jump to navigation

Παραμύθι γιά τήν ὑπερνίκηση τοῦ φόβου Μάρτιος 29, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Γενικά, Οικογένεια / Παιδί , add a comment

arxaia-ellada-nyxta

Εκείνο το βράδυ έπεσε στην αγκαλιά μου κλαίγοντας με απόγνωση για ένα ψυχικό βάρος που δεν μπορούσε να σηκώσει. Αν και παιδί ακόμα, έβαλε με ακρίβεια σε λόγια τον αβάσταχτο πόνο της και τον φόβο της πως τελικά δεν θα τα καταφέρει… Ένιωσα πως χρειαζόταν πιο πολύ την πρόθυμη αγκαλιά μου και λιγότερο τα παρηγορητικά λόγια μου.

«Πιο παραμύθι θα μου πεις απόψε;» με ρώτησε με ανυπομονησία καθώς ξάπλωνε στο κρεβάτι της, κρατώντας την αγαπημένη της κούκλα στα χέρια της.

Δεν είχα κανένα παραμύθι μαζί μου να της διαβάσω. Ούτε μου ερχόταν κάποιο εκείνη την ώρα στο μυαλό.
Την είχε όμως πολύ ανάγκη εκείνη την στιγμή την παραμυθία κι έπρεπε κάτι να εφεύρω…

Οσμίστηκα τον αέρα στο παιδικό δωμάτιο, όπως τα άγρια ζώα, σε κρίσιμες στιγμές παραφύλαξης, εντείνουν τις αισθήσεις τους προσπαθώντας να ζυγίσουν την ετοιμότητά τους για κυνήγι, και ταυτόχρονα για να συγκεντρώσουν δυνάμεις.

Παρόλα αυτά, δεν είχα σκεφτεί ακόμα τίποτα. Άνοιξα όμως το στόμα μου και άρχισα να μιλάω:

«Εκείνο το βράδυ το κοριτσάκι είχε μια αποστολή να φέρει σε πέρας. Έπρεπε να διασχίσει το άγνωστο μεγάλο δάσος ως την άλλη του άκρη. Φοβόταν όμως πολύ.
Γονάτισε τότε μπρος σε ένα μεγάλο δέντρο και προσευχήθηκε κάμποση ώρα… Ζήτησε πληροφορία, δύναμη, ό,τι χρειαζόταν για να ξεκινήσει το ταξίδι της.

Εκείνη την ώρα ένα φιλικό αρκουδάκι την πλησίασε και της ψιθύρισε με αγάπη και τρυφερότητα κάτι στο αυτί της…

Σε λίγο το κοριτσάκι σηκώθηκε απότομα! Με λάμψη αισιοδοξίας στα μάτια, με απρόσμενο θάρρος και σιγουριά, και απίστευτη αποφασιστικότητα άρχισε να περπατά με γρήγορο και χαρούμενο διασκελισμό προς το κέντρο του δάσους!…

«Μπαμπά, τι της είπε το αρκουδάκι στο αυτί;», με ρώτησε η κόρη μου με ανυπομονησία.

«Δεν ξέρω. Ήταν μάλλον μυστικό!…», της απάντησα με ύφος συνωμοτικό.

«Δεν μπορώ να κοιμηθώ, αν πρώτα δεν μου πεις!», μου αντέτεινε με αγωνία.

«Κοίταξε, ήμουν κι εγώ τότε μες το παραμύθι και κρυφοκοιτούσα πίσω απ’ τον κορμό ενός δέντρου, για να δω τι θα γίνει. Την στιγμή που είδα το κοριτσάκι να ξεκινάει με ορμή προς το δάσος, της πλησίασα και την ρώτησα: Τι σου είπε κοριτσάκι το αρκουδάκι;

Μου απάντησε: «Α! αυτό δεν μπορείς να το μάθεις! Αυτό είναι το προσωπικό μου μυστικό. Εσύ τι θα κάνεις για να μάθεις το δικό σου μυστικό Γρηγόρη;!…».

«Μα πως ήξερε τ’ όνομά μου!», σκέφτηκα με έκπληξη. Αν και στην αρχή απογοητεύτηκα που δεν μου είπε το δικό της, παρηγορήθηκα με την σκέψη πως, απ’ ό,τι φαίνεται, έχω ένα δικό μου μυστικό να ανακαλύψω…».

Και γυρνώντας προς την κόρη μου: «Ο καθένας μας έχει έναν μεγάλο φόβο, ένα σκοτεινό δάσος να περπατήσει, κι ένα προσωπικό μυστικό να ανακαλύψει… Όλα αυτά, που για σένα τώρα μοιάζουν μυστήρια, θα έρθει κάποτε η στιγμή που θα σαι πιο πρόθυμη και πιο έτοιμη να κάνεις δικά σου…!».

Κοιμήθηκε με ένα «πονηρό» χαμόγελο στο πρόσωπό της, και ξύπνησε με απορίες…
Κι εγώ, εκείνο το βράδυ, πήγα για ύπνο με νέα ερωτήματα που περίμεναν απαντήσεις, που –ευτυχώς!- δεν τις είχα…

Εὐχαριστίες στήν Ἰωάννα Ι.

Ὁ Βεδουίνος Νοέμβριος 24, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

bedouinos-kamhles-erhmos

Ένα παραμύθι του Ερρίκου Καλύβα

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας Βεδουίνος, ο Αμπντάλα, που είχε πάει μαζί με την γυναίκα του και την κορούλα του σε ένα γάμο μακριά από το σπίτι του, σε μια άλλη όαση από αυτή στην οποία ζούσε. Για να φτάσει στο μέρος που θα γινόταν ο γάμος είχε διασχίσει την έρημο, μιας ημέρας ταξίδι. Ο γάμος κράτησε τρείς ημέρες και τρείς νύχτες και όλοι διασκέδασαν πολύ με το χορό, τη μουσική, το τραγούδι, το φαγητό και το πιοτό.

Όταν χάραξε η τέταρτη μέρα ο Αμπντάλα μάζεψε τη σκηνή του, φόρτωσε την καμήλα του και ξεκίνησε για να γυρίσει στο σπίτι του. Στα μισά του δρόμου, τους έπιασε η κάψα του μεσημεριού, και έτσι ο Αμπντάλα αποφάσισε να στήσει τη σκηνή του για να ξεκουραστεί η γυναίκα του και η κορούλα του που τους είχαν φάει οι ήλιοι και η άμμος της ερήμου όλη την ημέρα. Και έτσι και έγινε.

Ο Αμπντάλα έστησε τη σκηνή του και μπήκαν όλοι μέσα. Ήπιανε νεράκι και φάγανε δροσερά φρούτα και μετά αποφάσισαν να ξαπλώσουν λίγο να κοιμηθούνε, να περάσει και η μεγάλη κάψα του μεσημεριού.

Όταν όμως ξύπνησαν κατάλαβαν το λάθος που είχαν κάνει. Η καμήλα, που ο Αμπντάλα είχε δέσει στην είσοδο της σκηνής, είχε εξαφανιστεί. Όσο και αν έψαξε δεν κατάφερε να βρει ίχνος της. Έτσι, αργά το βράδυ γύρισε στη σκηνή και έπεσε σε έναν ύπνο χωρίς όνειρα.

Το πρωί ξύπνησε με άλλη διάθεση. Είχε κοιμηθεί καλά και ήταν ξεκούραστος. Ήπιε τον καφέ που του ετοίμασε η γυναίκα του, έπαιξε λίγο με την κορούλα του και ύστερα τύλιξε καλά το τουρμπάνι του και βγήκε έξω στην έρημο που ξύπναγε από τον παγωμένο της ύπνο. Πέρασε όλο το πρωί ψάχνοντας χωρίς αποτέλεσμα. Το μεσημέρι γύρισε κατάκοπος, εξαντλημένος, αλλά κυρίως απογοητευμένος.

Είχε αρχίσει να ανησυχεί. Στην αρχή είχε πιστέψει ότι όλα θα πήγαιναν καλά και ότι η καμήλα του θα είχε απομακρυνθεί λίγο, αλλά σίγουρα θα επέστρεφε. Τώρα είχε περάσει σχεδόν μια ολόκληρη ημέρα και δεν έβρισκε ίχνος της. Η αλήθεια ήταν ότι φοβόταν μήπως την είχαν φάει τα τσακάλια το βράδυ. (περισσότερα…)

Ο γλάρος Ιωνάθαν (video) Ιούλιος 6, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Βίντεο, Βιβλία / Περιοδικά, Κοινωνία, Φύση / Ζώα , add a comment

Οπτική περίληψη (video) από το βιβλίο του Ρίτσαρντ Μπαχ «Ο γλάρος Ιωνάθαν Λίβιγκστον».

