζόμαστε στο «εγώ» μας. Χρειάζεται αγώνας για να θυμόμαστε ότι ο Χριστός μας ζητά να επιστρέψουμε στο Θεό και τη σχέση μαζί Του. Να μην νομίζουμε ότι η ζωή μας θα είναι ευχάριστη και να απογοητευόμαστε μπροστά στο κάθε λογής μαρτύριο. Και να μην κλονίζεται η πίστη μας από το ότι δεν λαμβάνουμε από τους άλλους αυτό που θα θέλαμε.
Χριστιανός σημαίνει να πιστεύεις και να ξεκινάς εσύ να ζητάς το Χριστό. Να ζητάς την αγάπη. Και Εκείνος θα σε συνδράμει, ώστε να μην νικηθείς από την απόγνωση και τον φόβο που προέρχεται από την περικύκλωση από τους ωρυόμενους λέοντες του κόσμου, του πονηρού και της αμαρτίας.
Του πατρός Θεμιστοκλή Μουρτζάνου
Ένα από τα μεγάλα ερωτήματα που απασχόλησαν και απασχολούν την ανθρωπότητα είναι αυτό που έχει να κάνει με το ποιος αληθινά είναι ο Χριστός. Το ερώτημα αυτό το έθεσε πρώτος ο ίδιος ο Κύριος στους μαθητές Του: «τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι τον υιόν του ανθρώπου;» και «Υμείς δε τίνα με λέγεται είναι;» (Ματθ. 16, 14-15). Το έθεσαν όμως και στους Φαρισαίους, λίγο πριν το τέλος της επίγειας δράσης Του: «Τι υμίν δοκεί περί του Χριστού; Τίνος υιός εστι;» (Ματθ. 22, 42). Και θέτει αυτό το ερώτημα ο Χριστός γιατί θέλει να τους δείξει ότι στο πρόσωπό Του εκπληρώνονται οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης, όχι όμως με τον τρόπο που οι Φαρισαίοι τις ερμήνευαν, δηλαδή ανθρωποκεντρικά, αλλά με τον τρόπο του Θεού.  Οι Φαρισαίοι περίμεναν τον Μεσσία ως εκείνον που θα οδηγούσε τον λαό του στην δόξα. Που θα αναδείκνυε την περιουσιότητά του. Που θα έδινε την πνευματική και την κοσμική εξουσία σε όσους τον αποδέχονταν. Ο Χριστός όμως μιλά για την Θεανθρώπινη φύση του Μεσσία. Ότι δεν ήταν  μόνο ένας τέλειος άνθρωπος, μία ξεχωριστή προσωπικότητα, αλλά ότι ήταν  ο Ίδιος ο Θεός που θα προσλάμβανε την ανθρώπινη φύση και, επομένως, ό,τι θα πρόσφερε, δεν επρόκειτο να περιοριστεί στον ιουδαϊκό λαό. Θα ήταν δωρεά και ευλογία για όλους τους ανθρώπους και όλους τους λαούς, με υπέρβαση του χρόνου και των δεδομένων μέσα από τα οποία οι άνθρωποι βλέπουν τη ζωή.
Το ερώτημα επανέρχεται στην εποχή μας. Οι άνθρωποι βεβαίως, στην πλειονοψηφία τους, δεν ασχολούνται ιδιαίτερα με το πρόσωπο του Χριστού. Τον θεωρούν μία ξεχωριστή προσωπικότητα, που δίδαξε την αγάπη και προσέφερε κοινωνικά στον κόσμο, ίδρυσε μία θρησκεία, από την οποία ο άνθρωπος λαμβάνει παρηγοριά στις δύσκολες στιγμές της ζωής του, χαίρεται έθιμα και παραδόσεις, στρέφεται και λίγο εντός του μέσα στην τύρβη της ζωής, λαμβάνει οικονομική και κοινωνική βοήθεια και συμπαράσταση. Οι άνθρωποι βλέπουν τους συνεχιστές του Χριστού που είναι η Εκκλησία, οι επίσκοποι, οι ιερείς και οι μοναχοί. Έχουν λαμβάνειν στην καλύτερη περίπτωση. Αλλιώς θεωρούν ότι ο Χριστός και η Εκκλησία είναι κατάλοιπα ενός παρελθόντος, η στάση έναντι των οποίων αφορά  στην ιδιωτική ζωή του καθενός και δεν πρέπει η συντεταγμένη μορφή κοινωνικής ζωής, που είναι το κράτος και η πολιτεία, να ασχολείται με τέτοιες πεποιθήσεις.
