jump to navigation

Η ζωή τραβά την ανηφόρα Ιανουάριος 1, 2013

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Πολυμέσα , 1 comment so far

wrestling against gravity

Καλή Χρονιά! Καλή Δύναμη!

Λάδι και Δάκρυ Χρειάζονται τα Παιδιά Οκτώβριος 26, 2012

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία, Οικογένεια / Παιδί , 2Σχόλια

his ministers a flaming fire

Ό,τι κι αν έκανε η μάνα για το παιδί της αυτό πήγαινε στα χαμένα. Όσες
προσπάθειες κι αν έκανε να το φέρει στο δρόμο του Θεού, ήτανε
άκαρπες. Άσπρο η μάνα,μαύρο ο γιος. Κι όσο έβλεπε να βγαίνουν απ’ τα
χέρια της, με την χάρη του Θεού, παιδιά υπέροχα, έξυπνα, χρήσιμοι
άνθρωποι στην κοινωνία, παιδιά περήφανα που την είχανε δασκάλα, και το
δικό της το μοναδικό παιδί, που του αφοσιώθηκε ολότελα σαν έμεινε
χήρα, να μην αποφασίζει για κάτι, της ερχότανε τρέλλα.
Η παρέα του έβαλε κατά νου να ξεθεμελιώσει και να ρημάξει
κράτος, ηθική, θρησκεία, πατρίδα.Έλα τώρα εσύ μάνα, που γαλουχήθηκες
και γαλούχησες γενεές γενεών με ό,τι ωραιότερο υπάρχει σε ουρανό και
γη, να συμφωνήσεις με το παιδί αυτό. Μέρες, εβδομάδες, μήνες έλειπε
από το σπίτι, χωρίς σημάδια ζωής. Κι’ η μάνα, αχ, αυτή η μάνα! Ποιος
θα γράψει ποτέ τους πόνους, τους μόχθους ,τα δάκρυα αυτών των μανάδων,
που δεν βλέπουν καμιά προκοπή, καμιά λαχτάρα στα παιδιά τους! Οι άλλες
που δικαιώνονται, χορταίνουν τουλάχιστο με τους επαίνους και τα
συχαρίκια των συγγενών. Η μάνα λοιπόν περίμενε. Πάντα περίμενε μια
αλλαγή. Η προσευχή της, το λιβάνι που έκαιγε, το καντηλάκι που άναβε, ήταν όλα, μα όλα γι’ αυτό το παιδί. Όταν ήρθε ο καιρός του να πάει
στρατιώτης, αναθάρρησε η μάνα. Ίσως εδώ βρει τον εαυτό του, είπε.
Αυτός όμως παρουσίασε πιστοποιητικό ψυχιάτρου και πήρε αναβολή.
Και να βλέπει η μάνα τις επιτυχίες των άλλων παιδιών, τα πτυχία ,τις
υποτροφίες και το δικό της παιδί χαμένο στις ιδέες του, τις
μηδενιστικές, τις καταστροφικές,. Κι’ αυτή εκεί, καντήλι και
θυμίαμα, λάδι και δάκρυ. Σημάδια έκανε το πάτωμα. Κάποτε
παρουσιάσθηκε στο σπίτι, γιατί πήρε την απόφαση να πάει
στρατιώτης .»Καλό σημάδι» είπε μέσα της η μάνα.
Πέρασε όλη την θητεία του σε φυλάκιο του Έβρου. Δεν ήρθε να τη δει
ούτε μια φορά. Κι’ η μάνα δεν άφησε το εικονοστάσι χωρίς λάδι και δάκρυ
ούτε ένα βράδυ. Κάποτε απολύθηκε. Μάιο μήνα ήρθε ίσια στο σπίτι.
Χαρούμενος, κεφάτος, σα να μην έλειψε ούτε μια μέρα. Της ζήτησε χρήματα
να πάει λιγες μέρες στη θάλασσα με κάτι φίλους. Του έδωσε αμέσως.
Ένιωθε να παλεύει η μάνα με κάποιον στήθος με στήθος. Κι’ αυτός ο
κάποιος δεν ήταν το παιδί της . Ήταν το πνεύμα του κακού που έπρεπε να
το νικήσει το πνεύμα του Θεού.
Πέρασαν δέκα μέρες κι όλη η παρέα γύρισε. Γύρισαν χαρούμενοι. Είπανε
τα νέα τους, φάγανε, ήπιανε καφέ και τότε ο γιος της της φέρνει ένα
δέμα.
-Μάνα , σου έφερα ένα δώρο. Είπα να μην έρθω με άδεια χέρια αυτή τη
φορά. Άνοιξέ το να δούμε αν σου αρέσει. Δώρο από σένα αγόρι μου και
δεν θα μου αρέσει; Και μόνο που με σκέφτηκες φτάνει. -Άνοιξέ το ,
λοιπόν… Η μάνα παίρνει το δέμα και το ανοίγει . Μόλις αντίκρυσε
το δώρο πάγωσε. Τα δάκρυά της αυλάκωσαν τα μάγουλά της. Ήταν ένα
πανέμορφο καντηλάκι ,σπάνιας τέχνης . -Μάνα,σ’ έβλεπα πρωί και βράδυ να
ανάβεις το καντήλι και ήξερα, ήμουνα βέβαιος πως τόκανες για μένα. Στη
σκέψη μου ,στη θύμησή μου, σ’ έφερνα πάντα μπροστά στο καντηλάκι.
Τίποτε δεν μου ξέφευγε απ’ όσα έκανες , απ’ όσα υπέφερες. Καποιο μέρος
ήθελα νάχω σ’ αυτή σου τη λαχτάρα. Άντε λοιπόν ,σήκω. Έλα μπράβο, βάζω
το καντηλάκι, βάζεις το λάδι και το… δάκρυ!…. Μα σούφερα
ένα ακόμη ακόμη δώρο. Άνοιξέ το!… Πήρε η μάνα το δεύτερο
δώρο, το ανοίγει και τι να δει! Ένα κ α ν τ ή λ ι !
-Κι άλλο παιδάκι μου; Δίδυμα ήτανε; -Αυτό για το σαλόνι. Φωνάξαμε
τον πατέρα Γρηγόριο να κάνει αγιασμό και βρήκε το σαλόνι χωρίς
καντήλι. Ξέρεις πόσο ντροπιάστηκα; Ολόκληρο σαλόνι χωρίς καντήλι ;
Μ ά ν ε ς αγρότισσες, μάνες νησιώτισες, μάνες πολίτισες,
Βορειοηπειρώτισες. Μάνες που τα παιδιά σας γέμισαν την ποδιά σας με
πτυχία, με διπλώματα κι εσείς οι άλλες, που πασχίζετε μαζί με μένα
για νάβρουν τα παιδιά σας μια θέση στον ήλιο… Και σεις που πιστεύετε, και σεις που δεν πιστεύετε, πάρτε το λάδι και το δάκρυ σας κι ελάτε
να ανάψουμε όλες μαζί το κ α ν τ η λ ά κ ι που έφερε ο γιος
μου. Αφήστε όλους αυτούς , που θέλουν τάχα να προστατέψουν τα παιδιά
μας από αρρώστιες κι αρχίζουν να διαφημίζουν στην τηλεόραση
ανομολόγητους τρόπους, ελάτε λέω, να γονατίσουμε και να ζητήσουμε
απ’ τον Θεό να σώσει τα παιδιά μας.
Λάδι και δάκρυ χρειάζονται τα παιδιά μας. Με λάδι και δάκρυ δεν χάνονται ποτέ!

