jump to navigation

Τρία Πρόσωπα: Οι Επιθυμίες και η Θυσία (διήγημα) Μάιος 2, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

bike-desire

π. Δημητρίου Μπόκου

Ἄστραψα καὶ βρόντηξα, ἀλλὰ μόνο μέσα μου. Ποῦ νὰ τολμήσω νὰ βγάλω ἄχνα μπροστὰ στὸν πατέρα μου! Ὁ τόνος τῆς φωνῆς του ἦταν ἀπόλυτος.
– Πέντε μέρες εἶναι πολλές. Δὲν ξαναβρίσκονται εὔκολα. Ξέχνα το γιὰ φέτος. Δὲν θὰ πᾶς πουθενά!
Ἡ ἀδελφή μου στράβωσε τὸ μοῦτρο της κοροϊδευτικὰ σὰν νὰ μοῦ ’λεγε:
– Δὲν στά ’λεγα;
Ἔβραζα, μὰ τί νά ’κανα; Τέλειωσα βιαστικὰ τὸ φαγητό μου, ση-κώθηκα, πῆγα στὸ δωμάτιό μου. Μόλις ὅμως ἔκλεισα τὴν πόρτα πίσω μου, ξεσπάθωσα. Ἔσκισα μὲ μιὰ κλωτσιὰ τὸ χνουδωτὸ ἐλεφαντάκι τοῦ μικρότερου ἀδελφοῦ μου, χτύπησα τὴ γροθιά μου στὸ γραφεῖο (ὄχι καὶ πολὺ δυνατὰ – γιὰ νὰ λέμε τὴν ἀλήθεια – γιατὶ ποιὸς ἀντέχει τὸν πόνο;), σωριάστηκα πικραμένος στὴν πολυθρόνα. Μοῦ ’ρχόταν νὰ κλάψω ἀπ’ τὸν θυμό μου.
– Μὰ δὲν ὑποφέρεται ἄλλο πιά! οὔρλιαξε ἡ ξαναμμένη σκέψη μου μὲς στὸ κεφάλι μου. Σκέτο μαρτύριο ἡ φετινὴ χρονιά. Πᾶνε οἱ βόλτες, κόπηκε ἡ διασκέδαση σχεδὸν ἐντελῶς. Χάνω τώρα καὶ τὴν πενθήμερη στὴ Ρόδο. Αὐτὸ θὰ πεῖ Γ΄ Λυκείου. Διαζύγιο ἀπ’ τὴ ζωή. Διάβασμα καὶ μόνο διάβασμα. Μέρα νύχτα τὸ ἴδιο τροπάριο στὸν ἴδιο ἦχο.
Ποῦ νὰ μιλήσω καὶ γιὰ τίποτε περισσότερο! Ποὺ φλερτάρω λ.χ. τὴν καινούργια Kawasaki καί, πιστὸς στὸ ραντεβού μου κάθε μέρα, περνάω νὰ τὴ δῶ στὴ βιτρίνα τῆς ἀντιπροσωπείας. Λάγνο τὸ βλέμμα μου τὴν ἀγκαλιάζει. Μπαίνω καμμιὰ φορὰ καὶ μέσα νὰ τὴν ἀπολαύσω ἀπὸ κοντά. Διπλὲς ἐξατμίσεις, ἀστραφτερὴ φινέτσα, φουτουριστικὴ γραμμή. Ὄνειρο! Κλείνω τὰ μάτια μου νὰ φανταστῶ τὸν ἑαυτό μου νὰ μεταρσιώνεται ἀπὸ τὴ μέθη τῆς ταχύτητας, τὴν ἀσυγκράτητη δύναμη, τὴ γοητεία τῆς οὐτοπίας. Ἀλλὰ ποῦ νὰ τολμήσω νὰ μιλήσω γιὰ τέτοια; Πόσο ἀδικημένος αἰσθάνομαι!
Κοίταξα τὸ πρόσωπό μου στὸν καθρέφτη καὶ εἶδα ἕνα βλέμμα ἀ-νήσυχο, ἀκόρεστο, γεμάτο βουλιμία. Ἡ ζωὴ εἶναι ἐκεῖ ἔξω κι ἐγὼ δὲν θέλω νὰ παραιτηθῶ ἀπ’ αὐτήν. Μοῦ δίνει πολλά, ἀλλὰ θέλω περισσότερα. Ἐγὼ τὴ λαχταρῶ, κι αὐτὴ ὅλο καὶ μοῦ γυρνᾶ τὴν πλάτη. Τραγωδία δηλαδή, δὲν εἶναι ἔτσι;
Ξαναγύρισα στὸ καθιστικὸ ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα. Πῆρα στὸ χέρι τὸ τηλεκοντρόλ, ἄνοιξα τὴν τηλεόραση. Ἡ εἰκόνα τοῦ φλεγόμενου Ἰρὰκ γέμισε ἀσφυκτικὰ τὴν ὀθόνη. Τὸ κανάλι μετέδιδε τὰ τελευταῖα νέα τοῦ πολέμου.
Οἱ εἰκόνες τῆς φρίκης διαδέχονται ἡ μιὰ τὴν ἄλλη. Μιὰ καυτὴ κόλαση βασιλεύει ἐκεῖ ποὺ ἄνθιζε τὸ χαμόγελο τοῦ Παραδείσου. Ἀνάμεσα Τίγρη καὶ Εὐφράτη, κατὰ ἀνατολάς, στὴν Ἐδέμ, φύτρωναν μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρό, φυτεμένα ἀπ’ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, πράσινα δέντρα φορτωμένα μὲ καρπούς. Ἐκεῖ τώρα παρελαύνουν τὰ ἀποτρόπαια τέρατα τῆς φονικώτερης πολεμικῆς μηχανῆς τῶν αἰώνων, σκορπώντας τὴν καταστροφὴ καὶ τὸν θάνατο. Ἀνοίγοντας τὰ ἀτσαλένια φτερά τους τὰ ὑπερφίαλα σμήνη τῶν «ἀετῶν ποὺ οὐρλιάζουν*», βυθίζουν σαδιστικὰ τὰ νύχια τους στὴ ζωντανὴ σάρκα ἐκείνων ποὺ ἐπιλέχθηκαν νὰ γίνουν πρόβατα ἐπὶ σφαγήν.

