jump to navigation

Αυτό που σήκωσε ένας πλούσιος άνδρας από το πεζοδρόμιο επιφυλάσσει ένα πολύτιμο μάθημα για όλους! Μάιος 20, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία , add a comment

diarkhs-kinhsh

Πόσες φορές έχετε πετύχει ένα πεσμένο νόμισμα ενός λεπτού στο δρόμο, ενώ περπατάτε; Τις περισσότερες φορές, οι άνθρωποι το αγνοούν. Στη τελική, είναι μόνο ένα λεπτό, σωστά;

Αυτό που Σήκωσε ένας Πλούσιος Άντρας από το Πεζοδρόμιο Επιφυλάσσει ένα Πολύτιμο Μάθημα για Όλους!

Αλλά υπάρχουν και αυτοί που απλά θα το σηκώσουν. Συνήθως είναι από μια προληπτική υπόσχεση τύχης. Αλλά μια ιστορία με ένα πολύ διαφορετικό λόγο κάνει το γύρο του Διαδικτύου, και είναι κρίμα να μη τη μοιραστούμε. Είναι για έναν πλούσιο άντρα που σταμάτησε να μαζέψει ένα λεπτό, και ο λόγος του είναι ένα σπουδαίο μάθημα για όλους μας!

Όπως πολλές ταινίες και βιβλία, αυτή η ιστορία μπορεί να είναι φανταστική. Ωστόσο, ο αντίκτυπος της στους αναγνώστες μπορεί να είναι πραγματικός. Απολαύστε την λοιπόν! (περισσότερα…)

Ποια εἶναι ἡ λέξη που καίει; Μάιος 14, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία, Πολιτική , 2Σχόλια

listening

Τσιρόπουλος Κώστας

Ὑπάρχει μία λέξη πού ἀγκυλώνει, πού τρυπᾶ τίς συνειδήσεις σήμερα, μία λέξη πού ἐνοχλεῖ, πού προκαλεῖ ἔξαψη, λοιδορία, ἐχθρότητα, μίσος τυφλό, μία λέξη πού καίει, πού ἐξαγριώνει τούς πολλούς τῶν καιρῶν μας, λέξη-καρφί, λέξη-μαχαίρι, λέξη-πυρακτωμένη βουκέντρα πού ἐξεγείρει, πού ἐρεθίζει, πού γεννᾶ μανία σατανική καί λύσσα.
Δέν πρόκειται γιά τίς τρέχουσες ἤ τίς νεόκοπες λέξεις τῆς πολιτικῆς προπαγάνδας καί τῆς δημοσιογραφικῆς ἀοριστολογίας. Ἀντίθετα, εἶναι λέξη παλιά κι ὅμως αἰώνια ἐπίκαιρη, λέξη πού πιάνει πολύ χῶρο στή ζωή μιᾶς κοινωνίας, ὅποιας κοινωνίας, ὅποιου πολιτικοῦ συστήματος γέννημα κι ἄν εἶναι αὐτή, λέξη πού πάνω της στηρίζεται ἡ ζωή κι ὁ θάνατος, δυναμική, ἐκρηκτική, τελεσφόρα, ἐρεθιστική. (περισσότερα…)

Η Πάλη με τον Θεό Μάρτιος 9, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 1 comment so far

Ken Unsworth AM-CMcElhone-02-High Res

Ρώτησα τον ασκητή:

– Παλεύεις ακόμη, Γέροντα, με τον σατανά;

– Όχι, παιδί μου. Με αυτόν τελείωσα. Τώρα παλεύω με το Θεό.

– Και πιστεύεις να νικήσεις;

– Εύχομαι να νικηθώ!

***
Όποιος δεν προστρέχει αλλ’ απλώς τρέχει στο Θεό, του ψιθυρίζει βιαστικά μερικά αιτήματα κι ύστερα φεύγει, αυτός ποτέ δεν βλέπει Θεό.

***
Ο διάσημος σκηνοθέτης Αντρέι Ταρκόφσκι εδιηγείτο, πως όταν ήταν μικρός, ρώτησε τον πατέρα του, στον οποίο έτρεφε απέραντο σεβασμό, αν υπάρχει Θεός. Και εκείνος του απάντησε – λέει – με ένα τρόπο συγκλονιστικό: « Και υπάρχει και δεν υπάρχει».

Για όσους πιστεύουν υπάρχει Θεός. Και είναι χειροπιαστός. Για όσους δεν πιστεύουν, δεν υπάρχει Θεός. Αλλά τους είναι περιζήτητος.

***
Τρεις είναι οι απαντήσεις του Θεού στις προσευχές των πιστών: «Ναι», «Όχι», «Περίμενε».

Ο Θεός θα αρχίσει να απαντά στα αιτήματα σου προς Αυτόν, όταν συ αρχίσεις να απαντάς στα δικά Του.

***
Δεν υπάρχει άνθρωπος που τον εγκατέλειψε ο Θεός. Υπάρχουν μόνο άνθρωποι που εγκατέλειψαν το Θεό.

***
Μερικοί άνθρωποι συμπεριφέρονται στο Θεό σαν να είναι δικηγόρος τους. Καταφεύγουν σ’ Αυτόν, μονάχα όταν έχουν ενοχές και προβλήματα.

***
Ο Θεός είναι μέσα στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος όμως πολλές φορές, βρίσκεται έξω από τον εαυτό του. Όταν επιστρέψει σαν τον Άσωτο της Παραβολής στον εαυτό του («εις εαυτόν δε ελθών») (Λουκ. Ιε΄20), τότε θα βρει το Θεό να τον περιμένει.
(ιερός Αυγουστίνος)

***
Ο «άθεος» δεν είναι εχθρός. Είναι ένας ιεραποστολικός αγρός. Μην τον λιθοβολείς. Καλλιέργησε τον.

***
Μη σας φοβίζουν οι σάπιες ιδέες και μην τρομάζετε. Στα χέρια του Θεού είναι η κοπριά με την οποία λιπαίνει την αυριανή άνθηση.
(ιερεύς Δημήτριος Ντούτκο)

***
Αν θέλεις να μάθεις τα προβλήματα των ανθρώπων, να ζήσεις μαζί τους. Αν θέλεις να τους τα λύσεις, τότε να ζήσεις με το Θεό.

***
Σε αγαπώ Θεέ μου, και γι’ αυτό θέλω να σε γνωρίσω καλύτερα. Γιατί όσο πιο πολύ σε γνωρίζω, τόσο πιο πολύ σε αγαπώ.
(ιερός Αυγουστίνος)

***
Ρώτησαν το σοφό οι μαθητές του «πως ξέρει ότι ο Θεός υπάρχει»; Κι εκείνος αντιρώτησε « Μα χρειάζεται φανός για να δεις τον ήλιο»;
(Αραβική σοφία)

***
Πολλοί άνθρωποι ευκολότερα λατρεύουν το Θεό παρά τον ακούνε. Εκείνος όμως προτιμά αντί να τον λατρεύουν να τον ακούν.
(Πασκάλ)

Πηγή: βιβλίο Στάχυα, τόμος Α’, Κωνσταντίνου Κούρκουλα

Αναδημοσίευση από: Ιερός Ναός Μεταμορφώσεως Σωτήρος Αγίου Σώστη

Χυλόπιτα ἀπό τόν Θεό Φεβρουάριος 2, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

hands-vase

Εάν φας χυλόπιτα από τον Θεό να ξέρεις ότι έγινε γιατί του ρίχτηκες απότομα.
Ήθελες από Αυτόν κάτι μικρό, σύντομο, εφήμερο· ενώ Αυτός θέλει να σου δοθεί ολόκληρος, θέλει να Του δοθείς ολόκληρος.
Δεν θέλει ο Θεός μια σχέση παροδική, ένα ρηχό φλερτ γι’αυτό σου δίνει χυλόπιτα κάθε φορά που Τον πλησιάζεις μ’αυτόν τον τρόπο.
Θέλει ο Θεός κάτι το γνήσιο, κάτι το βαθύ με σένα, με τον καθένα μας.
Μία σχέση που θα έχει σίγουρα τα σκαμπανεβάσματά της, όμως θα ‘ναι σχέση· όχι μιας νύχτας συνεύρεση, αλλά ένα πάθος ζωής, ένα αντάμωμα που τελειωμό δεν θα ‘χει.