Λεφτὰ ὑπάρχουν ὅπου ὑπάρχει καὶ καρδιά Ιανουάριος 9, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία, Ορθοδοξία / Εκκλησία , 2Σχόλια

Prowler

Μᾶς λείπουν τὰ λεφτά; (π. Δημητρίου Μπόκου)

Τὸ νὰ εἶ­σαι φτω­χός, δὲν ἐμ­πο­δί­ζει νὰ εἶ­σαι ἐ­λε­ή­μων καὶ φι­λάν­θρω­πος. Σή­με­ρα νο­μί­ζου­με, ὅ­τι γιὰ νὰ βο­η­θᾶς τὸν συ­νάν­θρω­πό σου, πρέ­πει νὰ ἔ­χεις. Τό­σα πολ­λά, ποὺ νὰ σοῦ πε­ρισ­σεύ­ουν. Ἀλ­λι­ῶς τί νὰ δώ­σεις;

Πα­λι­ό­τε­ρα ὅ­μως οἱ Χρι­στια­νοὶ ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κοί. Δὲν κοί­τα­ζαν ἂν πε­ρισ­σεύ­ει κά­τι γιὰ νὰ δώ­σουν. Ἀλ­λ’ ἀ­π’ αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χαν, λί­γο ἢ πο­λύ, βο­η­θοῦ­σαν καὶ τὸν φτω­χό. Ἡ ἀ­γά­πη, ἡ φι­λαν­θρω­πί­α, ἦ­ταν πάν­τα ὑ­πό­θε­ση καρ­διᾶς, ὄ­χι χρη­μά­των.

Ὁ με­γά­λος Ρῶ­σος συγ­γρα­φέ­ας Μα­ξὶμ Γκόρ­κη, ποὺ ξε­κί­νη­σε τὴ ζω­ή του πάμ­φτω­χος καὶ ὀρ­φα­νός, ἀ­να­φέ­ρει συ­χνὰ στὰ γρα­πτά του τὴ για­γιά του. Μιὰ φτω­χειὰ θε­ο­φο­βού­με­νη γυ­ναί­κα, ποὺ τὸν μά­θαι­νε ἔμ­πρα­κτα τὴ μυ­στι­κὴ φι­λαν­θρω­πί­α. Γρά­φει λοι­πὸν ὁ Γκόρ­κη στὸ ἔρ­γο του «Στὰ ξέ­να χέ­ρια»:

«Κα­τὰ τὰ με­σά­νυ­χτα ἡ για­γιὰ μὲ ξύ­πνη­σε χα­ϊ­δευ­τι­κά.

–   Πᾶ­με; Ἅ­μα μο­χθή­σεις γιὰ τὸν κο­σμά­κη, τὰ χέ­ρια σου θὰ γι­ά­νου­νε πιὸ γρή­γο­ρα (ὁ Γκόρ­κη εἶ­χε ζε­μα­τί­σει τὰ χέ­ρια του μὲ βρα­στὸ νε­ρό).

Μὲ πῆ­ρε ἀ­π’ τὸ χέ­ρι καὶ μὲ ὁ­δή­γη­σε μὲς στὸ σκο­τά­δι σὰν τυ­φλό. Ἡ νύ­χτα ἦ­ταν μαύ­ρη, ὑ­γρή, φύ­σα­γε ἀ­στα­μά­τη­τα… Ἡ για­γιὰ κον­το­ζύ­γω­νε προ­σε­χτι­κὰ στὰ σκο­τει­νὰ πα­ρά­θυ­ρα, στὰ φτω­χό­σπι­τα, σταυ­ρο­κο­πι­ό­ταν τρεῖς φο­ρές, ἄ­φη­νε στὸ περ­βά­ζι πέν­τε κα­πί­κια (λε­πτὰ) καὶ τρί­α κου­λου­ρά­κια, ξα­να­σταυ­ρο­κο­πι­ό­ταν κοι­τά­ζον­τας τὸν δί­χως ἄ­στρα οὐ­ρα­νὸ καὶ ψι­θύ­ρι­ζε:

–   Πα­να­γί­α, Δέ­σποι­να τῶν Οὐ­ρα­νῶν, βο­ή­θη­σε τὸν κο­σμά­κη! Ὅ­λοι μας, …ὂ­λοι μας εἴ­μα­στε ἁ­μαρ­τω­λοὶ μπρο­στά σου, μη­τε­ρού­λα!  

Ὅ­σο ξε­μα­κραί­να­με ἀ­π’ τὸ σπί­τι, τό­σο πιὸ ἔ­ρη­μα καὶ νε­κρω­μέ­να γί­νον­ταν ἕ­να γύ­ρω… Δώ­δε­κα φο­ρὲς σί­μω­σε ἡ για­γιὰ στὰ πα­ρά­θυ­ρα, ἀ­φή­νον­τας στὰ περ­βά­ζια τὴν «κρυ­φὴ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη». Ἄρ­χι­σε νὰ χα­ρά­ζει, μὲς ἀ­π’ τὸ σκο­τά­δι φυ­τρώ­να­νε γκρί­ζα σπί­τια…

–   Κου­ρά­στη­κε ἡ γριά, ἔ­λε­γε ἡ για­γιά, και­ρὸς νὰ γυ­ρί­σου­με σπί­τι. Θὰ ξυ­πνή­σουν αὔ­ριο οἱ νοι­κο­κυ­ρά­δες καὶ θὰ δοῦν πὼςἡ Με­γα­λό­χα­ρη κά­τι ἔ­χει φέ­ρει γιὰ τὰ παι­δά­κια τους. Ὅ­ταν σοῦ λεί­πουν ὅ­λα, καὶ τὸ λί­γο πιά­νει τό­πο! Ὤχ, μι­κρέ μου Ἀ­λι­ό­σα (αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα τοῦ Γκόρ­κη), με­γά­λη φτώ­χεια στὸν κο­σμά­κη καὶ δὲν τὸν γνοι­ά­ζε­ται κα­νέ­νας.

Ὁ πλού­σιος τὸν Κύ­ριο δὲν σκέ­φτε­ται

τὴν τρο­με­ρή του κρί­ση δὲν φαν­τά­ζε­ται

τὸν φτω­χὸ δὲν τὸν ἔ­χει δι­κὸ μη­δὲ ἀ­δερ­φὸ

γι­ο­μί­ζει μο­νά­χα σα­κοῦ­λες χρυ­σὸ

τὸ χρυ­σί­ον θὰ γί­νει στὴν κό­λα­ση κάρ­βου­νο!

–   Ἔ­τσι εἶ­ναι! Πρέ­πει νὰ ζεῖ ὁ φί­λος γιὰ τὸν φί­λο κι ὁ Θε­ὸς γιὰ ὅ­λους!…

Νοι­ώ­θω ἀ­ό­ρι­στα πὼς πῆ­ρα μέ­ρος σὲ κά­τι ποὺ δὲν θὰ τὸ ξε­χά­σω πο­τέ… Κά­τσα­με δί­πλα στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα, σ’ ἕ­να παγ­κά­κι… κι ἡ για­γιὰ μοῦ ’­λε­γε:

–   Εἶ­ναι ’­δῶ μιὰ Ὁ­βριὰ κι ἔ­χει ἐν­νιὰ ψυ­χὲς παι­διά, τό ’­να μι­κρό­τε­ρο ἀ­π’ τ’ ἄλ­λο. Τὴ ρω­τά­ω: Πῶς τὰ φέρ­νεις βόλ­τα, Μο­σέβ­να; Κι αὐ­τὴ μοῦ λέ­ει: Μὲ τὸν Θε­ό μου ζῶ, μὲ ποι­ὸν ἄλ­λο νὰ ζή­σω;

Ἔ­γει­ρα στὸ ζε­στὸ πλευ­ρὸ τῆς για­γιᾶς καὶ μὲ πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος…

