jump to navigation

Βονιφάτιος και Αγλαΐα: Το αμαρτωλό ζευγάρι που αγίασε Μάρτιος 5, 2017

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία, Ομιλίες / Ηχογραφήσεις , add a comment

Ομιλία του Αρχιμαδρίτη π. Βαρνάβα Γιάγκου.

Κύρια σημεία

Αρχείο ήχου

Την ομιλία μπορείτε να την κατεβάσετε σε μορφή αρχείου ήχου (mp3) εδώ.

Ο Επιτάφιος του Σαλού (διήγημα) Απρίλιος 28, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

epitafios2006_02

Tό Πάσχα ἐκείνη τή χρονιά ἦρθε ἀργά. Τά χελιδόνια εἶχαν ἤδη ἀρχίσει νά κτίζουν τίς φωλιές τους. Τά χελιδόνια ἦταν πάντοτε ἕνα μέτρο χρονικό. Ἄν ἔφταναν πρίν τό Πάσχα, τότε εἴχαμε καλοκαιριάτικο Πάσχα, ἄν ὄχι, τό Πάσχα ἦταν χειμωνιάτικο. Κανείς βέβαια δέν μπορεῖ νά γνωρίζει γιατί τά χελιδόνια ἔρχονται κάποια στιγμή. Εἶναι, ὅμως, σίγουρο ὅτι ὁ Πλάστης καί Δημιουργός τούς ἔδωσε μιά σοφία πού εἶναι ἀρκετή γιά νά καταξιώσει τίς κινήσεις τους.

Ὁ Μάριος ὁ Σεβντάς δέν ἐνδιαφερόταν βέβαια τόσο γιά τά χελιδόνια, ἀλλοῦ ἦταν στραμμένα τά ἐνδιαφέροντά του. Ὁπωσδήποτε, ὅμως, χάρηκε φέτος γιά τό Πάσχα πού γιορταζόταν μαγιάτικα. Ὁ Μάριος δέν ἦταν κάποια ἔκτακτη προσωπικότητα πού θά ἔκανε κάποιον νά ἀσχοληθεῖ μαζί του. Ἀλλά χωρίς νά τό καταλάβει εἶχε κάνει ὅλο τό Νιχώρι νά ἀσχολεῖται μαζί του. Σ᾿ αὐτό τό χωριό τοῦ ἄνω Βοσπόρου, ὁ Μάριος κατεῖχε μιά θέση δική του. Μιά θέση μοναδική. Ἦταν ὁ γελωτοποιός τοῦ χωριοῦ. Χωρίς νά τό θέλει. Χωρίς νά τό ἐπιδιώκει. Ὅλοι γελοῦσαν μαζί του καί μόνο πού τόν ἔβλεπαν. Τόν εἶχαν λίγο γιά χαζό, λίγο γιά κουτό καί λίγο γιά τεμπελάκο, ἀφοῦ δέν ἔκανε μιά συγκεκριμένη ἐργασία. Ἄλλοτε καθάριζε ἕναν κῆπο, ἄλλοτε ἔκανε τά ψώνια κάποιας κυρᾶς. Δουλειές ὅλες τοῦ ποδαριοῦ. Φτωχοζοῦσε. Δέν τόν ἔνοιαζε ὅμως. Ὅλοι γελοῦσαν μαζί του. Τόν πείραζαν. Ἐκεῖνος ποτέ δέν θιγόταν. Πάντα εἶχε καί μιά ἀπάντηση εὐτράπελη, χαριτωμένη.

– Μάριε, θά πᾶς σήμερα γιά ψώνια;

– Ὁ Μάριος δέν πάει ἁπλῶς γιά ψώνια, εἶναι ψώνιο, ἀπαντοῦσε ἐκεῖνος. Τόν ρωτοῦσαν:

– Μάριε, πόσα χρόνια πῆγες σχολεῖο;

– Πηγαίνω κάθε μέρα ἀφοῦ σχολάζω ἀπό κάθε δουλειά, ἔλεγε ἐκεῖνος. Ἄλλοτε τοῦ ὑπέβαλαν τό δύσκολο ἐρώτημα:

– Ποιός εἶναι ὁ πιό σπουδαῖος στό χωριό;

– Ὅποιος κάνει τά πιό σπουδαῖα πράγματα χωρίς νά τόν βλέπει κανείς, ἀπαντοῦσε ἐκεῖνος.

