jump to navigation

Ένας Συνηθισμένος(;) Ορθόδοξος Ιερέας Μάρτιος 13, 2012

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , trackback

Χωριστήκαμε σέ δυό ομάδες, βάλαμε τίς ιατρικές μας μπλούζες καί μέ τόν υπεύθυνο γιατρό προχωρήσαμε στό κρεβάτι τού πρώτου ασθενούς. Τόν φώναξε ο υπεύθυνος από τήν παρέα του, ήρθε ένας μικρός μαγκάκος από τήν Λάρισα ομιλητικός αλλά μαγκάκος.

Δέν θυμάμαι τίποτα από τό πρώτο αυτό μάθημα ούτε γιατί ήταν μέσα ο ασθενής ούτε τί φάρμακα έπαιρνε, απλώς στήν ρύμη τών λόγων τού είπε. «Έχουμε καί τόν παπά νά μάς βοηθά καί περνάμε καλά καί ενώ έπρεπε νά φύγουμε σέ τρείς μήνες επισπεύσαμε τό πρόγραμμα χάρις σ’ αυτόν καί θά φύγω σέ 1,5 μήνα». Τότε μέ τάραξε ο λογισμός μου, ένας καθολικός παπάς μέ τό κουστουμάκι του βοήθησε αυτόν εδώ; Αδύνατον, ένας καθολικός παπάς!!!!

Στήν πρώτη μας αυτή συνάντηση ουδέν έπραξα, παρ’ όλο τόν φυσικό μου κοινωνικό χαρακτήρα. Έφυγα, όταν τελείωσε ο υποχρεωτικός μου χρόνος τής παρουσίας. Στήν δεύτερη επίσκεψη τήν επόμενη εβδομάδα πάλι τά ίδια, άλλος ασθενής καί νέα αποκάλυψη: «ευτυχώς πού έχουμε τόν παπά καί μας βοηθά, ειδικά τά βράδια πού μένουμε μέ τούς εαυτούς μας, μάς παρηγορεί, μάς εμψυχώνει. Είναι δικός μας παπάς, ορθόδοξος!».

Ένα κρύο ρεύμα μέ διαπέρασε, γκρεμίστηκαν όλα, ο ευσεβισμός μου δέν μπορούσε νά δεχτή ότι ένας παπάς ορθόδοξος ήταν μέθυσος, είχε ανάγκη αποτοξίνωσης καί βρισκόταν πίσω από τά σίδερα μέ άλλους παρανόμους, μέθυσους καί ναρκομανείς. Ούτε κάν σέ κάποιο ιδιωτικό κέντρο αποτοξίνωσης. Η ιδέα πού είχα γιά άσπιλη Εκκλησία, καί οφειλόταν στήν νεότητά μου, ξεθώριασε απότομα.

Τόν πλησίασα, στεκόταν όρθιος καί συνομιλούσε μέ έναν άλλο ασθενή, πού έτρεμαν τά χέρια του. Συνομιλούσε απλά γιά τό τίποτα, ο άλλος τόν άκουγε, τού έλεγε γιά τά προβλήματά του, τού μιλούσε γρήγορα, ο παπάς άκουγε μέ μία απέραντη στοργή κοιτάζοντας τόν. Είχε πρόσωπο καθαρό, μάτια γαλάζια-θάλασσα, ηλικία 55 χρονών περίπου, χέρια άσπρα, δάκτυλα μακριά, τέλος πάντων, όλα πάνω του είχαν κάτι τό αρχοντικό. Τού απάντησε σιγά μέ μιά προφορά μέ αγγλική ηχώ.

Ήταν ξένος. Παπάς ορθόδοξος, ξένος. Μόλις τελείωσε μέ τόν άρρωστο στράφηκε σέ μένα καί μέ ρώτησε: «Χάου αρ γιού;». Έμαθα ότι ήταν ‘Έλληνας πού γεννήθηκε στό εξωτερικό, οι γονείς του είχαν φύγει γιά τήν πέρα από τόν Ατλαντικό Αμερική. Τόν έστελναν όμως οι γονείς του στούς παππούδες του στήν Κατερίνη, έτσι είχε μάθει καλά ελληνικά καί είχε ένα σύνδεσμο μέ τήν παράδοση τής χώρας μας. Ένιωθα ήδη άνετα σάν νά τόν γνώριζα από χρόνια, είχαν φύγει όλοι οι ενδοιασμοί μου. «Τί θέλετε από μένα;», μέ ρώτησε. «Θέλω νά μάθω γιατί βρίσκεστε σέ αυτό τό χώρο καί θεραπεύεστε, τέλος πάντων νά σάς γνωρίσω». «Ελάτε στό δωμάτιό μου».