Ὅμως …
Ἀπ’ ὅλα τὰ συγκλονιστικὰ σκηνικὰ τοῦ πολέμου, μιὰ εἰκόνα ξεχώρισε ἀπρόσκλητη καὶ καρφώθηκε στὸ μυαλό μου.
Μέσα στὸν ἀνελέητο καταιγισμὸ τῶν βομβῶν, τὰ σύννεφα τῶν καπνῶν, τὶς πορφυρὲς λάμψεις τῆς φωτιᾶς, τὰ μακάβρια σκέλεθρα τῶν ἐρειπωμένων σπιτιῶν καὶ τὰ ρημαγμένα κορμιὰ τῶν ἀμάχων νε-κρῶν, ἕνα μικρὸ παιδί, ὄχι πάνω ἀπὸ δέκα, κλαίει μὲ καυτὰ δάκρυα πάνω στὰ διαμελισμένα σώματα τῆς μάνας καὶ τοῦ πατέρα…
Τὸ πρόσωπό του τραγικὰ ἀλλοιωμένο ἀπὸ τὸν τρόμο. Τὸ γόνατο ἀκουμπισμένο στὴ γῆ. Τὰ μάτια στραμμένα στὸν οὐρανό, ποὺ ἐξα-πολύει χιλιάδες κεραυνούς. Τὸ χέρι του ὑψωμένο στὸν πνιγερὸ ἀέρα…
Καὶ μέσα ἀπ’ τὸν ἀνείπωτο στεναγμὸ τῆς τραγικῆς αὐτῆς φιγούρας ἕνα σιωπηλό, πλὴν ἀδυσώπητο, πελώριο «γιατί;» σκίζει τὴ φρίκη τοῦ πολέμου καὶ διαπερνᾶ τοὺς ἐκκωφαντικοὺς κρωγμοὺς τοῦ θανά-του.
Ἀμείλικτα σκίζοντας τὰ πλάτη τῶν αἰθέρων, ἔφτασε ἡ σιωπηλὴ κραυγή του καὶ σ’ ἐμένα. Μὲ συγκλόνισε πιότερο κι ἀπ’ τὶς ἐκρήξεις τοῦ πολέμου. Ντράπηκα βαθιὰ βλέποντας τὸ πρόσωπο τοῦ ἀθώου μικροῦ παιδιοῦ. Ἔνοιωσα ἔνοχος κι ἐγὼ γιὰ τὴ δυστυχία του. Γιατὶ βάδιζα στὸν ἴδιο δρόμο μὲ τοὺς θύτες του: Τὰ ἤθελα ὅλα γιὰ τὸν ἑαυτό μου!
Ὁ μελαγχολικὸς ἦχος μιᾶς καμπάνας ξεχύθηκε στὸ μελιχρὸ ἀπόγευμα. Ἀρχίζει ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Ἕνα ἄλλο δράμα ἀνεβαίνει στὸ προσκήνιο. Ἕνα ἄλλο πρόσωπο πρωταγωνιστεῖ. Ὁ Χριστός.
Μοιάζει μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ παιδιοῦ τοῦ πολέμου. Τὰ χάνει ὅλα κι αὐτός, ἀκόμα καὶ τὴ ζωή του. Οἱ θύτες του ἐξ ἴσου ἀνελέητοι, ἂν ὄχι καὶ χειρότεροι, ἀφοῦ τολμοῦν τὸν πόλεμο ἐνάντια στὸν Θεό, ὄχι στὸν ἄνθρωπο.
Θύμα κι ὁ Χριστός, ἀθῶο θύμα σὰν τὸ μικρὸ παιδί. Μὲ μιὰ διαφορά: Ἑκούσιο θύμα. Ἀρνεῖται νὰ παρατάξει γύρω του λεγεῶνες τῶν ἀγγέλων. Δὲν τοῦ παίρνουν τίποτε χωρὶς νὰ τὸ θέλει. Τὰ παραδίδει ὅ-λα μόνος του. Θεληματικά. Παραιτεῖται ἀπ’ ὅλα σὲ μιὰ κίνηση ἀνεξήγητης ἀγάπης γιὰ ’κείνους, ποὺ χύνουν πάνω του τὴν κόλαση τοῦ μί-σους.
Ὁ Χριστός!
Ἕνα πρόσωπο διαφορετικὸ ἀπὸ τὰ ἄλλα.
Ἀπ’ τὸ δικό μου σιχαμένο πρόσωπο τῆς ἀπληστίας, ποὺ νέους θὰ γεννήσει πολεμοχαρεῖς θύτες αὔριο.
Μὰ κι ἀπ’ τὸ τραγικὸ πρόσωπο τοῦ μικροῦ παιδιοῦ, ποὺ γίνεται θύμα τοῦ πολέμου, παρὰ τὴ θέλησή του ὅμως. Ποτὲ δὲν γίνεται καὶ γιὰ κανέναν θύτης ὁ Χριστός, μὰ οὔτε καὶ παίγνιο, παρὰ τὴ θέλησή του, στὰ χέρια τῶν θυτῶν του. Κι ἂν θυσιάζεται, τὸ κάνει μὲ δική του, ἀβίαστη, ἐλεύθερη ἐπιλογή, γιὰ ὅλους μας.
Μήπως αὐτὸ εἶναι τελικὰ τὸ μυστικὸ γιὰ νὰ ξαναβλαστήσουν πάνω στὴ γῆ τὰ δέντρα τῆς Ἐδέμ;
Τρία πρόσωπα διαγράφονταν μπροστά μου.
Ἀπέστρεψα μὲ ἀηδία τὴ ματιά μου ἀπ’ τὸ δικό μου.
Ἔκλαψα μὲ πόνο μπρὸς στὸ πρόσωπο τοῦ παιδιοῦ τοῦ πολέμου.
Μὰ σκέφτηκα πὼς ἔπρεπε νὰ συναντήσω τὸ τρίτο πρόσωπο, τὸν Χριστό.
Ἔτσι, ὅταν μιὰ δεύτερη καμπάνα ξαναχτύπησε στὸν ἴδιο μελαγχολικὸ τόνο, βαθιὰ συλλογισμένος πῆρα τὸ δρόμο γιὰ τὸ σπίτι του,… τὴν Ἐκκλησία.
Τὸν εἶδα στ’ ἀχνοφῶς, μ’ ἀκάνθινο στεφάνι καὶ λυπημένη τὴ ματιά, ἤρεμα ν’ ἀχτιδοβολάει τὴν ἀγάπη.
Ἔσκυψα τότε αὐθόρμητα… κι εὐλαβικὰ προσκύνησα τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀγαπᾶ νὰ θυσιάζεται,… ἀντὶ νὰ θυσιάζει.

Πάσχα 2003

*«Ἀετοὶ ποὺ οὐρλιάζουν»: ἔτσι ὀνομάζονταν τὰ σμήνη τῶν ἀμερικανικῶν μαχητικῶν ποὺ βομβάρδιζαν τὸ Ἰρὰκ τὸ 2003.

Αφιέρωμα: Μεγάλη Εβδομάδα και Πάσχα Απρίλιος 22, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 88Σχόλια

Ορθόδοξο Χριστιανικό Πάσχα Ανάσταση

Συλλογή καταχωρήσεων για τη Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα.

Καλή Ανάσταση!

