Τι πολυτιμότερο: Παρθενώνας ή Ελληνική Γλώσσα;

Ενδιαφέρουσες επισημάνσεις του Χρ. Γιανναρά με αφορμή την πρόσφατη κοίμηση του Γεωργίου Ράλλη, τον οποίον για ένα από τα πράγματα για τα οποία τον θυμόμαστε είναι για τη (ίσως ανεπίγνωστη) συμβολή του στην κατεδάφιση της Ελληνικής γλώσσας.


Mε Παρθενώνα αλλά χωρίς γλωσσική συνέχεια

Tου Xρηστου ΓιανναραH εκδημία του Γεωργίου Pάλλη, πριν από μερικές εβδομάδες, έγινε αφορμή να αποτίσει τιμή ο κόσμος της πολιτικής και της δημοσιογραφίας, σχεδόν ομόφωνα, στην υποδειγματική ευπρέπεια του ευγενικού αυτού άνδρα. Φόρο τιμής τού οφείλουμε και οι θεράποντες της παιδείας, τουλάχιστον για την επέκταση της υποχρεωτικής φοίτησης των Eλληνοπαίδων και στο γυμνάσιο.

Oι δάσκαλοι οφείλουμε να αποδίδουμε τιμή πάντοτε «μετά κρίσεως του τε κυρίου και τα’ ληθούς». O άκριτος έπαινος είναι συνήθως συμβατικός, αναξιόπιστος. Στην περίπτωση λοιπόν των εκπαιδευτικών πρωτοβουλιών του Γεωργίου Pάλλη, αναγνωρίζοντας ειλικρινά τις αγαθές του προθέσεις, την τόλμη και τον μόχθο του, δικαιούται ο δάσκαλος να διατηρεί κριτικές επιφυλάξεις τουλάχιστον για ένα από τα μεταρρυθμιστικά του ενεργήματα: αυτό που αφορά την επιβολή της δημοτικής ως επίσημης γλώσσας του κράτους.

Προσωπική κρίση εκφράζω, πιθανόν εσφαλμένη: είναι παράλογο (ή και κωμικό) να υπάρχει «επίσημη» γλώσσα του κράτους καθορισμένη με νόμο. Tον παραλογισμό εγκαινίασε ο φανατισμός της ιδεολογικοποιημένης «καθαρεύουσας», οι άνθρωποι που ταύτισαν το γλωσσικό κατασκεύασμα του Kοραή με την «εθνικοφροσύνη», τη «γνήσια» ελληνικότητα. O Pάλλης υπέκυψε (μάλλον ανεπίγνωστα) στον πειρασμό της μίμησης των καθαρευουσιάνων. Δεν υποψιάστηκε ότι η «ομιλούμενη» γλώσσα, το ζωντανό δυναμικό ιδίωμα της λαϊκής έκφρασης, ακυρώνεται στην αυθεντική του γνησιότητα από τη στιγμή που θα επιβληθεί με νόμο.

Δεν έσβησαν οι μνήμες ούτε απαλείφθηκαν τα ίχνη από τις τερατωδίες που γέννησε το συγκεκριμένο νομοθέτημα του Pάλλη. Πλημμύρισε ο δημόσιος βίος γλωσσικά εξαμβλώματα, μνημεία ευτραπελίας, αλλά και ντροπής – από τα στερεότυπα για συμπλήρωση έντυπα σε ταχυδρομεία, τελωνεία ή όποιες άλλες δημόσιες υπηρεσίες, ώς την ανέτοιμη να εκφραστεί στο δημώδες ιδίωμα γλώσσα δικαστών, δικηγόρων, δασκάλων, δημοσιογράφων, πολιτικών. Παντού κυριάρχησε η σύνταξη και η εκφραστική της καθαρεύουσας τεχνητά υποταγμένη σε προκρούστειους κανόνες, όπως της αλλαγής των τριτόκλιτων ονομάτων σε πρωτόκλιτα. («Tάχθηκε κατά της αίτησης ανάκλησης της απόφασης» – «απόκλεισε το δικαίωμα λήψης άδειας οδήγησης»…) Aν «καθαρεύουσα» είναι η πεποιημένη (τεχνητή) γλώσσα που ουδέποτε τη μίλησε ο λαός, τότε ο νόμος του Pάλλη κατάργησε μια καθαρεύουσα για να επιβάλει αυταρχικά μιαν άλλη, εκτρωματική, βαρβαρική.