Όμως ο Χριστός είναι παρών και θα είναι «νυν και αεί» στη ζωή του κόσμου. Και θα συνεχίσει να θέτει το ερώτημα «τι ημίν δοκεί περί Αυτού». Και θα μας υπενθυμίζει, μεταξύ των άλλων, τρία σημεία της δικής Του αυτοσυνειδησίας, της δικής Του ταυτότητας, τα οποία θα μας καλεί να οικειωθούμε, για να γίνουν σημεία και της δικής μας ταυτότητας ως χριστιανών. Σημεία τα οποία τον καθιστούν, κατά τον λόγο του Συμεών του Θεοδόχου στην Υπαπαντή, «σημείον αντιλεγόμενον» (Λουκ. 2,34). Το ίδιο και όσους Τον ακολουθούν.
Το πρώτο ότι ο Ίδιος είναι ο Θεάνθρωπος. Αυτό σημαίνει ότι η ανθρώπινη φύση μας κοινωνεί με την Θεία στο πρόσωπό Του.  Δεν πιστεύουμε σε μια Ιδέα, σε ένα κήρυγμα, σε μια διδασκαλία περί του Θεού, αλλά στον Ίδιο το Θεό που είναι πρόσωπο, προσέλαβε την ανθρώπινη υπόσταση και μας οδηγεί στην θέωση, στην αιώνια κοινωνία μαζί Του στη ζωή της Εκκλησίας. Για να γίνει όμως αυτός ο δρόμος βίωμα, χρειάζεται να θυμίζουμε στους εαυτούς μας τις δωρεές και τα χαρίσματα που έχουμε λάβει από Αυτόν. Το κατ’ εικόνα μας. Την πορεία προς το καθ’ ομοίωσιν. Αυτή η πορεία όμως προϋποθέτει υπέρβαση της θέασης του κόσμου και της ζωής με γνώμονα τον ορθολογισμό και τις αισθήσεις μας. «Δεν βλέπω το Θεό». «Ο Θεός είναι δημιούργημα του ανθρώπινου νου». Είναι δύο προτάσεις που εκπορεύονται από τα στόματα και τις καρδιές πολλών ανθρώπων σήμερα. Έχουν εγκλωβιστεί στη λογική. Έχουν εγκλωβιστεί στη γνώση δια των αισθήσεων. Και έχουν αφήσει στην άκρη το άνοιγμα που η καρδιά του ανθρώπου καλείται να κάνει, για να συναντήσει το Θεό. Άνοιγμα προσευχής. Άνοιγμα αγάπης. Άνοιγμα εμπιστοσύνης. Άνοιγμα υπέρβασης του εγώ.
Το δεύτερο ότι δεν μας έταξε κάποια εξουσία. Δεν μας έταξε την αποδοχή από τον κόσμο και τους ανθρώπους. Μαρτύριο ήταν και είναι ο δρόμος στον οποίο καλούμαστε να προχωρήσουμε, αν Τον αποδεχθούμε. Μαρτύριο από τις επιθέσεις των λογισμών της αμφιβολίας. Μαρτύριο από τις επιθέσεις των δικαιωμάτων. Μαρτύριο από τις επιθέσεις του κοσμικού πνεύματος. Μαρτύριο από το μίσος των ανθρώπων προς Εκείνον, εξαιτίας του πονηρού και από την μεταφορά αυτού του μίσους και προς εμάς. Μαρτύριο από την δυσκολία του εαυτού μας να επιλέξει το δρόμο της συγχώρεσης, του μη καταλογισμού και της μη απόρριψης των άλλων. Μαρτύριο από τις επιθέσεις του θανάτου, με όλες του τις μορφές, σωματικές, πνευματικές, κοινωνικές, υλικές, πνευματικές, που μας κάνουν να αναρωτιόμαστε «πού είναι ο Θεός». Μαρτύριο από τις αγωνίες που μας προσθέτουν οι βιοτικές μέριμνες και η διάσπαση από τον χρόνο. Μαρτύριο από τις επιθέσεις των Ισχυρών που ζητούν  να μας υποχρεώσουν να εγκαταλείψουμε την πίστη μας, αντί πινακίου φακής. Μαρτύριο μοναχικότητας σε μια εποχή που δεν θέλει Θεό. Και η φύση μας αρέσκεται στην εξουσία. Στην καταξίωση. Την αποδοχή. Κι αυτό αυξάνει την ένταση του μαρτυρίου. Όμως αυτό το μαρτύριο εμπεριέχει την χαρά της δικής Του συμπαράστασης. Της δικής Του φώτισης. Της δικής Του παρουσίας, που μας δίνει τη δυνατότητα να αντέχουμε. Αρκεί να Τον ζητούμε και να Τον εμπιστευόμαστε.