Μεγάλη Εβδομάδα

Πάσχα

Εγκώμια Μ. Παρασκευής – Ακολουθία Επιτάφιου Θρήνου Απρίλιος 18, 2014

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Βίντεο, Ορθοδοξία / Εκκλησία, Ομιλίες / Ηχογραφήσεις , add a comment YouTube Preview Image

Τα εγκώμια του επιταφίου αναφέρονται στη Βυζαντινή υμνολογία ως τροπάρια που ψάλλονται το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, εκτός των ναών, κατά την εκφορά του επιταφίου. Πρόκειται για σύντομα, γλυκύτατα μουσικά μέλη, που παρεμβάλλονται μετά τον 118ο ψαλμό, (ψαλμό του Αμώμου), σε τρεις στάσεις.
Η πρώτη στάση σε ήχο πλάγιο α΄ αρχίζει με το εγκώμιο «Η ζωή εν τάφω, κατετέθης, Χριστέ…».
Η δεύτερη στάση σε ήχο πλάγιο α΄ αρχίζει με το εγκώμιο «Άξιον εστί μεγαλύνειν σε τον Ζωοδότην…» και
Η τρίτη στάση σε ήχο γ΄ αρχίζει με το εγκώμιο «Αι γενεαί πάσαι ύμνον τη ταφή Σου προσφέρουσι Χριστέ μου».
Και οι τρεις παραπάνω στάσεις καταλήγουν με το ίδιο τροπάριο – εγκώμιο που ξεκινούν, ενώ ο ιερέας θυμιατίζει τον επιτάφιο και από τις τέσσερις πλευρές του.
Επιλογές των εγκωμίων του Επιταφίου θρήνου αποδίδει ο Βυζαντινός χορός «Θεόδωρος Φωκαεύς», με θαυμαστή μουσική πιστότητα, σύμφωνη προς το αρχαίο Βυζαντινό μέλος, μεταφέροντας την κατανυκτική έκπληξη επί του θείου δράματος, την αναπαράσταση του οποίου τιμούν οι απανταχού Χριστιανοί. Ιδιαίτερη επίσης είναι και η απόδοση της τρίφωνης εκτέλεσης και απόλυτα επιτυχημένη, από την καταπληκτική συναυλία του Βυζαντινού χορού με Ύμνους Τριωδίου και Μεγάλης Εβδομάδος (31-03-2012), στον Ιερό Ναό Αγίας Σοφίας Πατρών, κατά την παρουσίαση της έκδοσης του 6ου ψηφιακού δίσκου του χορού με τίτλο «Τα Πάθη τα Σεπτά».

Τα χειρόγραφα – παρτιτούρες της εν λόγω επιλογής ύμνων είναι διαθέσιμα εδώ.

Πηγή: Θησαυρός Βυζαντινής Μουσικής

 

Οι Λυγμοί της Πόρνης και του Πατέρα τα Δάκρυα Μάιος 23, 2013

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 1 comment so far

Crying Mother...

Του κ. Γιώργου Μάλφα

Το βράδυ της Μ. Τρίτης ως γνωστόν, στους ναούς των Ορθοδόξων όπου γης, ψάλλεται το περίφημο τροπάριο της Κασσιανής. Το απόλυτο αυτό αριστοτέχνημα λόγου και μέλους στο οποίο η χαρισματική βυζαντινή υμνογράφος εξέφρασε με τρόπο ακραία αληθινό και ποιητικά μοναδικό, τον καημό και το πάθος της «αλειψάσης τον Κύριον μύρω πόρνης γυναικός».

Κάθε Μ. Τρίτη βράδυ αναπολώ με συγκίνηση τον παπά πατέρα μου, αυτόν των παιδικών μου χρόνων στο γενέθλιο νησί μας. Σοβαρός και ιεροπρεπής εξέρχονταν του ιερού προκειμένου να πάρει θέση στο δεξιό χορό για να ψάλλει ο ίδιος το «Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή…» περιστοιχιζόμενος από μια ομάδα ζωηρών εφήβων. Καμάρωνα μέσα μου τότε για την πρωτοκαθεδρία του πατέρα και πατώντας στις μύτες των ποδιών μου προσπαθούσα να ανασηκωθώ ώστε να βλέπω κάτι από το μεγάλο ορθάνοιχτο βιβλίο.

Θυμάμαι την απόλυτη σιγή που επικρατούσε τότε μονομιάς στην εκκλησία και την αυστηρή προσήλωση του πατέρα στην απόδοση του ύμνου. Αισθάνομαι ακόμη το βαρύ χέρι του που ακουμπούσε στον ώμο μου. Και στ’ αυτιά μου ηχεί ακόμη το ισοκράτημα της χορωδίας. Εκεί στο αναλόγιο της ενορίας μας, τα πρώτα συλλαβίσματα, «ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι» που λέει ο Ελύτης. Παιδικά αλησμόνητα βιώματα…

Μα κάτι ιδιαίτερο, μου προξενούσε ξεχωριστή εντύπωση κάθε Μ. Τρίτη…

«Πόρνη προσήλθέ σοι», «Η πόρνη εν κλαυθμώ ανεβόα», «Το πολυτίμητον μύρον η πόρνη έμιξε μετά δακρύων», «Πόρνη επιγνούσα Θεόν» «Ήπλωσεν η πόρνη τας τρίχας σοι τω Δεσπότη»… Αυτά και άλλα πολλά, διόλου εύηχα, εκστομίζονταν κατ’ εξακολούθησιν μελωδικά στη διάρκεια όλης της βραδιάς. Παρά την αφελή μου τότε άγνοια υποψιαζόμουν πάντως ότι κάτι εξόχως τολμηρό λέγεται με μιαν επιμονή εντελώς ακατανόητη. Η περιέργεια με έτρωγε. Για να ρωτήσω τον πατέρα ζητώντας διευκρινίσεις ούτε λόγος. Κάτι μου έλεγε να μην το αποτολμήσω, να μην τον φέρω σε δύσκολη θέση. Και πάντως η διάχυτη και αόριστη εξήγηση περί «κακών γυναικών» που τυχαία έπιασε τ’ αυτί μου δεν με ικανοποιούσε καθόλου. Ύποπτα πληθωρικός ο λόγος σε μια ακολουθία, για τόσες πολλές και τόσο πολύ «κακές γυναίκες»!

Αναζήτησα λοιπόν με τη δέουσα κρυψίνοια τη σημασία της λέξης «πόρνη» στο παλιό λεξικό της πατρικής βιβλιοθήκης. Η επίμαχη όμως και υπερβολικά κομψευμένη λεξικολογική διατύπωση επέτεινε τη σύγχυση και την απορία μου. Τι σχέση αλήθεια, αναρωτιόμουν, θα μπορούσε να έχει μια «γυνή εκδιδομένη επί χρήμασι» με το βούρκωμα στα μάτια και τη φωνή του πατέρα, που μας καθήλωνε όλους εκστατικά, μικρούς και μεγάλους, όση ώρα έψελνε το τροπάριο της Κασσιανής; Κάπου τότε είναι που γεννήθηκε μέσα μου, πρώιμα και μυστικά, ένα δέος απόκρυφο για τις πόρνες. Όλες τις πόρνες. Τις πόρνες γενικώς!