π. Παύλος Παπαδόπουλος (FB)

Ἀν ἤσουν δίκαιος Θεός Ιανουάριος 4, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Βίντεο , 7Σχόλια

Καλή χρονιά!

Ἀν ἤσουν δίκαιος Θεός

Αν ήσουν δίκαιος θεός θα τα ‘χες φτιάξει όλα
θα’ ταν η ζωή αλλιώς όχι όπως είναι τώρα ΄

Θα ήτανε καλύτερα να είχες άλλο τρόπο
να μην περνούνε γρήγορα τα χρόνια των ανθρώπων

Αν ήσουν δίκαιος θεός όλα θα ήταν αλλιώς
ποτέ δε θα γερνούσαμε κι όλο θα το γλεντούσαμε

Τώρα περνούνε γρήγορα και μας καταλούνε
μη μας τα παίρνεις δίνε μας χρόνια πολλά να ζούμε

Θεέ μου εσύ που τα ‘φτιαξες γρήγορα να περνούνε
πες πόσο πίσω να ‘ρθουνε γη κάπου να σταθούνε

Θεέ μου μεγαλοδύναμε μεγάλο το όνομά σου
αν εμπορούσα θ’ άλλαζα όλα τα σχέδια σου

Αν ήσουν δίκαιος θεός όλα θα ήταν αλλιώς
ποτέ δε θα γερνούσαμε κι όλο θα το γλεντούσαμε

Να φτιάξω έτσι τη ζωή να ζούσαμε αιώνια
να μην πεθαίναμε εμείς να πέθαιναν τα χρόνια

Αν ήσουν δίκαιος θεός όλα θα ήταν αλλιώς
ποτέ δε θα γερνούσαμε κι όλο θα το γλεντούσαμε

Σαν τα ψηλά βουνά κι εμείς να ζούσαμε στον κόσμο
που οι χρόνοι δε τα φθείρουνε φθείρουν αυτά το χρόνο

Στίχοι: Γιώργος Κουμιώτης
Μουσική: Γιώργος Κουμιώτης
Ἐρμηνεία: Βασίλης Σκουλάς

Τίποτε δέν εἶναι τυχαῖο Δεκέμβριος 23, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

tree-hair

Τίποτε δεν είναι τυχαίο. Στενοχώρια και ασθένειες – Να ξέρεις, παιδί μου, τίποτε δεν έγινε εική και ως έτυχε. Όλα έχουν τον σκοπό τους. Και τίποτα δεν γίνεται χωρίς να υπάρχει αιτία. Ούτε μια πευκοβελόνα δεν πέφτει από το πεύκο αν δεν θέλει ο Θεός. Γι’ αυτό θα πρέπει να μη στενοχωριέσαι για ότι σου γίνεται. Έτσι αγιαζόμαστε.

Να! Εσύ στενοχωριέσαι με τα πρόσωπα του σπιτιού σου και βασανίζεσαι πότε με τη γυναίκα σου και πότε με τα παιδιά σου. Αυτά είναι όμως που σε κάνουν και ανεβαίνεις πνευματικά ψηλά… Αν δεν ήσαν αυτοί, εσύ δεν θα προχωρούσες καθόλου. Σου τους έχει δώσει ο Θεός για σένα. Μα θα μου πεις -συνέχισε ο Γέροντας- είναι καλό να υποφέρουμε από τους αγαπημένους μας;

Ε! Έτσι το θέλει ο Θεός. Και εσύ είσαι ευαίσθητος πολύ, και από τη στενοχώρια σου, σου πονάει το στομάχι σου και η κοιλιά σου εκεί χαμηλά.
– Ναι, μα είναι κακό, Παππούλη, να είναι κάποιος ευαίσθητος;
– Ναι, είναι κακό να είναι κανείς πολύ ευαίσθητος σαν εσένα, γιατί με τη στενοχώρια δημιουργείς διάφορες σωματικές αρρώστιες. Δεν ξέρεις ακόμα ότι και όλες οι ψυχικές αρρώστιες είναι δαιμόνια;
– Όχι…
– Ε, μάθε το τώρα από μένα…

Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου
Πηγή: Ὀρθόδοξη Δικτυακή Παρουσία

Εἶναι ἔτοιμη ἡ καρδιά μας γιά τό Θεό; Νοέμβριος 28, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 1 comment so far

 

etoimh-kardia-xristos

«Ετοίμη η καρδία μου, ο Θεός, ετοίμη η καρδία μου (Ψαλμ. 56, 8)

Αδελφοί μου, είναι μακάριος όποιος μπο­ρεί να πει αυτά τα λόγια στον Κύριό Του!

Μακάριος, εκείνος που η καρδιά του είναι εντελώς έτοιμη, να ακολουθήσει το θέλημα του Θεού!

Τί σημαίνει η ετοιμότητα της καρδιάς του ανθρώπου;

Ν’ ακολουθεί με χαρά το θέλημα του Θεού και να μην έχει εσωτερική σύγκρουση σε σχέση με δικές του σκέψεις και επιθυμίες.

Ο μετανοημένος βασιλιάς Δαβίδ, αρχικώς, είχε ακολουθήσει τις δικές του αμαρτωλές επιθυμίες και σκέψεις· γι’ αυτό ήταν σαν καράβι ακυβέρνητο μέσα σε φουρτουνιασμένη θάλασσα. Όταν όμως συνειδητοποίησε ότι η θύελλα θα τον έπνιγε στο τέλος, στράφηκε με μεγάλη μετάνοια και θερμά δάκρυα προς τον Θεό και, ακριβώς τότε, έστρεψε το καράβι της ζωής του ολοκληρωτικά προς το θέλημα του Θεού.

«Ετοίμη η καρδία μου, ο Θεός, ετοίμη ή καρδία μου!» αναφώνησε με απέραντη ειρήνη στην ψυχή του, διότι γνώριζε ότι είχε παραδώσει το καράβι του στα χέρια του τέλειου Κυβερνήτη.

Η θύελλα μαινόταν ακόμη, οι άνε­μοι και τα κύματα τον έδερναν με μανία· εκείνος όμως δεν φοβόταν, πεπεισμένος ότι τίποτα δεν μπορούσε να του συντρίψει το καράβι της ζωής του και ότι το καράβι του θα έπλεε σύντομα με ασφάλεια σε λιμάνι εύδιο.

«Έτοιμη καρδία» σημαίνει: καρδιά καθαρή από την υπερηφάνεια, ταπεινωμένη μπροστά στη μεγαλειώδη δύναμη και σοφία του Θεού.
«Έτοιμη καρδία» σημαίνει καρδιά που έχει αδειάσει απ’ όλες τις κοσμικές επιθυμίες και αυταπάτες και είναι στραμμένη μόνο προς τον Θεό και στην αγάπη προς Αυτόν.