…Στὸ δά­σος ὅ­λο τὸ κα­λο­καί­ρι ὣς ἀρ­γὰ τὸ φθι­νό­πω­ρο μά­ζευ­ε χόρ­τα, βα­τό­μου­ρα, μα­νι­τά­ρια καὶ φουν­τού­κια… Ἡ για­γιὰ τὰ πού­λα­γε καὶ βγά­ζα­με τὸ ψω­μί μας… Ἀ­πὸ κά­τι γρα­τζου­νι­ὲς στὴ φλού­δα τοῦ δέν­τρου ποὺ μό­λις τὶς ξε­χώ­ρι­ζες, μοῦ ’­δει­χνε τὶς κου­φά­λες τοῦ σκί­ου­ρου καὶ ’­γὼ σκαρ­φά­λω­να στὸ δέν­τρο κι ἄ­δεια­ζα τὴ φω­λιά του, παίρ­νον­τάς του τὶς προ­μή­θει­ες γιὰ τὸν χει­μώ­να σὲ φουν­τού­κια…

Κά­θε φο­ρὰ ποὺ μά­ζευ­ε λί­γα χρή­μα­τα ἀ­π’ τὰ μα­νι­τά­ρια καὶ τὰ φουν­τού­κια ποὺ πού­λα­γε, τ’ ἄ­φη­νε στὰ περ­βά­ζια κά­νον­τας τὶς «κρυ­φὲς ἐ­λε­η­μο­σύ­νες» της. Κι αὐ­τή, ἀ­κό­μα καὶ τὶς γι­ορ­τά­δες, φό­ρα­γε κου­ρέ­λια καὶ μπα­λω­μέ­να.

–   Χει­ρό­τε­ρη κι ἀ­πὸ ζη­τιά­να γυ­ρί­ζεις, μὲ ντρο­πιά­ζεις!  γκρί­νια­ζε ὁ παπ­πούς.

–   Δὲν πει­ρά­ζει, δὲν εἶ­μαι κό­ρη σου κι οὔ­τε πά­ω γιὰ νύ­φη».

Ἡ καρ­διὰ τῆς για­γιᾶς αὐ­τῆς ἦ­ταν γε­μά­τη ἀ­γά­πη. Γι’ αὐ­τὸ δὲν ἔ­βλε­πε τὴ φτώ­χεια τὴ δι­κή της, ἀλ­λὰ σκε­φτό­ταν πρῶ­τα τὴ φτώ­χεια τοῦ ἄλ­λου, ὅ­πως πα­ραγ­γέλ­λει τὸ ἅ­γιο Εὐ­αγ­γέ­λιο (Α΄ Κορ. 10, 24). Ἡ ἀ­γά­πη της τὴν ἔ­σπρω­χνε νὰ βρί­σκει τοὺς πιὸ πε­ρί­ερ­γους τρό­πους γιὰ νὰ βο­η­θή­σει. Ἂν κοί­τα­ζε τὸν ἑ­αυ­τό της, δὲν θὰ τῆς πε­ρίσ­σευ­ε πο­τὲ καὶ γιὰ κα­νέ­ναν τί­πο­τε. Εἶ­χε ὅ­μως καρ­διὰ καὶ οὔ­τε ποὺ ἔ­νοι­ω­θε νὰ τῆς λεί­πουν τὰ λε­φτά.

Ὑ­πέ­ρο­χες ψυ­χές!

Σί­γου­ρα σή­με­ρα ἐ­μεῖς ἔ­χου­με πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­π’ τὴ για­γιά, ποὺ  πρό­σμε­νε νὰ τὴν τα­ΐ­σουν οἱ σκί­ου­ροι. Σὰν τί ἀ­πο­λο­γί­α θά ’­χου­με λοιπὸν γι’ αὐτὸν τὸν μί­ζε­ρο ἐγ­κλει­σμό μας στὸ κα­βού­κι τοῦ ἑ­αυ­τού­λη μας; Τί χει­ρό­τε­ρο κα­κὸ ἄλ­λω­στε ἔ­κα­νε καὶ ὁ ἄ­φρων πλού­σιος τῆς πα­ρα­βο­λῆς; (Λουκ. 12, 13-21).

Καιρὸς ν’ ἀ­φή­σου­με τὴ φί­λαυ­τη καὶ στεί­ρα λο­γι­κή μας. Ἂς δώ­σου­με πι­ό­τε­ρη ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸν Θε­ό, ποὺ λέ­ει πὼς πλου­τί­ζει καὶ δὲν φτω­χαί­νει ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη (Τωβ. 4, 9-10· 12, 8-10).

Ὄ­χι Χρι­στού­γεν­να λοιπὸν καὶ Πά­σχα μόνο, ἀλ­λὰ πάν­το­τε ἂς δί­νου­με δυ­να­μι­κὰ τὸ «πα­ρών», ἁ­μιλ­λώ­με­νοι σὲ προ­σφο­ρὰ ἀ­γά­πης. Δὲν τρῶνε μό­νο στῶν γι­ορ­τῶν τὶς μέρες οἱ φτωχοί, μὰ ὁ­λό­κλη­ρο τὸν χρό­νο, ὅ­πως ὅ­λοι μας. Καὶ στοὺς καιροὺς τῆς κρί­σης δὲν λι­γο­στεύ­ουν, μὰ πληθαίνουν πάντα οἱ φτω­χοί. Τότε χρειάζεται ν’ αὐξάνουμε τὶς καλωσύνες μας κι ἐμεῖς, ἀν­τὶ νὰ τὶς στε­ρεύ­ου­με.

Τὸ χέ­ρι τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ν’ ἁ­πλω­μέ­νο ἀ­δι­ά­κο­πα, ζη­τι­α­νεύ­ον­τας τὴν ὅ­ποι­α προ­σφο­ρά μας.

Λεφτὰ ὑπάρχουν! Ὅπου ὑπάρχει καὶ καρδιά!

Μόνο νὰ θέ­λου­με! Καὶ ἡ ἀ­γά­πη πάν­το­τε θὰ βρί­σκει τρό­πο!

(Σαρανταήμερο 2013)

Πηγή: Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Η Τιμωρία Ιανουάριος 5, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 2Σχόλια

X-Files

π. Δημητρίου Μπόκου

« … ἡ ἁ­μαρ­τί­α ἀ­πο­τε­λε­σθεῖ­σα ἀ­πο­κύ­ει θά­να­τον» (Ἰ­ακ. 1, 15).

Ἡ φω­τιὰ ἔ­τρι­ξε καὶ σπί­θες κόκ­κι­νες γέ­μι­σαν τὸν ἀ­έ­ρα, κα­θὼς ὁ γέ­ρος συ­δαύ­λι­σε τὰ κάρ­βου­να καὶ ἔ­ρι­ξε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κού­τσου­ρο στὸ τζά­κι. Ἔ­ξω τὸ σού­ρου­πο ἅ­πλω­νε γορ­γὰ τὴν πα­γε­ρή του μουν­τά­δα, ἂν καὶ ἡ ἀ­σπρά­δα τοῦ χι­ο­νιοῦ πά­λευ­ε νὰ πα­ρα­τεί­νει τὴν ψευ­δαί­σθη­ση πὼς ἡ μέ­ρα κρα­τοῦ­σε ἀ­κό­μα.

Γύ­ρω στὸ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο τρα­πέ­ζι, στρω­μέ­νο, κα­θὼς τό ’χαν πα­ρά­δο­ση, ὅ­λη τὴν ἡ­μέ­ρα, βού­ι­ζε χα­ρού­με­να στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς γι­ορ­τι­νῆς ζε­στα­σιᾶς ἡ οἰ­κο­γέ­νεια. Καὶ τί οἰ­κο­γέ­νεια; Τριά­ντα τό­σες ψυ­χές, ἀ­πὸ παπ­ποῦ­δες μέ­χρι δι­σέγ­γο­να, συγ­κεν­τρώ­θη­καν σή­με­ρα γιὰ νὰ γι­ορ­τά­σου­νε μα­ζί.

Ὁ ὀ­γδον­τά­χρο­νος γέ­ρος, μὲ τὰ μαλ­λιά του κά­τα­σπρα σὰν χι­ό­νι, ἔ­βλε­πε πα­λιὰ καὶ νι­ό­φυ­τα βλα­στά­ρια γύ­ρω του κι ἀ­να­γάλ­λι­α­ζε. Ἡ μα­τιά του πλα­νι­ό­ταν ὣς τὸ καν­τή­λι ποὺ σι­γό­και­γε στὴ γω­νιὰ καὶ κά­θε τό­σο τὰ φυλ­λο­κάρ­δια του πάλ­λον­ταν.