Aυτό που χρειαζόταν ο τόπος, αν κρίνω σωστά, ήταν να καταργηθεί με νόμο η παρέμβαση του κράτους στη γλώσσα: ο καθορισμός «επίσημης» γλώσσας του κράτους είναι η συνακόλουθη στανική επιβολή της. Nα αφεθεί ελεύθερη η χρήση της ελληνικής στον δημόσιο βίο – με την αυτονόητη απαίτηση (που δεν χρειάζεται να γίνει νόμος) η επιλογή ιδιώματος λόγιου ή δημώδους, αρχαΐζουσας ή απλοελληνικής ή μεικτής (καβαφικής) γλώσσας να πειθαρχεί στους ανάλογους γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες.

Tην τραγική γλωσσική σχιζοφρένεια, που ταλαιπώρησε τους Eλληνες για περισσότερα από εκατό χρόνια, η πρωτοβουλία Pάλλη την αντιμετώπισε με τους ιδεολογικούς όρους που δημιούργησαν αυτήν τη σχιζοφρένεια. H καθαρεύουσα δεν καταδικάστηκε επειδή ήταν τεχνητή γλώσσα, φτιαγμένη για να εξυπηρετήσει εξωγλωσσικές σκοπιμότητες. Kαταδικάστηκε σαν λόγια, αρχαΐζουσα γλώσσα. Δεν απορρίφθηκε μια γλωσσική ψευτιά, δηλαδή κάθε είδος «καθαρεύουσας» (είτε του Kοραή είτε του Ψυχάρη ή του Zαχαριάδη, ή του Kαζαντζάκη ή του Aνδρέα Παπανδρέου). Eξοβελίστηκε ένας ιδεολογικός αντίπαλος των «προοδευτικών δυνάμεων» – ο Γεώργιος Pάλλης έδωσε την εντύπωση ότι ήταν θύμα και αυτός της συνθλιπτικής μειονεξίας που ταλαιπωρεί το κόμμα του, το ανίκανο να αντιτάξει δική του αντίληψη προόδου διαφορετική από αυτήν του διεθνιστικού μηδενισμού αλλά και άσχετη με την «εθνικοφροσύνη».

H ιδεολογική (και όχι γλωσσική – πραγματιστική) απόρριψη της καθαρεύουσας παρέσυρε στην ανυποληψία και στον αποσκορακισμό ολόκληρη τη λόγια γλωσσική παράδοση του Nέου Eλληνισμού. Hταν ένα εγκληματικά επιπόλαιο (κατά την κρίση μου πάντοτε) λάθος με δυο καίριες συνέπειες: Yπονόμευσε στις συνειδήσεις την αξία (γονιμότητα) της διαχρονικής ενότητας της ελληνικής γλώσσας – η εξελικτική διαχρονική ενοείδεια της γλώσσας θεωρήθηκε ανυπόληπτο επιχείρημα των «καθαρευουσιάνων», δηλαδή της συντήρησης, δηλαδή του σκοταδισμού. Eτσι προετοιμάστηκε και προβλήθηκε σαν μέγα «προοδευτικό» επίτευγμα το ανόμημα να καταργηθεί η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στα ελληνικά σχολεία.

H δεύτερη συνέπεια ήταν: οι Eλληνες οι κάτω των τριάντα ετών σήμερα να μην καταλαβαίνουν τον Παπαδιαμάντη ή τον Pοΐδη, να ακούν το Eυαγγέλιο ή τους Xαιρετισμούς σαν να πρόκειται για ξένη γλώσσα (κάτι που δεν είχε συμβεί ούτε στα τετρακόσια χρόνια οθωμανικού ζυγού). Για πρώτη φορά έσπασε η ζωντανή γλωσσική συνέχεια του Eλληνισμού και αυτή η ρήξη ολοκληρώθηκε με το πασοκικό ανοσιούργημα (υπουργός Eλευθ. Bερυβάκης) επιβολής του μονοτονικού. O,τι δεν κατόρθωσαν αιώνες Pωμαιοκρατίας, Φραγκοκρατίας, Tουρκοκρατίας το πέτυχαν δύο σύγχρονοί μας Nεοέλληνες υπουργοί.

Aγνόησε ο Γεώργιος Pάλλης (και κυρίως οι συμπλεγματικοί σύμβουλοί του) το προφανές και πασίδηλο: πως δεν υπάρχει ζωντανή γλώσσα με μακρά ιστορική διάρκεια που να μην έχει δημιουργήσει μια λόγια και μια δημώδη παράδοση. Oτι είναι αδύνατη η ζωντανή επιβίωση και συνέχεια μιας ιστορικής γλώσσας, αν τα μεταγενέστερα ιδιώματα δεν αντλούν συνεχώς από τα προγενέστερα. O αείμνηστος μπροστάρης του Δημοτικισμού Eυάγγελος Παπανούτσος επέμενε ότι αποκλείεται να κυριαρχήσεις τη δημοτική γλώσσα, αν δεν πατάς σε στέρεα γνώση της αρχαίας ελληνικής. Kαι μην ξεχνάμε ότι στο ψευδωνύμως λεγόμενο «Bυζάντιο», χίλια χρόνια, τα παιδιά πρωτοσυλλάβιζαν ανάγνωση και γραφή στους στίχους του Oμήρου.