«Έτοιμη καρδία» σημαίνει καρδιά θεραπευμένη από κάθε ανησυχία, φόβο και βιο­τική μέριμνα, καθησυχασμένη και ενδυναμωμένη από την παρουσία της χάριτος του Θεού.

«Θα σε δοξολογήσω ψάλλοντάς σου ύμνους με όλη μου την ψυχή» (Ψαλμ. 56, 8), συνεχίζει ο ψαλμωδός. Εδώ φαίνεται ότι η καρδιά του είναι αληθινά έτοιμη, διότι δεν καυχιέται για τη βασιλική δόξα του, αλλά την αποδίδει στον Θεό. Ταπεινώθηκε, ενώπιον του Θεού σαν να ήταν ένα τίποτα και τώρα μοναδική του απόλαυση είναι να μεγαλύνει και να δοξάζει ακατάπαυστα τον Θεό.

Πηγή: Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ο Πρόλογος της Αχρίδος, Οκτώβριος, εκδ. Άθως, σ. 304-305

Ἀναδημοσίευση ἀπό: Διακόνημα | Σαλογραία

Η Τιμωρία Ιανουάριος 5, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 2Σχόλια

X-Files

π. Δημητρίου Μπόκου

« … ἡ ἁ­μαρ­τί­α ἀ­πο­τε­λε­σθεῖ­σα ἀ­πο­κύ­ει θά­να­τον» (Ἰ­ακ. 1, 15).

Ἡ φω­τιὰ ἔ­τρι­ξε καὶ σπί­θες κόκ­κι­νες γέ­μι­σαν τὸν ἀ­έ­ρα, κα­θὼς ὁ γέ­ρος συ­δαύ­λι­σε τὰ κάρ­βου­να καὶ ἔ­ρι­ξε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κού­τσου­ρο στὸ τζά­κι. Ἔ­ξω τὸ σού­ρου­πο ἅ­πλω­νε γορ­γὰ τὴν πα­γε­ρή του μουν­τά­δα, ἂν καὶ ἡ ἀ­σπρά­δα τοῦ χι­ο­νιοῦ πά­λευ­ε νὰ πα­ρα­τεί­νει τὴν ψευ­δαί­σθη­ση πὼς ἡ μέ­ρα κρα­τοῦ­σε ἀ­κό­μα.

Γύ­ρω στὸ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο τρα­πέ­ζι, στρω­μέ­νο, κα­θὼς τό ’χαν πα­ρά­δο­ση, ὅ­λη τὴν ἡ­μέ­ρα, βού­ι­ζε χα­ρού­με­να στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς γι­ορ­τι­νῆς ζε­στα­σιᾶς ἡ οἰ­κο­γέ­νεια. Καὶ τί οἰ­κο­γέ­νεια; Τριά­ντα τό­σες ψυ­χές, ἀ­πὸ παπ­ποῦ­δες μέ­χρι δι­σέγ­γο­να, συγ­κεν­τρώ­θη­καν σή­με­ρα γιὰ νὰ γι­ορ­τά­σου­νε μα­ζί.

Ὁ ὀ­γδον­τά­χρο­νος γέ­ρος, μὲ τὰ μαλ­λιά του κά­τα­σπρα σὰν χι­ό­νι, ἔ­βλε­πε πα­λιὰ καὶ νι­ό­φυ­τα βλα­στά­ρια γύ­ρω του κι ἀ­να­γάλ­λι­α­ζε. Ἡ μα­τιά του πλα­νι­ό­ταν ὣς τὸ καν­τή­λι ποὺ σι­γό­και­γε στὴ γω­νιὰ καὶ κά­θε τό­σο τὰ φυλ­λο­κάρ­δια του πάλ­λον­ταν.

– «Δό­ξα ἐν ὑ­ψί­στοις Θε­ῷ…», ψι­θύ­ρι­ζε σὰν τοὺς ἀγ­γέ­λους. Ἡ ἀ­γά­πη σου ἀ­πέ­ραν­τη, Κύ­ρι­ε!… Πλού­σια τὰ ἐ­λέ­η σου!…

Ἕ­να δε­κα­ο­χτά­χρο­νο παλ­λη­κά­ρι, ἐγ­γο­νός του, ἑ­τοι­μά­στη­κε νὰ φέρει ἀπ’ ἔξω ξύ­λα γιὰ τὴ φωτιά. Περ­νών­τας δί­πλα του κον­το­στά­θη­κε χα­μο­γε­λών­τας, κα­θὼς τὸν εἶ­δε νὰ κου­νά­ει τὰ χεί­λη του χω­ρὶς νὰ μι­λά­ει. Ἤ­ξε­ρε τὸν παπ­πού του κα­λά. Εἶ­πε νὰ τὸν πει­ρά­ξει.

– Τί κου­βεν­τιά­ζεις πά­λι ἐ­κεῖ μο­νά­χος σου, παπ­πού;

Ὁ γέ­ρος τὸν κοί­τα­ξε μὲ πρό­σχα­ρη δι­ά­θε­ση.

– Γιὰ τὴν ἀ­γά­πη Του λέ­ω. Τί ἄλ­λο νὰ ’­πῶ;

– Θά ’­θε­λα τό­τε νὰ τὸν ρω­τή­σεις κά­τι, συ­νέ­χι­σε πει­ρα­χτι­κὰ ὁ ἐγ­γο­νός. Ἀ­φοῦ, κα­τὰ πὼς λές, μᾶς ἀ­γα­πά­ει τό­σο, για­τί μᾶς τι­μω­ρεῖ σκλη­ρά, ἂν κά­νου­με καὶ φύ­γου­με λι­γά­κι ἀ­πὸ τὸν νό­μο Του;

Ὁ γέ­ρος στὴ στιγ­μὴ σο­βά­ρε­ψε.

– Ἄ­κου­σα νὰ τὸ λέ­ει κά­ποι­ος αὐ­τό, πὼς ὁ Θε­ὸς γνω­ρί­ζει μό­νο νὰ τι­μω­ρεῖ. Ἔ­τσι νο­μί­ζεις κι ἐσύ; Ἄν­τε λοι­πόν, τέλει­ω­νε μὲ τὰ ξύ­λα σου κι ἔ­λα κα­τό­πι νὰ τὰ ποῦ­με.

 

Ὁ νε­α­ρὸς ἄν­τρας τυ­λί­χτη­κε κα­λά, κα­τέ­βα­σε μέ­χρι τ’ αὐ­τιὰ τὸ γού­νι­νο σκοῦ­φο του καὶ βγῆ­κε. Τὸ κρύ­ο ἦ­ταν τσου­χτε­ρό, μὰ δὲ θ’ ἀρ­γοῦ­σε. Προ­χώ­ρη­σε κά­τω ἀ­π’ τὸ ὑ­πό­στε­γο ὣς τὴν ψη­λὴ μάν­τρα, ὅ­που ἦ­ταν ἀ­πο­θη­κευ­μέ­να τὰ ξύ­λα. Γέ­μι­σε τρεῖς φο­ρὲς τὸ κα­ρο­τσά­κι του καὶ τ’ ἄ­δει­α­σε κον­τὰ στὴν πόρ­τα τους. Μὰ σὰν τὸ ἀ­κούμ­πη­σε στὴ θέ­ση του καὶ γύ­ρι­σε νὰ μπεῖ στὸ σπί­τι, τοῦ φά­νη­κε πὼς κά­τι ἄ­κου­σε. Σὰν πνιγ­μέ­νος λυγ­μὸς ἕ­νας θό­ρυ­βος ἀ­να­κα­τεύ­τη­κε μὲ τὸ βού­ι­σμα τοῦ ἀ­νέ­μου.