Φανής Μήτσου Θεοδωρίδου
Ζωντανές Ιστορίες

Ευχαριστίες στην Ιωάννα Ιωαννίδου για την αποστολή του κειμένου.

Η Αγία Κομμώτρια – Μια σύγχρονη απατημένη ορθόδοξη σύζυγος Μάιος 3, 2012

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία, Οικογένεια / Παιδί, Σχέσεις , 17Σχόλια

Η νίκη της καλοσύνης και της υπομονής

Μια πολύ γλυκιά κυρία, μου διηγήθηκε τα παρακάτω:
-Τον άνδρα μου τον παντρεύτηκα με προξενιό. Όμως χωρίς να το ξέρω, εκείνος αγαπούσε και είχε χρόνια δεσμό με μια κοπέλα, που οι δικοί του δεν την ήθελαν, αλλά αυτός δεν έπαψε ποτέ να την αγαπά.
Παντρευτήκαμε. Η μέρα του γάμου ήταν πολύ όμορφη.
Όμως οι όμορφες μέρες ήταν μόνο τρεις. Από την τέταρτη μέρα και επί δέκα επτά χρόνια η ζωή μου δίπλα του ήταν μια κόλαση. Όταν τον ρώτησα γιατί μου φερόταν τόσο άσχημα, μου αποκάλυψε πως αγαπούσε άλλη γυναίκα κι όχι εμένα. Έπεσα από τα σύννεφα!
-Τότε γιατί με παντρεύτηκες;
-Γιατί με πίεσαν οι γονείς μου. Εκείνη, βλέπεις, δεν την ήθελαν.
-Και εγώ τι φταίω να μου φέρεσαι έτσι;
-Σήκω και φύγε, άμα δεν σου αρέσει.
-Που να πάω; Ντρέπομαι τα αδέλφια μου και τον κόσμο.
-Ε! Τότε κάτσε εδώ και βούλωστο.
Αυτή ήταν η απάντησή του. Μαζί κοιμόμασταν, όταν τσακωνόταν με την άλλη. Ωστόσο έμεινα έγκυος!
Μόλις του το είπα, έγινε θηρίο έτοιμο να με κατασπαράξει! Μου ζήτησε να το ρίξω. Εγώ όμως, δεν το κάνα. Για κανέναν και για τίποτε δεν θα σκότωνα το παιδί μου. Μ’ αυτόν τον τρόπο γέννησα τρία κορίτσια.
-Εργάζεστε;
-Ναι! Έχω δικό μου κομμωτήριο. Ποτέ όμως οι πελάτισσές μου δεν με είδαν κλαμένη ή πικραμένη. Ούτε και τα παιδιά μου. Την πίκρα μου την έκρυβα βαθιά μες’ στην ψυχή μου, τη μοιραζόμουν μόνο με τον Θεό. Ξέρεις τι σημαίνει να κοιμάσαι με τον άνδρα σου, όποτε τσακώνεται με τη φιλενάδα του;
-Δεν το έχω ζήσει, όμως μπορώ να σε καταλάβω. Καλά, αυτή δεν βρήκε κάποιον να παντρευτεί, να κάνει οικογένεια;
-Παντρεύτηκε, έχει και δύο παιδιά. Αλλά με τον άνδρα μου δεν χώρισαν ποτέ.
-Ο άνδρας της δεν το έχει καταλάβει;
-Δεν ξέρω.
-Τα παιδιά σας δεν έχουν καταλάβει τίποτε;
-Όχι! Πάντα τον δικαιολογούσα, τον κάλυπτα. Αλλά και ποτέ δεν μαλώσαμε. Γιατί ποτέ δεν τον ρώτησα ούτε πού ήταν ούτε γιατί άργησε ούτε αν ήταν με αυτήν. Τίποτα! Όποια ώρα κι αν ερχόταν, αν ήταν μπροστά τα παιδιά, του έλεγα: Καλώς τον Δημητράκη! Και ετοίμαζα το τραπέζι για να φάει.
-Πώς το άντεχες αυτό;
-Δεν μπορούσα να κάνω κι αλλιώς. Έπρεπε να δώσω το καλό παράδειγμα στα παιδιά μου. Ήθελα να μάθουν την αξία του σεβασμού, την αξία της αγάπης, την αξία της υπομονής.
-Και, δόξα τω Θεώ, εσύ διαθέτεις πολλή υπομονή.
Εδώ χαμογέλασε. Συνέχισα:
-Τα παιδιά σου, ποιος σου τα κρατούσε, τις ώρες που εσύ εργαζόσουν;
-Η μητέρα μου. Και ξέρεις πώς τους περνούσα τα μηνύματα για οτιδήποτε ήθελα να αποφύγουν;
-Πώς;
-Τους τα έγραφα σε κασέτα. Από τον καιρό που ήταν μωρά, έγραφα κάθε μέρα κάτι στην κασέτα, την έδινα στη μητέρα μου και της έλεγα να τους βάζει να την ακούνε. Έτσι δεν ένιωθαν πολύ την απουσία μου.
Αυτό γινόταν επί δεκαεπτά χρόνια. Ό,τι μήνυμα ήθελα να τους περάσω, το παρουσίαζα πως το είχα ακούσει στο κομμωτήριο. Για τα ναρκωτικά, ας πούμε, τους έλεγα πως είχε έρθει μία πελάτισσα στο μαγαζί, που ήταν πολύ πικραμένη, γιατί το παιδί της είχε μπλέξει με κάποιους φίλους, που τον παρέσυραν στα ναρκωτικά… ή άλλοτε πως γνώρισα κάποιο κορίτσι, που έμπλεξε με κάποιο αγόρι και έμεινε έγκυος και από την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη τής προέκυψαν πολλά δυσεπίλυτα προβλήματα.
Όταν μεγάλωσαν, δεν πήγαιναν στη γιαγιά τους, αλλά προτιμούσαν να καθίσουν σπίτι να διαβάσουν. Τους έλεγα πως, όταν έρθει ο πατερούλης, έπρεπε να του σερβίρουν το φαγητό, να τον περιποιούνται, αφού εκείνος αγωνίζεται για μας, γιατί μας αγαπάει πολύ. Έτσι, κάθε μέρα γυρίζοντας από το σχολείο, θα έβαζαν πρώτα να ακούσουν το μήνυμα της μαμάς.
-Συγγνώμη. Όλα αυτά πώς τα άντεχες;
-Σου είπα: Την πίκρα μου τη μοιραζόμουν με το Θεό, γι’ αυτό και άντεχα. Αν συζητούσα με κάποια φίλη τα προβλήματά μου, σίγουρα θα είχα χωρίσει. Άκου τη συνέχεια, για να δεις την κατάληξη.
-Είμαι όλη αφτιά! Ακούω.