Ναί, μέσα σέ αυτό τό χάλι υπήρχε ένα μικρό δωματιάκι, στενό δωματιάκι μέ ένα κρεβάτι, παράθυρο βορινό, τοίχοι πανύψηλοι, τέσσερα μέτρα ύψος, ένα γραφείο, εικόνες ρωσικές, καντήλι, κομποσκοίνι, θυμιατήρι, πετραχήλι, φάρμακα πάνω στό γραφείο καί βιβλία.

Ήταν ένα μικρό καλογερικό κελί μέσα στή ταραχή εβδομήντα τροφίμων τού ψυχιατρείου. Εκεί άρχισε η αποκάλυψη τής Χάρης τού Θεού. Τό όνομα Νικόλαος, ορθόδοξος ιερέας τής αρχιεπισκοπής τής Αμερικής. Καθηγητής τού Χάρβαρντ στήν έδρα τών Παλαμικών σπουδών καί ποιμαντικής ψυχολογίας. Καθηγητής στό Χάρβαρντ στό μεγαλύτερο πανεπιστημιακό ίδρυμα τής Αμερικής καί τώρα τρόφιμος τής ψυχιατρικής πτέρυγας τού Δαφνίου στό τμήμα αποτοξινώσεως, η διαφορά είναι ιλιγγιώδης.

-Πάτερ; Πώς φτάσατε εδώ;

-Ήμασταν μία παρέα φίλοι πού τελειώσαμε τήν Σχολή τού Τιμίου Σταυρού στήν Βοστόνη. Παντρευτήκαμε, κάναμε παιδιά καί γίναμε Ιερείς. Ο καλύτερος όλων μας πρίν περίπου δέκα χρόνια πέθανε αιφνίδια. Τόν κηδεύσαμε καί γυρίσαμε στά σπίτια μας. Τότε μέ κατέλαβε ένα πνεύμα λύπης καί από τότε άρχισα νά πίνω. Τέλος πάντων, σέ λίγο καιρό ήμουν εξαρτημένος από τό ποτό, εάν δέν έπινα έτρεμα. Δέν μπορούσα νά διευθετήσω τά θέματά μου. Στήν αρχή τό έκρυβα από τήν γυναίκα μου καί τά παιδιά μου, δέν μεθούσα, αλλά έπινα, ήμουν μέ ένα ποτήρι στό χέρι. Πειράχτηκε καί τό ήπαρ μου.

Όλο τό θέμα ήταν μία πρόκληση γιά τήν ιατρική μου γνώση, τίποτα από τά παραπάνω δέν συμβάδιζε μέ τήν νηφαλιότητα τού ανδρός μέ τήν αρχοντιά του καί τήν έλλειψη νευρικότητας. Είχε έρθει η ώρα νά φύγουμε. Τού ζήτησα νά τού φέρω κάτι γιά παρηγοριά τού μέσα σέ αυτούς τούς τοίχους. Ένα βιβλίο τού Ρωμανίδη, μού λέει, τόν είχαμε δάσκαλο τόν Ρωμανίδη. Στήν νέα συνάντησή μας τήν επόμενη εβδομάδα κρατούσα στό χέρι μου τό δεμένο βιβλίο τού Ρωμανίδη «ΡΩΜΑΙΟΙ Ή ΡΩΜΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ». Ανέβηκα τρέχοντας τά σκαλιά νά συναντήσω τόν Νικόλαό μου τόν άρρωστό μου, τόν βρήκα στό δωμάτιό του καθισμένο σέ μία μικρή πολυθρόνα καί στό χέρι τού ένα μικρό κομποσκοίνι. Τού έδωσα τό βιβλίο στά χέρια του. Είχε κόκκινο σκληρό εξώφυλλο, τό γύρισε μέ αγάπη, διάβασε τά κεφάλαια. Χάρηκε σάν μικρό παιδί.