Oχι σαν ρητορικό σχήμα, αλλά μόνο ως μέτρο ρεαλιστικής εκτίμησης (προσωπικής και πιθανόν λαθεμένης) θα έλεγα: Προτιμότερο, από λάθος (ασφαλώς ανεπίγνωστο) του Pάλλη ή του Bερυβάκη, να είχε γκρεμιστεί ο Παρθενώνας, παρά να έχει σπάσει πια η ζωντανή συνέχεια της ελληνικής γλώσσας. Kαι οι δύο αυτοί υπουργοί άφησαν στίγμα ευπρέπειας και ευαισθησίας πατριωτικής. Διερωτώμαι, αν σε τέτοιες ευγενικές περιπτώσεις ευαισθησίας και πατριωτισμού (στους αντίποδες της αριστερόσχημης παχυδερμίας και του συναφούς αμοραλισμού) ο ανθρώπινος ψυχισμός μπορεί να αντέξει τη συνειδητοποίηση τόσο πελώριων ιστορικών εγκλημάτων.

Eύχομαι ειλικρινά οι εκτιμήσεις και κρίσεις μου να είναι λαθεμένες. Tις καταθέτω μόνο σαν πρόκληση προβληματισμού.

Πηγή: Καθημερινή, 9/4/2006

4 σκέψεις σχετικά με το “Τι πολυτιμότερο: Παρθενώνας ή Ελληνική Γλώσσα;

  • Μάιος 19, 2007, 10:11 μμ
    Permalink

    Τὸ ἱστολόγιό σας, τὸ ὁποῖον προσφάτως μόλις ἐπρόσεξα, εἶναι θαυμάσια πηγὴ γνώσεων και προβληματισμοῦ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρία τοῦ παρόντος, παραθέτω ἀκολούθως καὶ τὸ πρῶτο, κλασσικὸ πλέον, ἄρθρο-κεραυνὸ Γιανναρᾶ κατὰ Ράλλη, δέκα χρόνια πρίν («Ἡ Καθημερινή», 14-4-1996). Εἶναι ἐνδιαφέρουσα ἡ μελέτη τους δίπλα-δίπλα.


    Ο πρώην πρωθυπουργός κ. Γεώργιος Ράλλης είναι προσωπικότητα του πολιτικού χώρου καθολικά σεβαστή. Σημάδεψε τον πολιτικό μας βίο ενσαρκώνοντας, με τρόπο σθεναρό και ασυμβίβαστο, ένα υπόδειγμα σοβαρότητας, μετριοπάθειας και αξιοπρέπειας. Σε καιρούς καταιγιστικής πλημμυρίδας του πιο αμοραλιστικού λαϊκισμού.

    Η διαφωνία, σε ορισμένα θέματα, με πολιτικούς της δικής του σοβαρότητας είναι γόνιμη πρόκληση ουσιώδους προβληματισμού. Δεν σημαίνει αμφισβήτηση του προσώπου και της ευρύτερης προσφοράς του.

    Στην «Καθημερινή» της περασμένης Κυριακής (21-4-1996) ο κ. Ράλλης υπεραμύνθηκε με άρθρο του της γλωσσικής μεταρρύθμισης που ο ίδιος, ως υπουργός Παιδείας, πραγματοποίησε το 1976. Τολμώ να έχω κάποιες αντιρρήσεις στα επιχειρήματά του και στις θέσεις του. Με την εμπειρία του δασκάλου και της καθημερινότητας του απλού πολίτη.

    Το πιο αληθινό, κατά τη γνώμη μου, γι’ αυτό και ισχυρότερο επιχείρημα του κ. Ράλλη είναι ότι η μεταρρύθμισή του αλλοιώθηκε και κακοφόρμησε μετά το 1982. Ας μου επιτραπεί να καταθέσω (για πολλοστή φορά) την εκτίμησή μου που την πιστεύω ρεαλιστική και καθόλου συναισθηματική ή κομματικά μεροληπτική: Ότι από το 1982 και μετά συντελέστηκε στην παιδεία καταστροφή, που για την Ελλάδα αποδεικνύεται τραγικότερη της Μικρασιατικής.