-Λοιπόν! Επί δεκαεπτά χρόνια, διακοπές πήγαινα μόνη με τα παιδιά μου. Εκείνος δεν ήρθε ποτέ, με όσα παρακάλια κι αν του έκαναν τα παιδιά. Μια χρονιά, γυρνώντας από τις διακοπές μας, βρήκα μια κασέτα στο κομοδίνο μου, που έγραφε πάνω «Σ’ αγαπώ». Παραξενεύτηκα! Τι κασέτα ήταν αυτή; Σκέφθηκα πως θα ήταν για τη φιλενάδα του. Όταν το βράδυ κοιμήθηκαν τα παιδιά, έβαλα να την ακούσω.
Εδώ γέλασε.
-Γιατί γελάτε; τη ρώτησα περίεργα.
-Γιατί η κασέτα ήταν γραμμένη από τον άνδρα μου για μένα!
-Τι έλεγε η κασέτα;
-Πριν σου πω τι έλεγε η κασέτα, θα σου πω τι έκανε πριν.
-Τι έκανε;
-Είχε μαλώσει άσχημα με τη φιλενάδα του και χώρισαν. Πήγε σπίτι και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο των παιδιών. Γνώριζε πως τους γράφω κασέτες, πήρε μια στην τύχη και την άκουσε. Κι ύστερα κι άλλες… Έτσι άκουσε τι έλεγα στα παιδιά και συγκινήθηκε. Πήρε λοιπόν και αυτός μια κασέτα και μου έγραψε:

«Συγχώρεσε με για ότι σου έχω κάνει. Τώρα καταλαβαίνω πόσο πολύ σ’ έχω πληγώσει, πόσο πολύ σ’ έχω ταπεινώσει. Και εσύ ούτε μία άσχημη κουβέντα δεν είπες ποτέ, πάντα τρυφερή και γλυκιά μαζί μου. Άκουσα μερικές κασέτες σου, που μιλάς στα παιδιά μας. Δεν με κατηγόρησες ποτέ. Μόνο καλά λόγια έβγαιναν από τα χείλη σου. Τώρα κατάλαβα γιατί μ’ αγαπούν τόσο πολύ τα παιδιά μας. Σε παρακαλώ, συγχώρεσε με, και σου υπόσχομαι, ότι σου στέρησα όλα αυτά τα χρόνια, να σου τα δώσω απλόχερα από εδώ και πέρα. Θα είσαι η βασίλισσα της καρδιάς μου. Σε παρακαλώ, συγχώρεσε με. Αυτή την ώρα που σου μιλάω, πίστεψέ με πως αισθάνομαι πολλή αγάπη για σένα, μου λείπεις. Σ’ αγαπώ».

Ακούγοντάς τα όλα αυτά, ένιωσα όμορφα, δυσκολευόμουν όμως να τα πιστέψω. Στη σκέψη μου ήρθαν, σαν κινηματογραφική ταινία, όσα μου έκανε και όσα μου έλεγε. Έτσι με πήρε ο ύπνος.
Όταν γύρισε το βράδυ, τον άκουσα, μα δεν σηκώθηκα, όπως έκανα πάντα, για να του βάλω φαγητό. Έκανα πως κοιμόμουν. Εκείνος ήρθε και ξάπλωσε δίπλα μου, σιγά-σιγά, για να μη με ξυπνήσει και με πήρε αγκαλιά, για πρώτη φορά στα δεκαεπτά μας χρόνια. Και όχι μια απλή αγκαλιά, αλλά πολύ τρυφερή… Με φίλησε απαλά στην πλάτη και ψιθύρισε: «Συγχώρεσε με, σ’ αγαπώ!»
Από εκείνη την βραδιά η ζωή μου άλλαξε τελείως. Ο Δημήτρης έγινε άλλος άνθρωπος… Τρυφερός, στοργικός, δεν μου χάλασε ποτέ χατίρι. Με λίγα λόγια γίναμε οικογένεια.
Να ξέρεις πως στη ζωή, όταν αγωνίζεσαι, θα χάνεις μάχες, μα στο τέλος τον πόλεμο εσύ θα τον κερδίσεις.
Και κάτι άλλο: Χωρίς πίστη στον Θεό, δεν έχεις όπλα να παλέψεις!

από το βιβλίο Ταξιδεύοντας στα τείχη της πόλης, μοναχής Πορφυρίας

Πηγή: Ο Νεκρός | φωτογραφία: .sudesh.