– «Δό­ξα ἐν ὑ­ψί­στοις Θε­ῷ…», ψι­θύ­ρι­ζε σὰν τοὺς ἀγ­γέ­λους. Ἡ ἀ­γά­πη σου ἀ­πέ­ραν­τη, Κύ­ρι­ε!… Πλού­σια τὰ ἐ­λέ­η σου!…

Ἕ­να δε­κα­ο­χτά­χρο­νο παλ­λη­κά­ρι, ἐγ­γο­νός του, ἑ­τοι­μά­στη­κε νὰ φέρει ἀπ’ ἔξω ξύ­λα γιὰ τὴ φωτιά. Περ­νών­τας δί­πλα του κον­το­στά­θη­κε χα­μο­γε­λών­τας, κα­θὼς τὸν εἶ­δε νὰ κου­νά­ει τὰ χεί­λη του χω­ρὶς νὰ μι­λά­ει. Ἤ­ξε­ρε τὸν παπ­πού του κα­λά. Εἶ­πε νὰ τὸν πει­ρά­ξει.

– Τί κου­βεν­τιά­ζεις πά­λι ἐ­κεῖ μο­νά­χος σου, παπ­πού;

Ὁ γέ­ρος τὸν κοί­τα­ξε μὲ πρό­σχα­ρη δι­ά­θε­ση.

– Γιὰ τὴν ἀ­γά­πη Του λέ­ω. Τί ἄλ­λο νὰ ’­πῶ;

– Θά ’­θε­λα τό­τε νὰ τὸν ρω­τή­σεις κά­τι, συ­νέ­χι­σε πει­ρα­χτι­κὰ ὁ ἐγ­γο­νός. Ἀ­φοῦ, κα­τὰ πὼς λές, μᾶς ἀ­γα­πά­ει τό­σο, για­τί μᾶς τι­μω­ρεῖ σκλη­ρά, ἂν κά­νου­με καὶ φύ­γου­με λι­γά­κι ἀ­πὸ τὸν νό­μο Του;

Ὁ γέ­ρος στὴ στιγ­μὴ σο­βά­ρε­ψε.

– Ἄ­κου­σα νὰ τὸ λέ­ει κά­ποι­ος αὐ­τό, πὼς ὁ Θε­ὸς γνω­ρί­ζει μό­νο νὰ τι­μω­ρεῖ. Ἔ­τσι νο­μί­ζεις κι ἐσύ; Ἄν­τε λοι­πόν, τέλει­ω­νε μὲ τὰ ξύ­λα σου κι ἔ­λα κα­τό­πι νὰ τὰ ποῦ­με.

 

Ὁ νε­α­ρὸς ἄν­τρας τυ­λί­χτη­κε κα­λά, κα­τέ­βα­σε μέ­χρι τ’ αὐ­τιὰ τὸ γού­νι­νο σκοῦ­φο του καὶ βγῆ­κε. Τὸ κρύ­ο ἦ­ταν τσου­χτε­ρό, μὰ δὲ θ’ ἀρ­γοῦ­σε. Προ­χώ­ρη­σε κά­τω ἀ­π’ τὸ ὑ­πό­στε­γο ὣς τὴν ψη­λὴ μάν­τρα, ὅ­που ἦ­ταν ἀ­πο­θη­κευ­μέ­να τὰ ξύ­λα. Γέ­μι­σε τρεῖς φο­ρὲς τὸ κα­ρο­τσά­κι του καὶ τ’ ἄ­δει­α­σε κον­τὰ στὴν πόρ­τα τους. Μὰ σὰν τὸ ἀ­κούμ­πη­σε στὴ θέ­ση του καὶ γύ­ρι­σε νὰ μπεῖ στὸ σπί­τι, τοῦ φά­νη­κε πὼς κά­τι ἄ­κου­σε. Σὰν πνιγ­μέ­νος λυγ­μὸς ἕ­νας θό­ρυ­βος ἀ­να­κα­τεύ­τη­κε μὲ τὸ βού­ι­σμα τοῦ ἀ­νέ­μου.

Πα­ρα­ξε­νε­μέ­νος ἔ­στη­σε αὐ­τὶ ν’ ἀ­κού­σει κα­λύ­τε­ρα. Ἔ­φε­ρε προ­σε­κτι­κὰ τὸ βλέμ­μα του ἕ­να γύ­ρο. Ψη­λὸς πε­ρί­βο­λος ἔ­κλει­νε προ­στα­τευ­τι­κὰ τὸ τε­ρά­στιο ὑ­πο­στα­τι­κό. Ἐ­κεῖ φι­λο­ξε­νοῦν­ταν ἡ με­γά­λη τους οἰ­κο­γέ­νεια τὸν χει­μώ­να, ὅ­ταν τὸ φο­βε­ρὸ κρύ­ο τοὺς ἔ­δι­ω­χνε ἀ­π’ τὰ ψη­λά τους βου­νά. Τοῦ­φες γκρί­ζου κα­πνοῦ πε­τά­γον­ταν στὸν οὐ­ρα­νὸ ἀ­κού­ρα­στα ἀ­πὸ τὶς κα­μι­νά­δες. Ὁ πα­γω­μέ­νος ἀ­έ­ρας ἀ­νά­δευ­ε κά­θε λί­γο σύν­νε­φα χι­ο­νιοῦ στὴ με­γά­λη κοι­λά­δα μπρο­στά του. Ἡ­συ­χί­α παν­τοῦ.

Ἔ­κα­με νὰ γυ­ρί­σει, ὅ­ταν καὶ πά­λι σὰν πα­ρά­ξε­νο βογ­γη­τὸ ἔ­φτα­σε κά­τι στ’ αὐ­τιά του. Ταυ­τό­χρο­να στὴν κον­τι­νό­τε­ρη συ­στά­δα δέν­τρων ἕ­νας σκο­τει­νὸς ὄγ­κος κι­νή­θη­κε. Ὑ­πο­ψι­ά­στη­κε ἀ­γρί­μι. Καὶ δὲν ἔ­πε­σε ἔ­ξω. Ἔ­τρε­ξε ἀ­στρα­πια­ῖα στὴν ἀ­πο­θή­κη κι ἅρ­πα­ξε ἕ­να ὅ­πλο. Βλέ­πον­τας πὼς τὸ ἀ­γρί­μι ἄρ­χι­σε κι­ό­λας νὰ ξε­μα­κραί­νει, ἔ­λυ­σε ἀ­π’ τὸν στά­βλο ἕ­να ἄ­λο­γο καὶ χύ­θη­κε στὸ κα­τό­πι του. Στὸ θαμ­πὸ λυ­κό­φως ξε­χώ­ρι­σε κόκ­κι­νες κη­λί­δες στὸ χι­ό­νι. Τὸ ἀ­γρί­μι ἦ­ταν πλη­γω­μέ­νο. Νοι­ώ­θον­τας τὸν κίν­δυ­νο γρύλ­ι­ζε ὅ­λο καὶ ἀ­πει­λη­τι­κό­τε­ρα. Βι­α­ζό­ταν νὰ χω­θεῖ στὸ με­γά­λο δά­σος.

Ὁ νε­α­ρὸς ἄν­τρας ὅρ­μη­σε ξο­πί­σω του χω­ρὶς δι­σταγ­μό. Τοῦ φά­νη­κε εὔ­κο­λη ὑ­πό­θε­ση. Καὶ μο­να­δι­κὴ εὐ­και­ρί­α νὰ δεί­ξει τὴν ἀ­ξί­α του.

Στὸ με­γά­λο δά­σος, ποὺ ἁ­πλω­νό­ταν πέ­ρα ἀ­π’ τὴν κοι­λά­δα καὶ χα­νό­ταν στὸν ὁ­ρί­ζον­τα πά­νω ἀπὸ κα­τά­λευ­κους λό­φους, ἦ­ταν κα­νό­νας ἀ­πα­ρά­βα­τος νὰ κυ­νη­γοῦν μό­νο οἱ ἔμ­πει­ροι ἄν­δρες τῆς οἰ­κο­γέ­νειας. Ἀλ­λὰ καὶ αὐ­τοὶ πάν­τα ὁ­μα­δι­κὰ καὶ πο­τὲ τὴ νύ­χτα.