Το τρίτο ότι «εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού» (Ματθ. 10,36). Η αδυναμία πολλές φορές, τόσο η δική μας, όσο και των άλλων χριστιανών, να κατανοήσουμε ο ένας τον άλλο. Να συμπαρασταθούμε. Να έχουμε κοινή πορεία. Να προσανατολίσουμε τη ζωή στο Χριστό και στην αγάπη. Βλέπουμε ο καθένας τον εαυτό του να σκέπτεται διαφορετικά. Να μην είναι σε θέση να ακούσει τον αδελφό του. Να μην είναι σε θέσει να κατανοήσει και να θελήσει να συνάρει τον σταυρό του. Να βιώνουμε μέσα στην ευχαριστιακή κοινότητα μια μοναξιά. Να μην υπάρχει η θυσιαστική αγάπη, αλλά να πρυτανεύει ο εγωισμός. Και πρωτίστως, ο καθένας να ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του, την καθημερινότητά του, τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, χωρίς να είναι σε θέση ή να θέλει να μοιραστεί με τον άλλο ό,τι τον βαραίνει, αλλά και την ίδια στιγμή να φορτωθεί λίγο από το φορτίο που βαραίνει τους άλλους. Γιατί, εδώ βρίσκεται και το κέντρο της αμαρτίας. Στο να μεριμνούμε μόνο για το «εγώ». Κι αυτή η μέριμνα μας γεμίζει πάθη, κακίες και απογοήτευση. Γιατί ξεκινάμε από τους άλλους και δεν βλέπουμε τη δική μας πτώση.
Ο Χριστός για τον καθέναν μας αποτελεί μία πρόκληση. Τι είναι για μας; Η απάντηση στο ερώτημα και την πρόκληση θα μας βοηθήσει να προσανατολίσουμε τη ζωή μας είτε στην εκπλήρωση της αλήθειας του ονόματος «χριστιανός» ή στην ψευδαίσθηση ότι «είμαστε», ενώ στην πράξη η καρδία μας πόρρω θα απέχει από Εκείνον. Γιατί ο Χριστός θέλει να είναι ο προσωπικός Θεός και Σωτήρας του καθενός μας. Η σχέση όμως μαζί Του δεν μας εγκλωβίζει ούτε στο χρόνο, ούτε στα σχήματα του κόσμου τούτου. Μας δίνει τη ευλογία να Τον κοινωνούμε στην αγάπη, αλλά και να σωζόμαστε μαζί με τους άλλους. Τους αγίους και τους αμαρτωλούς. Χωρίς να χάνουμε την προσωπική μας ταυτότητα, αλλά και χωρίς να περιοριζόμαστε στο «εγώ» μας. Χρειάζεται αγώνας για να θυμόμαστε ότι ο Χριστός μας ζητά να επιστρέψουμε στο Θεό και τη σχέση μαζί Του. Να μην νομίζουμε ότι η ζωή μας θα είναι ευχάριστη και να απογοητευόμαστε μπροστά στο κάθε λογής μαρτύριο. Και να μην κλονίζεται η πίστη μας από το ότι δεν λαμβάνουμε από τους άλλους αυτό που θα θέλαμε.
Χριστιανός σημαίνει να πιστεύεις και να ξεκινάς εσύ να ζητάς το Χριστό. Να ζητάς την αγάπη. Και Εκείνος θα σε συνδράμει, ώστε να μην νικηθείς από την απόγνωση και τον φόβο που προέρχεται από την περικύκλωση από τους ωρυόμενους λέοντες του κόσμου, του πονηρού και της αμαρτίας.
Πηγή: π. Θεμιστοκλής Μουρτζάνος

