Κέρασμα
…Θυμάμαι τι μου συνέβη, όταν για πρώτη φορά με αληθινή συντριβή για τις αμαρτίες μου πήγα για εξομολόγηση. Όλη η ζωή που έζησα ορθώθηκε μπροστά μου ως αδικία από την αρχή ώς το τέλος. Όταν συνάντησα τον ιερέα, δεν μπορούσα να μιλήσω καθόλου από τη θλίψη, τα δάκρυα, τον καρδιακό πόνο, αλλά μόνον έκλαιγα.
Και πιστέψτε με, πριν ακόμη αρχίσω να μιλώ για τις αμαρτίες μου, ο Ίδιος ο Κύριος «εξήλθε προς συνάντησίν μου» και έπεσε στον τράχηλό μου και με καταφίλησε, και ήμουν γι’ Αυτόν αγαπητός, χωρίς να περιμένει από μένα πότε θα πω «συγχώρησον», όπως και στην παραβολή ο άσωτος είπε «Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου», όταν ήδη ο Πατέρας τον δέχτηκε στην αγκαλιά Του.
Κατηγορούσα τον εαυτό μου για όλα. Ο Κύριος όμως δεν πρόφερε ούτε ένα λόγο μομφής× μόνο χαιρόταν «ότι ο υιός αυτός απολωλώς ην και ευρέθη, νεκρός ην και ανέστη». Τι νύχτα ήταν εκείνη! Μου είναι αδύνατο να τη διηγηθώ. Πόσο μας αγαπά ο Κύριος!
Και πιστέψτε με, πριν ακόμη αρχίσω να μιλώ για τις αμαρτίες μου, ο Ίδιος ο Κύριος «εξήλθε προς συνάντησίν μου» και έπεσε στον τράχηλό μου και με καταφίλησε, και ήμουν γι’ Αυτόν αγαπητός, χωρίς να περιμένει από μένα πότε θα πω «συγχώρησον», όπως και στην παραβολή ο άσωτος είπε «Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου», όταν ήδη ο Πατέρας τον δέχτηκε στην αγκαλιά Του.
Κατηγορούσα τον εαυτό μου για όλα. Ο Κύριος όμως δεν πρόφερε ούτε ένα λόγο μομφής× μόνο χαιρόταν «ότι ο υιός αυτός απολωλώς ην και ευρέθη, νεκρός ην και ανέστη». Τι νύχτα ήταν εκείνη! Μου είναι αδύνατο να τη διηγηθώ. Πόσο μας αγαπά ο Κύριος!

»…Μια φορά-βράδυ ήταν-συμφωνήσαμε με την αδελφή μου να πάμε στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου οι δυο μας, για να προσευχηθούμε.Είπαμε να φάμε πρώτα , να ησυχάσουν όλοι και μετά σηκωθήκαμε κι επήγαμε στην εκκλησία κρυφά.Κλείσαμε την πόρτα.Αρχίσαμε την προσευχή, το »Κύριε Ιησού Χριστέ».Μετά από λίγη ώρα μας πλημμύρισε ένα φως, θείο φως.Συνεχίσαμε το »Κύριε Ιησού Χριστέ…»και νιώθαμε μια χαρά,μία άρρητη χαρά. Μείναμε ώρες εκεί στο θείο φως και μετά,που σιγά σιγά αυτό έφυγε, συνεχίσαμε το »Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Μετά γυρίσαμε στο κελλί.Η μητέρα μάς περίμενε ξάγρυπνη και μόλις ανοίξαμε την πόρτα λέει:
_Πού πήγατε;Γι’αυτό με βάλατε στον ύπνο;Νομίσατε πως δε σας είδα;Σας είδα από το παράθυρο.Τα είδα όλα.Είδα ένα φως,ένα φως που κατέβηκε από τον ουρανό και μπήκε μες την εκκλησία. Το κοίταζα και έκλαιγα.Να, τα μάτια μου είναι γεμάτα δάκρυα…»
Γέροντος Πορφύριου Καυσοκαλυβίτου
Βίος και Λόγοι.