Τα χρόνια πέρασαν, η απορία μου λύθηκε και το δέος έγινε συμπάθεια. Τρυφερή και απέραντη συμπάθεια για την κατηγορία αυτή των γυναικών, των τόσο ανυπόληπτων στον θρησκευτικό και κοινωνικό μου περίγυρο. Φοιτητής μάλιστα στην Αθήνα είχα την ευλογία να «γνωρίσω» πολλές από αυτές! Συνήθιζα να περπατώ αμέριμνος αργά τα βράδια στους δρόμους του κέντρου της πρωτεύουσας, δίχως υποψία φόβου και κυρίως ενοχών μη με δει κανένα μάτι. Άλλοτε γιατί έχανα το τελευταίο δρομολόγιο της γραμμής 732 Αθήνα-Άγιος Φανούριος που με πήγαινε στο σπίτι μου, άλλοτε για να αγοράσω φρεσκότατες τις κυριακάτικες εφημερίδες, από το βράδυ του Σαββάτου, στους πάγκους της Ομόνοιας. Κάποιες φορές πάλι απλώς για να … αλλάξω παραστάσεις. Πλατεία Ομονοίας, Αγ. Κωνσταντίνου, Σωκράτους, πλατεία Βάθη, Λιοσίων, πλατεία Αττικής. Δρόμοι και πλατείες, τόποι απρόσιτοι, σχεδόν απροσπέλαστοι και σιωπηρά απαγορευμένοι τις νυχτερινές ώρες για τη συμβατική κοινωνική ευπρέπεια. Ένα τεράστιος μικρόκοσμος μυστηρίου και μαρτυρίου: λαθραίο περιθώριο, υγρό καταγώγιο, σκοτεινός υπόκοσμος. Μικρό, περί, κατά, υπό. Μα γιατί τόσες μικρόψυχες προθέσεις προσχηματικά τοποθετημένες μπροστά σε τόσο άθλιες διαθέσεις; Πόσες απαιτούνται επιτέλους, για να περιχαρακώσουν τα σώματα και τις ψυχές τόσων ανθρώπων;

Πόρνες, αλκοολικοί, τραβεστί, εξαρτημένοι, άστεγοι, σαλοί και τρελαμένοι. Υπολογίστε, σας παρακαλώ, ανάμεσα σ’ αυτούς και κάμποσους αγίους! Τι νομίζατε! «Ου δε επλεόνασεν η αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν η χάρις» δεν λέει στη Γραφή; Πνευματικός νόμος! Πάει και τελείωσε. Ας σκούζουν οι ηθικιστές κάθε κοπής. Κάτι παραπάνω ήξερε ο Άγιος της Πολυκλινικής στην Ομόνοια, ο γέροντας Πορφύριος, που δεν απέφευγε τις κακοτοπιές και άγιαζε τα «κακά» κορίτσια την παραμονή των Φώτων μέσα στα ίδια τους τα σπίτια! Αυτά τα κορίτσια του δρόμου, της φθηνής επιτήδευσης και των περίτεχνων ακκισμών, με το τσιγάρο στο χέρι, που καθώς περνούσες δίπλα τους, εκλιπαρούσαν προκλητικά την παρέα σου, πουλώντας σε ευτελιστική τιμή την τιμή και το μεγαλείο του προσώπου τους. Ανακαλούσα αίφνης τότε το τροπάριο της Κασσιανής με τον τρόπο του πατέρα και η συμπάθειά μου γι’ αυτές μεγάλωνε, αύξανε μέσα μου! Δεν έβλεπα τότε την ασχήμια του ρημαγμένου τους κορμιού, δεν διέκρινα πια πάνω τους τα στίγματα του πάθους, της ταλαιπωρίας, της αγοραίας εκμετάλλευσης. Δεν ήταν οίκτος, δεν ήταν από λύπηση, ήταν κάτι άλλο. Δεν ξέρω. Γι αυτό και θύμωνα πολύ μέσα μου κάθε φορά που περίεργοι περαστικοί, μέσα από την ασφάλεια του αυτοκινήτου τους, ασχημονούσαν με χυδαίες εκφράσεις και προσβλητικές χειρονομίες σε τούτα τα πλάσματα. Κάνε μας επίδειξη ανδρισμού τώρα κύριε κρετίνε!

Τούτες τις εικόνες και τις αναμνήσεις ανασύρω έκτοτε κάθε χρόνο το βράδυ της Μ. Τρίτης. Και κάποιος καλός φίλος, ο οποίος δηλώνει αγνωστικιστής (και τι μ’ αυτό, εγώ τολμώ να δηλώνω χριστιανός!) μου εκμυστηρεύτηκε πρόσφατα το εκπληκτικό, ότι εκκλησιάζεται παραδόξως μια φορά το χρόνο. Όχι τα Χριστούγεννα, ούτε και το Πάσχα. Τη Μ. Τρίτη το βράδυ μου είπε, ανελλιπώς!

Κάπως έτσι κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η Μ. Τρίτη, αν όχι ολόκληρο το Μεγαλοβδόμαδο, ανήκει δικαιωματικά στις Πόρνες! «Ότι οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν του Θεού». Στις πόρνες που ξέρουν να αγαπούν προκαλώντας με τις τρελές τους ακρότητες. Να κατασπαταλούν απερίσκεπτα μύρο πολύτιμο στα πόδια του Μανικού Εραστή τους, του Χριστού. Απόλυτη προτεραιότητα. Να τους αφήσουμε χώρο στους ναούς αυτές τις μέρες. Να σεβαστούμε το δικό τους σφοδρό παραλήρημα, το δικό τους παροξυσμό μετάνοιας. Να ψάλλουν οι ίδιες με λαχτάρα τα τροπάρια που γράφτηκαν γι’ αυτές. Άξιον εστί!

Κι ας σταματήσουν επιτέλους τα κηρύγματα αυτή την Εβδομάδα, μήπως και ξεθάψουμε κάποτε τα διαμάντια των ύμνων που καταπλάκωσαν τόνοι φλύαρου και επιπόλαιου ηθικισμού μας. Κι αν συμβεί και αναγνωρίσουμε κάποια από αυτές, τις όμορφες από την πολλή τους ταπείνωση γυναίκες, καλό να μεριάσουμε διακριτικά, να τους δώσουμε τη θέση μας και να χαμηλώσουμε εμείς το δικό μας βλέμμα. Είπαμε, ολάκερα δική τους η Εβδομάδα των Παθών, δική τους κι η Ανάσταση!

Υστερόγραφο: Στον πατέρα, με… μεγάλη όντως καθυστέρηση. Δεν μου εξήγησες ποτέ γιατί βούρκωνες κάθε Μ. Τρίτη. Δεν πειράζει, το κατάλαβα μόνος μου. Δεν με βομβάρδισες ποτέ με συμβουλές αποφυγής «κακόφημων» τόπων και αποστροφής «ανήθικων» ανθρώπων. Θα το δοκιμάσω στα εγγόνια σου. Μου αποκάλυψες όμως τον τρόπο να σέβομαι το ήθος των τροπαρίων και των ανθρώπων το ήθος. Ευγνώμων!