-Είμαι εδώ πάνω από τρείς μήνες, βγαίνω σπάνια δέν έχω πού νά πάω, δέν μού έχουν φέρει ένα δώρο. Πόσο χαίρομαι γιά αυτό πού μού έφερες. Αυτός ο άνθρωπος έφερε αέρα ορθοδοξίας, γκρέμισε τό σχολαστικισμό τής γερμανικής ιδεολογίας, έδειξε τόν πλούτο μας!!! Ότι μας έλεγε ο γέρο-Ιωσήφ, αυτός τό έβαλε στά Πανεπιστήμια.

-Ποιός γέρο Ιωσήφ;

-Ο ησυχαστής, ο παππούς, ο σπηλαιώτης. Τόν γνώρισα τό 1960 όταν πήγαινα στό Άγιο Όρος, στή Νέα Σκήτη, μέ δεχόταν στό κελάκι του. Μού έμαθε νά προσεύχομαι μέ τό κομποσκοίνι ώρες καί ώρες, φωτόμορφος, γλυκύς, αυστηρός. Προσοχή έλεγε στό νού, πρώτα προσβολή μετά συζήτηση μέ τόν λογισμό μετά συγκατάθεση!!! Συγκατάθεση, θάνατος, αρχή αμαρτίας, η αμαρτία δόντι ιοβόλο τού θανάτου. Προσοχή όχι συζήτηση μέ τόν λογισμό, νήψη.

Αυτά πού ο γέροντας τά παρέδωσε εμπειρικά, ο Ρωμανίδης τά κατέγραψε τά στήριξε αγιοπατερικά καί τά εξαπέστειλε στά πέρατα τής γής, ώστε νά έχουμε καί εμείς χαρά εκεί στήν Αμερική.

Όταν έγινα Ιερέας, μέ τόν πρώτο μου μισθό έστειλα ένα δώρο στόν γέροντα Ιωσήφ, τού έστειλα ράσα καλογερικά, όχι κάτι τό ακριβό, τά είχα τυλίξει καί σέ ένα γκρί χαρτί, έγραψα τήν διεύθυνση καί τά έστειλα. Μετά από πέντε χρόνια τόν επισκέφθηκα στό κελλί του, όπως καθόταν είδα πίσω του στό περβάζι τό δώρο μου ανέγγιχτο. Αμέσως σκούρυνε τό προσωπό μου. Τού λέω: «Γέροντά σου έστειλα ένα δώρο μέ τά πρώτα μου χρήματα καί εσύ ούτε πού τό άγγιξες!!!».

Μού λέγει: «Π. Νικόλαε, παιδί μου, δέν μού λείπει τίποτα, έχω τόν Χριστό. Δέν μού λείπει τίποτα. Τό δώρο σου τό είδα, έσκισα μία άκρη καί τό είδα. Τό άφησα εδώ χρόνια νά μού λέγει ο λογισμός άνοιξέ το καί νά τόν ξεχνώ αλλά νά σέ θυμάμαι. Θά μπορούσα νά τό έχω δωρίσει σέ τόσους πού έρχονται εδώ αλλά τό άφησα γιά τόν παπά Νικόλα, έλα νά βάλουμε τόν πλάγιο τού δεύτερου ήχου νά παρηγορηθείς».

Μού έμαθε νά προσεύχομαι μέ τό κομποσκοίνι γιά τόν κόσμο γιά τίς αμαρτίες μου καί πάλι έμπονα γιά τόν κόσμο. Όλες τίς ακολουθίες τίς έκανε μέ τό κομποσκοίνι εκτός τής Θείας Λειτουργίας.

-Πάτερ, απορώ πώς εσείς, πού γνωρίσατε ένα τόσο άγιο άνθρωπο, πέσατε σ’ αυτό τό πάθος τής οινοποσίας. Η προσευχή δέν σάς προστάτεψε, δέν σάς βοήθησε νά γλιτώσετε από τόν πειρασμό αυτόν;

-Ευάγγελε, μήν ξεχνάς τό «αρκεί σοί η χάρις μου» τού Παύλου.