    Γιατί το 1922 χάθηκαν οριστικά πανάρχαιες κοιτίδες του Ελληνισμού. Αλλά μετά το ’82 χάθηκε το συνεκτικό στοιχείο και θεμέλιο της διαχρονικής ενότητας του πολιτισμού των Ελλήνων: η γλωσσική συνέχεια. Χάθηκε με την κατάργηση της διδασκαλίας των αρχαίων, τον εξοστρακισμό της μεταγενέστερης λόγιας γλωσσικής παράδοσης, χάθηκε με το έγκλημα της εισαγωγής
    του μονοτονικού.

    Η ανεπανόρθωτη πια καταστροφή θα ερχόταν έτσι κι αλλιώς με την πολιτική αλλαγή του 1981. Όμως, συνέπεσε η μεταρρύθμιση Ράλλη να έχει ανoίξει το δρόμο.

    Υπάρχουν άλλοι αρμοδιότεροι από μένα για να υπομνήσουν στον σεβαστό πολιτικό κάποια καίρια και στοιχειώδη δεδομένα: Ότι η γλώσσα πλάθεται από τον λαό, τις ανάγκες και τις ευαισθησίες του, δεν μπαίνει στον γύψο με κρατικά διατάγματα δίχως να προκληθούν τερατογενέσεις.

    Ότι σε μία προηγμένη γλώσσα συνυπάρχει οργανικά η λόγια έκφραση, με τη δημώδη. Ότι στην Ελλάδα δεν ταυτίζεται συλλήβδην η λόγια γλώσσα με την πλαστή κοραϊκή «καθαρεύουσα». Η κρατική επιβολή της δημοτικής στη δημόσια διοίκηση ως «ενιαίoυ και δόκιμου γλωσσικού οργάνου», όπως τη θέλησε ο κ. Ράλλης, γέννησε μια καινούργια «καθαρεύουσα» (γλώσσα που έπρεπε οπωσδήποτε να «καθαρεύει» από λόγια στοιχεία), τεχνητή και ψεύτικη, συχνά ολότελα κωμική: Εναν τραγέλαφο κακής λόγιας σύνταξης με όρους δημώδους ιδιώματος.

    «Δεν καταργήσαμε την αρχαιογνωσία στα σχολεία», λέει ο κ. Ράλλης. «Καθιερώσαμε να διδάσκονται τα αρχαία κείμενα από δόκιμες μεταφράσεις».

    Κάποιος αρμοδιότερος από μένα πρέπει να του υπομνήσει την καισαρική διαφορά: Ότι είναι άλλο πράγμα η πληροφορία που παρέχει το περιεχόμενο του αρχαιοελληνικού κειμένου, και ριζικά άλλο η γλωσσική παιδεία που το ίδιο το πρωτότυπο κείμενο προσφέρει. Αν το Ελληνόπουλο δεν προλάβει να διδαχθεί το «περιεχόμενο» κάποιων αρχαίων κειμένων, η ζημιά δεν είναι ανεπανόρθωτη – αρκεί να έχει μάθει να καταφεύγει σε δόκιμες μεταφράσεις όποτε το θελήσει. Αν όμως το Ελληνόπουλο χάσει την «αίσθηση» της δοτικής, τον εθισμό στη νοηματική της λειτουργία, αν δεν μπορεί πια να τραγουδήσει «εν τω σπηλαίω τίκτεται εν φάτνη των αλόγων», η καταστροφή του γλωσσικού του αισθητηρίου είναι πολιτιστικό έγκλημα. Ακριβώς γιατί αποκόβεται το Ελληνόπουλο από τη δυνατότητα μέθεξης στη συνέχεια του πολιτισμού του, χάνεται η συνοχή της πρότασης που κόμιζε πάντοτε αυτός ο πολιτισμός.

    Είχε πει κάποτε ο αείμνηστος Παπανούτσος: «Δεν μπορεί κανείς να μιλήσει και να γράψει σωστά τη δημοτική, αν δεν πατάει στέρεα στη γνώση της αρχαίας κλασικής γλώσσας».

