jump to navigation

Θέλει θόρυβο η πίστη; Νοέμβριος 12, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 1 comment so far

λυχνάρι σκοτάδι φως

π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού

Υπάρχουν άνθρωποι που εξαιτίας της θέσης τους ή των έργων τους προσελκύουν τη δημοσιότητα, είτε το θέλουν είτε όχι. Υπάρχουν και κάποιοι που αγωνίζονται συνειδητά γι’ αυτήν. Για να ακούσουν τα «μπράβο» των άλλων, να συζητηθεί το όνομά τους. Κάποτε φτάνουν στο σημείο να ευχαριστούνται ακόμη και με το να σχολιάζονται για το κακό το οποίο κάνουν. Δεν τους ενδιαφέρει όμως η αιτία ή το περιεχόμενο. Αρκεί να ασχοληθούν οι άλλοι μαζί τους. Η εποχή μας έχει αναγάγει αυτή τη στάση ζωής σε απόλυτη αξία, μέσω της εικονικής πραγματικότητας, μέσω του Διαδικτύου. Τώρα δεν είναι λόγοι ή έργα που οδηγούν στη συζήτηση για τους ανθρώπους. Είναι η εικόνα, η φωτογραφία, η σωματική διάσταση. Ζητούμε να μας συζητούν γι’ αυτό που φαινόμαστε. Κάποτε η τύχη του κόσμου και τω λαών, κατά άνθρωπον, κρίνεται από το ποιοι θα γίνουν ηγέτες όχι γι’ αυτό που είναι και πρεσβεύουν, αλλά γι’ αυτοί που δείχνουν προς τα έξω, την εμφανισιμότητα, την επικοινωνιακότητα, ίσως το «απόλυτο τίποτα».
Απέναντι σ’ αυτήν την κατηγορία των ανθρώπων, υπάρχουν και κάποιοι άλλοι, οι οποίοι λειτουργούν με σεμνότητα. Με μέτρο. Όχι μόνο δεν αυτοπροβάλλονται, αλλά και όταν χρειάζεται να ελκύσουν το ενδιαφέρον των άλλων για συγκεκριμένους λόγους, προχωρούν σχεδόν κρυφά. Χωρίς θόρυβο. Ει δυνατόν να μην τους αντιληφθεί κανείς. Είναι όσοι γράφουν ιστορία μέσα από την ταπεινή διακονία. Όσοι ζούνε και πορεύονται στον χρόνο όντας γνωστοί από λίγους που μπορούν να τους εκτιμήσουν, κυρίως όμως από τον Θεό. Αυτοί που δεν κραυγάζουν και που δε θα γίνουν γνωστά τα αιτήματα, τα όνειρα, τα «θέλω» τους, που δε θα τους χρησιμοποιήσουν οι λίγοι και ισχυροί, αλλά θα μείνουν στις καρδιές όσων τους συναντούν όντας οι γείτονες της διπλανής πόρτας, αυτοί που είναι διαθέσιμοι οτιδήποτε κι αν συμβεί, αυτοί που ξέρουν να αγαπήσουν, να συμπαρασταθούν, ακόμη κι αν δεν μπορούν να απαντήσουν στα ερωτήματα των μεγάλων και τρανών.
Δύο ανθρώπινους τύπους, έναν επιφανή και έναν ταπεινό, συνάντησε ο Χριστός, όταν, μετά τη θεραπεία του δαιμονισμένου των Γαδαρηνών, επιστρέφει στην Καπερναούμ. Από την μία τον αρχισυνάγωγο Ιάειρο, γνωστό και σπουδαίο στην περιοχή, το δωδεκάχρονο κορίτσι του οποίου ήταν ετοιμοθάνατο. Από την άλλη μία αιμορροούσα γυναίκα, η οποία επί δώδεκα έτη ήταν καταδικασμένη να μην μπορεί να προχωρήσει στη ζωή όπως όλες οι άλλες γυναίκες, καθώς η αιμορραγία της φύσης της την καθιστούσε ανίκανη να κάνει οικογένεια, να αγαπήσει, να γεννήσει παιδιά. Ξόδεψε όλη της την περιουσία στους γιατρούς, αλλά δεν κατάφερε τίποτε. Η καταδικαστική αρρώστια επέμενε. Ο Ιάειρος πηγαίνει και παρακαλεί δημόσια τον Χριστό να έρθει στο σπίτι του και να γιατρέψει την άρρωστη