Εἶναι ἀλήθεια πώς αὐτά πού ἔλεγε δέν ἦταν πάντα ἀστεῖα. Ἀλλά τό χωριό εἶχε συνηθίσει νά γελάει. Μόνο ὁ παπά Ἀντώνης, ἐφημέριος τοῦ Ἁγίου Νικολάου, τόν ἄκουε μέ προσοχή. Μερικές φορές, μάλιστα, ἔλεγε ὁ εὐλογημένος αὐτός ἱερέας:

– Αὐτός δέν εἶναι ἠλίθιος. Λέει ἀλήθειες. Ὁ Θεός, βέβαια, γνωρίζει πιό καλά.

Πράγματι, μόνο ὁ Θεός πρέπει νά γνώριζε τήν ἀρετή τοῦ Μάριου. Μιά ἀρετή πού φωλιάζει μέσα στήν καρδιά μερικῶν ἀνθρώπων καί κανείς δέν τήν ἀναγνωρίζει. Μιά ἀρετή πού ἔχει ἀπαίτηση νά πεῖ στόν ἄλλο ἀλήθειες χωρίς νά τόν θίξει. Προτιμᾶς τότε νά σέ θεωρήσει ὁ ἄλλος τρελό, παρά νά τόν τρελάνεις.

Ἐκείνη, λοιπόν, τή χρονιά, ὁ Μάριος εἶχε χαρά μεγάλη γιά τό καθυστερημένο Πάσχα. Τό ἔλεγε, ἐξάλλου, παντοῦ.

– Γιατί Μάριε χαίρεσαι γιά τό καθυστερημένο Πάσχα;

– Μά ἐπειδή κεντάω. Πρέπει νά τελειώσω τό κέντημα.

Κι ὅλα τά παιδιά γύρω ἔσκαγαν στό γέλιο.

– Τί σχέση ἔχει τό κέντημα μέ τό Πάσχα; ρώτησε ὁ Μανώλης ὁ μανάβης, πού ἦταν γνωστός γιά τό ἀντιεκκλησιαστικό του φρόνημα.

– Ὅση σχέση ἔχεις καί σύ μέ τήν Ἐκκλησία, τοῦ ἔλεγε ὁ Μάριος, καμιά καί μεγάλη.

Τή σχέση, βέβαια, πού εἶχε τό κέντημα μέ τό Πάσχα τή γνώριζε καλά ὁ Μάριος. Πρίν τρία χρόνια, στήν περιφορά τοῦ ἐπιταφίου, μερικά ἀπρόσεκτα παιδιά εἶχαν κάψει, παίζοντας, μιά μεγάλη ἄκρη τοῦ ἐπιταφίου. Εἶχε στενοχωρηθεῖ πολύ κι ὁ παπά Ἀντώνης. Πῶς θ᾿ ἀγόραζε καινούργιο ἐπιτάφιο; Τά ἔσοδα τοῦ ναοῦ ἦταν μετρημένα. Μόλις καί κάλυπταν τίς βασικές ἀνάγκες. Στό τέλος τό ξεπέρασε. Δέν πειράζει, μιά φορά τό χρόνο ἦταν. Θά κάλυπτε μέ λουλούδια τό καμμένο μέρος. Κανείς δέν θά τό ᾿βλεπε. Ὁ Μάριος, ὅμως, τό τόνισε:

– Δέν μπορεῖ νά εἶναι τρύπιος ὁ ἐπιτάφιος. Ἀρκετά ὅσα ἔκαναν οἱ ἑβραῖοι στό Χριστό.

Ἔπρεπε κάτι νά γίνει. Χρήματα δέν εἶχε. Ἀλλά εἶχε χέρια. Κάποτε δούλευε στό Πέρα πλάι σ᾿ ἕναν τεχνίτη κεντημάτων. Θά προσπαθοῦσε. Γιά τό Χριστό θά τό ἔκανε. Δέν μποροῦμε κι ἐμεῖς νά μαρτυροῦμε γιά τό Χριστό; Θά εἶχε κόπο αὐτή ἱστορία. Ὑπολόγιζε τρία χρόνια. Ἔπρεπε νά γίνει τέλειος. Ἐπιτάφιος θά ἦταν. Μεράκι χρειαζόταν. Ἀγάπη καί σεβντάς μέ μεράκι.