Πηγή: Ιερό Ησυχαστήριο Αγίας Τριάδος

Τό Πάσχα τοῦ Ἰσαάκ Μάιος 15, 2013

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ελληνισμός / Ρωμιοσύνη, Ορθοδοξία / Εκκλησία , 2Σχόλια

Χέρι με κεράκι

Ἐκείνη τήν ἱστορία, πού θύμιζε ζωντανό συναξάρι νεομάρτυρος, μοῦ τήν ἔλεγε ἡ γιαγιά μου καί ἔχει χαραχθεῖ βαθιά μέσα στή μνήμη μου. Ὁ πατέρας της ἦταν παπάς σ’ ἕνα ἀπό τά χωριά τοῦ ἄνω Βοσπόρου, πού σήμερα ἔχει τήν ὀνομασία «Μπέηκοζ». Ὁ πατήρ Ἀντώνιος, ἔτσι ἔλεγαν τόν παπά, εἶχε πολλά παιδιά, ἀνάμεσά τους καί τό Χριστόδουλο. Ὁ Χριστόδουλος ἦταν 10 ἐτῶν ὅταν ἔγιναν ἐκεῖνα τά τρομερά γεγονότα. Μιά Μεγάλη Παρασκευή οἱ ἑβραῖοι ἔκλεψαν τό παιδί καί τό πῆραν μαζί τους. Τήν ἴδια κιόλας μέρα τό κάρφωσαν, τό παιδί, σ’ ἕνα σταυρό, ὅπως τό Χριστό. Κάποιοι περαστικοί βρῆκαν, τήν ἄλλη μέρα, τό Χριστόδουλο ἀναίσθητο στό δρόμο. Μετά ἀπό λίγες μέρες, μέσα στήν ἀναστάσιμη ἀτμόσφαιρα, πέθανε. Αὐτή ἡ διήγηση ἦταν ἀληθινή πέρα γιά πέρα. Ὅταν πλησίαζε τό Πάσχα, παρόμοιες διηγήσεις καί θύμησες ἀνασκάλευαν τό νοῦ μας καί μπαίναμε σέ ἕνα πολεμικό κλίμα μέ τούς ἑβραίους. Ἀποκορύφωμα τοῦ κλίματος αὐτοῦ ἦταν καί τό κάψιμο τοῦ ἑβραίου πού γινόταν Μεγάλη Παρασκευή τό βράδυ, μετά τήν περιφορά τοῦ ἐπιταφίου.

Στή γειτονιά μας, ἐκεῖ στό Σταυροδρόμι, ἔμεναν πολλοί ἑβραῖοι. Κατά τή διάρκεια ὅλης τῆς χρονιᾶς εἴχαμε στίς παρέες μας ἑβραιόπουλα. Μᾶς ἕνωνε ἡ ἀντίθεσή μας μέ τά τουρκάκια. Αὐτές ὅμως τίς ἡμέρες ὅλα ἄλλαζαν. Δέν μποροῦσαν οἱ ἑβραῖοι νά παίζουν τά «χριστιανικά» μας παιχνίδια. Ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα μᾶς προσέφερε μιά καταπληκτική εὐκαιρία γιά παιχνίδια πού ἄρχιζαν ἀπό τό ἱερό τοῦ Ναοῦ τῆς Παναγίας καί συνεχίζονταν στόν αὐλόγυρο καί στά περίχωρα.

Ὁ Ἰσαάκ ἔμενε σέ ἕνα γωνιακό σπίτι στή μεγάλη κατηφόρα, στό Χαμάλμπαση, λίγα μέτρα ἀπό τό σπίτι μας. Ἦταν ἀπό ΄κεῖνα τά ἑβραιόπουλα πού ἦταν καλοί μας φίλοι. Δέν ὑπῆρχε ζαβολιά στήν ὁποία νά μήν μετεῖχε. Τό κοφτερό του, μάλιστα, μυαλό ἀπεδείχθη σπουδαῖο σέ δύσκολες στιγμές. Θυμᾶμαι, μιά φορά, πού ἦρθε μιά γειτόνισσα νά διαμαρτυρηθεῖ, ἐπειδή χτυπούσαμε τά κουδούνια στίς πόρτες τῶν σπιτιῶν καί φεύγαμε τρέχοντας. Ὁ Ἰσαάκ, τότε, μέ πολύ σοβαρό ὕφος, εἶπε:

– Γιά τό καλό σας τό κάναμε ἐμεῖς. Πρόκειται νά βρέξει καί σᾶς εἰδοποιήσαμε νά μαζέψετε τά ροῦχα πού εἴχατε ἁπλώσει στήν ταράτσα νά στεγνώσουν.

– Ποῦ εἶδες μπρέ παλιόπαιδο τή βροχή; Φώναξε ἡ κυρά Κατίνα ἡ Μπαλοῦ.

– Τό εἶπε τό δελτίο καιροῦ στό ραδιόφωνο, ἀπάντησε ὁ Ἰσαάκ.

Ὁ Ἰσαάκ, λοιπόν, μέ τό κοφτερό μυαλό, πού τόσες φορές μᾶς ἔβγαλε ἀπό δύσκολες καταστάσεις, αὐτή τή φορά γινόταν «ἀποσυνάγωγος». Ἦταν ἑβραῖος. Δέν μποροῦσε τώρα νά εἶναι μαζί μας. Αὐτός, αὐτή τήν Ἑβδομάδα τή Μεγάλη, δέν μποροῦσε νά παίξει. Ἐμεῖς τό βλέπαμε φυσικό. Ὁ Ἰσαάκ ἔπρεπε νά τιμωρηθεῖ ἐπειδή οἱ ἑβραῖοι εἶχαν σταυρώσει τό Χριστό.

Ἦταν Μεγάλη Παρασκευή. Ἡμέρα τοῦ μεγάλου παιχνιδιοῦ. Ἡ ἐκκλησία ἔμενε ἀνοιχτή ὅλη τή μέρα. Κόβαμε λουλούδια, ραντίζαμε τόν κόσμο μέ κολώνια, κρατούσαμε τήν τάξη στό ναό, κάναμε στόν αὐλόγυρο τῆς ἐκκλησίας τήν περιφορά τοῦ ἐπιταφίου κι ἕνα σωρό ἄλλα πράγματα πού μᾶς ἐνθουσίαζαν.

Κατά τή διάρκεια τῆς ἀκολουθίας τῶν Μεγάλων Ὡρῶν ἦρθε μέσα στό ἱερό, ὅπου ἤμαστε μαζεμένοι, ἡ εἴδηση: Ὁ Ἰσαάκ φάνηκε στόν αὐλόγυρο. Ὁ Ἰσαάκ στόν αὐλόγυρο; Αὐτό ἦταν ἀπαράδεκτο. Τέτοια μέρα;

-Ἦρθε σίγουρα γιά νά μᾶς βεβηλώσει, εἶπε ὁ Σούλης ὁ χερούκλας.

– Ναί, σίγουρα, φώναξαν ὅλοι οἱ ἄλλοι.

– Θά πρέπει νά μάθει πώς δέν μπορεῖ ἑβραῖος τέτοια μέρα νά γυρνάει μέ τό μέτωπο ψηλά σάν νά μή συμβαίνει τίποτε. Καί τό Χριστό σταύρωσαν καί ἀπό τό παιχνίδι θέλουν νά ἐπωφεληθοῦν, φώναξε ὁ Λάμπης ὁ Γό.

Ἔτσι τόν ἀποκαλοῦσαν γιατί τό γράμμα Ρ τό πρόφερε Γό.

Ὁ Σούλης ὁ χερούκλας ἔλαβε ἀμέσως τό λόγο, ἀφοῦ ἐθεωρεῖτο καί ὁ φυσικός ἀρχηγός τῶν παιδιῶν τοῦ ἱεροῦ. Στράφηκε σέ μένα λέγοντας:

– Ντῖνο, θά πᾶς νά τοῦ πεῖς πώς εἶναι ἀνεπιθύμητος. Ἐσύ τόν γνωρίζεις πιό καλά. Εἶναι καί γείτονάς σου.