θυγατέρα του. Η αιμορροούσα, αισθανόμενη ντροπή για τη ασθένειά της, αλλά και με μεγάλη ταπείνωση «προσελθούσα οπίσω ήψατο του κρασπέδου του ιματίου αυτού και παραχρήμα έστη η ρύσις του αίματος αυτής» (Λουκ. 8, 44). «Πήγε πίσω από τον Ιησού, άγγιξε την άκρη του ρούχου Του κι αμέσως η αιμορραγία της σταμάτησε». Κανείς δεν την είδε, στριμωγμένη κι αυτή μέσα στο πλήθος που περιτριγύριζε τον Ιησού. Μόνο ο Χριστός κατάλαβε ότι έφυγε από Αυτόν δύναμη θεραπευτική. Και όταν απαίτησε να φανερωθεί «ποιος Τον άγγιξε», τότε «τρέμουσα» (Λουκ. 8,47) η γυναίκα έπεσε στα πόδια Του και ομολόγησε ενώπιον όλων την αρρώστια και την ίαση. Για να ακούσει το «θάρσει, θύγατερ. Η πίστις σου σέσωκέ σε. Πορεύου εις ειρήνην» (Λουκ. 8,48). Στη συνέχεια ο Χριστός θα αναστήσει και την νεκρή κόρη του Ιάειρου, δείχνοντας ότι ο Θεός ακούει και βλέπει όσους αγαπούν και πιστεύουν, ανεξαρτήτως αν κάνουν θόρυβο ή μένουν κρυμμένοι.
Ας μείνουμε στην αιμορροούσα γυναίκα. Τρία είναι τα χαρακτηριστικά της παρουσίας της. Πρώτα το ότι προσπάθησε να αντιμετωπίσει την ασθένειά της με τα ανθρώπινα μέσα. Την επιστήμη. Τη γνώση. Δεν έμεινε απαθής στο πρόβλημά της. Μοιρολατρική. Παραιτημένη. Το δεύτερο είναι ότι πίστευε στον Θεό. Πίστευε ότι στα αδύνατα των ανθρώπων υπάρχει η δύναμη του Θεού και αυτή την πίστη την εξέφρασε στο πρόσωπο του Χριστού. Το τρίτο είναι η ταπεινή προσέγγιση. Δεν αισθάνθηκε ικανή να βγει δημόσια να ζητήσει το θαύμα. Άξια να παρακαλέσει ή να απαιτήσει. Μόνο αγγίζει κρυφά το ιμάτιο του Χριστού, δείχνοντας ότι δεν ήθελε τον θόρυβο, αλλά γνώμονάς της η ελπίδα ότι ο Θεός δε θα την απορρίψει για την αμαρτωλότητά της, καθότι εκείνα τα χρόνια η αρρώστια θεωρούνταν ως η τιμωρία από τον Θεό για τις αμαρτίες των ανθρώπων. Και αναγνωρίζοντας τη δική της αναξιότητα, αγγίζει. Και σώζεται.
Δε θέλει θόρυβο η ζωή. Η πίστη. Η σχέση με τον Χριστό. Δε θέλει καμία απαίτηση. Συναίσθηση της αναξιότητάς μας θέλει. Ελπίδα και τόλμη να αγγίξουμε, όχι όμως γιατί δικαιούμαστε, αλλά γιατί Εκείνος μας αγαπά. Δε θέλει θόρυβο ούτε η σύγχρονη ζωή. Δεν έχει νόημα να προβάλλουμε μάταια την εικόνα μας, το πρόσωπό μας, τον εαυτό μας, αλλά μόνο όταν μας ζητηθεί από τον Θεό και τους ανθρώπους όχι για να έχουμε μία πρόσκαιρη δόξα, αλλά για να λειτουργήσει η δύναμη του Θεού και μέσα μας και δι’ ημών στον κόσμο. Γιατί ο Θεός αποκαλύπτεται μέσω των ανθρώπων. Μέσω της πίστης και της αγάπης. Και τότε ακόμη και οι σπουδαίοι, όπως ο Ιάειρος, λαμβάνουν απάντηση δια της παρουσίας του Χριστού στη ζωή τους. Όλη η δόξα του Ιάειρου δεν αξίζει μπροστά στη δύναμη της παρουσίας του Χριστού. Το ίδιο και η περιουσία της αιμορροούσης, ακόμη και η σιωπηλή της κίνηση. Τα πάντα Χριστός. Αυτή είναι η μοναδική αλήθεια την οποία λησμονεί ο κόσμος και που καλούμαστε τελικά δια των αγίων και της δικής μας ζωής να ζούμε και να φανερώνουμε με τις λιγοστές μας δυνάμεις.