Γιά Ἐκεῖνον ὅμως θά τό ᾿κανε. Τρία χρόνια. Δέν πειράζει. Ἐκεῖνος εἶχε κατέβει τρεῖς μέρες στόν Ἅδη. Τί εἶναι τρία χρόνια δουλειᾶς γιά τό Χριστό; Σ᾿ ὅλη τή ζωή μας ἔπρεπε νά δουλεύουμε γι᾿ Αὐτόν. Τρία χρόνια λίγα ἦταν. (περισσότερα…)

«Ἐρημίτης τοῦ Θεοῦ» ἀπό τόν Βόλο πού προσφέρει τά πάντα στόν πλησίον Δεκέμβριος 6, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

erhmiths-volou

Από επιτυχημένος τσαγκάρης και πλανόδιος πωλητής έγινε περιπλανώμενος φιλόσοφος

Η μορφή του δεν περνά εύκολα απαρατήρητη, ακόμη και από όσους τον συναντούν σε καθημερινή βάση. Εδώ και πολλές δεκαετίες κινείται ακαταπόνητα στους δρόμους του Βόλου. Ανταλλάσσει ευχές και σύντομες σκέψεις με τους περαστικούς, χαρίζοντας σε όλους ένα ευφρόσυνο χαμόγελο, δείγμα μιας ψυχής στο εσωτερικό της οποίας ακούγονται μόνο μελωδίες αγνότητας και καλοσύνης.

Ο Φώτης -όπως τον ξέρουν όλοι, με το μικρό όνομά του- θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ένας αναχωρητής της ζωής, ένας «φτωχούλης του Θεού», ένας κοσμικός ερημίτης που ταξιδεύει καθημερινά από τη μια άκρη της πόλης στην άλλη, έχοντας σαν αποστολή να αφυπνίσει με τον πιο απαλό τρόπο τις ξεχασμένες ευαισθησίες μας. Ηλικίας απροσδιόριστης -ο ίδιος δηλώνει 85 χρονών- και συγχρόνως γερή κράση ανθρώπου, γαλουχημένη να ζει σε συνθήκες στέρησης και κακουχιών, ο Φώτης νιώθει την ευτυχία του ανθρώπου που έχει δεχτεί την ευλογία του Θεού.

Το καθημερινό δρομολόγιό του ξεκινάει νωρίς το πρωί. Μόλις φτάνει στο κέντρο της πόλης, ανάβει το κεράκι του στην Εκκλησία του Αγίου Νικολάου και λέει ευλαβικά το «Πάτερ ημών». Αμέσως μετά ξεχύνεται στους κεντρικούς δρόμους, έχοντας πάρει δύναμη μέσα από την επικοινωνία του με τον Θεό.

Μιλάει με φίλους του, ανταποδίδει χαιρετισμούς σε μικρούς και μεγάλους, εκφράζει τα συναισθήματά του προσφέροντας λουλούδια και δεν σταματά να εύχεται «χρόνια πολλά» από καρδιάς ακόμη και τις ημέρες που η Εκκλησία δεν γιορτάζει κάποιον γνωστό στους πολλούς Αγιο. Ο ίδιος υπολογίζει ότι περπατά καθημερινά περίπου τρεις ώρες. Κινείται στις κεντρικές αρτηρίες της πόλης και γνωρίζει τους περισσότερους καταστηματάρχες. Φροντίζει, μάλιστα, να εξυπηρετεί κάποιους από αυτούς, κάνοντας διάφορες μικροδουλειές, ενώ τα χρήματα που του δίνουν προτιμά συχνά να τα προσφέρει σε όσους κρίνει ότι έχουν ανάγκη, ακόμα κι αν πρόκειται για συμβολική βοήθεια! Πολλές φορές αφήνει έστω και πενήντα λεπτά σε κάποιο μαγαζί για γούρι, προκειμένου να έχουν οι καταστηματάρχες περισσότερη δουλειά στο μέλλον!