Πα­ρα­ξε­νε­μέ­νος ἔ­στη­σε αὐ­τὶ ν’ ἀ­κού­σει κα­λύ­τε­ρα. Ἔ­φε­ρε προ­σε­κτι­κὰ τὸ βλέμ­μα του ἕ­να γύ­ρο. Ψη­λὸς πε­ρί­βο­λος ἔ­κλει­νε προ­στα­τευ­τι­κὰ τὸ τε­ρά­στιο ὑ­πο­στα­τι­κό. Ἐ­κεῖ φι­λο­ξε­νοῦν­ταν ἡ με­γά­λη τους οἰ­κο­γέ­νεια τὸν χει­μώ­να, ὅ­ταν τὸ φο­βε­ρὸ κρύ­ο τοὺς ἔ­δι­ω­χνε ἀ­π’ τὰ ψη­λά τους βου­νά. Τοῦ­φες γκρί­ζου κα­πνοῦ πε­τά­γον­ταν στὸν οὐ­ρα­νὸ ἀ­κού­ρα­στα ἀ­πὸ τὶς κα­μι­νά­δες. Ὁ πα­γω­μέ­νος ἀ­έ­ρας ἀ­νά­δευ­ε κά­θε λί­γο σύν­νε­φα χι­ο­νιοῦ στὴ με­γά­λη κοι­λά­δα μπρο­στά του. Ἡ­συ­χί­α παν­τοῦ.

Ἔ­κα­με νὰ γυ­ρί­σει, ὅ­ταν καὶ πά­λι σὰν πα­ρά­ξε­νο βογ­γη­τὸ ἔ­φτα­σε κά­τι στ’ αὐ­τιά του. Ταυ­τό­χρο­να στὴν κον­τι­νό­τε­ρη συ­στά­δα δέν­τρων ἕ­νας σκο­τει­νὸς ὄγ­κος κι­νή­θη­κε. Ὑ­πο­ψι­ά­στη­κε ἀ­γρί­μι. Καὶ δὲν ἔ­πε­σε ἔ­ξω. Ἔ­τρε­ξε ἀ­στρα­πια­ῖα στὴν ἀ­πο­θή­κη κι ἅρ­πα­ξε ἕ­να ὅ­πλο. Βλέ­πον­τας πὼς τὸ ἀ­γρί­μι ἄρ­χι­σε κι­ό­λας νὰ ξε­μα­κραί­νει, ἔ­λυ­σε ἀ­π’ τὸν στά­βλο ἕ­να ἄ­λο­γο καὶ χύ­θη­κε στὸ κα­τό­πι του. Στὸ θαμ­πὸ λυ­κό­φως ξε­χώ­ρι­σε κόκ­κι­νες κη­λί­δες στὸ χι­ό­νι. Τὸ ἀ­γρί­μι ἦ­ταν πλη­γω­μέ­νο. Νοι­ώ­θον­τας τὸν κίν­δυ­νο γρύλ­ι­ζε ὅ­λο καὶ ἀ­πει­λη­τι­κό­τε­ρα. Βι­α­ζό­ταν νὰ χω­θεῖ στὸ με­γά­λο δά­σος.

Ὁ νε­α­ρὸς ἄν­τρας ὅρ­μη­σε ξο­πί­σω του χω­ρὶς δι­σταγ­μό. Τοῦ φά­νη­κε εὔ­κο­λη ὑ­πό­θε­ση. Καὶ μο­να­δι­κὴ εὐ­και­ρί­α νὰ δεί­ξει τὴν ἀ­ξί­α του.

Στὸ με­γά­λο δά­σος, ποὺ ἁ­πλω­νό­ταν πέ­ρα ἀ­π’ τὴν κοι­λά­δα καὶ χα­νό­ταν στὸν ὁ­ρί­ζον­τα πά­νω ἀπὸ κα­τά­λευ­κους λό­φους, ἦ­ταν κα­νό­νας ἀ­πα­ρά­βα­τος νὰ κυ­νη­γοῦν μό­νο οἱ ἔμ­πει­ροι ἄν­δρες τῆς οἰ­κο­γέ­νειας. Ἀλ­λὰ καὶ αὐ­τοὶ πάν­τα ὁ­μα­δι­κὰ καὶ πο­τὲ τὴ νύ­χτα.

Στὸν δε­κα­ο­χτά­χρο­νο δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ συμ­με­τέ­χει σ’ αὐ­τὲς τὶς ἐ­πι­χει­ρή­σεις. Δὲν ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἐκ­παι­δευ­μέ­νος γιὰ τέ­τοι­α. Μπο­ροῦ­σε μό­νο νὰ πε­ρι­πο­λεῖ μὲ τοὺς συ­νο­μη­λί­κους του στὴν ἀ­νοι­χτὴ κοι­λά­δα. Τὸ με­γά­λο δά­σος ἦ­ταν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νος καρ­πὸς γι’ αὐ­τούς. Ἡ οἰ­κο­γε­νεια­κή τους κοι­νό­τη­τα στη­ρι­ζό­ταν σὲ νό­μους. Κα­νό­νες ἄ­γρα­φους, ἀ­πὸ πα­ρά­δο­ση, μὰ αὐ­στη­ροὺς καὶ ἀ­πό­λυ­τους. Χά­ρη σ’ αὐ­τοὺς ἡ τε­ρά­στια οἰ­κο­γέ­νεια ἐ­πι­βί­ω­νε ἀ­πὸ γε­νιὰ σὲ γε­νιὰ μὲ ἀ­σφά­λεια καὶ λει­τουρ­γοῦ­σε χω­ρὶς προ­βλή­μα­τα. Καὶ οἱ με­γά­λοι μά­θαι­ναν στοὺς μι­κρό­τε­ρους σεβασμὸ στὴν παράδοση, μιὰ καὶ κά­θε πα­ρά­βα­ση συ­νε­πα­γό­ταν πάν­τα βα­ρει­ὲς συ­νέ­πει­ες.

Μὰ τώ­ρα ὁ ἐν­θου­σια­σμὸς τὸν συ­νε­πῆ­ρε. Οὔ­τε ποὺ σκέ­φτη­κε κα­νό­νες καὶ συ­νέ­πει­ες. Σπι­ρού­νι­σε τ’ ἄ­λο­γο νὰ τρέ­ξει καὶ χα­μή­λω­σε τὸ κορ­μί του στὴ σέλ­λα. Ἤ­θε­λε νὰ προ­λά­βει στὸν ἀ­νοι­χτὸ χῶ­ρο τὸ ἀ­γρί­μι. Μὰ τὸ φῶς λι­γό­στευ­ε συ­νε­χῶς. Τὸ ἄ­λο­γό του βού­λι­α­ζε κά­θε λί­γο στὸ πυ­κνὸ χι­ό­νι καὶ δυ­σκο­λευ­ό­ταν νὰ τρέ­ξει. Τὸ πλη­γω­μέ­νο ἀ­γρί­μι κα­τά­φε­ρε ἐ­πι­τέ­λους νὰ φτά­σει στοὺς λό­φους καὶ χά­θη­κε στὸ πυ­κνὸ δά­σος.