– Ναί, εἶπα. Ἔδειχνα ὅμως διστακτικός.

– Φοβᾶσαι, ρέ; μοῦ εἶπε ὁ Σούλης καί συνέχισε:

– Ἑβραῖος εἶναι, τό κατάλαβες; Τήν ἑβδομάδα αὐτή δέν πρέπει νά τούς ἀφήσουμε σέ χλωρό κλαρί. Αὐτοί σταύρωσαν τό Χριστό. Θά τούς σταυρώσουμε κι ἐμεῖς.

– Ὁ Χριστός, ὅμως, δέ σταύρωσε αὐτούς πού τόν σταύρωσαν, τόλμησα νά πῶ.

– Τί λές ρέ; Τί λές ρέ; Τί εἶναι αὐτό πού ἄκουσαν τ΄ αὐτιά μου; Χρονιάρα μέρα μέ τούς ἑβραίους εἶσαι; Ἔ; λέγε.

– Ὄχι, τοῦ εἶπα.

– Ἄσε, λοιπόν, τά λόγια καί κάνε αὐτό πού λέω γιατί χάθηκες. Πάσχα δέ θά κάνεις ἐσύ. Καί στό παιχνίδι κομμένος.

– Καλά, τοῦ εἶπα φοβισμένος.

Βγῆκα ἔξω. Ὁ Ἰσαάκ πράγματι βρισκόταν ἔξω. Τόν πλησίασα ἀφοῦ πῆρα ὕφος αὐστηρό.

– Ἰσαάκ τί γυρεύεις ἐδῶ;

– Γιατί νά μήν εἶμαι; Ποιός μπορεῖ νά μ΄ ἐμποδίσει; Μετά, ἀφοῦ ἄλλαξε τόνο, μοῦ εἶπε ἐμπιστευτικά:

– Ντῖνο, τί ἔπαθες; Ποῦ εἶναι ἡ καρδιακή μας φιλία;

– Ὁ Χριστός μᾶς χωρίζει Ἰσαάκ. Ἐσεῖς οἱ ἑβραῖοι σταυρώσατε τό Χριστό, δέν μπορεῖτε νά πατᾶτε ἐδῶ τέτοια μέρα.

– Ὁ Χριστός σας, ὅμως, δέν ἔδιωξε κανένα ἀπό κοντά του.

– Ἰσαάκ, τώρα δέ γίνεται τίποτε. Μετά τό Πάσχα θά εἴμαστε καί πάλι φίλοι, εἶπα κι ἔφυγα τρέχοντας ἐπειδή δέν ἄντεχα τήν ἀναμέτρηση.

Ὅταν τελείωσε ἡ ἀκολουθία κι ἄρχισαν τά γνωστά παιχνίδια στόν αὐλόγυρο, ἔνιωθα μιά πλάκα νά πιέζει τό στῆθος μου. Σάν νά ἤμουν ἕνας ἀπό τούς σταυρωτές τοῦ Χριστοῦ. Εἶχα δίκαιο ἤ ἄδικο; Δέν μποροῦσα νά χαρῶ τή μέρα. Τότε βρῆκα τή λύση. Τή βρῆκα καθώς στεκόμουν ἀφηρημένος μπροστά στόν ἐπιτάφιο. Μπροστά στήν ἄκρα ταπείνωση. Ἔπρεπε νά κάνω κάτι. Αὐτός πού ἦταν μέσα στόν ἐπιτάφιο ἔκανε τόσο μεγάλη συγκατάβαση. Πῆρα τήν ἀπόφασή μου. Πῆγα στό σπίτι τοῦ Ἰσαάκ. Καθόταν στά σκαλοπάτια βλοσυρός. Μιά λάμψη διαπέρασε τή ματιά του, ἀλλά ἐξωτερικά δέν τό ἔδειξε.

– Ἰσαάκ, τοῦ εἶπα, συγγνώμη γιά τό πρωί. Ἐκπροσωποῦσα ξέρεις, μιά ὁμάδα παιδιῶν. Γνωρίζεις τή νοοτροπία. Σκέφθηκα ὅμως κάτι σπουδαῖο. Θά ποῦμε στά παιδιά πώς εἶσαι μέν ἑβραῖος, ἀλλά μέσα στήν καρδιά σου ἀγαπᾶς τό Χριστό καί λυπᾶσαι πού οἱ ἑβραῖοι τόν σταύρωσαν. Θά πεῖς πώς δέν μπορεῖς νά κάνεις ἀλλιῶς.

Ὁ Ἰσαάκ μέ παρατηροῦσε μέ προσοχή. Μέ ἕνα βλέμμα κοφτερό καί ἀντρίκιο.

– Ντῖνο, μοῦ εἶπε, οὔτε προφήτης νά ἤσουν, ἔτσι σκέπτομαι ἀλήθεια. Ἐγώ πῆρα μιά βαθιά ἀνάσα.

– Σέ περιμένω τό βράδυ στήν περιφορά τοῦ ἐπιταφίου. Τά παιδιά θά τά ἀναλάβω ἐγώ.

Τά παιδιά, ὅμως, δέν μέ πίστευαν μέ τίποτε. Προσπάθησα πολύ. Τίποτε. Ἦταν ἀμετάπειστοι.

– Μά, ὁ Χριστός συγχώρεσε τούς σταυρωτές του.

– Μή μιλᾶς, σταμάτα, ἄν δέ θέλεις ἀπόψε βράδυ, νά σέ κάψουμε μαζί μέ τόν ἑβραῖο, εἶπε ὁ Σούλης.

Τό βράδυ στήν περιφορά τοῦ ἐπιταφίου ψιχάλιζε. Συνήθως ψιχαλίζει στήν περιφορά τοῦ ἐπιταφίου. Ἐμεῖς ὅλοι, τά χριστιανόπουλα, περιφέραμε ἀγέρωχα τόν ἐπιτάφιο στό μεγάλο αὐλόγυρο τῆς Παναγίας.

Μέσα στόν κόσμο ξεχώρισα τόν Ἰσαάκ. Οἱ ματιές μας συναντήθηκαν. Δέν μπόρεσα νά διακρίνω ἄν ἦταν οἱ ψιχάλες ἤ τά δάκρυα πού ἔτρεχαν ἀπό τά μάτια τοῦ φίλου μου, τοῦ Ἰσαάκ. Κι ἄν ἔκλαιγε, ἔκλαιγε ἐπειδή δέν τόν δέχτηκαν τά παιδιά παρά τήν ὁμολογία του, ἤ ἐπειδή λυπόταν γιά τή σκληροκαρδία μας;

Μετά τήν περιφορά δέν γλύτωσα ἀπό τή σχετική καρπαζιά τοῦ Σούλη τοῦ χερούκλα.

– Σέ εἶδα βρέ, σέ εἶδα, ἄλλαξες φιλικές ματιές μέ τόν ἑβραῖο. Καί πρόσθεσε:

– Ἐσύ ἀπόψε ἑβραῖο δέν καῖς.