-Ξέρετε μέ σκανδάλισε στήν αρχή τουλάχιστον τό θέμα σας.

-Σέ σκανδάλισε ή σέ φόβισε γιά τό ευόλισθον τής φύσεώς μας; Είσαι αυτάρκης στήν νομιζόμενή σου καθαρότητα καί φοβάσαι μήπως τήν χάσεις, μήπως κάνεις κάποιο λάθος καί χάσεις τήν καλή γνώμη γιά τόν εαυτό σου καί γιά τούς άλλους. Σέ νοιάζει τί θά πεί ο κόσμος. Αδελφέ μου καί φίλε μου, η νεότητά σου είναι κακός σύμβουλος, όπως καί σέ μένα κάποτε. Η πείρα τού βίου καί η συναντίληψη τής Χάριτος μέ έπεισε ότι όποιος καί άν είμαι ό,τι καί άν κάνω είμαι δεμένος μέ τόν Χριστό καί φωνάζω «ελέησον μέ ο Θεός, ελέησον μέ Κύριε ως οίδας καί ως θέλεις ελέησόν με». Καί λέω μέσα μου «όλοι σώζονται, εγώ κολάζομαι». Ελπίζω στόν Χριστό καί στήν Παναγία. Ελπίζω στό έλεος τού Θεού πού χαρίζει τόν παράδεισο σ’ αυτούς πού πιστεύουν ότι είναι ανάξιοι τού παραδείσου.

Καί πάλι ο αδυσώπητος χρόνος τελείωνε.

-Πάτερ θέλετε νά σάς φέρω κάτι τήν επόμενη συνάντησή μας;

-Ναί, θέλω κάτι επειδή έχω τέσσερα παιδάκια στήν πατρίδα καί τά έχω επιθυμήσει. Φέρε μου σέ παρακαλώ ένα μικρό παιδάκι καί φώναξέ με νά βγώ στό παράθυρο από τά κάγκελα νά τό δώ νά δώ τά ματάκια του νά παρηγορηθώ.

-Βρήκα τόν μικρό μου βαπτισμένο Σωτήριο τόν πήρα αγκαλιά, πέρασα τήν πόρτα καί σταθήκαμε κάτω από τά σίδερα.

-Π. Νικόλαε, π. Νικόλαε, ήρθαμε.

Πρόβαλε η φιγούρα του πίσω από τά σίδερα άπλωσε τά χέρια του από ψηλά, μας κοίταζε, μάς χαμογελούσε, μιλάγαμε από εκεί. Χάρηκε, θυμήθηκε τά δικά του, απλώθηκε η νοσταλγία. Δέν ήταν πίκρα ήταν μία νοσταλγία γιά τόν παράδεισό μας. Μάς ευλόγησε καί αποχωρήσαμε. Ποιός είναι πλούσιος, Λωξάνδρα μου, εν τώ ολίγω αναπαυόμενος, τζόγια μου …;

-Πάτερ, η Αμερική φημίζεται γιά τά αποτοξινωτικά της κέντρα, πώς ήρθατε σ’ αυτές τίς άθλιες συνθήκες.

-Ευάγγελε, πρίν πολλούς μήνες προκηρύχθηκε μιά θέση παλαμικών σπουδών στό πανεπιστήμιο τής Αθήνας. Ήρθα λοιπόν κι εγώ, αφού πήρα τήν άδεια από τό πανεπιστήμιό μου νά βάλω τά χαρτιά μου γι’ αυτή τήν έδρα. Οι μήνες περνούν, δέν γινόταν τίποτα. Καθηγητικές ίντριγκες, συνεδριάσεις επί συνεδριάσεων, τίποτα. Τήν έδρα μου στό Χάρβαρντ τήν είχε πρίν από μένα ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκι. Αυτός είναι ένας μεγάλος Θεολόγος καί πραγματικός φιλέλληνας καί είναι ο γέροντάς μου.

-Από έκπληξη σέ έκπληξη.