Στὸν δε­κα­ο­χτά­χρο­νο δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ συμ­με­τέ­χει σ’ αὐ­τὲς τὶς ἐ­πι­χει­ρή­σεις. Δὲν ἦ­ταν ἀ­κό­μα ἐκ­παι­δευ­μέ­νος γιὰ τέ­τοι­α. Μπο­ροῦ­σε μό­νο νὰ πε­ρι­πο­λεῖ μὲ τοὺς συ­νο­μη­λί­κους του στὴν ἀ­νοι­χτὴ κοι­λά­δα. Τὸ με­γά­λο δά­σος ἦ­ταν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νος καρ­πὸς γι’ αὐ­τούς. Ἡ οἰ­κο­γε­νεια­κή τους κοι­νό­τη­τα στη­ρι­ζό­ταν σὲ νό­μους. Κα­νό­νες ἄ­γρα­φους, ἀ­πὸ πα­ρά­δο­ση, μὰ αὐ­στη­ροὺς καὶ ἀ­πό­λυ­τους. Χά­ρη σ’ αὐ­τοὺς ἡ τε­ρά­στια οἰ­κο­γέ­νεια ἐ­πι­βί­ω­νε ἀ­πὸ γε­νιὰ σὲ γε­νιὰ μὲ ἀ­σφά­λεια καὶ λει­τουρ­γοῦ­σε χω­ρὶς προ­βλή­μα­τα. Καὶ οἱ με­γά­λοι μά­θαι­ναν στοὺς μι­κρό­τε­ρους σεβασμὸ στὴν παράδοση, μιὰ καὶ κά­θε πα­ρά­βα­ση συ­νε­πα­γό­ταν πάν­τα βα­ρει­ὲς συ­νέ­πει­ες.

Μὰ τώ­ρα ὁ ἐν­θου­σια­σμὸς τὸν συ­νε­πῆ­ρε. Οὔ­τε ποὺ σκέ­φτη­κε κα­νό­νες καὶ συ­νέ­πει­ες. Σπι­ρού­νι­σε τ’ ἄ­λο­γο νὰ τρέ­ξει καὶ χα­μή­λω­σε τὸ κορ­μί του στὴ σέλ­λα. Ἤ­θε­λε νὰ προ­λά­βει στὸν ἀ­νοι­χτὸ χῶ­ρο τὸ ἀ­γρί­μι. Μὰ τὸ φῶς λι­γό­στευ­ε συ­νε­χῶς. Τὸ ἄ­λο­γό του βού­λι­α­ζε κά­θε λί­γο στὸ πυ­κνὸ χι­ό­νι καὶ δυ­σκο­λευ­ό­ταν νὰ τρέ­ξει. Τὸ πλη­γω­μέ­νο ἀ­γρί­μι κα­τά­φε­ρε ἐ­πι­τέ­λους νὰ φτά­σει στοὺς λό­φους καὶ χά­θη­κε στὸ πυ­κνὸ δά­σος.

Ὁ νε­α­ρὸς ἄν­δρας δί­στα­σε, ἀλ­λὰ γιὰ μιὰ μο­νά­χα στιγ­μή. Τὸ αἷ­μα του ἔ­βρα­ζε. Δὲν θ’ ἄ­φη­νε τὴν εὐ­και­ρί­α του νὰ χα­θεῖ. Ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ τό­σο ζή­λευ­ε καὶ πάν­τα λα­χτα­ροῦ­σε. Ἔ­παιρ­νε με­γά­λο ρί­σκο, μὰ ἤ­θε­λε νὰ δεί­ξει πὼς ἦ­ταν ἕ­τοι­μος γιὰ κά­τι τέ­τοι­ο. Ποι­ὸς δὲν θ’ ἀ­να­γνώ­ρι­ζε με­τὰ τὴν ἀ­ξί­α του; Θά ’μ­παι­νε ἐ­πι­τέ­λους στὴν ὁ­μά­δα τῶν με­γά­λων κυ­νη­γῶν τῆς οἰ­κο­γέ­νειας. Ἔ­κρι­νε πὼς ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ γευ­τεῖ τὸν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νο καρ­πό.

Τὸ δά­σος, χι­ο­νι­σμέ­νο καὶ ἀ­πέ­ραν­το, φάν­τα­ζε φο­βε­ρό. Ἡ νύ­χτα εἶ­χε πέ­σει. Τὰ πα­νύ­ψη­λα δέν­τρα λι­γό­στευ­αν ἀ­πελ­πι­στι­κὰ τὸ ἐ­λά­χι­στο φῶς. Προ­χώ­ρη­σε προ­σε­κτι­κὰ μὲ ὁ­δη­γὸ τὰ γρυλ­ί­σμα­τα, ποὺ γί­νον­ταν ὅ­λο καὶ πιὸ ἀ­δύ­να­μα, πιὸ ἀ­ραι­ά. Μὰ ἡ ὥ­ρα περ­νοῦ­σε, χω­ρὶς νὰ φτά­νει στὸν στό­χο του. Τὸ ἐγ­χεί­ρη­μά του γι­νό­ταν πε­ρί­πλο­κο.

Τὸ ἄ­λο­γο μὲ δυ­σκο­λί­α ἄ­νοι­γε τὸν δρό­μο του στὸν ἀ­φι­λό­ξε­νο, πα­γε­ρό, σχε­δὸν ἄ­βα­το τό­πο. Τὰ πράγ­μα­τα δὲν ἦ­ταν ὅ­σο ἁ­πλᾶ τοῦ φά­νη­καν στὴν ἀρ­χή. Δὲν ἤ­ξε­ρε οὔ­τε πό­σο εἶ­χε προ­χω­ρή­σει, οὔ­τε ποῦ βρι­σκό­ταν. Τὸ δά­σος γι­νό­ταν τό­σο πυ­κνό, ποὺ δὲν ὑ­πῆρ­χε ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς γιὰ ὑ­πο­λο­γι­σμούς. Σι­γὰ-σι­γὰ ἡ ἀρ­χι­κή του σι­γου­ριὰ τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­πε. Ἕ­νας φό­βος, ποὺ ὅ­λο καὶ με­γά­λω­νε, πῆ­ρε νὰ ξε­ση­κώ­νε­ται στὴν καρ­διά του.

Στά­θη­κε δί­βου­λος. Νὰ τρα­βή­ξει μπρὸς ἢ νὰ γυ­ρί­σει πί­σω; Σκε­φτό­ταν τώ­ρα τὶς συ­νέ­πει­ες. Πῶς θὰ αἰ­τι­ο­λο­γοῦ­σε τὴν πρά­ξη του; Ἤ­ξε­ρε τὴ θρη­σκευ­τι­κὴ προ­σή­λω­ση τῆς οἰ­κο­γέ­νειας στοὺς κα­νό­νες της. Ὑ­πῆρ­χε με­γά­λη αὐ­στη­ρό­τη­τα στὴν τή­ρη­σή τους. Καὶ τό ’­χε πιὰ σί­γου­ρο πὼς τώ­ρα τὸν πε­ρί­με­νε βα­ρειὰ τι­μω­ρί­α γιὰ τὸ τόλ­μη­μά του.

Μὰ πά­νω ποὺ πά­σχι­ζε τί νὰ δι­α­λέ­ξει, τὸ γρύλι­σμα ἀ­κού­στη­κε πο­λὺ κον­τά. Καὶ μιὰ σκιὰ κι­νή­θη­κε μέ­σ’ στὰ κλα­διά. Αὐ­τὸ ἦ­ταν! Ἀ­να­θάρ­ρη­σε. Ἕ­να βῆ­μα μο­νά­χα τὸν χώ­ρι­ζε ἀ­πὸ τὸν στό­χο του. Ἄγ­γι­ζε πιὰ τὸ ὄ­νει­ρό του.