Θερμές Ευχαριστίες στην Παναγιώτα

Η Ορθόδοξη Superwoman Μάρτιος 7, 2012

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία, Οικογένεια / Παιδί, Σχέσεις , 42Σχόλια

-Γέροντα, μιὰ γυναίκα τὴν ἐγκατέλειψε ὁ ἄνδρας της, πῆρε καὶ τὸ παιδὶ, καὶ ἔχει σχέσεις μὲ δὺο ἄλλες γυναὶκες. Μὲ ρώτησε τί νὰ κάνη.
-Νὰ τῆς πῆς, ὅσο μπορεῖ, νὰ κάνη ὑπομονή, προσευχή, καὶ νὰ φέρεται μὲ καλοσύνη. Νὰ περιμένη· νὰ μὴ διαλύσει τὸν γάμο ἡ ἴδια. Κάποιος περιφρονοῦσε τὴν γυναίκα του, τὴν κακαμεταχειριζόταν, καὶ αὐτὴ τὰ ἀνατιμετώπιζε ὅλα μὲ ὑπομονὴ καὶ καλοσύνη, μέχρι ποὺ πέθανε σχετικὰ νέα. Ὅταν ἔκαναν τὴν ἐκταφή της, βγῆκε ἀπὸ τὸν τάφο μία εὐωδία.
Ἀπόρησαν ὅσοι βρίσκονταν ἐκεῖ.
Βλέπετε, αὐτὴ ἀντιμετώπιζε τὰ πάντα μὲ ὑπομονὴ σ’ αὐτὴν τὴν ζωή, γι’ αὐτὸ δικαιώθηκε στὴν ἄλλη ζωή.

Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου καὶ μιὰ ἄλλη περίπτωση. Ἕνα κοσμικὸ παιδὶ εἶχε συμπαθήσει μιὰ κοπέλα ποὺ ζοῦσε πνευματικά. Γιὰ νὰ τὸν συμπαθήση καὶ ἡ κοπέλα, προσπαθοῦσε νὰ ζῆ κι αὐτὸς πνευματικά, ἐκκλησιαζόταν κ.λπ. Τελικὰ παντρεύτηκαν. Μετὰ ὅμως ἀπὸ χρόνια ἐκεῖνος ἄρχισε πάλι τὴν κοσμικὴ ζωή.
Ἐνῶ εἶχαν καὶ μεγάλα παιδιὰ -ἕνα ἀγόρι στὸ πανεπιστήμιο καὶ δύο κοπέλες, μία στὸ λύκειο καὶ μία στὸ γυμνάσιο –αὐτὸς συνέχιζε νὰ ζῆ ἄσωτα. Εἶχε μιὰ μεγάλη ἐπιχείρηση καὶ ἔβγαζε πολλὰ χρήματα, ἀλλὰ τὰ περισσότερα τὰ ἐξόδευε μὲ τὴν ἄσωτη ζωή του.
Ἡ καημένη ἡ σύζυγός του κρατοῦσε τὸ σπίτι μὲ τὴν οἰκονομία ποὺ ἔκανε καὶ τὰ παιδιά της μὲ τὶς συμβουλές της. Δὲν κατηγοροῦσε τὸν πατέρα τους, γιὰ νὰ μὴν τὸν σιχαθοῦν καὶ τραυματισθοῦν, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ μὴν παρασυρθοῦν.
Τὰ βράδια ποὺ γύριζε ἀργά, εὔκολα τὸν δικαιολογοῦσε, λέγοντας στὰ παιδιὰ ὅτι ἔχει δουλειὲς, ἀλλὰ τὸ μεσημέρι ποὺ πήγαινε στὸ σπίτι μὲ κάποια φιλαενάδα του, τί νὰ ἔλεγε; Γιατί, τί ἔκανε ὁ ἀθεόφοβος αὐτὸς ἄνθρωπος; -ἄν καὶ δὲν ἀξίζει νὰ τὸν λέη κανείς ἄνθρωπο, ἐπειδὴ δὲν εἶχε καθόλου ἀνθρωπιά.
Τηλεφωνοῦσε στὴν γυναίκα του νὰ τοῦ ἑτοιμάση τὰ φαγητὰ ποὺ ἐπιθυμοῦσε καὶ ἐρχόταν τὸ μεσημέρι μὲ κάποια ἀπὸ τὶς φιλενάδες του γιὰ φαγητὸ. Ἡ καημένη ἡ μάνα, γιὰ νὰ μὴν μποῦν σὲ ἄσχημους λογισμοὺς τὰ παιδιά της, τοὺς καλοδεχόταν.
Ἔδινε τὴν ἐντύπωση ὅτι εἶναι δική της φίλη καὶ πέρασε ὁ σύζυγος της ἀπὸ τὸ σπίτι της καὶ τὴν ἔφερε στὸ σπίτι τους, μὲ τὸ αὐτοκίνητό του. Ἔστελνε μὲ τρόπο τὰ παιδιὰ στὰ δωμάτιά τους, γιὰ νὰ διαβάσουν, γιατὶ φοβόταν μήπως δοῦν καμμιὰ ἄσχημη σκηνή, ἐπειδὴ δυστυχῶς αὐτὸς δὲν πρόσεχε, ἀλλὰ ἀσχημονοῦσε καὶ μέσα στὸ σπίτι. Αὐτὸ γινόταν κάθε μεσημέρι καὶ κάθε τόσο τῆς κουβαλοῦσε καὶ ἄλλο πρόσωπο.
Ἀφοῦ τὰ παιδιὰ ἔφθασαν νὰ λένε στὴν μητέρα τους: «Πόσες φίλες ἔχεις, μαμά;» . «Γνωριζόταμασταν ἀπὸ παλιά», τοὺς ἔλεγε ἐκείνη. Ἐν τῷ μεταξὺ αὐτὸς τὴν εἶχε τὴν καημένη χειρότερα καὶ ἀπὸ ὑπηρέτρια, διότι τῆς φερόταν μὲ πολλή βαρβαρότητα.
Σκεφθῆτε τώρα, αὐτὴ ἡ μάνα κάθε μέρα νὰ ὑπηρετῆ δύο κτήνη, ποὺ ἀτίμαζαν τὸ σπίτι, καὶ νὰ βάζη συνέχεια καλοὺς λογισμοὺς στὰ παιδιά της. Καὶ δὲν εἶναι ὅτι ἤξερε πὼς τὸ θέμα αὐτὸ θὰ λήξη ἔπειτα ἀπὸ ἕνα διάστημα, ὥστε νὰ πῆ: «θὰ κάνω ὑπομονὴ» καὶ νὰ ἔχη καὶ λίγη παρηγοριά.
Αὐτὴ ἡ κατάσταση συνεχίστηκε ἀρκετὰ χρόνια. Ἐπειδὴ ὅμως εἶχε δώσει ὁ ταλαίπωρος πολλὰ δικαιώματα στὸν διάβολο, ἑπόμενο ἦταν νὰ δέχεται φοβερὲς δαιμονικὲς ἐπιδράσεις. Ἦταν σὰν τρελλός, δὲν ἤλεγχε τὸν ἑαυτό του, ὅλα τοῦ ἔφταιγαν.
Μιὰ μέρα λοιπὸν, ὅπως ἔτρεχε μὲ τὸ αὐτοκίνητό του, καθὼς ἦταν μεθυσμένος ἀπὸ τὴν σαρκικὴ μέθη, ξέφυγε ἀπὸ τό δρόμο καὶ ἔπεσε στὸ γκρεμό. Τὸ αὐτοκίνητο διαλύθηκε καὶ αὐτός τραυματίστηκε σοβαρά. Τὸν μετέφεραν στὸ νοσοκομεῖο καὶ ὕστερα ἀπὸ μιὰ σχετικὴ νοσηλεία τὸν πῆγαν στὸ σπίτι σακατεμένο.
Καμμιὰ φιλενάδα του δὲν τὸν πλησίασε, γιατὶ δὲν εἶχε πιὰ οὔτε πολλὰ χρήματα, ἀλλὰ καὶ τὸ πρόσωπό του ἦταν παραμορφωμένο. Ἡ καλὴ σύζυγος ὅμως καὶ καλὴ μάνα τὸν περιποιόταν μὲ πολλὴ καλωσύνη, χωρίς νὰ τοῦ θυμίζη τίποτε ἀπὸ τὴν ἄσωτη ζωή του.
Αὐτὸ τὸν συγκλόνισε καὶ τὸν ἀλλοίωσε πνευματικὰ. Μετανόησε εἰλικρινὰ, ζήτησε καὶ ἐξομολογήθηκε, ἔζησε λίγα χρόνια χριστιανικά, μὲ ἐσωτερική εἰρήνη, καὶ ἀναπαύθηκε ἐν Κυρίῳ. Μετὰ τὸν θάνατο του τὸ ἀγόρι ἀνέλαβε τὴν δουλειά του καὶ συντηροῦσε τὴν οἰκογένεια.
Ζοῦσαν ἀγαπημένα τὰ παιδιὰ, γιατὶ εἶχαν πάρει καλὲς ἀρχὲς ἀπὸ τὴν καλὴ μάνα. Αὐτὴ ἡ μάνα ἦταν ἡρωίδα.
Ἤπιε ὅλα τὰ φαρμάκια, γιὰ νὰ μὴ διαλυθῆ ἡ οἰκογένειά της καὶ πικραθοῦν τὰ παιδιὰ της, κράτησε τὴν οἰκογένεια σωστά, ἔσωσε καὶ τὸν ἄνδρα της, ἀποταμίευσε καὶ αὐτὴ οὐράνιο μισθό. Ὁ Θεὸς αὐτὴν τὴν γυναίκα θὰ τὴν βάλη στὴν καλύτερη θέση στὸν Παράδεισο.