Μοιάζεις αδύναμος κι όμως είσαι ο νικητής… Αύγουστος 1, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 3Σχόλια

self-puzzle

Σε όλη την ζωή μας, προσπαθούμε να ολοκληρώσουμε ένα όνειρο, το όνειρο των άλλων για εμάς. Δεν το συνειδητοποιούμε, παρά μονάχα σε κάτι ύστατες στιγμές. Στιγμές όπου πλέον ο θάνατος είναι τόσο κοντά που τα χνώτα του μυρίζουν απαίσια ξερατά από στιγμές που δεν ζήσαμε και δεν υπήρξαμε αληθινοί ή τίμιοι με τον εαυτό μας.

Εκεί, στην ολική απογύμνωση, στην μοναξιά που θέλει να σε καταπιεί, δίχως άμυνες και πανοπλίες, αρχίζεις να βρίσκεις κάτι μοναδικά δικό σου. Την ώρα εκείνη, που μοιάζεις τόσο αδύναμος κι όμως είσαι ο νικητής.

π.λίβυος

Ἐπιστολή πρός τούς ἀσθενεῖς Ιούλιος 10, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία , 2Σχόλια
Ἀσθενεῖς μου, συμπαθεστάτη ὁμάδα τῶν ἀνθρώπων,
xeria-470
        Ἀπευθύνομαι σέ σᾶς. Σᾶς καταλαβαίνω ἀπόλυτα ὅσο κανείς ἄλλος, γιατί εἶμαι καί ἐγώ ἀσθενής. Νομίζω πάντα ὅτι ὁ φτωχός καταλαβαίνει τόν φτωχό, ὁ πονεμένος τόν πονεμένο, ὁ δυστυχής τόν δυστυχή καί ὁ ἄρρωστος τόν ἄρρωστο.
        Σκέφθηκα λοιπόν νά σᾶς ἀπευθύνω τήν παροῦσα ἐπιστολή μήπως μπορέσω νά ἀνακουφίσω λίγο τόν πόνο καί τήν μοναξιά σας.
        Σᾶς φωνάζω, λοιπόν, δυνατά μέ ὅλη τή δύνμαη τῆς φωῆς καί τῆς ψυχῆς μου: «Μήν ἀπελπίζεσθε. Πίσω ἀπό τήν φουρτούνα δέν εἶναι ἡ γαλήνη; Πίσω ἀπό τήν καταιγίδα δέν εἶναι ἡ λιακάδα; Μετά τήν βαρχειμωνιά δέν ἔρχεται πάντοτε ἡ ἄνοιξη; Μετά τήν δύση δέν εἶναι ἡ ἀνατολή; Δόξα Σοι Κύριε!».

        Ὁ Ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ βεβαιώνει:
«Ὅποιος ὑποφέρει τήν ἀσθένειά του μέ ὐπομονή καί εὐγνωμοσύνη στόν Θεό, στεφανώνεται σάν μάρτυρας».
Ἀγαπητοί μου ἀσθενεῖς!
        Ὑποφέρετε, ὑποφέρω· πονᾶτε πονῶ· νοιώθετε μοναξιά· τήν νοιώθω καί ἐγώ. Ὅλα ὅμως πρέπει νά τά ἀντιμετωπίζουμε μέ ὑπομονή, μέ πίστη, ἐλπίδα καί αἰσιοδοξία.
        Σ’ αὐτό θά μᾶς βοηθήσει ἡ πίστη στόν Θεό.
        Σ’ αὐτό θά μᾶς θεραπεύσουν τά φάρμακα τῆς Ἐκκλησίας πού δέν τά βρίσκουμε στά Φαρμακεῖα.
        Μή ξεχνᾶτε ὅτι δέν εἴμαστε ἄρρωστοι μόνο στό σῶμα. Αὐτό εἶναι μεγάλο λάθος, καί ἡ ψυχή μας εἶναι ἄρρωστη, ἴσως περισσότερο. Ἐδῶ κάνει μία φοβερή διαπίστωση ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος:
        «Ἡ πολυχρόνια ὑπομονή ὁδηγεῖ στήν ταπείνωση. Ἡ ταπείνωση ὁδηγεῖ στήν ὑγεία τῆς ψυχῆς. Ἡ ὑγεία τῆς ψυχῆς στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καί τέλος ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στή χαρά τοῦ Θεοῦ, τή γλυκότερη ὅλων».

(περισσότερα…)

Παραινέσεις με Διάκριση Ιούνιος 23, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

monaxos-gaidouraki

Να γίνεσαι καλύτερος… χωρίς διαταγές!
Να χαίρεσαι… χωρίς να υποκρίνεσαι!
Να μιλάς… χωρίς να περιαυτολογείς!
Να δουλεύεις… χωρίς να υποδουλώνεσαι!
Να είσαι ελεύθερος… χωρίς να γίνεσαι ασύδοτος!
Να είσαι τολμηρός… χωρίς επίδειξη!
Να είσαι εκδηλωτικός… χωρίς να είσαι επιπόλαιος!
Να παλεύεις… χωρίς να απελπίζεσαι!
Να είσαι οδηγός… χωρίς να κομπάζεις!
Να διαλέγεις… χωρίς να περιφρονείς!

Πηγή: Αγιορείτικες Διαδρομές (FB)

Αν μπορούσες να επιλέξεις, τι θα ήθελες να ήσουν στη γη; Ιούνιος 6, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Φύση / Ζώα , 1 comment so far

theros

αν ηταν να διάλεγα την ύπαρξη μου θα επέλεγα να είμαι αγριόχορτο ψιλόλιγνο στις άκρες επαρχιακών δρόμων. Θα είχα ρίζες για να δέσω με το χώμα που αγαπώ, θα έβλεπα αυτοκίνητα και πεζούς να περνούν κουβαλώντας όνειρα, χαρές και λύπες και προσμονές. Άνεμοι θα χαίδευαν το κορμί μου και θα αφενόμουνα ανυπεράσπιστο στο πέρασμά τους. Θα με ταξίδευαν μακρυά και θα έφερναν να με κεράσουν αρώματα και ευωδίες παράξενες και μυστικές. Κανείς δεν θα νοιαζόταν για την ύπαρξή μου. Ασήμαντο ανάμεσα σε άπειρα άλλα ιδια αχριόχορτα δρόμων επαρχιακών. Θα έφευγα χωρις να το καταλάβω και δεν θα ειχα παράπονα πολλά. Ισως μονάχα ενα.. Πώς δεν θα μπορούσα να γευτώ τον έρωτα και το πλάτεμα που δίνει στην καρδιά.. Αλλά πού ξέρεις μπορεί και τα αγριόχορτα στις άκριες δρόμων επαρχιακών να ερωτεύονται και να έχουν πλατιά καρδιά…