    Αναθεματίζουν όλοι σήμερα, και o κ. Ράλλης επίσης, τον «κακό τρόπο» με τον οποίο διδάσκονταν τα αρχαία ελληνικά στα σχολεία μας πριν από το 1976. Και δεν θέλουν να δουν ότι χάρη σε εκείνο τον «κακό τρόπο» η ζωντανή καθημερινή γλώσσα, ακόμα και των μη λόγιων Ελλήνων, διέσωζε τότε την ορθή κλίση των τριτοκλίτων, τη σωστή εκφορά των επιρρημάτων, τη διάκριση του στιγμιαίου από το διαρκές στους χρόνους των ρημάτων, και πλήθος ακόμη εκφραστικών δυνατοτήτων που σήμερα έχουν σχεδόν αφανιστεί. Η ανεπιτήδευτη καθημερινή γλώσσα ήταν κατάσπαρτη με τύπους και εκφράσεις της λόγιας, της εκκλησιαστικής ή και της αρχαιοελληνικής παράδοσης. Λειτουργούσε, έστω ανεπίγνωστα, η συνέχεια της γλώσσας, η συνέχεια του Γένους των Ελλήνων.

    Αυτή τη συνέχεια την αρνιόταν πάντοτε με στρατευμένο πείσμα μια μερίδα «προοδευτικών» διανοουμένων. Αγαθά τα κίνητρά τους: ο με κάθε θυσία εξευρωπαϊσμός της χώρας.

    Αλλά τραγικά επιπόλαιη και προϊόν ολιγομάθειας η στρατηγική τους.

    Αυτούς διάλεξε τότε ο κ. Ράλλης σαν «ειδικούς και εκπροσώπους αρμόδιων φορέων» για να στήσει το μεταρρυθμιστικό του εγχείρημα. Δεν ήΘελε να υστερήσει και η παράταξή του σε «προοδευτική πρωτοπορία». Όσες φωνές τον προειδοποιούσαν, τις αγνόησε.

    Η απόδοση ιστορικών ευθυνών δεν έχει κανένα νόημα. Η καταστροφή έχει συντελεστεί και είναι ανεπανόρθωτη. Αν ο σεβαστός μου κ. Ράλλης πάρει στα χέρια του γραπτά των σημερινών φοιτητών μας, είμαι σίγουρος ότι θα παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια υπεράσπισης της γλωσσικής του μεταρρύθμισης. Αν και αρκεί να διαβάζει εφημερίδες, να ακούει ραδιόφωνο και τηλεόραση.

    H Ελλάδα αυτοκαταδικάστηκε στην πολιτιστική περιθωριοποίηση και σε επιταχυνόμενη οπισθοδρόμηση. H Ελλάδα τέλειωσε από τη στιγμή που αυτοκαταργήθηκε γλωσσικά.

    Σχολιάστε
  • Ιανουάριος 5, 2008, 4:04 μμ
    Permalink

    Πρόσθεσα καὶ τὰ δύο κείμενα τοῦ κ. Γιανναρᾶ στὴν ἱστοσελίδα τοῦ χώρου τῆς Κίνησης Πολιτῶν γιὰ τὴν Ἐπαναφορὰ τοῦ Πολυτονικοῦ Συστήματος. Σᾶς εὐχαριστῶ ποὺ μὲ βοηθήσατε νὰ τὰ βρῶ. Ἂν ἔχετε καὶ ἄλλα συναφῆ ντοκουμέντα θὰ σᾶς ἤμουν εὐγνώμων νὰ ἐπικοινωνήσετε μαζί μου.

    Χαιρετῶ φιλικά,
    Γιάννης Χαραλάμπους
    http://www.polytoniko.gr

    Σχολιάστε
  • Pingback:Τι πολυτιμότερο: Παρθενώνας ή Ελληνική Γλώσσα; « Στράβων Αμασεύς

  • Pingback:Mε Παρθενώνα (σ.σ προς το παρόν), αλλά χωρίς γλωσσική συνέχεια… « www.olympia.gr

Απάντηση

Subscribe without commenting

  • Κέρασμα

    Επειδή υπάρχουν τόσοι άνθρωποι ανάξιοι της αγάπης του Θεού, θέλησε να τους αφήσει στερημένους από το αγαθό το οποίο δεν θέλουν. Δεν θα ήταν λοιπόν δίκαιο να φανερωνόταν μ’ έναν τρόπο ξεκάθαρα θεϊκό και απολύτως ικανό να πείσει όλους τους ανθρώπους. Αλλά δεν θα ήταν επίσης δίκαιο να ερχόταν μ’ έναν τόσο κρυφό τρόπο, ώστε να μην μπορούν να Τον αναγνωρίσουν εκείνοι που Τον γυρεύουν ειλικρινά…
    Υπάρχει αρκετό φως για κείνους που δεν επιθυμούν παρά να Τον δουν, και αρκετό σκοτάδι για κείνους που έχουν αντίθετη διάθεση.
    - Πασκάλ
  • Αρέσει σε %d bloggers: