Τὸ ἀντίτιμον
Ἀνηφορίζουσα ἡ κυρὰ Ἀργυρὼ πρὸς τὸ ἐπὶ τῆς κορυφῆς εὑρισκόμενον ἐκκλησίδιον εἶχεν ἤδη ἀρχίσει διάλογον μετὰ τῆς οἰκοδεσποίνης τοῦ ναοῦ: Ἄχ, Παναγιά μου! Τί μὲ ηὗρε τὴν μαύρη!
ΠερισσότεραἈνηφορίζουσα ἡ κυρὰ Ἀργυρὼ πρὸς τὸ ἐπὶ τῆς κορυφῆς εὑρισκόμενον ἐκκλησίδιον εἶχεν ἤδη ἀρχίσει διάλογον μετὰ τῆς οἰκοδεσποίνης τοῦ ναοῦ: Ἄχ, Παναγιά μου! Τί μὲ ηὗρε τὴν μαύρη!
ΠερισσότεραΜοναδική λύση απέμενε ένα φτωχό μικρό χωριουδάκι. Απομακρυσμένο απ’ τον κόσμο κι αυτό, ξεχασμένο και κρυμμένο σαν αυτόν απ’ τους πολλούς. Του ταίριαζε. Οι απλοί χωρικοί ήταν πιο κοντά στη δική του ψυχοσύνθεση. Ο παπάς τους, γέρος κι αυτός, ολιγογράμματος, μα άνθρωπος του Θεού, ευλογημένος. Εκεί κατέφευγε Κυριακές και μεγάλες γιορτές, να λειτουργηθεί και να μεταλάβει. Ήθελε δυο ώρες σχεδόν να πάει και άλλες δυο να γυρίσει, μα δεν γινόταν αλλιώς.
Περισσότερα«Πώς αγριεύουν έτσι οι άνθρωποι; Πώς μεμιάς αφήνονται έρμαια στις ροπές καί στίς τάσεις τής φθαρτής ανθρώπινης τους φύσης; Πώς
Περισσότεραπ.Δημήτριος Μπόκος Τραντάχτηκαν συθέμελα τὰ ψηλὰ βουνὰ ἀπὸ τὸ ξαφνικὸ μπουμπουνητό. Σὰν ἀπὸ στόματα μυριάδων κανονιῶν ἡ τρομερὴ βροντὴ ξεχύθηκε
Περισσότεραπ. Δημητρίου Μπόκου Προτοῦ ξημερώσει, νύχτα ἀκόμη, ξύπνησε, καθὼς τὸ συνήθιζε, ὁ γέρο-Φιλάγριος. Ἄλλαξε φυτίλι στὸ καντήλι ποὺ τρεμόσβηνε κι
ΠερισσότεραΠερπατούσε μέρα και νύχτα στους δρόμους της πόλης σαν αερικό. Στο ένα χέρι ένα ποτήρι μπίρα και στο άλλο ένα
Περισσότεραπ. Δημητρίου Μπόκου Ἄστραψα καὶ βρόντηξα, ἀλλὰ μόνο μέσα μου. Ποῦ νὰ τολμήσω νὰ βγάλω ἄχνα μπροστὰ στὸν πατέρα μου!
ΠερισσότεραTό Πάσχα ἐκείνη τή χρονιά ἦρθε ἀργά. Τά χελιδόνια εἶχαν ἤδη ἀρχίσει νά κτίζουν τίς φωλιές τους. Τά χελιδόνια ἦταν
ΠερισσότεραΞημέρωνε των Θεοφανίων. Ούτε σήμερα είχε καταφέρει να κλείσει μάτι. Είχε μέρες να κοιμηθεί. Όσο κι αν το γέρικο και
ΠερισσότεραΛέοντος Τολστόι Μια φορά και έναν καιρό, ένας βασιλιάς σκέφτηκε ότι αν ήξερε πάντοτε: 1) την κατάλληλη στιγμή για ν’αρχίζει κάτι,
Περισσότερα