-Γέροντάς σας αυτός ο μέγας;

-Ναί, καί είναι πραγματικά μεγάλος πνευματικός Θεολόγος καί σημειοφόρος άνθρωπος θυσίας. Σπουδαγμένος καί στήν ποιμαντική Ψυχιατρική καί στήν ψυχολογική αντιμετώπιση τών εθισμένων χρηστών σέ ουσίες καί ποτό. Αλλά όλα αυτά τά ασκούσε μέ απέραντη αγάπη καί υπομονή. Γιά νά κατανοήσης τό μέγεθος τού ανδρός θά σού πώ μία ιστορία στήν οποία ήμουν μάρτυρας τής θαυμαστής θεραπείας ενός εφήβου. Μιά οικογένεια έφερε τό παιδί της 18 ετών πού έπασχε από ηβηφρενία. Η κατάσταση ήταν δύσκολη, αθεράπευτη σχεδόν, τόν παρακάλεσαν νά τόν δεχθή νά τόν αναλάβη. Πράγματι, τόν πήρε σέ ένα σπίτι στήν εξοχή πού είχε πολλά στρέμματα, μέ σημύδες ένα μεγάλο αγρόκτημα. Μπήκαν μέσα οι δυό τους, τό αγρίμι καί ο π. Γεώργιος καί έκλεισαν τήν βαριά πόρτα. Μετά τρείς μέρες παρέδωσε τό παιδί υγιές καί σώφρον στούς γονείς. Τό παιδί αυτό σπούδασε καί είναι υγιής έκτοτε καί μάλιστα τώρα είναι καί Επίσκοπος τής Εκκλησίας μας.

-Όταν τόν ρώτησα «π. Γεώργιε, πώς έγινε αυτό;», μού είπε ό,τι πήρε τό παιδί καί τού είπε: «Παιδί μου, εγώ θά καθίσω σ’ αυτήν τήν σημύδα. Όλος ο χώρος είναι δικός σου, κάνε ό,τι θέλεις καί όταν θέλης έλα νά μιλάμε». Τρείς μέρες καί τρείς νύχτες έκανε ό,τι ήθελε. Κατέστρεψε τό ψυγείο, τήν βιβλιοθήκη μου, τά λουλούδια καί όποτε ήθελε μέ πλησίαζε καί μιλάγαμε. Εγώ καθόμουν στής σημύδας τόν κορμό καί περίμενα χωρίς νά ταράζομαι γιά ό,τι γινόταν, τρείς μέρες εκεί δέν σηκώθηκα, δέν έφαγα, δέν ήπια νερό. Τήν τρίτη ήμερα ήρθε τό παιδί γαλήνιο, μού φίλησε τό χέρι, μέ σήκωσε, μέ βοήθησε νά περπατήσω, γιατί ήμουν σάν πεθαμένος, ανοίξαμε τήν πόρτα καί τόν παρέδωσα στούς γονείς του. Ιματισμένο καί σωφρονούντα.

-Πάτερ Γεώργιε, καί τρείς ημέρες πώς κάνατε τίς στοιχειώδεις ανάγκες σας;

-Τά έκανα πάνω μου, δέν μετακινήθηκα καθόλου, ήθελα νά δώσω μία θυσία γι’ αυτόν στόν Θεό, τήν υπομονή μου, τήν κατάργηση τών συμβατικών καθημερινών πρακτικών. Δέν είναι τίποτα, ο Θεός μού χάρισε υγιή τόν άνθρωπο καί δι’ αυτού μού χάρισε καί γεύση τής Βασιλείας Του. Τέτοιος άνθρωπος ήταν αυτός, αληθής Θεολόγος, άνθρωπος τής Λειτουργίας αλλά καί πέρα απ’ αυτήν. Πάντα έλεγε: «δίδου ημίν εκτυπώτερον, σού μετασχείν, εν τή ανεσπέρω ημέρα τής βασιλείας σου».

Συζήτηση περί τής ζωής τού Ιερέως

Από τίς συζητήσεις πού είχαμε καταθέτω εδώ μερικά.