Τι αξίζει στη ζωή μας; Σεπτέμβριος 21, 2010

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 1 comment so far

Συχνά αναρωτιόμαστε πόσο αξίζει η ανθρώπινη ζωή. Αν αποτιμάται οικονομικά (με βάση την καταναλωτική δύναμη και αγοραστική αξία που ο καθένας διαθέτει), αν αποτιμάται με βάση την ποσότητα (συμφέρει ο ένας να θυσιασθεί υπέρ των πολλών, «παράπλευρες απώλειες» κατά τους πολέμους), αν αποτιμάται με βάση την ηδονή («μια ζωή την έχουμε»), αν αποτιμάται με βάση το χρόνο (άγχος του παρόντος κόσμου, γιατί η πέτρα του μνήματος είναι το τέλος, επομένως πρέπει να προλάβουμε να κάνουμε όσα περισσότερα μπορούμε για να νιώθουμε ότι άξιζε που ζήσαμε).
Απέναντι σ’ αυτό το ερώτημα, ο Χριστός έρχεται να δώσει μια διαφορετική απάντηση, στο Ευαγγέλιο που διαβάζουμε την Κυριακή μετά την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού (κατά Μάρκον, 8, 37), η οποία μας προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση.

Η ανθρώπινη ζωή αξίζει όταν ο άνθρωπος παραιτείται από αυτήν! Όταν δηλαδή ο καθένας που πιστεύει στο Χριστό δεν θεωρεί πως αξίζει να ζήσει τη ζωή του σύμφωνα με όλα τα προηγούμενα μέτρα, αλλά απαρνιέται τον εαυτό του, σηκώνει τον σταυρό του και ακολουθεί το Χριστό. Αυτό σημαίνει «χάνω τη ζωή μου». Και μόνο να ακούμε αυτή την θεώρηση του Χριστού σήμερα, επαναστατούμε και προσπερνούμε, ενίοτε ειρωνικά. Πόσο εκτός τόπου και χρόνου φαντάζει ένας χριστιανός που δέχεται να παραιτηθεί από τη ζωή του, να την χάσει, «ένεκεν του Χριστού και του Ευαγγελίου», πόσο υποκριτικός φαίνεται ο λόγος όταν εκστομίζεται από τους ταγούς της Εκκλησίας, ακόμη κι αν είναι ο λόγος του Χριστού!

Αλήθεια, ποιος από εμάς θέλει να παραιτηθεί από το δικαίωμα να ζήσει, να απολαύσει, να χαρεί, να έχει αγαθά, να προλάβει να κάνει όσα περισσότερα μπορεί; Πόσο ρεαλιστικό φαίνεται το κοσμικό πνεύμα και πόσο ουτοπικός ο λόγος του Χριστού; Ακόμη κι εμείς που ομνύουμε στο όνομά Του, δύσκολα μπορούμε να παραιτηθούμε από τα δικαιώματά μας, όχι μόνο να ζήσουμε, αλλά ακόμη και από λιγότερο σημαντικά, όπως το να ανταποδώσουμε στα ίσια το κακό σ’ αυτόν που μας έχει βλάψει, να διαμορφώσουμε τον λογισμό της αντίθεσης σε όποιον στέκεται εναντίον μας, σε όποιον μας αμφισβητεί, σε όποιον δεν φέρεται σε μας όπως θα θέλαμε να μας φέρεται, σε όποιον δεν είναι αυτό που εμείς θα θέλαμε να είναι.