«Η εκκλησία είναι το πνευματικό σπίτι μας, αφού εκεί βαπτιζόμαστε και παίρνουμε το άγιο μύρο. Με το που βαπτιζόμαστε, αμέσως αποκτάμε δίπλα μας δύο αγγελούδια, με τα οποία βαδίζουμε σε όλη τη ζωή μας. Γινόμαστε από εκεί και πέρα προσωπικότητες» λέει ο Φώτης και αμέσως μια λάμψη φωτίζει το πρόσωπό του, επιτρέποντάς του να μιλά χωρίς διόλου να κομπιάζει. «Η πίστη είναι το καλύτερο δώρο που μπορεί να πάρει ο άνθρωπος από τον Θεό μέσω των Αγίων Πατέρων. Οταν λέω «καλημέρα», νιώθω ότι έχω πάρει την ευλογία για να κάνω μια καλή πράξη. Εμείς οι άνθρωποι αυτή την αποστολή έχουμε πάρει από τον Θεό και οφείλουμε να την τηρήσουμε» λέει.

Με τους νέους

Στις καθημερινές βόλτες του ο Φώτης συχνά προσελκύει το ενδιαφέρον των νέων ανθρώπων. Νέες κοπέλες πλησιάζουν και τον χαιρετούν ή επιδιώκουν να φωτογραφηθούν μαζί του, θεωρώντας ότι έτσι παίρνουν θετική ενέργεια. «Σημασία όμως έχει, καλέ μου φίλε, αυτή η πράξη να φανερώνει τον χαρακτήρα μου και να μη γίνεται με λάθος τρόπο, έτσι ώστε να μη με παρεξηγούν. Οταν μιλάω στους άλλους, θέλω να καταλαβαίνουν ότι εκείνη τη στιγμή εκφράζομαι υπεύθυνα και δεν κάνω πλάκα μαζί τους. Δεν θέλω να τους πικράνω και να με παρεξηγήσουν. Θέλω μόνο να δίνω έναν παλμό χαράς και ενθουσιασμού…»

Επισκέπτεται την κατακόμβη της Εκκλησίας του Αγίου Νικολάου, δέχεται τη βοήθεια της Εκκλησίας και παρακολουθεί τις εκδηλώσεις του κατηχητικού που διοργανώνονται εκεί, συναντά άλλους ανθρώπους και συζητά μαζί τους. Ωστόσο στον χώρο του ναού παραμένει μόνος του, εκστατικός για αρκετή ώρα, ακόμη και όταν έχουν αποχωρήσει όλοι και τα φώτα πλέον είναι σβηστά.

«Οταν παρακολουθώ τη θεία λειτουργία, νιώθω ότι βγάζω φτερά στους ώμους μου»

«Με συγκινεί ο λόγος των Αγίων Πατέρων. Μιλάνε για την αγάπη που πρέπει να έχουμε προς όλο τον κόσμο, σε κάθε σημείο του πλανήτη, και όχι μόνο μεταξύ μας οι Ελληνες. Ολοι οι ιερείς του Βόλου με αγαπάνε και με βάζουν στις προσευχές τους. Οταν παρακολουθώ τη θεία λειτουργία, νιώθω ότι βγαίνουν φτερά στους ώμους μου. Δεν εκκλησιάζομαι μόνο στον Αγιο Νικόλαο, αλλά πηγαίνω σε εσπερινούς και σε άλλες εκκλησίες» αναφέρει χαρακτηριστικά.

Οταν έρχεται η στιγμή να αναφερθεί στον μακαριστό Χριστόδουλο, δεν βρίσκει λόγια για να εκφραστεί: «Ηταν ο καλύτερος δεσπότης και αυτό δεν το λέμε μόνο εμείς στην Ελλάδα, αλλά είναι αναγνωρισμένος παγκοσμίως. Και μόνο που με κοίταζε στα μάτια, ένιωθα να παίρνω από την αγγελική μορφή του χαρά για 100 χρόνια. Δεν περιφρονούσε κανέναν, μιλούσε σε όλους και ένιωθα ότι εκείνη τη στιγμή χιλιάδες άγγελοι τον παραστέκονταν».

Με τα πιο θερμά λόγια όμως αναφέρεται και στον κ. Ιγνάτιο, σημερινό Μητροπολίτη Δημητριάδος, τον οποίο χαρακτηρίζει «εφάμιλλο του Χριστόδουλου», που προσφέρει έργο και βοηθά την πόλη.