-Πρόσεχε, ιερεύ, τόν εαυτό σου, μήν ξεχάσης νά βλέπης τόν Θεό. Ορκίστηκες νά έχης τόν νού σου στήν σωτηρία τόσο τήν δική σου όσο καί τών άλλων. Κάθε καιρός είναι κατάλληλος γιά νά δώσης τό Βάπτισμα καί τήν θεία Κοινωνία, γιατί κάθε καιρός είναι κατάλληλος γιά τόν θάνατο. Νά θυμάσαι ότι ο άνθρωπος μπορεί νά πή όχι στόν Θεό, ο Θεός δέν μπορεί νά πή όχι στόν άνθρωπο. Αυτού τού Θεού είμαστε Ιερείς, πού επιτρέπει στό πλάσμα του νά πή «όχι, νά μήν γίνη τό θέλημά σου» δηλαδή, νά γεννήση τήν κόλαση. Στούς ανθρώπους μπορείς νά πής ότι ο Χριστός κατέβηκε στόν Άδη, εκεί μάς αναμένει, όσο πιό βαθύς είναι ο Άδης σου, τόσο βαθύτερα είναι ο Χριστός. Η οδύνη είναι τό ψωμί πού ο Θεός μοιράζεται μέ τόν άνθρωπο καί πού έχει υποχρέωση ο δούλος του, ο παπάς, νά μοιρασθή κι αυτός μέ τό σύνολό του. Στόν Σταυρό ο Θεός, ενάντια σέ ό,τι είχαμε ποτέ φαντασθή γιά θεό, τάχθηκε μέ τό μέρος τού ανθρώπου. Ο Θεός έγινε άνθρωπος, δηλώνει τήν αγάπη Του, ζητά τήν αγάπη μας καί μάς απαλλάσσει από κάθε οφειλή.

Ο αγώνας μας είναι η προσοχή στήν πνευματική πηγή τού κακού, τό οποίο δέν προέρχεται από τήν φύση, αλλά συντελείται μέσα στό πνεύμα. Αυτός πού είδε τήν αμαρτία του είναι πιό μεγάλος από αυτούς πού γνώρισαν αγγέλους. Τότε, από τήν άβυσσο τών αμαρτιών μου επικαλούμαι τήν άβυσσο τής Χάριτός Σου. Πρόοδος στόν αγιασμό σου, παπά μου, φαίνεται όταν η καρδιά σου ήσυχη διαστέλλεται καί ανθίζει σέ κοσμική ευσπλαχνία, δέν μπορεί νά κρίνη κανέναν, σηκώνει τό κακό όλου τού κόσμου, περνά τήν Γεθσημανή καί καλύπτει τά πάντα μέ τόν μανδύα τής αγάπης. Η αγάπη είναι ο Θεός πού ρίχνει τό βέλος, τόν Μονογενή Του Υιό, αφού έβρεξε τήν ακίδα τού βέλους μέ τό ζωοποιό Πνεύμα. Η ακίδα είναι η πίστη πού όχι μόνο εισάγει τό βέλος αλλά καί τόν τοξότη μαζί της.

Ευάγγελέ μου, άν ποτέ γίνεις Ιερέας νά θυμάσαι ότι αυτό πού σκανδαλίζει τούς άπιστους δέν είναι οι Άγιοι, αλλά τό αναμφισβήτητο γεγονός ότι δέν είμαστε όλοι άγιοι. Η κατάσταση τού κόσμου μοιάζει μέ αυτήν τήν πρό τού Μ. Κωνσταντίνου, καί χειρότερη, γιατί τότε οι άνθρωποι ήσαν ειδωλολάτρες, τώρα είναι άθεοι. Έτσι, αντί η Εκκλησία νά κρίνη τόν κόσμο, η Εκκλησία κρίνεται από τόν κόσμο, γιατί ο κόσμος μπορεί νά τήν κατηγορήση ότι μέσα σέ τόσους αιώνες έχασε τήν ικανότητα τής μαγιάς καί αντανακλά τόν κόσμο καί μάλιστα πιστά. Η Εκκλησία από αρραβωνιαστικιά έγινε θρησκευτική κοινωνία. Τό Ευαγγέλιο εξεγείρει, ανατρέπει όχι τήν δομή τού κόσμου αλλά τήν δομή τού ανθρώπινου πνεύματος. Ο Χριστός εντός. Απόκτησε τήν εσωτερική ειρήνη καί πλήθος ανθρώπων θά βρή τήν ειρήνη δίπλα σου.