Ὁ νε­α­ρὸς ἄν­δρας δί­στα­σε, ἀλ­λὰ γιὰ μιὰ μο­νά­χα στιγ­μή. Τὸ αἷ­μα του ἔ­βρα­ζε. Δὲν θ’ ἄ­φη­νε τὴν εὐ­και­ρί­α του νὰ χα­θεῖ. Ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ τό­σο ζή­λευ­ε καὶ πάν­τα λα­χτα­ροῦ­σε. Ἔ­παιρ­νε με­γά­λο ρί­σκο, μὰ ἤ­θε­λε νὰ δεί­ξει πὼς ἦ­ταν ἕ­τοι­μος γιὰ κά­τι τέ­τοι­ο. Ποι­ὸς δὲν θ’ ἀ­να­γνώ­ρι­ζε με­τὰ τὴν ἀ­ξί­α του; Θά ’μ­παι­νε ἐ­πι­τέ­λους στὴν ὁ­μά­δα τῶν με­γά­λων κυ­νη­γῶν τῆς οἰ­κο­γέ­νειας. Ἔ­κρι­νε πὼς ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ γευ­τεῖ τὸν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νο καρ­πό.

Τὸ δά­σος, χι­ο­νι­σμέ­νο καὶ ἀ­πέ­ραν­το, φάν­τα­ζε φο­βε­ρό. Ἡ νύ­χτα εἶ­χε πέ­σει. Τὰ πα­νύ­ψη­λα δέν­τρα λι­γό­στευ­αν ἀ­πελ­πι­στι­κὰ τὸ ἐ­λά­χι­στο φῶς. Προ­χώ­ρη­σε προ­σε­κτι­κὰ μὲ ὁ­δη­γὸ τὰ γρυλ­ί­σμα­τα, ποὺ γί­νον­ταν ὅ­λο καὶ πιὸ ἀ­δύ­να­μα, πιὸ ἀ­ραι­ά. Μὰ ἡ ὥ­ρα περ­νοῦ­σε, χω­ρὶς νὰ φτά­νει στὸν στό­χο του. Τὸ ἐγ­χεί­ρη­μά του γι­νό­ταν πε­ρί­πλο­κο.

Τὸ ἄ­λο­γο μὲ δυ­σκο­λί­α ἄ­νοι­γε τὸν δρό­μο του στὸν ἀ­φι­λό­ξε­νο, πα­γε­ρό, σχε­δὸν ἄ­βα­το τό­πο. Τὰ πράγ­μα­τα δὲν ἦ­ταν ὅ­σο ἁ­πλᾶ τοῦ φά­νη­καν στὴν ἀρ­χή. Δὲν ἤ­ξε­ρε οὔ­τε πό­σο εἶ­χε προ­χω­ρή­σει, οὔ­τε ποῦ βρι­σκό­ταν. Τὸ δά­σος γι­νό­ταν τό­σο πυ­κνό, ποὺ δὲν ὑ­πῆρ­χε ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς γιὰ ὑ­πο­λο­γι­σμούς. Σι­γὰ-σι­γὰ ἡ ἀρ­χι­κή του σι­γου­ριὰ τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­πε. Ἕ­νας φό­βος, ποὺ ὅ­λο καὶ με­γά­λω­νε, πῆ­ρε νὰ ξε­ση­κώ­νε­ται στὴν καρ­διά του.

Στά­θη­κε δί­βου­λος. Νὰ τρα­βή­ξει μπρὸς ἢ νὰ γυ­ρί­σει πί­σω; Σκε­φτό­ταν τώ­ρα τὶς συ­νέ­πει­ες. Πῶς θὰ αἰ­τι­ο­λο­γοῦ­σε τὴν πρά­ξη του; Ἤ­ξε­ρε τὴ θρη­σκευ­τι­κὴ προ­σή­λω­ση τῆς οἰ­κο­γέ­νειας στοὺς κα­νό­νες της. Ὑ­πῆρ­χε με­γά­λη αὐ­στη­ρό­τη­τα στὴν τή­ρη­σή τους. Καὶ τό ’­χε πιὰ σί­γου­ρο πὼς τώ­ρα τὸν πε­ρί­με­νε βα­ρειὰ τι­μω­ρί­α γιὰ τὸ τόλ­μη­μά του.

Μὰ πά­νω ποὺ πά­σχι­ζε τί νὰ δι­α­λέ­ξει, τὸ γρύλι­σμα ἀ­κού­στη­κε πο­λὺ κον­τά. Καὶ μιὰ σκιὰ κι­νή­θη­κε μέ­σ’ στὰ κλα­διά. Αὐ­τὸ ἦ­ταν! Ἀ­να­θάρ­ρη­σε. Ἕ­να βῆ­μα μο­νά­χα τὸν χώ­ρι­ζε ἀ­πὸ τὸν στό­χο του. Ἄγ­γι­ζε πιὰ τὸ ὄ­νει­ρό του.

Σή­κω­σε τὸ ὅ­πλο νὰ ση­μα­δέ­ψει, ὅ­ταν ἀ­πρό­σμε­να καὶ ἄλ­λο γρύλι­σμα τὸν ξάφ­νι­α­σε ἀ­πὸ δε­ξιά…, καὶ ἄλ­λο ξο­πί­σω του…, κι ἀ­ρι­στε­ρὰ καὶ μπρὸς καὶ γύ­ρω του…, παν­τοῦ. Καὶ μο­νο­μιᾶς, ἕ­να σω­ρὸ σκι­ὲς ξε­πή­δη­σαν ἀ­π’ τὸ σκο­τά­δι, τρο­μα­χτι­κὰ φαν­τά­σμα­τα, τῆς νύ­χτας πλά­σμα­τα φρι­χτά. Ἀλ­λοί­μο­νο! Τὸ πλη­γω­μέ­νο ἀ­γρί­μι τὸν πα­γί­δε­ψε κα­λά. Τοῦ ’­παι­ξε τὸ πιὸ ἄ­σχη­μο παι­χνί­δι τῆς ζω­ῆς του. Τὸν ἔ­ρι­ξε βο­ρὰ στὰ πει­να­σμέ­να στό­μα­τα ὁ­λό­κλη­ρης ἀ­γέ­λης.

Μο­νά­χα μιὰ στιγ­μὴ χρει­ά­στη­κε ἡ αἴ­σθη­σή του, γιὰ νὰ πε­ρά­σει ἀ­π’ τὴ θρι­αμ­βι­κή της εὐ­φο­ρί­α στὴν ἔ­σχα­τη ἀ­πελ­πι­σί­α. Τὰ πάν­τα ἔ­γι­ναν ἀ­στρα­πια­ῖα. Ξε­τρελ­λα­μέ­νο ἀ­π’ τὴν τρο­μά­ρα τὸ ἄ­λο­γό του τι­νά­χτη­κε ψη­λὰ στὰ πί­σω πό­δια. Τὸν ἔ­ρι­ξε με­μιᾶς στὸ χι­ο­νι­σμέ­νο ἔ­δα­φος κι ἀ­φη­νι­α­σμέ­νο ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­χει στὰ τυ­φλά. Μη­χα­νι­κὰ τὸ δά­χτυ­λό του βρῆ­κε τὴ σκαν­δά­λη κα­θὼς ἔ­πε­φτε. Τὸ ὅ­πλο βρόν­τη­ξε ἐκ­κω­φαν­τι­κὰ μέσ’ στὴ νυ­χτιά, μὰ μὲ τὴν πτώ­ση τοῦ ’­φυ­γε ἀ­π’ τὰ χέ­ρια του. Τ’ ἀ­γρί­μια σά­στι­σαν ἀ­π’ τὴ βα­ρειὰ ἐκ­πυρ­σο­κρό­τη­ση γιὰ μιὰ στιγ­μή, ποὺ ὡ­στό­σο τοῦ ἦ­ταν ἀρ­κε­τὴ γιὰ ν’ ἁρ­πα­χτεῖ ἀ­π’ τὸ κον­τι­νό­τε­ρο κλα­δὶ καὶ νὰ ἀ­νε­βεῖ γορ­γὰ ὅ­σο ψη­λό­τε­ρα μπο­ροῦ­σε. Και­ρὸς ἦ­ταν! Τ’ ἀ­γρί­μια ξα­να­χύ­μη­ξαν ἀ­μέ­σως καὶ μ’ ἄ­γριους βρυ­χηθ­μοὺς τὸν πε­ρι­ζῶ­σαν.