Πηγή: ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Δ΄ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ, ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ» ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (σελίδες 51-54 )

Αναδημοσίευση: Ορθόδοξη Γυναίκα

Μία αληθινή συγκινητική ιστορία: Ιωσηφίνα Τσορμπαντζίδου (1980-2006) Ιανουάριος 28, 2012

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 3Σχόλια

Θεολόγος στην θεωρία και την πράξη


Η Ιωσηφίνα γεννήθηκε στις 2 Μαρτίου 1980, ημέρα που η Εκκλησία μας γιορτάζει την μνήμη του οσίου Νικολάου Πλανά, του οποίου πολύ αγαπούσε να διαβάζει τον βίο. Κατά την βάπτισή της πήρε το όνομα του μνήστορος Ιωσήφ.
Από την ηλικία των 3 1/2 ετών άρχισαν να εκδηλώνονται τα συμπτώματα της ασθενείας «Μυοδυστροφία»: έπεφτε πολύ εύκολα κάτω, δεν μπορούσε να ανέβει σκάλες, ένα πετραδάκι που βρίσκονταν κάτω από τα πόδια της ήταν ικανό να την ρίξει κάτω.

Κι όμως, ποτέ δεν έκλαιγε όταν έπεφτε, παρόλο που κάθε φορά σχεδόν που έπεφτε χτυπούσε πρώτα τα γόνατα κι αμέσως μετά το κεφάλι της, γιατί ήταν βαρύ και δεν μπορούσε να το συγκρατήσει.
Από την ηλικία των 5 1/2 ετών σταμάτησε και να περπατάει.
Έτσι σαν παιδί, δεν έτρεξε, δεν έπαιξε μ’ άλλα παιδιά, κι όμως από μικρή είχε μια πηγαία καλοσύνη κι ένα αυθόρμητο, χαμόγελο.

Στο Δημοτικό σχολείο, την πήγαινε η μητέρα της σχεδόν αγκαλιά στις πρώτες τάξεις. Μετά συνέχισε Γυμνάσιο στο ΕΛΕΠΑΑΠ (Ελληνική Εταιρεία Προστασίας και Αποκαταστάσεως Αναπήρων Παίδων) και συνέχισε σε Νυκτερινό Λύκειο. Αναπηρικό καρότσι χρησιμοποιούσε από την ηλικία των 12 ετών. Όταν διάβαζε, γυρνούσε τις σελίδες των βιβλίων μ’ ένα μολύβι. Όταν καθόταν στο καρότσι ακουμπούσε το κεφάλι της σε μια προέκταση που υπήρχε πίσω από την πλάτη της, επειδή το κεφάλι της ήταν βαρύ και επειδή είχε μία κλίση προς τα πίσω. Όταν της έφερναν το σώμα της μπροστά για να ξεκουράζεται, αυτό στηριζόταν σε μια ζώνη.
Να πώς την θυμάται μία καθηγήτρια από το Λύκειο: «Συνάντησα την Ιωσηφίνα στην Α’ Λυκείου το 1994. Πάντα ήταν με ένα καλό λόγο για όλους, με απέραντη καλοσύνη και ένα γλυκό χαμόγελο.

Μπορούσε να γράφει μόλις μετά βίας σέρνοντας το χεράκι της. Ποτέ όμως δεν επικαλέστηκε την φυσική της αδυναμία για να αποφύγει τις σχολικές της υποχρεώσεις. Πάντα διαβασμένη, πρώτη μαθήτρια, χωρίς να της χαρίζεται τίποτα. Οι συμμαθητές της την λάτρευαν, το ίδιο και οι καθηγητές της. Όταν την ρωτούσες, τι κάνεις; η απάντηση ήταν, Δόξα τω Θεώ, πολύ καλά! Την ίδια απάντηση μου έδωσε και μια μέρα πριν από το τέλος, στο Νοσοκομείο».