Παπά μου, τό νά πλησιάσης τόν σύγχρονο άνθρωπο είναι τέχνη. Τό ουσιώδες είναι νά μεταφερθής στήν θέση του, νά σβήσης τόν εαυτό σου καί νά αφήσης τόν Χριστό νά μιλήση. Όλη σου η Θεολογία πού σέ έμαθαν σωριάζεται σάν θρύψαλα μπροστά σέ έναν εγκληματία, έναν νεκρό, μιά μοναξιά. Όμως η ζωντανή ζεστασιά τής παλάμης σου, μπορεί νά κάνη ανθρώπους σβησμένους, λερωμένους κι άσχημους νά ακτινοβολούν ξαφνικά ακτίνες Φωτός καί νά ανασύρης στήν επιφάνεια αυτό πού κοιμάται. Τήν κοινωνία. Ο Μυστικός Δείπνος, η θεία Κοινωνία, πού ετοιμάζεις είναι μυστήριο εν πορεία, γι’ αυτό στεκόμαστε όρθιοι. Καί άν γίνουμε απόβλητοι από τήν κοινωνική ζωή πρέπει νά ωριμάσουμε σάν μία γενιά ομολογητών. …;

-Πάτερ Νικόλαε, είδα ότι είσαι άνθρωπος τού Θεού. Σέ παρακαλώ πές μου ποιά είναι η μυστική σου εργασία, τί μού κρύβεις;

-Ευάγγελέ μου, ήλθε η ώρα νομίζω νά μάθεις όλα τά κατ’ εμέ σάν μία παρακαταθήκη διδασκάλου πρός μαθητή. Δέν είμαι άρρωστος, τουλάχιστον δέν πάσχω από αλκοολισμό!!!! Μεταξύ τών σπουδών μου είναι καί η ψυχολογία τού χρήστη. Αφού ήρθα στήν Αθήνα καί κατέθεσα τά χαρτιά μου καί ο καιρός περνούσε, μέ τό σήμερα-αύριο, μίλησα μέ τόν διευθυντή τής κλινικής πού είναι φίλος μου από τήν Αμερική, τού είπα γιά προγράμματα στήν Αμερική, όπου ο γιατρός ζή μαζί μέ τούς αρρώστους γιά όλο τόν χρόνο τού προγράμματός τους μέ εξαιρετικά αποτελέσματα. Έτσι παρακολουθώ τό πρόγραμμα, χωρίς κανείς νά τό γνωρίζει από τούς συναρρώστους μου. Ζώ έγκλειστος τρείς μήνες περίπου, επιταχύνθηκε τό πρόγραμμα, αλλά κυρίως αυτοί πού έφυγαν αυτό τό διάστημα δέν υποτροπίασαν.

-Μά τί μού λέτε, πουλήσατε τόν εαυτό σας σάν δούλο εδώ μέσα, δέν βλέπετε ούτε κάν παιδιά, υποφέρετε τήν τρέλα τού καθενός!

-Ναί, αλλά έχω τό δωματιάκι μου, τήν προσευχή μου, τήν πίστη μου, έχω τόν καθρέφτη μου, όλους τούς αδελφούς τούς έγκλειστους.

Εκείνο πού μού ξεσχίζει τά σπλάχνα ήταν ότι δέν μπορούσα νά λειτουργώ. Τώρα τελευταία παίρνω κι εγώ, όπως όλοι, μία άδεια καί πηγαίνω εδώ σέ ένα μοναστηράκι νά λειτουργώ καί επανέρχομαι.

-Μά δέν τρελαθήκατε εδώ μέσα, φυλακισμένος αναίτια τόσους μήνες;

-Πιέστηκα, πιέστηκα, ήταν εμπειρία τάφου, αλλά όμως γνώρισα όλους αυτούς τούς φίλους τού Χριστού, τούς ελάχιστους. Αυτούς πού πιστεύουν ότι είναι ανάξιοι τού παραδείσου, τούς συμπαραστάθηκα, τούς άκουσα, τούς έδωσα λίγο νερό, λίγη πίστη καί, κυρίως, επλατύνθηκα κι εγώ καί πάλι δούλος αχρείος είμαι. Αναλογίζομαι τήν ώρα τής εξόδου μου καί ελπίζω στό έλεος τής Εκκλησίας Του καί στό ιδικό Του.