Γεώργιος Κόρδης, Αγιογράφος (FB)

Γαμήλιο Ταξίδι ἀπό τόν Παράδεισο στήν Κόλαση καί πάλι στόν Παράδεισο… Απρίλιος 7, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Οικογένεια / Παιδί, Σχέσεις , 15Σχόλια

problhma

Τί χαρά, τί εὐτυχία πλημμύριζε τὶς καρδιές τους τὴν ὥρα τοῦ ἱεροῦ Μυστηρίου! Γύρω τους συγγενεῖς καὶ φίλοι πολλοὶ τοὺς παραστέκονταν στὴν εὐλογημένη ἀρχὴ τῆς οἰκογενειακῆς τους ζωῆς. Δυὸ νέοι ἄνθρωποι, ὁ Τάσος καὶ ἡ Μαρία, ξεκινοῦσαν τὸν δρόμο τῆς οἰκογενειακῆς τους ζωῆς μὲ τὶς Εὐχὲς καὶ τὴ Χάρη τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὶς προσευχὲς τῶν ἀνθρώπων ποὺ τοὺς ἀγαποῦσαν εἰλικρι­νὰ καὶ ποθοῦσαν τὴν εὐτυχία τους.

Ἦταν ὑπάλληλοι σὲ διαφορετικὲς Δημό­σιες Ὑπηρεσίες καὶ δὲν εἶχαν πρόβλημα οἰκονομικό, οὔτε πρόβλημα ὑγείας. Τὸ σπίτι ὅπου ἔμεναν ἦταν τῆς Μαρίας, κληρονομιὰ ἀπὸ τὸν πατέρα της.

Ὅλα κυλοῦσαν ἤρεμα. Ὅταν ἐπέστρεφαν στὸ σπίτι ἀπὸ τὶς δουλειές τους καὶ ἀλληλοασπαζόντουσαν, ξεχνοῦσαν τὸν κόπο τῆς μέρας. Ἦταν ἡ ὡραιότερη στιγμὴ τῆς μέρας τους αὐτή.

Δὲν ἄργησαν ν’ ἀκουστοῦν καὶ τὰ πρῶ­τα κλαψουρίσματα τοῦ πρώτου παιδιοῦ τους, ποὺ μαζὶ μὲ τὰ δικά τους γέλια ἔμοια­ζαν σὰν μιὰ ὡραία συμφωνικὴ ὀρχήστρα στὸ σπίτι τους.Ὁ εὐτυχισμένος μπαμπὰς ἔπαιρνε στὴν ἀγκαλιά του τὸν πρωτογιό του, τὸν σήκωνε ψηλὰ καὶ τὸν καμάρωνε καὶ ἀσπαζόταν τὴ γυναίκα του ποὺ τοῦ χάρισε διάδοχο. Δὲν ἤξερε τί νὰ πρωτοκάνει γιὰ νὰ τὴν ξεκουράσει καὶ νὰ τὴν εὐχαριστήσει.

Βάφτισαν σύντομα τὸ παιδί τους καὶ τὸ ὀνόμασαν Νικόλαο, γιὰ νὰ θυμοῦνται τὸν μακαρίτη τὸν πατέρα τοῦ Τάσου.

Ἡ εὐτυχία εἶχε θρονιαστεῖ στὸ σπιτικό τους. Τὸ ζοῦσαν καθημερινά. Τὸ ἔνιωθαν ὅταν διασταυρώνονταν τὰ βλέμματά τους.

Ξαφνικὰ ὅμως σὰ νὰ ράγισε τὸ γυαλί. Ὁ μισάνθρωπος καὶ μισόκαλος Σατανᾶς φθόνησε τὴν εὐτυχία τους καὶ ἔριξε ἕναν τρίτο ἄνθρωπο ἀνάμεσά τους. Μιὰ γυναίκα ἀπὸ τὴν Ὑπηρεσία, ὅπου ἐργαζόταν ὁ Τάσος, παρόλο ποὺ γνώριζε ὅτι ἦταν παν­τρεμένος καὶ μὲ παιδί, τὸν παρέσυρε στὸ κακό, κι ἔγινε ἄλλος ἄνθρωπος.

Γύριζε στὸ σπίτι μὲ σκοτεινὸ πρόσωπο, ἀγνώριστος. Ὅλα τοῦ ἔφταιγαν. Τὰ φαγητά, οἱ φωνὲς τοῦ παιδιοῦ, ἡ παρουσία τῆς γυναίκας του…

Ἡ Μαρία δὲν μποροῦσε νὰ ἐξηγήσει τὴν ἀλλαγή.

–Τάσο μου, σοῦ ἔφταιξα τίποτε καὶ δὲν τὸ ἔχω καταλάβει; τόλμησε νὰ τὸν ρωτήσει κάποια μέρα. Συγγνώμη, ἄντρα μου. Δὲν ἤθελα νὰ σὲ στενοχωρήσω.

–Ἄσε με ἥσυχο μὲ τὶς συγγνῶμες σου! Δὲν ἔχω ὄρεξη γιὰ κουβέντες, εἶπε ἐκεῖνος κοφτὰ καὶ πῆγε καὶ ξάπλωσε.

–Δὲν θὰ φᾶμε;

–Ὄχι! Φάε μόνη σου!