Στὸ ἑ­ξῆς ἡ ὥ­ρα κύ­λι­σε ἀρ­γὰ καὶ βα­σα­νι­στι­κά. Ἡ πα­γω­νιὰ χω­νό­τα­νε παν­τοῦ καὶ τὸν τρυ­ποῦ­σε. Ἡ ἀ­κι­νη­σί­α μού­δι­α­ζε τὸ σῶ­μα του. Κινδύνευ­ε νὰ πέ­σει. Μὲ δυ­σκο­λί­α ἀ­φάν­τα­στη τὰ ξυ­λι­α­σμέ­να χέ­ρια του γαν­τζώ­να­νε τὸ δέν­τρο. Μὰ πιὸ πο­λὺ τὸν παί­δευ­αν οἱ ἐ­νο­χές του. Πῶς τό ’­χε με­τα­νοι­ώ­σει, Θέ μου! Τί ἀ­πο­κο­τιὰ ἦ­ταν κι αὐ­τή; Πῶς φέρ­θη­κε πιὰ τό­σο ἐ­πι­πό­λαι­α; Καὶ τώ­ρα; Τί τὸν πε­ρί­με­νε; Ὁ θά­να­τος; Πο­λὺ πι­θα­νό. Μὰ κι ἂν σω­ζό­ταν πα­ρ’ ἐλ­πί­δα, πῶς θὰ δι­και­ο­λο­γοῦ­σε τὴν ἀ­νο­η­σί­α του; Δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου πιὰ πε­ρή­φα­νος γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του.

Μα­κριὰ στὴν κοι­λά­δα ἦ­χος βα­θὺς κυ­νη­γε­τι­κοῦ βού­κι­νου ἔ­σκι­σε τὴ θα­να­τε­ρὴ σι­γα­λιά. Ἡ καρ­διά του σκίρ­τη­σε. Τὸν ἔ­ψα­χναν! Οἱ ἐλ­πί­δες του ἀ­να­πτε­ρώ­θη­καν. Ἔ­φε­ρε τὸ χέ­ρι στὴ ζώ­νη του ἀ­να­ζη­τών­τας τὸ δι­κό του βού­κι­νο γιὰ ν’ ἀ­παν­τή­σει. Μὰ δὲν εἶ­χε μα­ζί του κυ­νη­γε­τι­κὸ ἐ­ξο­πλι­σμό.

Πέ­ρα­σε ἔτσι πολ­λὴ ἀ­κό­μα ὥ­ρα μέ­χρι νὰ τὸν ἐν­το­πί­σει ἡ ὁ­μά­δα δι­ά­σω­σης, ποὺ ἔ­σπευ­σε νὰ τὸν ἀ­να­ζη­τή­σει ἀ­μέ­σως μό­λις ἔ­γι­νε ἀν­τι­λη­πτὴ ἡ ἐ­ξα­φά­νι­σή του. Τὰ σκυ­λιὰ καὶ οἱ πυ­ρο­βο­λι­σμοὶ σκόρ­πι­σαν τὰ θη­ρί­α. Στὸ ἔ­σχα­το ὅ­ριο τῆς ἀν­το­χῆς του ὁ νε­α­ρός, βρι­σκό­ταν ἐ­πι­τέ­λους ξα­νὰ στὴ ζεστὴ ἀγκαλιὰ τῆς οἰ­κο­γέ­νειας.

Μὲ δά­κρυ­α κι ἀ­λα­λαγ­μοὺς χα­ρᾶς, βα­θιὰ συγ­κλο­νι­σμέ­νοι ἀ­π’ τὸ ἀ­πρό­σμε­νο συμ­βάν, ἔ­πε­σαν ὅ­λοι πά­νω του, ὅ­ταν τὸ ἕλ­κη­θρο ποὺ τὸν με­τέ­φε­ρε στα­μά­τη­σε στὴν πόρ­τα τους. Κι ὅ­ταν μὲ μάτια ὑγρὰ καὶ λαμπερὰ τὸν σή­κω­σαν στὰ χέ­ρια τους, ἔ­νοι­ω­σε στὸν πα­ρά­δει­σο πὼς ἔμ­παι­νε, ὄ­χι στὸ σπί­τι του.

Ἡ γλυ­κειὰ θαλ­πω­ρὴ τῆς χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κης ἑ­στί­ας καὶ τ’ ἀ­γα­πη­μέ­να του πρό­σω­πα, γε­λα­στὰ καὶ πά­λι με­τὰ τὴν ἀ­να­στά­τω­ση, ἔ­σβη­σαν σὰν ὄ­νει­ρο κα­κὸ σι­γὰ-σι­γὰ τὴ θύ­μη­ση τῆς φο­βε­ρῆς του πε­ρι­πέ­τειας.

– Θὰ μπο­ρέ­σε­τε ἄ­ρα­γε πο­τὲ νὰ μὲ συγ­χω­ρέ­σε­τε; εἶ­πε σὰν ἔνοιωσε κα­λύ­τε­ρα. Πό­σο ἄ­σχη­μα αἰ­σθά­νο­μαι γιὰ ὅ,τι ἔ­κα­μα! Ὅ­ποι­α κι ἂν εἶ­ναι ἡ τι­μω­ρί­α μου, εἶ­μαι ἕ­τοι­μος νὰ τὴ δε­χτῶ.

Ὁ παπ­ποὺς τὸν κοί­τα­ξε κα­λο­κά­γα­θα, ὅ­πως πάν­τα.

– Ποι­ὸς μί­λη­σε γιὰ τι­μω­ρί­α;

– Μὰ δὲν ἔ­χει βα­ρει­ὲς συ­νέ­πει­ες ἡ πα­ρά­βα­ση τῶν νό­μων μας; Αὐ­τὸ δὲν μᾶς μα­θαί­νε­τε;

– Βα­ρει­ὲς συ­νέ­πει­ες ἔ­χει ἀ­ναμ­φί­βο­λα, μὰ δὲν τὶς ἐ­πι­βάλ­λου­με ἐ­μεῖς. Ἡ τι­μω­ρί­α σου εἶ­ναι αὐ­τὰ ποὺ ἤ­δη πέ­ρα­σες. Δὲ σοῦ ‘φτασαν; Κι ἄλλο ζητᾶς ἀκόμα; Σὲ ἄγ­γι­ξε σχε­δὸν ὁ θά­να­τος ἀ­π’ τὰ θη­ρί­α καὶ τὴν πα­γω­νιά! Ἀλλὰ μόνο καὶ μόνο ἐ­πει­δὴ θέ­λη­σες νὰ φύ­γεις ἀ­π’ τὴν ἀ­σφά­λεια καὶ τὴ ζε­στα­σιὰ τοῦ σπι­τιοῦ μας. Αὐ­το­κα­τα­δι­κά­στη­κες! Ὅ­σα ἐ­σὺ ἐ­πέ­βα­λες στὸν ἑ­αυ­τό σου, ἡ φυ­σι­κὴ καὶ μό­νο συ­νέ­πεια τῆς πρά­ξης σου,  εἶ­ναι ἡ τι­μω­ρί­α σου. Ὄ­χι κά­τι ποὺ θὰ ἐ­πι­βάλ­λου­με ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων ἐ­μεῖς.

