Κέρασμα
Ένας άνδρας ζούσε με τον γιο του και το πολυτιμότερο αγαθό τους, ένα άλογο. Μια μέρα το άλογο εξαφανίστηκε. Όταν οι συγχωριανοί πήγαν να τον παρηγορήσουν, εκείνος τους ρώτησε πώς ήξεραν ότι αυτό που συνέβη ήταν κακοτυχία. Μετά κάμποσο καιρό το άλογο επέστρεψε μαζί με ένα κοπάδι άγρια άλογα. Ο άνδρας είχε γίνει ξαφνικά πλούσιος. Ήρθαν ξανά οι συγχωριανοί και αυτήν τη φορά τον συνεχάρησαν για την καλή του τύχη. Εκείνος τους απάντησε ξανά με μια ερώτηση: «Πώς ξέρετε ότι πρόκειται για καλοτυχία;» Όταν ο γιος του άρχισε να καβαλάει τα άλογα, ένα από αυτά τον πέταξε κάτω και έσπασε το πόδι του. Το πόδι θεραπεύτηκε αλλά το οστό έδεσε στραβά και ο γιος έμεινε κουτσός. Ξανά οι χωρικοί επισκέφθηκαν τον άνδρα για να τον παρηγορήσουν για το κακό που βρήκε την οικογένειά του, και ο άνδρας τούς ρώτησε πώς ήξεραν ότι αυτό που συνέβη ήταν κακό. Όταν ξέσπασε πόλεμος στη χώρα και όλοι οι νέοι πήγαν στο μέτωπο, ο κουτσός γιος δεν εκλήθη για στρατιώτης και έμεινε στο σπίτι του ασφαλής».

»…Μια φορά-βράδυ ήταν-συμφωνήσαμε με την αδελφή μου να πάμε στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου οι δυο μας, για να προσευχηθούμε.Είπαμε να φάμε πρώτα , να ησυχάσουν όλοι και μετά σηκωθήκαμε κι επήγαμε στην εκκλησία κρυφά.Κλείσαμε την πόρτα.Αρχίσαμε την προσευχή, το »Κύριε Ιησού Χριστέ».Μετά από λίγη ώρα μας πλημμύρισε ένα φως, θείο φως.Συνεχίσαμε το »Κύριε Ιησού Χριστέ…»και νιώθαμε μια χαρά,μία άρρητη χαρά. Μείναμε ώρες εκεί στο θείο φως και μετά,που σιγά σιγά αυτό έφυγε, συνεχίσαμε το »Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Μετά γυρίσαμε στο κελλί.Η μητέρα μάς περίμενε ξάγρυπνη και μόλις ανοίξαμε την πόρτα λέει:
_Πού πήγατε;Γι’αυτό με βάλατε στον ύπνο;Νομίσατε πως δε σας είδα;Σας είδα από το παράθυρο.Τα είδα όλα.Είδα ένα φως,ένα φως που κατέβηκε από τον ουρανό και μπήκε μες την εκκλησία. Το κοίταζα και έκλαιγα.Να, τα μάτια μου είναι γεμάτα δάκρυα…»
Γέροντος Πορφύριου Καυσοκαλυβίτου
Βίος και Λόγοι.