Σή­κω­σε τὸ ὅ­πλο νὰ ση­μα­δέ­ψει, ὅ­ταν ἀ­πρό­σμε­να καὶ ἄλ­λο γρύλι­σμα τὸν ξάφ­νι­α­σε ἀ­πὸ δε­ξιά…, καὶ ἄλ­λο ξο­πί­σω του…, κι ἀ­ρι­στε­ρὰ καὶ μπρὸς καὶ γύ­ρω του…, παν­τοῦ. Καὶ μο­νο­μιᾶς, ἕ­να σω­ρὸ σκι­ὲς ξε­πή­δη­σαν ἀ­π’ τὸ σκο­τά­δι, τρο­μα­χτι­κὰ φαν­τά­σμα­τα, τῆς νύ­χτας πλά­σμα­τα φρι­χτά. Ἀλ­λοί­μο­νο! Τὸ πλη­γω­μέ­νο ἀ­γρί­μι τὸν πα­γί­δε­ψε κα­λά. Τοῦ ’­παι­ξε τὸ πιὸ ἄ­σχη­μο παι­χνί­δι τῆς ζω­ῆς του. Τὸν ἔ­ρι­ξε βο­ρὰ στὰ πει­να­σμέ­να στό­μα­τα ὁ­λό­κλη­ρης ἀ­γέ­λης.

Μο­νά­χα μιὰ στιγ­μὴ χρει­ά­στη­κε ἡ αἴ­σθη­σή του, γιὰ νὰ πε­ρά­σει ἀ­π’ τὴ θρι­αμ­βι­κή της εὐ­φο­ρί­α στὴν ἔ­σχα­τη ἀ­πελ­πι­σί­α. Τὰ πάν­τα ἔ­γι­ναν ἀ­στρα­πια­ῖα. Ξε­τρελ­λα­μέ­νο ἀ­π’ τὴν τρο­μά­ρα τὸ ἄ­λο­γό του τι­νά­χτη­κε ψη­λὰ στὰ πί­σω πό­δια. Τὸν ἔ­ρι­ξε με­μιᾶς στὸ χι­ο­νι­σμέ­νο ἔ­δα­φος κι ἀ­φη­νι­α­σμέ­νο ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­χει στὰ τυ­φλά. Μη­χα­νι­κὰ τὸ δά­χτυ­λό του βρῆ­κε τὴ σκαν­δά­λη κα­θὼς ἔ­πε­φτε. Τὸ ὅ­πλο βρόν­τη­ξε ἐκ­κω­φαν­τι­κὰ μέσ’ στὴ νυ­χτιά, μὰ μὲ τὴν πτώ­ση τοῦ ’­φυ­γε ἀ­π’ τὰ χέ­ρια του. Τ’ ἀ­γρί­μια σά­στι­σαν ἀ­π’ τὴ βα­ρειὰ ἐκ­πυρ­σο­κρό­τη­ση γιὰ μιὰ στιγ­μή, ποὺ ὡ­στό­σο τοῦ ἦ­ταν ἀρ­κε­τὴ γιὰ ν’ ἁρ­πα­χτεῖ ἀ­π’ τὸ κον­τι­νό­τε­ρο κλα­δὶ καὶ νὰ ἀ­νε­βεῖ γορ­γὰ ὅ­σο ψη­λό­τε­ρα μπο­ροῦ­σε. Και­ρὸς ἦ­ταν! Τ’ ἀ­γρί­μια ξα­να­χύ­μη­ξαν ἀ­μέ­σως καὶ μ’ ἄ­γριους βρυ­χηθ­μοὺς τὸν πε­ρι­ζῶ­σαν.

Στὸ ἑ­ξῆς ἡ ὥ­ρα κύ­λι­σε ἀρ­γὰ καὶ βα­σα­νι­στι­κά. Ἡ πα­γω­νιὰ χω­νό­τα­νε παν­τοῦ καὶ τὸν τρυ­ποῦ­σε. Ἡ ἀ­κι­νη­σί­α μού­δι­α­ζε τὸ σῶ­μα του. Κινδύνευ­ε νὰ πέ­σει. Μὲ δυ­σκο­λί­α ἀ­φάν­τα­στη τὰ ξυ­λι­α­σμέ­να χέ­ρια του γαν­τζώ­να­νε τὸ δέν­τρο. Μὰ πιὸ πο­λὺ τὸν παί­δευ­αν οἱ ἐ­νο­χές του. Πῶς τό ’­χε με­τα­νοι­ώ­σει, Θέ μου! Τί ἀ­πο­κο­τιὰ ἦ­ταν κι αὐ­τή; Πῶς φέρ­θη­κε πιὰ τό­σο ἐ­πι­πό­λαι­α; Καὶ τώ­ρα; Τί τὸν πε­ρί­με­νε; Ὁ θά­να­τος; Πο­λὺ πι­θα­νό. Μὰ κι ἂν σω­ζό­ταν πα­ρ’ ἐλ­πί­δα, πῶς θὰ δι­και­ο­λο­γοῦ­σε τὴν ἀ­νο­η­σί­α του; Δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου πιὰ πε­ρή­φα­νος γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του.

Μα­κριὰ στὴν κοι­λά­δα ἦ­χος βα­θὺς κυ­νη­γε­τι­κοῦ βού­κι­νου ἔ­σκι­σε τὴ θα­να­τε­ρὴ σι­γα­λιά. Ἡ καρ­διά του σκίρ­τη­σε. Τὸν ἔ­ψα­χναν! Οἱ ἐλ­πί­δες του ἀ­να­πτε­ρώ­θη­καν. Ἔ­φε­ρε τὸ χέ­ρι στὴ ζώ­νη του ἀ­να­ζη­τών­τας τὸ δι­κό του βού­κι­νο γιὰ ν’ ἀ­παν­τή­σει. Μὰ δὲν εἶ­χε μα­ζί του κυ­νη­γε­τι­κὸ ἐ­ξο­πλι­σμό.

Πέ­ρα­σε ἔτσι πολ­λὴ ἀ­κό­μα ὥ­ρα μέ­χρι νὰ τὸν ἐν­το­πί­σει ἡ ὁ­μά­δα δι­ά­σω­σης, ποὺ ἔ­σπευ­σε νὰ τὸν ἀ­να­ζη­τή­σει ἀ­μέ­σως μό­λις ἔ­γι­νε ἀν­τι­λη­πτὴ ἡ ἐ­ξα­φά­νι­σή του. Τὰ σκυ­λιὰ καὶ οἱ πυ­ρο­βο­λι­σμοὶ σκόρ­πι­σαν τὰ θη­ρί­α. Στὸ ἔ­σχα­το ὅ­ριο τῆς ἀν­το­χῆς του ὁ νε­α­ρός, βρι­σκό­ταν ἐ­πι­τέ­λους ξα­νὰ στὴ ζεστὴ ἀγκαλιὰ τῆς οἰ­κο­γέ­νειας.

Μὲ δά­κρυ­α κι ἀ­λα­λαγ­μοὺς χα­ρᾶς, βα­θιὰ συγ­κλο­νι­σμέ­νοι ἀ­π’ τὸ ἀ­πρό­σμε­νο συμ­βάν, ἔ­πε­σαν ὅ­λοι πά­νω του, ὅ­ταν τὸ ἕλ­κη­θρο ποὺ τὸν με­τέ­φε­ρε στα­μά­τη­σε στὴν πόρ­τα τους. Κι ὅ­ταν μὲ μάτια ὑγρὰ καὶ λαμπερὰ τὸν σή­κω­σαν στὰ χέ­ρια τους, ἔ­νοι­ω­σε στὸν πα­ρά­δει­σο πὼς ἔμ­παι­νε, ὄ­χι στὸ σπί­τι του.

Ἡ γλυ­κειὰ θαλ­πω­ρὴ τῆς χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κης ἑ­στί­ας καὶ τ’ ἀ­γα­πη­μέ­να του πρό­σω­πα, γε­λα­στὰ καὶ πά­λι με­τὰ τὴν ἀ­να­στά­τω­ση, ἔ­σβη­σαν σὰν ὄ­νει­ρο κα­κὸ σι­γὰ-σι­γὰ τὴ θύ­μη­ση τῆς φο­βε­ρῆς του πε­ρι­πέ­τειας.

– Θὰ μπο­ρέ­σε­τε ἄ­ρα­γε πο­τὲ νὰ μὲ συγ­χω­ρέ­σε­τε; εἶ­πε σὰν ἔνοιωσε κα­λύ­τε­ρα. Πό­σο ἄ­σχη­μα αἰ­σθά­νο­μαι γιὰ ὅ,τι ἔ­κα­μα! Ὅ­ποι­α κι ἂν εἶ­ναι ἡ τι­μω­ρί­α μου, εἶ­μαι ἕ­τοι­μος νὰ τὴ δε­χτῶ.