–  Δηλαδή, παππού, …δὲν θὰ μὲ τιμωρήσετε;

–  Ὄ­χι βέ­βαι­α, παι­δί μου! Δὲν ἔ­χου­με ἔ­γνοι­α ν’ ἀ­πο­κα­τα­στή­σου­με τὴν τά­ξη νο­μι­κὰ γιὰ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση δι­κή μας, νὰ τι­μω­ρή­σου­με τὴν πα­ρά­βα­ση γιὰ νὰ βγά­λου­με τὸ ἄ­χτι μας. Μᾶς νοιά­ζει μό­νο ν’ ἀ­πο­κα­τα­στα­θεῖς ἐ­σὺ σῶ­ος καὶ ἀ­κέ­ραι­ος στὴν οἰ­κο­γέ­νειά μας. Δὲν μᾶς πε­ρισ­σεύ­εις, ἂς εἴ­μα­στε πολ­λοί. Δὲν σ’ ἀ­γα­πά­με λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ κα­νέ­ναν ἄλ­λον ἐ­δῶ μέ­σα καὶ μᾶς εἶ­σαι ἰ­δι­αί­τε­ρα πο­λύ­τι­μος γιὰ νὰ σὲ χά­σου­με.

Καὶ μὲ τὰ λό­για αὐ­τὰ ὁ ἀ­γα­θὸς γέ­ρον­τας ἔ­σκυ­ψε κι ἀγ­κά­λια­σε τρυ­φε­ρὰ τὸ νεαρὸ βλα­στά­ρι τοῦ σπι­τιοῦ του, φι­λών­τας το στορ­γι­κά. Ἕ­να κύ­μα ἔ­πνι­ξε τὴν καρ­διὰ τοῦ ἀ­γο­ριοῦ, γέ­μι­σε δά­κρυ­α ζε­στὰ τὰ μά­τια του πρὶν προ­λά­βει νὰ τὰ συγ­κρα­τή­σει.

– Εἶ­ναι αὐ­τὸ ἡ ἀ­πάν­τη­ση καὶ γιὰ ‘κεῖ­νο ποὺ σὲ ρώ­τη­σα πρὶν φύ­γω, παπ­πού; ψέλλισε μὲ φωνὴ ποὺ κοβόταν ἀπ’ τὴ συγκίνηση.

– Ἀ­κρι­βῶς, ἀ­γα­πη­μέ­νο μου παι­δί! Εἶ­πες, πῶς γί­νε­ται νὰ ἀ­γα­πά­ει ὁ Θε­ὸς καὶ ταυ­τό­χρο­να νὰ τι­μω­ρεῖ; Μὰ ὁ Θε­ὸς μό­νο ἀ­γα­πά­ει, γι­έ μου! Ποι­ὸς λέ­ει πὼς τὸ μό­νο ποὺ ξέ­ρει εἶ­ναι νὰ τι­μω­ρεῖ; Ὅ­ποι­ος τὸν ἀ­γνο­εῖ μονάχα. Οἱ δι­α­στρε­βλω­τὲς τῆς εἰ­κό­νας Του. Ὁ θά­να­τος, ἡ κά­θε τι­μω­ρί­α, δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἡ φυ­σι­κὴ συνέπεια τῆς ἀ­πο­ξέ­νω­σής μας ἀ­π’ αὺτόν, ἡ τελικὴ κατάληξη τῆς ἁ­μαρ­τί­ας μας. Ὄ­χι ποι­νὴ ποὺ ἐ­πι­βάλ­λει ὁ Θε­ὸς ἀ­πὸ κά­ποι­α σα­δι­στι­κὴ κι ἐκ­δι­κη­τι­κὴ δι­ά­θε­ση γιὰ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση δι­κή Του.

Οἱ κουβέντες σταμάτησαν, τριγύρισαν ὅλοι τὸν λευκασμένο γέροντα. Ἐκεῖνος ἤρεμα συνέχισε.

– Βλέ­πεις τὸν ἥ­λιο; Λάμ­πει γιὰ ὅ­λους κι ἀ­κτι­νο­βο­λεῖ. Ἂν ὅ­μως κά­ποι­ος κρύ­βε­ται ἀ­πὸ τὸ φῶς του καὶ πα­γώ­νει, τί φταί­ει ὁ ἥ­λιος; Τὸ ἴ­διο γί­νε­ται μὲ τὸν Θε­ό.

– Δηλαδή, παππού;

– Ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι, γιέ μου, ἡ μοναδικὴ πη­γὴ ζω­ῆς. Ἀ­κτι­νο­βο­λεῖ γιὰ ὅ­λους ζε­στα­σιά, ἀ­γά­πη, φῶς. Ὅ­ποι­ος εἶναι μαζί Του, ζεῖ πραγ­μα­τι­κά. Μὰ ὅ­ποι­ος, ἐ­λεύ­θε­ρα πάντα, φεύγει ἀ­πὸ κον­τά Του, στε­ρεῖ­ται τὴ ζω­ὴ αὐ­τή. Φεύ­γον­τας ἀ­πὸ τὴ ζε­στα­σιά, πα­γώ­νει στὸ σκο­τά­δι καὶ τελικὰ πε­θαί­νει. Ἔξω ἀ­π’ τὴ Σκέ­πη Του εἶ­ν’ ἀ­προ­στά­τευ­τος. Εὐάλωτος σὲ κά­θε κίν­δυ­νο, πνευ­μα­τι­κὸ καὶ σω­μα­τι­κό. Τὰ πάν­τα μπο­ρεῖ νὰ τοῦ συμ­βοῦν, μὰ ὄ­χι ἐπειδὴ τὸν τι­μω­ρεῖ ὁ Θε­ός. Ἀλ­λὰ για­τὶ δι­α­λέ­γει ἀ­πὸ μό­νος του νὰ μέ­νει μακριὰ ἀ­π’ τὴν προ­στα­σί­α Του, ἀκάλυπτος στὸ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε κα­κό, ἀφοῦ εἰσέρχεται στὴν ἐ­πι­κίν­δυ­νη πε­ρι­ο­χὴ ποὺ δι­α­φεν­τεύ­ει ὁ θά­να­τος.

– Ὅ­πως τὴν ἔ­πα­θα κι ἐγώ, παππού!

– Ἀκριβῶς, παιδί μου! Μὰ ὄ­χι για­τί σὲ τι­μω­ρή­σα­με ἐ­μεῖς. Ἀλ­λὰ για­τὶ μὲ τὸ δικό σου θέλημα ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κες ἀ­πὸ τὴν προ­στα­σί­α καὶ τὴ θαλ­πω­ρὴ τοῦ σπι­τιοῦ σου. Ἦταν ἑπόμενο στὴ σκο­τει­νὴ κοι­λά­δα  νὰ σὲ κυκλώσουν ἡ πα­γω­νιά, ὁ πό­νος καὶ παραλίγο ὁ θά­να­τος.

– Κα­τά­λα­βα κα­λά, παπ­πού! Ἂν κά­ποι­ος κρύ­βε­ται ἀ­πὸ τὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου, παγ­ώ­νει ἀ­πὸ δι­κό του φταί­ξι­μο καὶ μό­νο, ἂν καὶ ὁ ἥ­λιος φω­τί­ζει κι ἀ­κτι­νο­βο­λεῖ τὴ ζε­στα­σιά.