– Δέν πειράζει, εἶπα, θά πάρω πάνω μου τήν εὐθύνη γιά τόν Ἰσαάκ.

Ἀπό τό παράθυρο τοῦ σπιτιοῦ μου παρατηροῦσα τό ἄτυπο τελετουργικό.

Στό τέλος τῆς καύσεως, πέρασε ἕνας ἀπεσταλμένος τοῦ Σούλη, κάτω ἀπό τό παράθυρο, φωνάζοντας:

– Ἄκου Ντῖνο, ἐσύ Ἀνάσταση φέτος δέν θά κάνεις, οὔτε καί ὁ ἑβραῖος.

Ἡ κρίσιμη στιγμή ἦταν κατά τήν Ἀνάσταση. Στήν Πόλη πολλές χρονιές ἡ Ἀνάσταση δέν γινόταν τά μεσάνυχτα, ἀλλά στίς πέντε τό πρωί. Ἡ Ἀνάσταση εἶναι πάντοτε μιά κρίσιμη στιγμή. Τό συναπάντημα τοῦ Χριστοῦ μέ τόν Ἅδη. Ἡ ἥττα τοῦ Ἅδη. Ἡ ἀπελευθέρωση τῶν νεκρῶν.

Ὅλα αὐτά τά ζήσαμε ἐκεῖνο τό πρωί μέσα στή λειτουργία τῆς Ἀναστάσεως. Τά παιδιά εἶχαν φθάσει ἐκεῖ μέ τίς τσέπες γεμάτες ἀπό αὐγά καί βαρελότα. Τήν ὥρα τοῦ «Χριστός Ἀνέστη», στίς πέντε τό πρωί, θά γινόταν χαμός.

Αὐγά ἀνάμεικτα μέ βαρελότα θά ταξίδευαν πάνω ἀπό τά κεφάλια μας.

Εἶχα φθάσει φοβισμένος. Δέν τόλμησα νά μπῶ στό ἱερό. Τά παιδιά ἐξάλλου μέ παρατήρησαν λίγο περιφρονητικά. Στάθηκα πλάι στήν ἐξέδρα, ἐκεῖ πού θά γινόταν ἡ Ἀνάσταση. «Δεῦτε λάβετε Φῶς!»

«Χριστός Ἀνέστη».

Χαρά ἀνεκλάλητη. Ξέχασα τά πάντα. Χαιρόμουν πολύ. Δέν φοβόμουν τό Σούλη τό χερούκλα, οὔτε κανέναν. Χαιρόμουν ἀτελείωτα. Τά βαρελότα ἔδιναν τόνο πολεμικῆς ἀτμόσφαιρας. Κραυγές, πανδαιμόνιο χαρᾶς. Καί ἀνάμεσα στό θόρυβο ἄκουσα κάποιες κραυγές θυμωμένων ἀνθρώπων. Σά νά μάλωναν ἤ νά ἔδερναν κάποιον. Στράφηκα πρός τά ἐκεῖ μαζί μέ ὅλα τά παιδιά, πού ἦταν σέ ἀπόσταση βολῆς. Ναί, ἦταν πραγματικές κραυγές. Ὁ πατέρας τοῦ Ἰσαάκ εἶχε παρακολουθήσει τό γιό του πού ἔφυγε κρυφά ἀπό τό σπίτι. Τήν ὥρα τοῦ «Χριστός Ἀνέστη» ἄρχισε νά τόν χτυπάει ἀλύπητα. Πῶς τόλμησε ἕνας ἑβραῖος νά πεῖ: «Χριστός Ἀνέστη»;

Ντροπή, μεγάλη ντροπή, γιά τήν οἰκογένεια. Εἶδα τόν Ἰσαάκ νά ποδοπατεῖται ἀπό τόν πατέρα του μέ μίσος.

– Τί εἶπες; Τί εἶπες; Χριστός Ἀνέστη; Φώναζε ξέφρενα ἐκεῖνος.

Ὁ Ἰσαάκ ἦταν σέ ἄσχημη κατάσταση. Ἔτρεχε αἷμα ἀπό τό στόμα καί τή μύτη του. Τόλμησε νά πεῖ.

– Ναί, πατέρα, Χριστός Ἀνέστη. Γιατί ἐμεῖς οἱ ἑβραῖοι τόν σταυρώσαμε. Χριστός Ἀνέστη.

Κυλιόταν κάτω σάν μάρτυρας, χωρίς γογγυσμό, ψελλίζοντας.

– Χριστός Ἀνέστη…

Μᾶς θύμισε τό μαρτύριο τόσων καί τόσων πού φώναξαν αὐτό τό «Χριστός Ἀνέστη» στά ματωμένα χώματα τῆς Πόλης.

Μετά ἔμεινε ἀναίσθητος. Δέν τολμήσαμε νά πλησιάσουμε. Τά παιδιά εἶχαν παγώσει. Ὁ πατέρας τοῦ Ἰσαάκ τόν ἅρπαξε στά χέρια του. Ἤ μᾶλλον τόν ἔσερνε. Ἐμεῖς μείναμε ἄφωνοι. Ὁ Σούλης μέ κοίταξε. Τόν κοίταξα. Μέ φίλησε.

– Ἀληθῶς Ἀνέστη, εἶπε δακρυσμένος.

– Ναί, Ἀληθῶς Ἀνέστη.

Τόν Ἰσαάκ, μετά, τόν χάσαμε. Μάθαμε πώς ἔμεινε μῆνες στό κρεβάτι. Ἔφυγαν ἀπό τή γειτονιά.

Μετά ἀπό χρόνια, κάποιος μοῦ μίλησε γιά ἕναν ἱερομόναχο σέ μιά σκήτη τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πού παλιά ζοῦσε στήν Πόλη καί ἦταν ἑβραῖος. Καί μετά ἔγινε χριστιανός. Γιά ἕναν ἱερομόναχο πού ἦταν κυρτός ἀπό κάποιο ἀτύχημα. Ἦταν σιωπηλός πάντα καί ἔλεγε «Χριστός Ἀνέστη», σέ ὅσους τόν συναντοῦσαν.

Ἔτσι μοῦ εἶπαν καί τό πιστεύω, ναί, πώς εἶναι ὁ φίλος μου ὁ Ἰσαάκ.

Χριστός Ἀνέστη!


Πηγή: αὐτοτελές ἀπόσπασμα ἀπό το βιβλίο «Τό σταυροδρόμι τῆς καρδιᾶς μου», Σελίδα 9, ἐκδόσεις «Φιλοκαλία», Μάϊος 2002 στόν ἰστοχῶρο floga.gr

Ομιλία π. Βαρνάβα Γιάγκου για τη Μ. Εβδομάδα Μάιος 2, 2013

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Γενικά, Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία, Ομιλίες / Ηχογραφήσεις, Ομιλίες / Ηχογραφήσεις , add a comment

Περίληψη:

Η  Μ. Βδομάδα είναι η συμπύκνωση της ορθόδοξης πίστης. Αναλύοντας το βασικό νόημα και μήνυμα κάθε μίας Ακολουθίας ο πιστός αντιλαμβάνεται τα βήματα που έκανε ο Χριστός προς και για αυτόν και καλείται να τα ακολουθήσει για να «κοινωνήσει» του Θεού και του συνανθρώπου.