Ὁ παπ­ποὺς τὸν κοί­τα­ξε κα­λο­κά­γα­θα, ὅ­πως πάν­τα.

– Ποι­ὸς μί­λη­σε γιὰ τι­μω­ρί­α;

– Μὰ δὲν ἔ­χει βα­ρει­ὲς συ­νέ­πει­ες ἡ πα­ρά­βα­ση τῶν νό­μων μας; Αὐ­τὸ δὲν μᾶς μα­θαί­νε­τε;

– Βα­ρει­ὲς συ­νέ­πει­ες ἔ­χει ἀ­ναμ­φί­βο­λα, μὰ δὲν τὶς ἐ­πι­βάλ­λου­με ἐ­μεῖς. Ἡ τι­μω­ρί­α σου εἶ­ναι αὐ­τὰ ποὺ ἤ­δη πέ­ρα­σες. Δὲ σοῦ ‘φτασαν; Κι ἄλλο ζητᾶς ἀκόμα; Σὲ ἄγ­γι­ξε σχε­δὸν ὁ θά­να­τος ἀ­π’ τὰ θη­ρί­α καὶ τὴν πα­γω­νιά! Ἀλλὰ μόνο καὶ μόνο ἐ­πει­δὴ θέ­λη­σες νὰ φύ­γεις ἀ­π’ τὴν ἀ­σφά­λεια καὶ τὴ ζε­στα­σιὰ τοῦ σπι­τιοῦ μας. Αὐ­το­κα­τα­δι­κά­στη­κες! Ὅ­σα ἐ­σὺ ἐ­πέ­βα­λες στὸν ἑ­αυ­τό σου, ἡ φυ­σι­κὴ καὶ μό­νο συ­νέ­πεια τῆς πρά­ξης σου,  εἶ­ναι ἡ τι­μω­ρί­α σου. Ὄ­χι κά­τι ποὺ θὰ ἐ­πι­βάλ­λου­με ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων ἐ­μεῖς.

–  Δηλαδή, παππού, …δὲν θὰ μὲ τιμωρήσετε;

–  Ὄ­χι βέ­βαι­α, παι­δί μου! Δὲν ἔ­χου­με ἔ­γνοι­α ν’ ἀ­πο­κα­τα­στή­σου­με τὴν τά­ξη νο­μι­κὰ γιὰ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση δι­κή μας, νὰ τι­μω­ρή­σου­με τὴν πα­ρά­βα­ση γιὰ νὰ βγά­λου­με τὸ ἄ­χτι μας. Μᾶς νοιά­ζει μό­νο ν’ ἀ­πο­κα­τα­στα­θεῖς ἐ­σὺ σῶ­ος καὶ ἀ­κέ­ραι­ος στὴν οἰ­κο­γέ­νειά μας. Δὲν μᾶς πε­ρισ­σεύ­εις, ἂς εἴ­μα­στε πολ­λοί. Δὲν σ’ ἀ­γα­πά­με λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ κα­νέ­ναν ἄλ­λον ἐ­δῶ μέ­σα καὶ μᾶς εἶ­σαι ἰ­δι­αί­τε­ρα πο­λύ­τι­μος γιὰ νὰ σὲ χά­σου­με.

Καὶ μὲ τὰ λό­για αὐ­τὰ ὁ ἀ­γα­θὸς γέ­ρον­τας ἔ­σκυ­ψε κι ἀγ­κά­λια­σε τρυ­φε­ρὰ τὸ νεαρὸ βλα­στά­ρι τοῦ σπι­τιοῦ του, φι­λών­τας το στορ­γι­κά. Ἕ­να κύ­μα ἔ­πνι­ξε τὴν καρ­διὰ τοῦ ἀ­γο­ριοῦ, γέ­μι­σε δά­κρυ­α ζε­στὰ τὰ μά­τια του πρὶν προ­λά­βει νὰ τὰ συγ­κρα­τή­σει.

– Εἶ­ναι αὐ­τὸ ἡ ἀ­πάν­τη­ση καὶ γιὰ ‘κεῖ­νο ποὺ σὲ ρώ­τη­σα πρὶν φύ­γω, παπ­πού; ψέλλισε μὲ φωνὴ ποὺ κοβόταν ἀπ’ τὴ συγκίνηση.

– Ἀ­κρι­βῶς, ἀ­γα­πη­μέ­νο μου παι­δί! Εἶ­πες, πῶς γί­νε­ται νὰ ἀ­γα­πά­ει ὁ Θε­ὸς καὶ ταυ­τό­χρο­να νὰ τι­μω­ρεῖ; Μὰ ὁ Θε­ὸς μό­νο ἀ­γα­πά­ει, γι­έ μου! Ποι­ὸς λέ­ει πὼς τὸ μό­νο ποὺ ξέ­ρει εἶ­ναι νὰ τι­μω­ρεῖ; Ὅ­ποι­ος τὸν ἀ­γνο­εῖ μονάχα. Οἱ δι­α­στρε­βλω­τὲς τῆς εἰ­κό­νας Του. Ὁ θά­να­τος, ἡ κά­θε τι­μω­ρί­α, δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἡ φυ­σι­κὴ συνέπεια τῆς ἀ­πο­ξέ­νω­σής μας ἀ­π’ αὺτόν, ἡ τελικὴ κατάληξη τῆς ἁ­μαρ­τί­ας μας. Ὄ­χι ποι­νὴ ποὺ ἐ­πι­βάλ­λει ὁ Θε­ὸς ἀ­πὸ κά­ποι­α σα­δι­στι­κὴ κι ἐκ­δι­κη­τι­κὴ δι­ά­θε­ση γιὰ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση δι­κή Του.

Οἱ κουβέντες σταμάτησαν, τριγύρισαν ὅλοι τὸν λευκασμένο γέροντα. Ἐκεῖνος ἤρεμα συνέχισε.

– Βλέ­πεις τὸν ἥ­λιο; Λάμ­πει γιὰ ὅ­λους κι ἀ­κτι­νο­βο­λεῖ. Ἂν ὅ­μως κά­ποι­ος κρύ­βε­ται ἀ­πὸ τὸ φῶς του καὶ πα­γώ­νει, τί φταί­ει ὁ ἥ­λιος; Τὸ ἴ­διο γί­νε­ται μὲ τὸν Θε­ό.

– Δηλαδή, παππού;

– Ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι, γιέ μου, ἡ μοναδικὴ πη­γὴ ζω­ῆς. Ἀ­κτι­νο­βο­λεῖ γιὰ ὅ­λους ζε­στα­σιά, ἀ­γά­πη, φῶς. Ὅ­ποι­ος εἶναι μαζί Του, ζεῖ πραγ­μα­τι­κά. Μὰ ὅ­ποι­ος, ἐ­λεύ­θε­ρα πάντα, φεύγει ἀ­πὸ κον­τά Του, στε­ρεῖ­ται τὴ ζω­ὴ αὐ­τή. Φεύ­γον­τας ἀ­πὸ τὴ ζε­στα­σιά, πα­γώ­νει στὸ σκο­τά­δι καὶ τελικὰ πε­θαί­νει. Ἔξω ἀ­π’ τὴ Σκέ­πη Του εἶ­ν’ ἀ­προ­στά­τευ­τος. Εὐάλωτος σὲ κά­θε κίν­δυ­νο, πνευ­μα­τι­κὸ καὶ σω­μα­τι­κό. Τὰ πάν­τα μπο­ρεῖ νὰ τοῦ συμ­βοῦν, μὰ ὄ­χι ἐπειδὴ τὸν τι­μω­ρεῖ ὁ Θε­ός. Ἀλ­λὰ για­τὶ δι­α­λέ­γει ἀ­πὸ μό­νος του νὰ μέ­νει μακριὰ ἀ­π’ τὴν προ­στα­σί­α Του, ἀκάλυπτος στὸ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε κα­κό, ἀφοῦ εἰσέρχεται στὴν ἐ­πι­κίν­δυ­νη πε­ρι­ο­χὴ ποὺ δι­α­φεν­τεύ­ει ὁ θά­να­τος.

– Ὅ­πως τὴν ἔ­πα­θα κι ἐγώ, παππού!