Αὐτὸ ἐπαναλήφθηκε καὶ δυό-τρεῖς ἄλλες φορές, καὶ ἀναγκάστηκε ἡ Μαρία μὲ δάκρυα στὰ μάτια νὰ τοῦ πεῖ κάποτε:

–Τί σοῦ συμβαίνει, Τάσο μου; Γιατί αὐτὴ ἡ ἀνεξήγητη γιὰ μένα συμπεριφορά σου; Φταίω ἐγώ;

–Δὲν φταῖς, ἀλλὰ σὲ βαρέθηκα. Θὰ φύγω! Θὰ ἀνοίξω ἄλλη οἰκογένεια. Αὐτὸ εἶ­ναι ὅλο! καὶ ἄσε με ἥσυχο. Ἀπόψε στὶς 8 ἔκλεισα ραντεβοῦ στὸ γνωστό μας δικηγόρο, γιὰ νὰ κανονίσουμε τὰ χαρτιά. (περισσότερα…)

Εἶναι ἔτοιμη ἡ καρδιά μας γιά τό Θεό; Νοέμβριος 28, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 1 comment so far

 

etoimh-kardia-xristos

«Ετοίμη η καρδία μου, ο Θεός, ετοίμη η καρδία μου (Ψαλμ. 56, 8)

Αδελφοί μου, είναι μακάριος όποιος μπο­ρεί να πει αυτά τα λόγια στον Κύριό Του!

Μακάριος, εκείνος που η καρδιά του είναι εντελώς έτοιμη, να ακολουθήσει το θέλημα του Θεού!

Τί σημαίνει η ετοιμότητα της καρδιάς του ανθρώπου;

Ν’ ακολουθεί με χαρά το θέλημα του Θεού και να μην έχει εσωτερική σύγκρουση σε σχέση με δικές του σκέψεις και επιθυμίες.

Ο μετανοημένος βασιλιάς Δαβίδ, αρχικώς, είχε ακολουθήσει τις δικές του αμαρτωλές επιθυμίες και σκέψεις· γι’ αυτό ήταν σαν καράβι ακυβέρνητο μέσα σε φουρτουνιασμένη θάλασσα. Όταν όμως συνειδητοποίησε ότι η θύελλα θα τον έπνιγε στο τέλος, στράφηκε με μεγάλη μετάνοια και θερμά δάκρυα προς τον Θεό και, ακριβώς τότε, έστρεψε το καράβι της ζωής του ολοκληρωτικά προς το θέλημα του Θεού.

«Ετοίμη η καρδία μου, ο Θεός, ετοίμη ή καρδία μου!» αναφώνησε με απέραντη ειρήνη στην ψυχή του, διότι γνώριζε ότι είχε παραδώσει το καράβι του στα χέρια του τέλειου Κυβερνήτη.

Η θύελλα μαινόταν ακόμη, οι άνε­μοι και τα κύματα τον έδερναν με μανία· εκείνος όμως δεν φοβόταν, πεπεισμένος ότι τίποτα δεν μπορούσε να του συντρίψει το καράβι της ζωής του και ότι το καράβι του θα έπλεε σύντομα με ασφάλεια σε λιμάνι εύδιο.

«Έτοιμη καρδία» σημαίνει: καρδιά καθαρή από την υπερηφάνεια, ταπεινωμένη μπροστά στη μεγαλειώδη δύναμη και σοφία του Θεού.
«Έτοιμη καρδία» σημαίνει καρδιά που έχει αδειάσει απ’ όλες τις κοσμικές επιθυμίες και αυταπάτες και είναι στραμμένη μόνο προς τον Θεό και στην αγάπη προς Αυτόν.

«Έτοιμη καρδία» σημαίνει καρδιά θεραπευμένη από κάθε ανησυχία, φόβο και βιο­τική μέριμνα, καθησυχασμένη και ενδυναμωμένη από την παρουσία της χάριτος του Θεού.

«Θα σε δοξολογήσω ψάλλοντάς σου ύμνους με όλη μου την ψυχή» (Ψαλμ. 56, 8), συνεχίζει ο ψαλμωδός. Εδώ φαίνεται ότι η καρδιά του είναι αληθινά έτοιμη, διότι δεν καυχιέται για τη βασιλική δόξα του, αλλά την αποδίδει στον Θεό. Ταπεινώθηκε, ενώπιον του Θεού σαν να ήταν ένα τίποτα και τώρα μοναδική του απόλαυση είναι να μεγαλύνει και να δοξάζει ακατάπαυστα τον Θεό.

Πηγή: Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ο Πρόλογος της Αχρίδος, Οκτώβριος, εκδ. Άθως, σ. 304-305

Ἀναδημοσίευση ἀπό: Διακόνημα | Σαλογραία

Ο Μητροπολίτης Μεσογαίας για την Αμφισβήτηση, την Πίστη και την Ανάσταση Μάιος 28, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Βίντεο, Ορθοδοξία / Εκκλησία , 3Σχόλια

Ο Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ. Νικόλαος μιλά για την την αμφισβήτηση, την πίστη, την ταπείνωση, την Ανάσταση του Χριστού και τη δική μας στην εκπομπή Λαμπατέρ (Δευτέρα του Πάσχα, Απρίλιος 2015).