Κι όμως, ο λόγος του Χριστού μας υποδεικνύει τον δικό Του δρόμο. Αυτόν της παραίτησης από τα μικρότερα ή σπουδαιότερα δικαιώματά μας, ακόμη και από την ίδια μας τη ζωή χάριν Εκείνου και του Ευαγγελίου. Χάριν της αγάπης για τον άλλο, χάριν της υπομονής στις θλίψεις που ο άλλος και η ζωή μας προσφέρουν, χάριν της αίσθησης της αποστολής που έχουμε οι χριστιανοί ως μέλη της Εκκλησίας.

Μας φαίνεται ακατόρθωτος ο λόγος του Χριστού, γιατί έχουμε απωλέσει την έννοια της αποστολής. Δεν νιώθουμε ότι ως χριστιανοί έχουμε κάποιον ιδιαίτερο λόγο ύπαρξης, πέρα από το να σώσουμε, και μάλιστα στο τέλος της ζωής μας, τον εαυτό μας. Δεν πιστεύουμε ότι αποστολή μας είναι να σηκώσουμε τόσο τον δικό μας σταυρό, όσο και λίγο από τον σταυρό των άλλων. Δεν πιστεύουμε ότι αποστολή μας είναι να γνωρίζουμε το Ευαγγέλιο και να προσπαθούμε στη ζωή μας να το εφαρμόσουμε. Δεν πιστεύουμε ότι αποστολή μας είναι να γίνει η Εκκλησία ζωή μας και να μοιραστούμε αυτή τη ζωή με τους άλλους, γιατί η Εκκλησία είναι η πιο σημαντική κοινότητα στη ζωή μας, είναι η ίδια η ζωή μας.

Όποιος ανήκει στην Εκκλησία παραιτείται από τη ζωή του, χάριν του Χριστού και του Ευαγγελίου. Δεν μετρά τον άλλο με βάση το οικονομικό, ηδονιστικό, εξουσιαστικό συμφέρον, αλλά τον βλέπει ως εικόνα Θεού, όπως είναι και ο ίδιος, και γι’ αυτόν αξίζει να σταυρωθεί έστω και για λίγο, παραιτούμενος, όσο είναι εφικτό από τα δικαιώματά του. Και αυτός ο τρόπος είναι η ομολογία του Χριστού, και μάλιστα του Εσταυρωμένου, μέσα σε μια γενεά άπιστη και αμαρτωλή, και αυτή η ομολογία τελικά θα είναι ο λόγος για τον οποίο ο Χριστός θα μας αναγνωρίσει στην λαμπρότητά του Πατέρα Του, μαζί με τους αγίους αγγέλους.

Περισσότερη επίγνωση της αποστολής μας χρειάζεται. Και, ταυτόχρονα, να σηκώνουμε το Σταυρό μας και λίγο ή περισσότερο από τον Σταυρό των άλλων, μαζί με γνώση, αποδοχή και εφαρμογή του Ευαγγελίου. Επίγνωση ότι αυτός είναι ο δρόμος της Εκκλησίας. Και επίγνωση ότι η Εκκλησία συνεπάγεται την παραίτηση από την ίδια μας τη ζωή, ώστε τελικά να την κερδίσουμε μαζί με τους αδελφούς μας. Περισσότερη επίγνωση της αποστολής μας τελικά σημαίνει αντίσταση στον εκκοσμικευμένο τρόπο ζωής, που θέλει τα πάντα να μετρούνται χωρίς Χριστό. Αυτή η επίγνωση τελικά είναι και το νόημα της παρουσίας του Σταυρού στη ζωή της Εκκλησίας και στην δική μας ζωή, αν θέλουμε ένα τέτοιο νόημα.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Κέρκυρα, 19 Σεπτεμβρίου 2010
Κυριακή μετά την Ύψωση

Πηγή: Βήματα