«Οσοι ζούνε στην Αθήνα δεν συναντούν καλούς χριστιανούς. Είναι χαμένοι στα μιλιούνια της πόλης…»

Ποικίλλουν τα σχόλια τα οποία κατά καιρούς έχουν ακουστεί για τον προσωπικό βίο του Φώτη, για τα γεγονότα που συνέβησαν και ξαφνικά ήρθαν τα πάνω κάτω στη ζωή του. Ποια από αυτά όμως έχουν σχέση με την πραγματικότητα και δεν είναι αποκυήματα της φαντασίας; Οι παλαιότεροι τον θυμούνται να διατηρεί τσαγκάρικο -και, μάλιστα, για πολλούς ασκούσε αυτό το επάγγελμα με μεγάλη επιτυχία-, ενώ κατά καιρούς πουλούσε λαχεία και, αργότερα, ήταν πλανόδιος πωλητής, με κουλούρια και τυρόπιτες.

Στο παρελθόν έπαιρνε βοήθεια από τις τέσσερις αδελφές του. Την εποχή που δούλευε ως τσαγκάρης είχε πάνω από τη φωτογραφία του Παναθηναϊκού, στον τοίχο, μονίμως κρεμασμένο ένα καντήλι, ώστε να έχει η ομάδα την παντοτινή ευλογία του Θεού! Δεν κρύβει ότι τότε ετοιμαζόταν για να ταξιδέψει στο Λονδίνο, προκειμένου να δει την αγαπημένη του ομάδα κόντρα στον Αγιαξ, αλλά στο τέλος κάτι δεν πήγε καλά και ματαίωσε το σχέδιό του.

Οταν το φέρνει η κουβέντα και του αναφέρω την πρόσφατη περιπέτεια υγείας του Γιόχαν Κρόιφ, μεγάλου ποδοσφαιριστή του Αγιαξ εκείνης της εποχής, αμέσως σταματά. Κάνει τον σταυρό του ευχόμενος να τον κάνει ο Θεός γρήγορα καλά. Το παράδοξο ωστόσο με τη συμπεριφορά ως προς τις ποδοσφαιρικές προτιμήσεις του είναι ότι σήμερα αγοράζει την εφημερίδα «Το φως των σπορ» και δηλώνει θαυμαστής του… Ολυμπιακού Πειραιώς!
Παλαιότερα, είχε βρει καταφύγιο σε μια αποθήκη στον λόφο της Γορίτσας, από την πλευρά της θάλασσας. Εκείνη την περίοδο κατέβαινε και συναντούσε τους χειμερινούς κολυμβητές ή επισκεπτόταν τις κωπηλατικές εγκαταστάσεις του ΝΟΒ, με την ομάδα του οποίου είχε συνταξιδέψει στα Γιάννενα, ώστε να παρακολουθήσει αγώνες πρωταθλήματος.

Σημερινή κατοικία του είναι ένα μικρό κτίσμα έξω από το πολεοδομικό συγκρότημα του Βόλου, κοντά στη φύση και μακριά από τον θόρυβο της πόλης. Γύρω γύρω στο δωμάτιο, το μάτι πέφτει σε διάφορες εικόνες Αγίων, αλλά και σε αφίσες όπως αυτή από παλαιότερη έκθεση βιβλίου ή εκείνη που δείχνει τον Ελβις Πρίσλεϊ, τον θρύλο της ροκ μουσικής.

Μου διηγείται την ιστορία με έναν Ολλανδό ο οποίος είχε βρεθεί περιπλανώμενος και άνεργος στον Βόλο μετά τον θάνατο του παιδιού του. Ο Φώτης είχε προσφερθεί να του παραχωρήσει το σπίτι του, για να μείνει εκείνος. Σε κάποιο τραπέζι υπάρχουν φυλλάδια της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος, παλιά βιβλία του Βαγγέλη Σκουβαρά, φιλόλογου και λαογράφου, που έγραψε λαογραφικές μελέτες για τη Θεσσαλία.