Όσιος γέροντας Παΐσιος – μιλά μια συμμαθήτριά του! Φεβρουάριος 17, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Βίντεο, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment YouTube Preview Image

Μια συνομιλία για τον άγιο γέροντα Παΐσιο Αγιορείτη (πριν από την επίσημη αγιοποίηση) με την συμμαθήτριά του, γιαγιά Βεατρίκη Καλαϊτζή.

Πηγή: Κοινωνική Ανατολή

Άφρων ή Σώφρων Χριστιανός; Δεκέμβριος 25, 2014

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

rich-detail

Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη

«Είπε δε ο Θεός: Άφρων…»

α. Το ευαγγελικό ανάγνωσμα της σημερινής Κυριακής (Σημ. Ζ.Ι.: Θ’ Λουκά) προβάλλει το αρνητικό κακέκτυπο του αληθινού ανθρώπου: τον άφρονα πλούσιο, τον άνθρωπο που η μόνη έγνοια του ήταν πώς να έχει και να κατέχει τα υλικά του αγαθά, πώς να αυξάνει τα γεννήματά του, σε βαθμό τέτοιο, που τελικώς να δυστυχεί μέσα στην υποτιθέμενη «ευτυχία» του: η καρποφορία των χωραφιών του τον κάνει να γεμίζει από άγχος και στενοχώρια. Μέχρις ότου εμφανίζεται από το «πουθενά» ο παράγων Θεός, για να βάλει τέλος στους προβληματισμούς και τις λύσεις του: «σήμερα θα πεθάνεις! Ζητάνε την ψυχή σου!» Κι ο θάνατος έρχεται ως το όριο που φωτίζει την ποιότητα της όλης προγενέστερης ζωής του, που του ανοίγει τα μάτια για να δει ότι τελικώς όλα τα χρόνια που πέρασαν ήταν ενώπιον του Θεού μία ανοησία. «Είπε δε ο Θεός: Άφρων!»

β. 1. Δεν πρόκειται για εκτίμηση και αξιολόγηση ενός ανθρώπου, που θα μπορούσε κανείς να αμφισβητήσει το περιεχόμενό της. Ποιος άνθρωπος μπορεί να κατέχει το αλάθητο; «Ο νόμος του ανθρωπίνου μυαλού είναι η πλάνη» σημειώνουν οι άγιοι Πατέρες μας. Ούτε πρόκειται για μία κρίση, που μπορεί να κινείται στο επίπεδο της κατάκρισης, καρπού ζηλοφθονίας και εμπάθειας. Μία τέτοια εμπαθής κρίση δεν επιτρέπεται από τον ίδιο τον νόμο του Θεού, διότι υφαρπάζει δικαίωμα που ανήκει μόνον σ’ Εκείνον. Ο ίδιος ο Κύριος το επισημαίνει: «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε». «Εάν δε κάποιος χαρακτηρίσει τον αδελφό του «ανόητο» είναι ένοχος ενώπιον της κρίσεως του Θεού».

Εδώ, στο περιστατικό που περιγράφει ο Κύριος για τον πλούσιο, έχουμε την κρίση του ίδιου του Θεού, δηλαδή Εκείνου που η κρίση Του είναι απολύτως δίκαιη, διότι «γυμνά και τετραχηλισμένα τα πάντα ενώπιόν Του», συνεπώς ανοίγει τα μάτια του ανθρώπου, ώστε να δει κι αυτός το αποτέλεσμα των επιλογών και των συμπεριφορών της ζωής του. Κι είναι η μόνη αληθινή κρίση, διότι πηγάζει από Εκείνον που η αγάπη Του προς τα πλάσματά Του είναι άπειρη και συνεπώς έχει πάντοτε γνήσιο ενδιαφέρον γι’ αυτά. Μόνον εκείνος που αγαπά μπορεί και να κρίνει ορθά, πέρα από στρεβλώσεις των εμπαθών κινημάτων της καρδιάς του. Όπως το λέει και πάλι ο Κύριος: «Μη κρίνετε κατ’ όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε». Και δικαία κρίση είναι αυτή που πηγάζει από καρδιά που αγαπά. Η άπειρη αγάπη λοιπόν του Θεού αποδεικνύει και την αληθινότητα της κρίσεώς Του.

