Καλέ μου, η Άνοιξη έφτασε. Τα βράδια με πλανά
πως παίζει στο παράθυρο τὴν φωτεινή της σάρπα.
Μα τα μεσάνυχτα γροικώ που φευγαλέα περνά
το θλιβερό τραγούδι σου στη νυμφική τους άρπα.
Καλέ μου, όλα γυρεύουνε γλυκά να με κοιμίσουν
και να μου πουν πὼς ἔσβησες για πάντα από τη γη.
Μα όλα, χωρίς να θέλουνε, σένα θα μου θυμίζουν
κι ανίδεα θα μου κάνουνε τη νοσταλγία πληγή.
Καλέ μου, καλέ μου, καλέ μου, καλέ μου…
Όλα γυρεύουνε, χωρίς να θέλουνε, σένα θα μου θυμίσουν
Η μητέρα του είχε μόνο ένα μάτι... Ντρεπόταν γι' αυτήν κι ώρες ώρες την μισούσε. Η δουλειά της ήταν μαγείρισσα στην φοιτητική λέσχη. Μαγείρευε για τους φοιτητές και τους καθηγητές για να βγάζει τα έξοδά τους... Δεν ήθελε να του μιλάει για να μην μαθαίνουν ότι είναι παιδί μιας μητέρας…
Σάββατο 12:45 τα ξημερώματα. Πριν λίγο τελείωσε το ματς. Παράταση και πέναλτυ... Χάσανε οι άχρηστοι πάλι. Οι καφετέριες ακόμα γεμάτες. Περνάς απ'έξω από την εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας. Ψυχή δεν υπάρχει... Χωρίς να το πολυκαταλάβεις, το μάτι σου πέφτει εκεί, στο υπόγειο. Σα ν'αρχίζει κάποιος να βγαίνει, εκεί κάτω από…