Μετά συνέχισε στην Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ. από όπου πήρε πτυχίο με άριστα και λόγω μεγαλυτέρου βαθμού είπε αυτή τον όρκο στις 12.12. 2003. Το περιοδικό ΛΥΔΙΑ (Ιανουάριος 2004) έγραψε:
«Της Ιωσηφίνας το αναπηρικό καρότσι είναι άμβωνας που μας λέει πως η ζωή με τον Θεό δεν μπορεί να είναι μεμψίμοιρη. Η ζωή με τον Θεό γίνεται δημιουργική, δυναμική, έχει στόχους, γίνεται στίβος αρετών. Με τον Θεό δεν μπορεί η γκρίνια, το παράπονο, η μιζέρια να γίνει τρόπος ζωής.
Συγκινήθηκα όταν έσφιξα το χέρι της για να την συγχαρώ για το άριστα… μα και ντράπηκα. Γιατί εγώ κλαίω σε ασήμαντα εμπόδια, κατσουφιάζω, όταν για λίγες μέρες μένω ακίνητη στο κρεβάτι, χάνω τον έλεγχό μου όταν δεν γίνεται όπως το προγραμματίζω».

Πώς έβλεπε η ίδια την ασθένεια της

Έγραφε σ’ ένα γράμμα στον πατέρα Αυγουστίνο Καντιώτη (το 2002): «Ο Θεός επέτρεψε εδώ και μερικά χρόνια, 10 και πλέον, να είμαι ακινητοποιημένη σε καρότσι. Το πρόβλημα εξελίσσεται συνεχώς. Ανθρωπίνως δεν θεραπεύεται. Με την βοήθεια του Θεού δεν θλίβομαι προς το παρόν για την κατάστασή μου, αφού ούτε και προσεύχομαι για να γίνω καλά. Αυτό που με φοβίζει είναι η έλλειψη υπομονής σε πιο δυσμενείς συνθήκες, όπως η υγεία της μητέρας μου, η επιδείνωση της ασθένειας μου. Γι’ αυτό εύχεσθε να μας επισκιάζει η χάρις του Θεού, ώστε να υπομείνουμε εις τέλος…».

Σ’ ένα άλλο γράμμα της σε ένα γέροντα γράφει:
«Κατάλαβα με τη χάρι του Θεού και την βοήθεια ενός βιβλίου ότι όλοι έχουμε μέσα μας ένα οχυρό που λέγεται εγωισμός και όταν επιτίθεται σ’ αυτό ο πόνος, όσο αρνείται να παραδοθεί, τόσο μεγαλύτερη είναι η πίεση που δέχεται. Πόσο μάλλον σε μένα που έχω το οχυρό Ρούπελ!…
Ευχηθείτε, γέροντα, να προσθέτει ο Θεός πίστη και χάρη για να υπομείνουμε εις τέλος…».

Από απάντηση που της έστειλε ο Γέροντας Εφραίμ από πολύ μακριά, 2 μέρες αμέσως μετά από το φαξ που του είχε στείλει: «παιδί μου Ιωσηφίνα… Αγωνίζου πολύ στην προσευχή. Μίλα με τον Θεό συνεχώς και θα νοιώσεις όμορφα και δυναμικά. Χωρίς προσευχή παραλύει ο άνθρωπος και παθαίνει ψυχική αναιμία και τότε τον σφίγγουν τα ψυχικά άσχημα αισθήματα. Την ευχή του Ιησού να μην την σταματάς καθόλου και θα έχεις την καλύτερη και άγια συντροφιά. Την μελέτη του Ευαγγελίου και άλλων πνευματικών βιβλίων να την έχεις κάθε μέρα· έστω και λίγη, αρκεί να παίρνεις κάτι μέσα σου αγιογραφικό.

Εύχομαι να σου δίνει συνέχεια ο Κύριος υπομονή και προσευχή για να τα βγάλεις πέρα. Να έχεις τις ελπίδες στην Παναγία μας. Γονάτιζε και προσεύχου παιδί μου. Η προσευχή κάνει θαύματα. Στηρίξου στον Χριστό μας με πίστη…».

Η ίδια της, θέλοντας να παρηγορήσει μια μητέρα που έχασε το παιδί της μεταξύ άλλων έγραφε:
«Ο γιος σας φέρει το στεφάνι της νίκης και του μαρτυρίου, όπως τόσα εκατομμύρια αγίων… Ο θάνατός του εκφράζεται ως αγάπη του Θεού προς εσάς, διότι έτσι εργάζεται την σωτηρία της ψυχής σας. Πιστεύω ότι και η δική μου αναπηρία όσο κι αν φαίνεται στα μάτια των ανθρώπων αδικία ή καταδίκη είναι το αποκορύφωμα της αγάπης Του, διότι έτσι μ’ έχει ασφαλίσει κατά ένα τρόπο. Κι εσείς μόνο με τα μάτια του Θεού κι όχι των ανθρώπων, αν δείτε την απουσία του παιδιού σας, θα νικήσετε τον πόνο σας και θα ειρηνεύσει η καρδιά σας. Μην επιτρέψετε στην ψυχή σας να εναντιωθεί στον Θεό, αλλά εκμεταλλευτείτε την ευκαιρία να τον προσεγγίσετε περισσότερο και σίγουρα θα αναπαυθείτε».

Αυτά τα έγραψε περίπου 3 μήνες πριν πεθάνει.
Η Ιωσηφίνα συνδύαζε στην ζωή της την βίωση του Ευαγγελίου του Χριστού με την μετάδοση της αγάπης προς τους άλλους μέσω της προσευχής της. Τής έλεγαν: κάνε προσευχή κι εκείνη έγραφε ονόματα… πολλλά ονόματα….
Μόνο αυτή γνωρίζει τι προσευχές έκανε, γιατί δεν έλεγε τίποτα γι’ αυτό το έργο της.
Όμως τα αποτελέσματα φαίνονταν από τον τρόπο που ακτινοβολούσε τη Χάρι του Θεού στους άλλους και από την παρηγοριά και ανακούφιση που ένοιωθε οποίος είχε συνάντηση μαζί της.

Μοναχοί, κληρικοί και λαϊκοί ζητούσαν την προσευχή της. Ένας γέροντας της είχε πει:
-Ένα κόμπο από το κομποσχοίνι σου και για μένα….

Και εκείνη χωρίς να έχει καμιά ιδέα μεγάλη για τον εαυτό της, από υπακοή, και την λίγη κίνηση που είχε στα χέρια της την αξιοποιούσε, και όταν άκουγε ότι κάποιος έχει ανάγκη, έκανε την ευχούλα έστω αργά – αργά.

Κήρυττε τον Χριστό με την χάρη που εξέπεμπε το πρόσωπο της, τα διακριτικά της λόγια. Το χαμόγελο, που δεν έλειπε από το πρόσωπό της που έλαμπε, δεν ανταποκρίνονταν στην φυσική της κατάσταση. Γιατί τις πιο πολλές μέρες και πονούσε και είχε δυσκολίες πολλές.

Τι αναφέρουν όσοι την γνώρισαν
Μία εθελόντρια: «Στην αρχή είχα την ψευδαίσθηση, ότι την βοηθούσε η συντροφιά μου όταν την επισκεπτόμουν. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι εκείνη με βοηθούσε. Βρισκόμασταν κάθε εβδομάδα. Την αγαπούσα πολύ γιατί σου μετέδιδε χαρά. Ήταν πανέξυπνη και δεν σ’ άφηνε να την λυπηθείς. Μπροστά της ένοιωθες εσύ σαν άτομο με ειδικές ανάγκες. Ήταν δυναμική, με χιούμορ. Εγώ είχα απορίες διαβάζοντας διάφορα βιβλία κι εκείνη μου τις έλυνε.

Το τελευταίο διάστημα της ζωής της ήταν δύσκολα, υπήρξαν στιγμές που σαν άνθρωπος λύγισε, όμως και στο νοσοκομείο έδειχνε καρτερία. Όταν πήγα μου είπε να της πιέσω λίγο την κοιλιακή χώρα για να μπορεί να αναπνέει. Έχει χαραχτεί στη μνήμη μου αυτή η στιγμή. Το ένοιωσα σαν ευλογία. Φεύγοντας με αποχαιρέτησε μ’ ένα χαμόγελο που γλύκανε ιδιαίτερα την ψυχή μου. Ήταν διαφορετικό από τα άλλα. Ήταν το τελευταίο! Εγώ την αισθάνομαι δίπλα μου. Ελπίζω να με θυμάται και εκείνη εκεί που βρίσκεται».

Μια άλλη φίλη που της συμπαραστάθηκε στα κινητικά προβλήματα, αλλά δέχτηκε την συμπαράσταση της Ιωσηφίνας στα πνευματικά μας αναφέρει:
«Δεν είχε τίποτα κατά κόσμον κι όμως είχε τα πάντα. Είχε ακέραιο πνεύμα. Μετέδιδε Χριστό σε όσους την συναντούσαν, ήταν σαν πνευματικός καθοδηγητής. Μου έδιδε και δεν έπαιρνε τίποτα. Ώρες ολόκληρες κουβεντιάζοντας μαζί της, δεν βαριόσουν. Δεν φοβόταν τον θάνατο, ήθελε να αντέχει. Δεν έβγαζε αρνητική διάθεση σε άλλους. Ζούσε για την αγάπη. Μερικοί όταν την έβλεπαν στο δρόμο, έκαναν τον σταυρό τους, για να ξορκίσουν (;) δήθεν το «κακό» (;) ή για ό,τι άλλο, κι όμως αυτή σημασία δεν έδινε, γελούσε. Σε καθοδηγούσε και με την σιωπή της. Ένιωθες αν και ήταν μικρότερη σε ηλικία, πολύ σεβασμό απέναντι της.
Δεν έκανε συγκρίσεις, δεν γκρίνιαζε, ήταν πρόσχαρη και προσιτή. Την ασθένειά της την αντιμετώπιζε με υπομονή και πρωτόγνωρο δυναμισμό.
Τα πρώτα χρόνια έκανε και χειροτεχνήματα, σελιδοδείκτες, συνθήματα με χαντρούλες και πλαστικό σπάγγο».

Ένας εθελοντής έγραψε:
«Η Ιωσηφίνα μας, περισσότερο έδινε, παρά έπαιρνε. Περισσότερο ωφελούσε παρά ωφελούνταν κι ενώ θα περίμενε κανείς να ζητεί παρηγοριά, γινόταν η ίδια παραμυθία και παρηγοριά για τους άλλους, απλόχερα, χωρίς όρους και χωρίς όρια.

Όταν ήσουν κοντά της αναλογιζόσουν πόσο αχάριστοι είμαστε όλοι εμείς που έχουμε όλα τα καλά του Θεού και παρόλα αυτά πάντα κάτι μας φταίει… γιατί πάντα κάτι μας λείπει… κάτι που δεν έλειπε από την Ιωσηφίνα, δηλαδή η πίστη στον Θεό και η εκούσια παράδοση της ανθρώπινης ζωής στα χέρια Του».

Η γειτόνισσα και φαρμακοποιός Ευαγγελία Τ., γράφει τα εξής:
«Ιωσηφίνα… Ένας επίγειος άγγελος απ’ αυτή την ζωή. Το μαρτύριο της αναπηρίας την ανέβασε σε πνευματικά ύψη. Υπάκουη στους γονείς της και δεχόταν υπομονετικά ό,τι θα της προσφερόταν. Δεν παραπονιόταν, ήταν χαρούμενη. Υπομονετική στους πόνους, καθηλωμένη στην αναπηρική καρέκλα, μια άμορφη μάζα σάρκας που κρατιόταν μ’ έναν ιμάντα στην αναπηρική καρέκλα, αλλά αυτό το κάθισμά της είχε τόση αρχοντιά. Η ματιά της σε δίδασκε την υπομονή, η σιωπή της την σοφία. Το κάθισμά της την υπομονή, και η όλη στάση της δίδασκε την ταπείνωση.

Δεν αγάπησε αυτό τον μάταιο κόσμο, αλλά τις ουράνιες μονές της βασιλείας του Θεού.
Δεν την ενδιέφερε να γίνει καλά, γιατί δεν είχε θέ-λημα, αλλά την ενδιέφερε να κάνει το θέλημα του Θεού.

Κι ο Θεός οικονομούσε η Ιωσηφίνα να προχωρεί ταπεινά προς την αγιότητα. Το πνεύμα της στηλωμένο στον Κύριο, στις εντολές Του.