2. Κι ακόμη περισσότερο: η κρίση αυτή του Θεού, όπως φαίνεται στο περιστατικό της παραβολής, ηχεί πολύ πένθιμα, σαν καμπάνα που σημαίνει τον θάνατο κάποιου, διότι όχι μόνον είναι αληθινή, αλλά και τελεσίδικη και αμετάκλητη: λέγεται την ώρα του θανάτου, που ο άνθρωπος δεν έχει άλλο περιθώριο αλλαγής του. Ο θάνατος συνιστά το απόλυτο όριο, μετά το οποίο ο άνθρωπος απλώς κρίνεται για όλο το περιεχόμενο της ζωής του, για ό,τι έπραξε, για ό,τι είπε, για ό,τι σκέφτηκε ακόμη. «Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, και μετά τούτο κρίσις» κατά τον απόστολο. Ό,τι διάφορες φιλοσοφίες και θρησκείες έχουν διδάξει περί μεταλλαγής του ανθρώπου, περί μετενσάρκωσης ή μετεμψύχωσής του σε άλλες καταστάσεις, μέσα στον κόσμο τούτο, αποτελούν φληναφήματα και ανοησίες, που προέρχονται από τον σκοτισμένο λόγω της αμαρτίας και των παθών νου του ανθρώπου. Η αλήθεια που απεκάλυψε ο Κύριος είναι κρυστάλλινη: ο άνθρωπος με τον θάνατό του κρίνεται από τον Θεό, κατά μερικό πρώτα τρόπο, λόγω της συνέχειας μόνο της ψυχής του, κι έπειτα, κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, θα κριθεί και γενικά, διότι τότε με την Παρουσία αυτή του Κυρίου θα αναστηθεί και το σώμα του, ώστε ενωμένο με την ψυχή να σταθεί ενώπιον του φοβερού βήματός Του. Η γενική αυτή όμως κρίση δεν θα είναι διαφορετική από την πρώτη. Απλώς θα είναι επιτεταμένη, διότι θα συνυπάρχει μαζί με την ψυχή και το σώμα. Και βεβαίως η κρίση αυτή οδηγεί είτε στην αιώνια ζωή είτε στην αιώνια κόλαση, με την έννοια του πώς «εισπράττει» ο άνθρωπος τη μία και ενιαία αγάπη του Θεού προς όλους: είτε θετικά, αν φεύγει από τη ζωή αυτή εν μετανοία, είτε αρνητικά, αν φεύγει εναντιωμένος προς τον Θεό ή με αδιαφορία προς Αυτόν.

3. Ποια ήταν τα γνωρίσματα της ζωής του άφρονος πλουσίου, που οδήγησαν στον χαρακτηρισμό του ως άφρονος και ανοήτου; Πότε συνεπώς κάποιος ζει ανόητα, κατά την κρίση του ίδιου του Θεού;

(α) Όχι ασφαλώς επειδή «ευφόρησεν η χώρα του». Η ευφορία αυτή των χωραφιών του υπήρξε μία ευλογία που του δόθηκε από τον Θεό – δεν φαίνεται να κοπίασε γι’ αυτήν ο πλούσιος∙ ο Θεός απλώς επέτρεψε να συμβεί, προφανώς για να του δώσει ευκαιρία να ανοιχτεί στον συνάνθρωπο. Αλλά εκείνος πώς την αντιμετώπισε; Μ’ έναν απόλυτα εγωιστικό τρόπο. Πέντε «μου» της προσωπικής αντωνυμίας μετράμε στον προβληματισμό του: «πού συνάξω τους καρπούς μου;..Καθελώ μου τας αποθήκας…και συνάξω εκεί πάντα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου, και ερώ τη ψυχή μου». Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό του. Δεν υπάρχει ίχνος προβληματισμού για τον οποιονδήποτε συνάνθρωπό του, έστω και συγγενή του. Έτσι η αφροσύνη του ήταν ο εγωιστικός τρόπος σκέψεως και ζωής του.

(β) Αυτός ο εγωισμός του, ως νοσηρή στροφή μόνον στον εαυτό του, δεν περιέχει ίχνος αναφοράς και προς τον Θεό. Συνήθως, ακόμη και σε ασχέτους προς την πίστη του Θεού ανθρώπους, σε στιγμές ευτυχίας τους ακούμε και ένα «δόξα τω Θεώ». Εδώ, δεν υπάρχει τίποτε τέτοιο: καμία δοξολογική ενατένιση του Θεού, για κάτι που εξώφθαλμα σχετιζόταν μ’ Εκείνον: είπαμε ότι η ευφορία της γης του δεν είχε να κάνει με καμία από τις δικές του προσπάθειες. Ήταν μία δωρεά του Θεού. Τι σημαίνει αυτό; Ότι η αφροσύνη του δεν έχει αποκλείσει μόνον τον συνάνθρωπο, αλλά και τον ίδιο τον Θεό, τον χορηγό του πλούτου του. Κι είναι τούτο πράγματι που επισημαίνει ο λόγος του Θεού: «είπεν άφρων εν τη καρδία αυτού∙ ουκ έστιν Θεός». Μπορεί θεωρητικά να μην ακούγεται στην παραβολή η αθεΐα του πλουσίου, διαπρυσίως όμως καταγγέλλεται αυτή στο επίπεδο της ζωής του. Κι αυτό είναι το πιο καθοριστικό.

(γ) Η διαγραφή του Θεού και του ανθρώπου όμως φέρνει άγχος. Αντί ο πλουτισμός να του δίνει χαρά – ως ευκαιρία, είπαμε, προσφοράς χαράς σε άλλους – του προσθέτει θλίψη και στενοχώρια. Αλλά πάντοτε αυτό είναι το τίμημα του επιλέγοντος τον εγωιστικό, δηλαδή τον αμαρτωλό, τρόπο ζωής. Το σημειώνει ο απόστολος Παύλος: «θλίψις και στενοχωρία παντί τω εργαζομένω το κακόν». Ο άφρων πλούσιος, δηλαδή, ήδη από τη ζωή αυτή ζούσε με στοιχεία κόλασης. Η πορεία του ήταν προδιαγεγραμμένη, εφόσον δεν έδειχνε σημεία μετάνοιας. Κι επιπλέον: το άγχος του για το «έχει» του, σαν να του «έκλεβε» και το μυαλό του: τον έκανε να αδυνατεί να σκεφτεί το αυτονόητο, ότι δηλαδή τα γεννήματά του, κλεισμένα σε αποθήκες, θα σάπιζαν. Συνήθως ο εγωιστής άνθρωπος χάνει και την όποια «εξυπνάδα» του.