– Τὸ ἴ­διο ἀ­πα­ράλ­λα­χτα συμ­βαί­νει καὶ μὲ τὸν ἥ­λιο τῆς δι­και­ο­σύ­νης. Ἦρθε γιὰ μᾶς! Γεν­νή­θη­κε ἀ­νά­με­σά μας σή­με­ρα, γιὰ ν’ ἀ­να­τέλ­λει τὶς γλυ­κει­ὲς ἀ­χτί­νες τῆς ἀ­γά­πης Του χωρὶς ἐξαίρεση σ’ ὅ­λη τὴ γῆ. Δὲν εἶ­ναι κρί­μα νὰ κα­τα­δι­κά­ζου­με στὴν πα­γω­νιὰ τὸν ἑ­αυ­τό μας, δι­α­λέ­γον­τας ἐ­μεῖς μὲ πεῖ­σμα τὴ σκιά;

… εἶ­πε ὁ παπ­ποὺς καὶ σώ­πα­σε…

Σκυ­φτοί, κρε­μά­με­νοι μι­κροὶ-με­γά­λοι ἀ­πὸ τὰ χεί­λη του μὲ σέ­βας δέ­χον­ταν, αὔ­ρα λε­πτή, τὰ λό­για του. Ἀ­νά­ε­ρα βα­σί­λε­ψε σι­γή…

Μὰ σ’ ὅ­λων τὶς καρ­δι­ὲς καὶ τὶς μα­τι­ὲς… ἀν­ταύ­γει­ες θεῖ­ες ἔ­λαμ­ψαν…, εὐ­φρό­συ­νες, πα­νώ­ρι­ες, μυ­στι­κές!…

Χρι­στού­γεν­να 2011

Πηγή: Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Πες μου που είσαι Παντοδύναμε όταν μπαίνουνε παιδιά μες τη γη; Νοέμβριος 21, 2014

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Βίντεο, Ιστορία, Κοινωνία, Πολιτική , 7Σχόλια YouTube Preview Image

«Πάτερ ημών, εν τω μέσω πολλών προσευχών, φανερώσου!»

Τολμηρό τραγούδι του Σταμάτη Μορφονιού με αιχμηρό λόγο που σαν αυτοσχέδια προσευχή ζητά ευθέως απαντήσεις σε εύλογα ερωτήματα. Ποιος από εμάς τολμά να απαντήσει;

Σχέση των δύο Σεπτέμβριος 16, 2014

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία, Σχέσεις , add a comment

Εκείνος που αγαπά τον Θεό επιζητά να είναι μόνος. Όπως οι νιόπαντροι θέλουν να είναι μόνοι τους και να μη διαταράσσεται η εγγύτητα τους από άλλους, έτσι κι εκείνοι πού ένιωσαν την αγάπη του Θεού αποσύρονται στην σιωπή και την μόνωση. Η ψυχή δεν μπορεί να ζήσει χωρίς την αγάπη. Εκείνος που δεν αγαπά τον Θεό αγαπά άλλα πράγματα. Η αγάπη που αισθανόμαστε για τον Θεό είναι ίδια με την αγάπη που νιώθαμε πριν για άλλα πράγματα. Και εκείνος που αγαπά μόνο τον Θεό, Τον αγαπά με την αγάπη που αισθανόταν παλιά για χιλιάδες πράγματα, και τώρα αγαπά με την δύναμη κάποιου που αγαπά μόνο ένα πράγμα σ΄ολόκληρο τον κόσμο, με μια απόλυτη και οικουμενική αγάπη.

Αγάπη είναι η ενοίκηση κάποιου άλλου εντός του δικού μας προσώπου. Αγάπη είναι μια παρουσία. Είναι ένα αίσθημα ότι ανήκουμε σε κάποιον άλλο και κάποιος άλλος ανήκει σε μάς. Αγάπη είναι η αίσθηση πως είμαστε δύο, αλλά και πως οι δύο είναι ένας. Αγάπη είναι η γνώση πως είμαστε αντικείμενο αγάπης, είναι η αίσθηση της παρουσίας τού άλλου που μάς αγαπά και μας χαμογελά. Αγάπη είναι η θέληση να γίνουμε κάποιος άλλος (το αγαπημένο μας πρόσωπο) και η γνώση πως είμαστε κάποιος άλλος κι ακόμα είναι κάποιος άλλος που θέλει να είναι ό,τι είμαστε εμείς και είναι ό,τι είμαστε εμείς. Αγάπη σημαίνει κένωση τού εαυτού μας και πλήρωσή του με τον άλλο. Όταν κοιτάζουμε το αγαπημένο μας πρόσωπο, στο βλέμμα μας έχει ανέβει ολόκληρη η ψυχή μας. Όταν αναστενάζουμε ολόκληρη η ψυχή μας ανεβαίνει στον αναστεναγμό. Αγάπη είναι η γνώση πως αποτελούμε ζευγάρι και η αίσθηση πως είμαστε ένα με κάθε ζευγάρι που βλέπουμε -δυο εραστές, δύο σύννεφα, δύο περιστέρια που πετούν στον ουρανό, δύο αστέρια.

Το αίσθημα μοναξιάς και ο αναστεναγμός μου καταμεσής της νύχτας παλιά δεν έβγαζε ηχώ. Έπεφτε πάνω στο κενό.Ήμουν μόνος. Όμως τώρα ο αναστεναγμός μου βρήκε ηχώ, φτάνει σε κάποιον που τον ακούει, κάποιον που δε μπορώ ούτε να δώ, ούτε να ακούσω μέσα στο σκοτάδι. Κοντά μου, μέσα μου, βαθύτερα και από τον ίδιο μου τον εαυτό, σχεδόν ακούω τον αναστεναγμό του να αποκρίνεται.

Και αυτός ο κάποιος είναι ο Θεός. Καταλαβαίνω την αγάπη Σου και το πώς μού συγχωρείς τα πάντα, διότι παλιά όταν κι εγώ αγαπούσα όσο πολύ αγαπάς Εσύ τώρα, συγχωρούσα τα πάντα, «εβδομηκοντάκις επτά» φορές, και γνωρίζω το πώς αντιδράς, επειδή γνωρίζω τι σημαίνει να αγαπάς. Οι παλιές μου αγάπες με δίδαξαν τι σημαίνει να αγαπάς. Γνωρίζω πόσο με αγαπάς επειδή κι εγώ έχω αγαπήσει, και γνωρίζω πόσο παθιασμένη μπορεί να είναι η αγάπη, και τι σημαίνει να είναι κανείς τρελά ερωτευμένος με κάποιον.

Και ο Θεός είναι τρελός για μένα.

Με αγαπά με όλες μου τις αδυναμίες, με όλα μου τα κληρονομημένα και συσσωρευμένα μου ελαττώματα, με αγαπά όπως είμαι, με τις ιδιαιτερότητες και την ιδιοσυγκρασία μου, με τις συνήθειες και τα συμπλέγματα μου. Ακριβώς όπως είμαι.

Η ψυχή μου είναι ανοιχτή. Κάποιος άλλος κι όχι εγώ, έχει το κλειδί. Έρχεται και φεύγει όπως και όποτε θέλει

Πηγή: Ερνεστο Καρντενάλ, Αγάπη η χαραμάδα τής αιωνιότητας, εκδ Εν Πλώ σελ 84-86

Επεξήγηση εικόνας: στην, παραδοσιακής κινεζικής τεχνοτροπίας, ζωγραφιά εικονίζεται ένα ζευγάρι γερανών σε μια λίμνη με νούφαρα. Στην λαϊκή παράδοση της Ανατολής οι γερανοί θεωρούνται μονογαμικά ζώα και σύμβολα της αθανασίας. Ο χορός του ζευγαρώματος τους είναι από τα πιο όμορφα, πολυφωτογραφημένα και πολυζωγραφισμένα συμβάματα του ζωικού βασιλείου.

Αναδημοσίευση

Ευχαριστίες στην Ιωάννα Ι.