Παπαδιαμάντης

«Αγαπώ πολύ τον Παπαδιαμάντη, αφού και αυτός μιλά για τον Θεό και την πατρίδα. Γεμίζει η καρδιά μου από ομορφιά. Πιο παλιά, διάβαζα περισσότερο, δεν κουραζόμουν. Είχα σκεφτεί να αξιοποιήσω όλα όσα ήξερα και γι’ αυτό είχα ζητήσει να μιλήσω στο δημαρχείο του Βόλου με θέμα «Ο προορισμός του ανθρώπου». Τότε που κάνανε ομιλίες και φέρνανε καθηγητές από την Αθήνα…»

Παρατηρεί τη φύση και ταΐζει όσα πουλιά επισκέπτονται την αυλή του. Στις εφημερίδες αφιερώνει λιγότερο χρόνο, δεν πολυσκοτίζεται με τα τεκταινόμενα στην πολιτική. Μόνο κάποιες πληροφορίες φροντίζει να παίρνει για τα τοπικά γεγονότα. Επισκευάζει μόνος του τη δεξαμενή με την οποία συγκεντρώνει το βρόχινο νερό και διαχωρίζει προσεκτικά τα υλικά που προορίζονται για τον κάδο της ανακύκλωσης.

Ο ίδιος υποστηρίζει ότι δεν έχει αρρωστήσει ποτέ και σπάνια συμβουλεύεται γιατρούς: «Αισθάνομαι νέος, τα γηρατειά δεν είναι για μένα, αφού μέσα μου κατοικεί ο Θεός. Κάνω και γυμναστική, αναπνέω καθαρό αέρα εδώ έξω, στα περιβόλια. Ποιος άλλος περπατά κάθε μέρα τόσα χιλιόμετρα όσα εγώ; Δεν έχω προβλήματα ούτε με κυνηγά κάποιο άγχος».

Οταν είμαι έτοιμος να τον χαιρετήσω και να φύγω, βγάζει από το μπουφάν του μια εικόνα της Παναγίας. «Κράτησέ τη, για να σε φυλάει. Είναι λίγο τσαλακωμένη, αλλά μη με παρεξηγείς…» Εχει τη διάθεση να μιλήσει κι άλλο, τον διακρίνει ο ενθουσιασμός ενός μικρού παιδιού. «Νιώθω χαρά που βρίσκομαι στον Βόλο και έχω δίπλα μου τόσο πολλούς καλούς ανθρώπους. Οσοι ζούνε στην Αθήνα δεν έχουν την ευκαιρία να συναντούν καλούς χριστιανούς. Είναι χαμένοι μέσα στα μιλιούνια της πόλης…»

Τον ρωτώ στα γρήγορα εάν πέρασε ποτέ από το μυαλό του η σκέψη να ζήσει ως μοναχός σε ένα μοναστήρι. «Ποτέ δεν θα το ήθελα. Μου αρέσει να ζω δίπλα στους ανθρώπους, για να τους έχω όλους στην αγκαλιά μου και να βοηθώ όσους έχουν ανάγκη».

Φωτογραφίες: Παναγιώτης Ανδριώτης (μέλος της Φωτογραφικής Λέσχης Βόλου)

Από την εφημερίδα Ορθόδοξη Αλήθεια

Ἀναδημοσίευση ἀπό: Ἐφημερίδα Δημοκρατία

Ο «γεροπόρνος» μοναχός Οκτώβριος 23, 2014

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

Μοναχός φύση

Μια από τις ωραιότερες ιστορίες του Λαυσαϊκού περιγράφει το βίο ενός μοναχού, που αφού εγκατέλειψε το μοναστήρι, δούλευε σαν φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας.
Και όπως από κάθε λιμάνι, ούτε απ’ αυτό έλειπαν οι πόρνες. Ο «μοναχός» δούλευε όλη την ημέρα, και το βράδυ ξόδευε όλα όσα κέρδιζε, «αγοράζοντας» την συντροφιά μιας πόρνης για όλη τη νύχτα.
Ήταν η ντροπή των χριστιανών της πόλης, ήταν το σκάνδαλο της Εκκλησίας. Τα χρόνια πέρναγαν και παρά τις εκκλήσεις και τις συστάσεις, αυτός συνέχιζε την αμαρτωλή του ζωή. Κάποτε, όπως σε όλους μας, ο θάνατος ήρθε σαν λύτρωση, σαν φάρμακο που θα τον έσωζε από τις αμαρτίες που δεν σταμάτησε να κάνει ακόμη και λίγο πριν πεθάνει.

Και πώς να τον αφήσουν χωρίς ταφή για χριστιανό;

Οι παπάδες της πόλης τον πήραν να τον κηδέψουν και μαζί του να θάψουν το σκάνδαλο. Το νέο μαθεύτηκε: Ο «γεροπόρνος» μοναχός πέθανε. Ποιος άραγε θα πήγαινε στην εκκλησία να τον αποχαιρετήσει;
Η εκκλησία στην κηδεία του γέμισε από γυναίκες της Αλεξάνδρειας, τίμιες γυναίκες, χριστιανές, που ήρθαν να τον αποχαιρετήσουν, μα όχι σαν έναν οποιοδήποτε νεκρό, σαν άγιο! Κάποιος γνώρισε σε κάποια από αυτές το πρόσωπο μιας πόρνης, που είχε καιρό να δει στο λιμάνι… δεν ήταν όμως, όπως την θυμόταν. Κάποιες άλλες, απλά τους θυμίζαν κάτι απόμακρο.

Τότε η πόλη έμαθε πως ο «γεροπόρνος» μοναχός ήταν ένας άγιος, που με τα λεφτά που κέρδιζε, εξαγόραζε μια νύχτα χωρίς αμαρτία, αγόραζε το «δικαίωμα» στο σώμα τους για να κερδίσει την ψυχή τους.

Τότε η πόλη έμαθε, ότι αυτός που νομίζαν ότι είναι το «σκάνδαλο» ήταν η αγνότητα, η άδολη αγάπη, η αυταπάρνηση, ο άνθρωπος, ο λόγος του Θεού, η προσευχή και η θέωση. Γιατί ο άνθρωπος του Χριστού δεν κρίνεται στη διάρκεια της ζωής του, αλλά στο τέλος της.

Πηγή

Στέλλα, το σπουργιτάκι του Θεού Αύγουστος 1, 2009

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 38Σχόλια

Με την Στέλλα γνωριστήκαμε το καλοκαίρι του 1979 στην Σοκολατοποιΐα. Ήταν εργάτρια, εργαζόταν πολύ σκληρά, υπερέβαινε τις 9 ώρες καθημερινά. Όλοι την εκμεταλλευόντουσαν, όλοι την διέταζαν και αυτή υπήκουε άμεσα και με χαμόγελο. Στέλλα, εδώ, Στέλλα, εκεί. Ο ιδιοκτήτης-εργοδότης την αγαπούσε για την υπακοή της και την εργατικότητά της.

Για τους πιο πολλούς εργαζομένους ήταν «η Στέλλα η χαζή». Το πρόσωπό της έλαμπε, τα χείλη της ψέλλιζαν. Όταν την αφουγκραζόσουν άκουγες το «Δόξα σοι, ο Θεός».

Πολύ συχνά ο προϊστάμενος μας ανέθετε να διεκπεραιώσουμε από κοινού κάποια εργασία και έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία να δεχθώ την καλωσύνη της, την αγάπη της. Θυμάμαι ότι μονίμως έλεγε την ευχή, ξαφνικά γέλαγε, σήκωνε το κεφαλάκι της προς τους ουρανούς. Τότε έλαμπε.

«Δόξα σοι, ο Θεός» άκουγες συχνά από το στόμα της.

Η Σοκολατοποιΐα αυτή έκανε διάφορα είδη σοκολατάκια. Τα δεύτερης κατηγορίας τα εξήγαγε σε χώρες της Αφρικής. Αυτό στενοχωρούσε την Στέλλα πάρα πολύ. Κάποτε που εργαζόμασταν στην συσκευασία μαζί, θυμάμαι την Στέλλα πάνω από τα κουτιά συγκεντρωμένη να εύχεται «για τα αραπάκια που θα έτρωγαν τα σοκολατάκια».