(δ) Η αφροσύνη του όμως έγκειται και στην ψευδαίσθηση της αληθινής ζωής. Ο πλούσιος δεν ελάμβανε υπόψη του το πιο βέβαιο γεγονός της ζωής: την ύπαρξη του θανάτου. Ο προβληματισμός του, βλέπουμε, κινείται σε επίπεδο σχεδόν «αιωνιότητας» γι’ αυτόν της παρούσας ζωής. «Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά, κείμενα εις έτη πολλά». Πράγματι, θα μπορούσαμε να πούμε ότι κυριολεκτικά «πετάει στα σύννεφα». Το φαντασιακό επίπεδο είναι ο χώρος της ζωής του. Γι’ αυτό και η «προσγείωση» έρχεται τόσο απότομα και «ανώμαλα» γι’ αυτόν.

4. Τα κύρια αυτά στοιχεία της αφροσύνης του πλουσίου που οδηγούν σ’ ένα τέλος τραγικό – όχι μόνον έρχεται ο θάνατος, αλλά έρχεται με μία συνοδεία «δυνάμεων» ξένων προς τον Θεό: «την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου», άρα δείχνουν και την αιώνια συνέχεια εκτός Θεού – μας οδηγούν εκ του αντιθέτου στην επισήμανση των στοιχείων που επαινούνται από τον Θεό και μπορούν να χαρακτηριστούν ως εμφροσύνη και σωφροσύνη. Πρόκειται για τον «πλουτισμόν κατά Θεόν», που λέει ο Κύριος στην κατακλείδα της παραβολής, ο οποίος κάνει τον άνθρωπο που τον έχει να βρίσκεται με τον Θεό και να χαίρεται αενάως τη χαρά της παρουσίας Του. Πώς λοιπόν πρέπει να ζει ο άνθρωπος, ώστε στο τέλος του να ακούσει με χαρά ότι ευαρέστησε τον Θεό; Μα, ασφαλώς, πρώτον, να στέκεται καλά έναντι του συνανθρώπου του, δηλαδή με ανιδιοτελή αγάπη και ειλικρινές ενδιαφέρον, έστω κι αν τούτο μπορεί να σημαίνει και θυσία γι’ αυτόν. Το παράδειγμα του καλού Σαμαρείτη της ομώνυμης παραβολής εν προκειμένω συνιστά καθοδηγητικό στοιχείο επ’ αυτού. Δεύτερον, να πιστεύει και να αγαπά τον Θεό. Για τον σώφρονα άνθρωπο, ο Θεός δεν είναι αμελητέα ή ανύπαρκτη κατάσταση, αλλά το κέντρο της ζωής του. Προτεραιότητά του συνεπώς είναι το πώς θα θεμελιώνει αδιάκοπα τη ζωή του, τις σκέψεις του, τα λόγια του, τη συμπεριφορά του, στο θέλημα Εκείνου. Με αποτέλεσμα να νιώθει ως το παιδί στην αγκαλιά του Πατέρα του. Ο σώφρων άνθρωπος, έτσι, τρίτον, δεν ζει με άγχη και ανασφάλειες, αλλά η πάντα νουν υπερέχουσα ειρήνη του Χριστού βραβεύει τον νου και την καρδιά του. Και βεβαίως, τέλος, ο σώφρων, στον οποίο ευαρεστείται ο Θεός, έχει συναίσθηση της προσωρινότητας και της φθαρτότητάς του. «Καθ’ ημέραν αποθνήσκει», όπως λέει και ο απόστολος, με την έννοια ότι δεν τρέμει τον θάνατο, αλλά τον προσδοκά με χαρά, γνωρίζοντας ότι ο ίδιος ο Θεός θα παραλάβει την ψυχή του και όχι κάποιοι που το μόνο που επιζητούν είναι η δυστυχία του.

γ. Τι άραγε επιθυμούμε να ακούσουμε και εμείς στο τέλος της ζωής μας ως κριτική γι’ αυτήν από τον Θεό; «Άφρων» ή «σώφρων και έμφρων;» Το ερώτημα μεταφράζεται: θησαυρίζουμε για τον εαυτό μας ή πλουτίζουμε κατά Θεόν; Κι είναι τούτο η καθημερινή και αδιάκοπη πρόκληση επιλογής μας σε κάθε κίνηση της ύπαρξής μας. Στη μία περίπτωση, το κέντρο βάρους είναι ο κόσμος με τη φθαρτότητά του και τη διαρκή ταραχή του, υπό την κυριαρχία του διαβόλου, του άρχοντος του κόσμου τούτου. Στην άλλη, το κέντρο βάρους είναι ο Θεός και το άγιο θέλημά Του, με όλες τις χαρές και τη δόξα που συνοδεύουν την παρουσία Του. Ο Χριστιανός βεβαίως δεν προβληματίζεται: επιλέγει πάντοτε το θέλημα του Θεού. Επιλέγει δηλαδή όχι μόνον το αιώνιο, αλλά και του κόσμου τούτου αληθινό συμφέρον του.

Πηγή: Συνοδοιπορία | φωτογραφία: Captured Writer