-Πάτερ Νικόλαε, είστε τόσο νέος ούτε πενήντα τριών.

Ήταν Τετάρτη τής πρώτης τών νηστειών πού κάναμε αύτη τήν κουβέντα τής καρδιάς, πού μού χάραξε τήν καρδιά.

-Τήν Παρασκευή θά πάρω άδεια, θά πάω στό μοναστηράκι πού σάς είπα γιά τούς Χαιρετισμούς καί γιά Λειτουργία τήν Κυριακή τής Ορθοδοξίας. Ελάτε κι εσείς νά σάς δούμε. Πάρτε ένα τηλέφωνο τό Σάββατο νά σάς πούμε τήν ώρα τής Λειτουργίας τήν Κυριακή.

Πράγματι, τό Σάββατο τών Αγίων Θεοδώρων τηλεφώνησα.

-Ευλογείτε, πάτερ.

-Ο Κύριος.

-Σάς παρακαλώ, θέλω νά μιλήσω στόν πατέρα Νικόλαο.

-Δέν γίνεται, μού είπε.

-Πότε νά ξαναπάρω γιά τόν π. Νικόλαο, πότε;

-Μόλις πρό ολίγου τελείωσε τήν θεία Λειτουργία, κατέλυσε καί πέθανε μπροστά στήν Αγία Τράπεζα, τήν ώρα πού τήν ασπαζόταν γιά νά βγή από τό Ιερό. Επειδή αργούσε νά βγή, μπήκε ο εκκλησάρης καί τόν βρήκε γονατιστό αλλά χωρίς πνοή. Έχει έρθει η αστυνομία, θά τόν πάνε γιά νεκροτομή, θά τόν στείλουν στήν Αμερική.

-Δέν ξέρω τί λέτε, πάτερ, εγώ προχτές τού μίλησα, τέλος πάντων ήμασταν μαζί. Ήταν μιά χαρά. Δέν μπορεί, δέν είναι αυτός.

-Όχι, αυτός είναι.

Έτσι τό ήθελε ο Θεός. Έτσι ετελειώθη ο Νικόλαος ο άρχων, ο εργάτης τών εντολών τού Χριστού, ο κρυφός, ο φίλος μου, ο ολιγοήμερος, ο γνήσιος ποιμένας πού άφησε τά ενενήντα εννιά γιά τό ένα, πού πουλήθηκε δούλος σάν κι αυτόν τόν Επίσκοπο τού γεροντικού, ο Ιερέας τού 20ου αιώνος τού απατεώνος πού τά μάτια του δέν απατήθηκαν, αλλά είδε καθαρά τήν εικόνα τού κόσμου χωρίς φαντασία. Άς έχουμε τήν ευχή του.-

************

Τό κείμενο «Ιερεύς τις τού 20ού αιώνος» δημοσιεύθηκε στό Περιοδικό τής Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς «Πειραϊκή Εκκλησία» καί κυκλοφόρησε σέ πολλές ιστοσελίδες τού διαδικτύου, άλλοτε αυτοτελές καί άλλοτε εντεταγμένο σέ ένα γενικότερο κείμενο μέ τίτλο «Ενθύμιο Χειροτονίας εις Πρεσβύτερο Π. Ευαγγέλου εξ ιατρών 14/11/2009», τό οποίο αποτελεί τόν χειροτονητήριο λόγο τού Ιερέως ιατρού π. Ευαγγέλου. Όπως ο ίδιος μας πληροφορεί, ο Αρχιερέας Γρηγόριος τού ζήτησε νά αναφέρη στόν λόγο του τήν ιστορία τού π. Νικολάου: «Γράψε, Ευάγγελε, τήν ζωή τού π. Νικολάου, νά τήν μοιράσουμε σάν ενθύμιο τήν ήμερα τής χειροτονίας σου». Καί όπως σημειώνει ο π. Ευάγγελος, «έτσι γιά υπακοή τήν έγραψα εις αποκάλυψη τής μυστικής εργασίας του. Καί διαρκή υπόμνησή μου τού τί είναι Ορθόδοξος παπάς».

Πηγή: Ψήγματα Ορθοδοξίας

Comments»