Ο Κύριος της χάρισε να Τον γνωρίσει καλύτερα με το να σπουδάσει Θεολογία. Αλλά η Ιωσηφίνα βίωνε όλα τα άγια πράγματα. Είχε κοινωνία με τον Κύριο γιατί ζούσε στην ταπείνωση κι ο Κύρος την πήρε κοντά Του και την ανάπαυσε την ήμερα του Λαζάρου για να αναστηθεί στην κοινή ανάσταση το ταλαιπωρημένο σώμα της μαζί με την γενναία ψυχή της.
Με την Ιωσηφίνα κάναμε το απόδειπνο, διαβάζαμε την Αγία Γραφή, συζητούσαμε συμπροσευχόμασταν, πηγαίναμε μαζί σ’ αγρυπνίες, την ζούσα καθημερινά στο σπίτι της -καθόσον είμαι γειτόνισσα της- στην ίδια πολυκατοικία. Την αγαπούσα και την αγαπώ. Ήμουν η φαρμακοποιός της. Αφέθηκε στον Κύριο κι έφυγε από την γη ταπεινά για να λάμψει στους ουρανούς.
Η Ιωσηφίνα μας δίδαξε την υπομονή, την ταπείνωση, ήταν τύπος Χριστού, ας εύχεται στον Θεό γι’ εμάς, για να ζούμε εν αληθεία, ταπείνωση, πίστη και αγάπη για τον Κύριο…».

Τώρα που με αφήνουν οι σωματικές μου δυνάμεις, συ Κύριε, μη με εγκαταλείψεις (Ψαλμ. 70)
Από το Σεπτέμβριο του 2005, 7 μήνες σχεδόν πριν από την κοίμησή της, παρουσιάστηκαν δυσκολίες κατά την κατάποση της τροφής. Ειδικοί γιατροί έκαναν λόγο για ασυνέργεια μυών κατάποσης, άλλοι το απέδωσαν σε νευρομυϊκή εξασθένιση…. άλλοι σε άλλα αίτια.

Δεν μπορούσε να κατεβάσει παρά λίγο ζεστό νερό μερικές μέρες και τις τροφές τις πολτοποιούσε η μητέρα της. Περνούσε η Ιωσηφίνα το μαρτύριο της πείνας και δίψας. Επειδή δεν μπορούσε να μείνει καθισμένη σε ορθή γωνία, το κεφάλι έφευγε προς τα πίσω και δεν μπορούσε ούτε το σάλιο της να καταπιεί. Αισθανόταν ότι έχει ένα κόμπο στο λαιμό. Είχε αδυνατίσει τόσο πολύ που είχε μείνει πετσί και κόκκαλο. Άρχισε πλέον να μην μπορεί να κάθεται στο καρότσι, διότι πονούσαν τα κόκκαλα και είχε δυσκολία στην αναπνοή. Ήθελε να μένει ξαπλωμένη και πότε -πότε να την πιέζουν στην κοιλιά για να αναπνέει καλύτερα. Είχαν αλλοιωθεί οι μυς των ζωτικών οργάνων.

Η μητέρα της μάς μεταφέρει στις τελευταίες ώρες της: «Λίγες μέρες πριν την κοίμηση της είχε έντονη δυσφορία, ταχυσφυγμία, μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ. Από τις εξετάσεις βρέθηκε ότι υπολειτουργούσαν όλα τα συστήματα. Την 2η ήμερα έπεσε σε κώμα. Όταν την έβαλαν σε οξυγόνο, χαμογέλασε με βαθειές αναπνοές. Φωτίστηκε το δωμάτιο από το χαμόγελό της. Για λίγο ανένηψε – καλά είμαι είπε. Σε λίγο, σαν να είδε κάποιον, προσήλωσε το βλέμμα της και χαμογελούσε. Ανοιγόκλεινε το στόμα της, όμως μιλούσε την άλλη γλώσσα, δεν ακουγόταν αυτά που έλεγε… Καταλάβαινα ότι ζει απ’ την φλέβα που χτυπούσε στο λαιμό της. Άρχισε να μιλάει πνευματικά, να μιλάει με κάποιον που έβλεπε… Χαμογελαστά έσβησε».
Μόλις μία γνωστή, τοποθέτησε στο χέρι της ένα Σταυρό, ενώ η Ιωσηφίνα είχε τόση αδυναμία, έσφιγγε τον σταυρό.

Όλη την νύκτα δεν κινήθηκε. Την άλλη μέρα 11 η ώρα το πρωί πέρασε στην άλλη ζωή. Ήταν του Λαζάρου (15 Απριλίου 2006). Ήταν 26 ετών.

Η κηδεία της έγινε μέσα στην στολισμένη με βάγια εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής. Ήταν άσπρο το φέρετρο και τα πολλά άσπρα λουλούδια με τα βάγια έδιναν μια παραδείσια ομορφιά. Όσοι την έβλεπαν μέσα στο φέρετρο ήταν σαν να κοιμόταν κι ακόμη διεπίστωναν ότι ήταν μαλακή, σαν κερί, σαν να ήταν μοναχή. Ήταν σαν να έλεγε «συ ει η υπομονή μου, Κύριε· Κύριε, η ελπίς μου εκ νεότητας μου… εν σοι η ύμνησίς μου διαπαντός».

Γίνονται θαύματα σήμερα; Φωτεινά υποδείγματα αρετής
Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»


πηγή: Ι. Μ. Παντοκράτορος

Μήπως αργοπεθαίνεις; Δεκέμβριος 30, 2011

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Λογοτεχνία - Ποίηση , 2Σχόλια

βαρεμάρα συνήθεια

Αργοπεθαίνει όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,

όποιος δεν αλλάζει περπατησιά,

όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του,

όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει.

Αργοπεθαίνει όποιος αποφεύγει ένα πάθος,

όποιος προτιμά το μαύρο για το άσπρο και τα διαλυτικά σημεία στο » ι » αντί ενός συνόλου συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια , που μετατρέπουν ένα χασμουργητό σε ένα χαμόγελο, που κάνουν την καρδιά να κτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα.

Αργοπεθαίνει όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι,

όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,

όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο,

όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές.

Αργοπεθαίνει όποιος δεν ταξιδεύει, όποιος δεν διαβάζει, όποιος δεν ακούει μουσική, όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του. Αργοπεθαίνει όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,

όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν,

όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή.

Αργοπεθαίνει όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει,

όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει.

Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής.

Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας.

Pablo Neruda (Μετάφραση από Ιταλική δημοσίευση : Βασίλη Χατζηγιάννη)

Φωτογραφία: chuckp