Σε οποιαδήποτε αδικία που συνέβαινε στο χώρο της εργασίας –μας «τρώγανε» μεροκάματα– δεν απαντούσε, δεν κατέκρινε, δεν αντιδρούσε. Εκείνη την περίοδο η Στέλλα ήταν για μένα ένα λιμανάκι θαλπωρής, εγώ αντιδρούσα σε κάθε αδικία. Εκείνη στα σχόλιά μου απαντούσε με ένα γέλιο, με μια λέξη «Α! Μηλίτσα». Δεν την θυμάμαι ποτέ να έβαλε ένα σοκολατάκι στο στόμα της (υπενθυμίζω ότι εργαζόμασταν σε εργοστάσιο σοκολατοποιΐας!). Αν και οι πιο πολλοί εργαζόμενοι την θεωρούσαν «χαζή», εντούτοις την σέβονταν και διερωτώντο πως κατόρθωνε να εργάζεται τόσο αποτελεσματικά.

Η Στέλλα δεν συμμετείχε σε συζητήσεις που κάναμε· ήταν μαζί μας, αλλά συγχρόνως μακριά από σχόλια, μακριά από περιττές κουβέντες. Πολλές φορές, όταν την ρωτούσαν να πη τη γνώμη της, έκανε την παλαβή. Το είχα προσέξει ότι το έκανε επίτηδες. Για όλα τα του κόσμου ήταν τρελή, παλαβή, όταν όμως της ζητούσες βοήθεια στην εργασία, τα χεράκια της κινιόντουσαν με στοργή να βοηθήσουν, ει δυνατόν και να δουλέψουν για σένα.

Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον γνωριστήκαμε. Την σεβόμουν τόσο που ποτέ δεν την ρώτησα για την προσωπική της ζωή. Από μόνη της μου είπε ότι καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη. Μου είχε κάνει εντύπωση ότι όλοι όσοι την γνώριζαν την χαρακτήριζαν λίαν επιεικώς «τρελή», ενώ εγώ ένιωθα ότι κάνουν λάθος. Η αλήθεια είναι ότι πολύ νωρίς κατάλαβα ότι η Στελλίτσα ήθελε να την θεωρούν «τρελή». Κάποιες φορές τύχαινε να είμαστε οι δυό μας και να μιλάμε φυσιολογικά και όταν πλησίαζε κάποιος άρχιζε και έλεγε άλλα αντί άλλων. Εμένα μου δημιουργούσε αίσθημα γαλήνης και με άφηναν αδιάφορη οι κρίσεις των άλλων.

Στο εργοστάσιο αυτό της Σοκολατοποιΐας εργάσθηκα για λίγο χρονικό διάστημα. Την Στελλίτσα την συναντούσα συχνά στους δρόμους και πάντα είχε στην καρδιά της, στα χείλη της την ευχή. Συνήθιζε να την λέη εκφώνως, αλλά πολύ σιγά. Που και που ερχόταν στο σπίτι μου. Εκείνη την εποχή κατοικούσε στο πλυσταριό μιας διώροφης κατοικίας.

Τα χρόνια πέρασαν, την έχασα, μα πάντα την θυμόμουν με μια γλυκειά ανάμνηση και νοσταλγία.

Μετά παντρεμμένη πια θα την συναντούσα στην Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Οσίας Πελαγίας) στο Ακραίφνιο. Είχαμε πάει με τον άνδρα μου και θα διανυκτερεύαμε στην Μονή για την πρωϊνή Θεία Λειτουργία. Οι μοναχές με πολλή στοργή και ευγένεια μου ζήτησαν συγγνώμη, επειδή λόγω των οικοδομικών εργασιών δεν είχαν χώρο να με φιλοξενήσουν και αναγκαστικά έπρεπε να μοιραστώ το κελλί, όπου εφιλοξενείτο «μια ιδιόρρυθμη γυναίκα». Δέχθηκα. Με οδήγησαν στο κελλί, όπου με κατάπληξη διεπίστωσα ότι «η ιδιόρρυθμη γυναίκα» ήταν η στοργική μου Στελλίτσα, που είχα χρόνια να την ιδώ. Η χαρά μου δεν περιγράφεται. Μείναμε αγκαλιασμένες για αρκετή ώρα και ξαφνικά ακούω τις αδελφές να φωνάζουν: «Ελάτε, Γερόντισσα, να δήτε την Στελλίτσα με την Μηλίτσα αγκαλιά». Όλοι χαρήκαμε. Εκείνο το βράδυ η Στελλίτσα έκανε σαν παιδάκι από την χαρά της. Χτυπούσε παλαμάκια, γελούσε, σταυροκοπιόταν…

(περισσότερα…)