2013.04.22.mp3

Πηγή

Η Μεγάλη Παρασκευή της Ζωής μας Σεπτέμβριος 15, 2012

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Λογοτεχνία - Ποίηση, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

your faith makes you blind

Πάντα τη Μεγάλη Παρασκευή νάναι κανείς μόνος
σαν τον Χριστό
προσμένοντας το τελευταίο καρφί, το ξίδι,τη λόγχη
τις ζαριές ν’ ακούει ατάραχα
στο μοίρασμα των υπαρχόντων του
τις βλαστήμιες, τις προκλήσεις,την αδιαφορία.
Οι μπόρες τ’ ουρανού δεν στερεύουν
μη ξαφνιαστείς στ’ απρόσμενο σουρούπωμα
η ξαστεριά θάλθει στο Σαββατόβραδο
με ιδρώτα πλάθεται το χώμα
για να πλάσεις το κανάτι που θα σε ξεδιψάσει
πριν την Παρασκευή δεν έρχεται η Κυριακή
τότε λησμονάς τα μαρτύρια των δρόμων
της Μεγάλης Παρασκευής της ζωής μας.

Μωυσέως, μοναχού αγιορείτου
Πηγή: ΑΘΩΝΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ευχαριστίες στην Ιωάννα Ιωαννίδου.

Όταν η Παναγιά συνάντησε τη Μάνα του Ιούδα Απρίλιος 13, 2012

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 2Σχόλια

orthodox-nuns

Οι δύο Μητέρες

Με αργό το βήμα η Παναγιά, με αμέτρητο τον πόνο

την νύχτα από τον Γολγοθά κατέβαινε με μόνο

τον Ιωάννη πλάι της μες στο σκοτάδι εκείνο

και οι πέτρες ανατρίχιαζαν στον μυστικό της θρήνο.

Γύρω, τριγύρω σιγαλιά, βουβός είναι ο δρόμος

θαρρείς τον κόσμο νέκρωσε κάποιος μεγάλος τρόμος.

Και όσο βαδίζουν σαν σκιές στα άχαρα εκείνα μέρη

και μοιρολόγια η Παναγιά τα πιο όμορφα που ξέρει τα λέει

και ο αντίλαλος από όπου και αν διαβαίνει

κάθε λουλούδι τρυφερό που βρίσκεται μαραίνει.

Πώς να μην κλάψει που ‘γινε για αυτήν σκοτάδι η μέρα;

Κ’αν είναι Αυτός θεάνθρωπος, εκείνη είναι μητέρα.

Και να που ακόμη μια φωνή την ερημιά ταράζει.

Αχ,τι φωνή λυπητερή. Ποιος και γιατί στενάζει;

Ποιος σαν Αυτή άλλος πονεί και μοιρολόγια λέγει

μη του παιδιού της το χαμό και άλλη μανούλα κλαίει;

Ναι, κάποια μάνα είναι αυτή,

που μονάχη στην άκρη απαρηγόρητα θρηνεί και χύνει μαύρο δάκρυ

Και τούτη σαν τη Μαριάμ, τον γιό της έχει χάσει

και δεν μπορεί τέτοιο κακό ποτέ να το ξεχάσει.

Η Μαριάμ τον Ιησού τον είδε σταυρωμένο

και τούτη είδε τον γιόκα της στο δέντρο κρεμασμένο

Και κλαίει, μα το κλάμα της δεν συγκινεί κανέναν,

νιώθει όμως τον πόνο της η Παναγιά η Παρθένα,

που την ακούει τραβά και πάει να την γνωρίσει

λόγια αγάπης να της πεί, να την παρηγορήσει

Με ένα γλυκό χαμόγελο συμπόνοια γεμάτο

μάνα της κράζει, δύστυχη μη σέρνεται εδώ κάτω.

Δεν είσαι μόνη που έχασες το φώς των ματιών σου,

είμαι κ’εγώ, μην δέρνεσαι ποιος ήταν πες μου ο γιός σου;

Και αυτή δειλά, σαν ένοχος της απαντά:

αδελφή μου, Ιούδας ονομάζεται το σπλάχνο το παιδί μου.

Μόνο μια μανα μόνο αυτή, σε όλο τον κόσμο ξέρει

ποιο κοφτερό νιώθει βαθιά στα σπλάχνα της μαχαίρι

Στους πέντε δρόμους ρίχτηκα, παιδί μου σαν ζητιάνα,

Αχ κάλλιο να μην έσωνα Θεέ να γίνω μάνα

Η Παναγιά κατάλαβε, τον γιό της τον γνωρίζει

μα σαν μητέρα του Χριστού, δεν φεύγει, δεν γογγύζει.

Τον δικό της τον καϋμό ξεχνά την ώρα εκείνη

και για τη μάνα τώρα αυτή τα δάκρυά της χύνει

Σκύβει και την ασπάζεται, χαιδεύει τα μαλλιά της,

και την κρατάει με στοργή πιστά στην αγκαλιά της

Της λέει λόγια της καρδιάς και την γλυκομερώνει,

της δίνει θάρρος, δύναμη και απάνω την σηκώνει.

Έλα και μείνε σπίτι μου την νύχτα να περάσεις,

εκεί και οι δυό τον πόνο μας, τον μητρικό να πούμε,

το δάκρυ μας να σμίξουμε και να προσευχηθούμε.

Η μια στης άλλης το πλευρό σκυφτές συλλογισμένες,

οι δυό μανάδες περπατούν αδελφαγκαλιασμένες.

Ο Ιησούς που στον Γολγοθά κρεμάται έδωσε τέτοια εντολή:

Αλλήλους ν’ Αγαπάτε!

Πηγή: Αγία Βαρβάρα Σιδηροκάστρου Σερρών

Φωτογραφία: AFP

Άξιον Εστί (ορχηστρικό) Απρίλιος 12, 2012

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Βίντεο, Ορθοδοξία / Εκκλησία, Πολιτισμός , add a comment

Από τον σύμπακτο δίσκο (cd) του Βασίλη Τσαμπρόπουλου «Ακρόασις» ο οποίος περιέχει έργα εμπνευσμένα από βυζαντινούς ύμνους της Μεγάλης Εβδομάδας.

YouTube Preview Image

Εκ βαθέων Απρίλιος 11, 2012

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Λογοτεχνία - Ποίηση, Ορθοδοξία / Εκκλησία , 1 comment so far

δέηση προσευχή χέρια

Μια ζωή ενώπιον Σου προσέρχομαι, Κύριε.
«Γη και σποδός»

Εντός σώματος
και εκτός σώματος,
κατάστικτος.

Τα χέρια μου πάντα
δεητικά υψωμένα.
Πού χιτώνας απαστράπτων;
Πού ένδυμα γάμου!
Πού λάδι ή λαμπάδ’ αναμμένη!
Ρακένδυτος
Γονυκλινής
Εφάμαρτος
Επιστρέφων.
Ο αιωνίως φέρων
της δουλείας τα στίγματα.

Γιώργος Πετούσης
Λεμεσός Κύπρος

Πηγή: ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