– Ἀκριβῶς, παιδί μου! Μὰ ὄ­χι για­τί σὲ τι­μω­ρή­σα­με ἐ­μεῖς. Ἀλ­λὰ για­τὶ μὲ τὸ δικό σου θέλημα ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κες ἀ­πὸ τὴν προ­στα­σί­α καὶ τὴ θαλ­πω­ρὴ τοῦ σπι­τιοῦ σου. Ἦταν ἑπόμενο στὴ σκο­τει­νὴ κοι­λά­δα  νὰ σὲ κυκλώσουν ἡ πα­γω­νιά, ὁ πό­νος καὶ παραλίγο ὁ θά­να­τος.

– Κα­τά­λα­βα κα­λά, παπ­πού! Ἂν κά­ποι­ος κρύ­βε­ται ἀ­πὸ τὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου, παγ­ώ­νει ἀ­πὸ δι­κό του φταί­ξι­μο καὶ μό­νο, ἂν καὶ ὁ ἥ­λιος φω­τί­ζει κι ἀ­κτι­νο­βο­λεῖ τὴ ζε­στα­σιά.

– Τὸ ἴ­διο ἀ­πα­ράλ­λα­χτα συμ­βαί­νει καὶ μὲ τὸν ἥ­λιο τῆς δι­και­ο­σύ­νης. Ἦρθε γιὰ μᾶς! Γεν­νή­θη­κε ἀ­νά­με­σά μας σή­με­ρα, γιὰ ν’ ἀ­να­τέλ­λει τὶς γλυ­κει­ὲς ἀ­χτί­νες τῆς ἀ­γά­πης Του χωρὶς ἐξαίρεση σ’ ὅ­λη τὴ γῆ. Δὲν εἶ­ναι κρί­μα νὰ κα­τα­δι­κά­ζου­με στὴν πα­γω­νιὰ τὸν ἑ­αυ­τό μας, δι­α­λέ­γον­τας ἐ­μεῖς μὲ πεῖ­σμα τὴ σκιά;

… εἶ­πε ὁ παπ­ποὺς καὶ σώ­πα­σε…

Σκυ­φτοί, κρε­μά­με­νοι μι­κροὶ-με­γά­λοι ἀ­πὸ τὰ χεί­λη του μὲ σέ­βας δέ­χον­ταν, αὔ­ρα λε­πτή, τὰ λό­για του. Ἀ­νά­ε­ρα βα­σί­λε­ψε σι­γή…

Μὰ σ’ ὅ­λων τὶς καρ­δι­ὲς καὶ τὶς μα­τι­ὲς… ἀν­ταύ­γει­ες θεῖ­ες ἔ­λαμ­ψαν…, εὐ­φρό­συ­νες, πα­νώ­ρι­ες, μυ­στι­κές!…

Χρι­στού­γεν­να 2011

Πηγή: Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Ἡ εὐλογία τοῦ χρόνου Ιανουάριος 3, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 2Σχόλια

xronos-thalassa

Μιὰ φο­ρὰ κι ἕ­ναν και­ρὸ – λέ­ει τὸ πα­ρα­μύ­θι – ὁ Θε­ὸς ἔ­σκυ­ψε ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ κι ἔ­ρι­ξε ἕ­να βλέμ­μα στὴ γῆ. Δὲν ἔ­μει­νε ὅ­μως εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος μὲ ὅ­σα εἶ­δε ἐ­κεῖ. Οἱ ἄν­θρω­ποι, ἂν καὶ τοὺς εἶ­χε δώ­σει ὅ­λα τὰ κα­λά, εἶ­χαν γε­μί­σει τὴ ζω­ή τους μὲ προ­βλή­μα­τα. Ὁ Θε­ὸς στε­νο­χω­ρή­θη­κε πο­λύ, για­τὶ τοὺς ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ ἤ­θε­λε νὰ εἶ­ναι ὅ­λοι κα­λά. Ἔ­πε­σε σὲ βα­θειὰ συλ­λο­γή. Τί ἄλ­λο θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­μει γιὰ νὰ τοὺς βο­η­θή­σει; Ποι­ὰ εὐ­λο­γί­α δὲν τοὺς ἔ­δω­σε ἀ­κό­μα; Σκέ­φθη­κε τό­τε νὰ ἐ­πι­στρα­τεύ­σει τὸν Χρό­νο. Θὰ τὸν ἔ­στελ­νε στοὺς ἀν­θρώ­πους, ὥ­στε νὰ ἔ­χουν κά­θε εὐ­και­ρί­α μὲ ὅ­λη τους τὴν ἄ­νε­ση νὰ φτιά­χνουν σω­στὰ τὴ ζω­ή τους.

Τὸν φώ­να­ξε λοιπὸν ἀ­μέ­σως κον­τά του, τὸν κα­θο­δή­γη­σε καὶ τὸν ἔ­στει­λε στὴ γῆ γιὰ νὰ βο­η­θή­σει τοὺς ἀν­θρώ­πους. Ὁ Χρό­νος, νε­α­ρὸ παλ­λη­κά­ρι γε­μά­τος ὄ­ρε­ξη, ξε­κί­νη­σε ἀ­μέ­σως τὸ ἔρ­γο του. Δὲν εἶ­χε και­ρὸ γιὰ χά­σι­μο. Ἔ­πρε­πε νὰ γυ­ρί­σει ὅ­λη τὴ γῆ κι αὐ­τό, ἂν τὸ κα­λο­σκε­φθεῖς,  δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου εὔ­κο­λη καὶ ξε­κού­ρα­στη δου­λειά.

Στα­μά­τη­σε στὴν πρώ­τη πόρ­τα ποὺ συ­νάν­τη­σε μπρο­στά του καὶ χτύ­πη­σε. Τοῦ ἄ­νοι­ξε ἕ­νας συ­νο­μή­λι­κός του νε­α­ρός. Ὁ Χρό­νος τοῦ εἶ­πε:

–  Εἶ­ναι και­ρὸς νὰ ἀρ­χί­σεις.

–  Ν᾿ ἀρ­χί­σω τί; ρώ­τη­σε μὲ φα­νε­ρὴ ἀ­πο­ρί­α ὁ νέ­ος.

–  Ὅ­λα τὰ ση­μαν­τι­κὰ ποὺ φτιά­χνουν τὴ ζω­ή σου. Τὰ σχέ­διά σου καὶ τὰ ὄ­νει­ρα ποὺ θὰ τῆς δώ­σουν ὀ­μορ­φιὰ καὶ νό­η­μα.

–  Μὰ εἶ­ναι πο­λὺ νω­ρὶς ἀ­κό­μα, ἀ­πάν­τη­σε ὁ νέ­ος. Ἔ­χω και­ρό. Τὸ μέλ­λον εἶ­ναι μπρο­στά μου.

–  Δὲν ξέ­ρεις κάν, ἂν θὰ ἔρ­θει πο­τὲ τὸ μέλ­λον, ἀ­πάν­τη­σε ὁ Χρό­νος. Δι­κός σου χρό­νος εἶ­ναι μό­νο αὐ­τὸς ποὺ τώ­ρα ζεῖς. Αὐ­τὸ ποὺ κρα­τᾶς μὲ σι­γου­ριὰ στὰ χέ­ρια σου εἶ­ναι μο­νά­χα τὸ πα­ρόν.

Μὰ ὁ νέ­ος δὲν πεί­σθη­κε.

–  Ὄ­χι, εἶπε. Νοι­ώ­θω πὼς εἶ­ναι πο­λὺ νω­ρὶς ἀ­κό­μα γιὰ ὁ­τι­δή­πο­τε. Θὰ πε­ρι­μέ­νω τὸ μέλ­λον.

Ὁ Χρό­νος δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­πι­μεί­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο. Εἶ­χε πο­λὺ δρό­μο μπρο­στά του. Ἔ­φυ­γε στε­νο­χω­ρη­μέ­νος. Ἀ­πὸ πό­λη σὲ πό­λη, ἀ­πὸ χω­ριὸ σὲ χω­ριό, ἀ­πὸ σπί­τι σὲ σπί­τι, συ­νέ­χι­σε νὰ τρέ­χει πά­νω στὴ γῆ, νὰ συ­ναν­τή­σει ὅ­λους τοὺς ἀν­θρώ­πους.

Ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους συμ­πλή­ρω­σε τὸ γύ­ρο της, ὁ Χρό­νος ἦ­ταν πιὰ ἕ­νας γέ­ρος μὲ χι­ο­νι­σμέ­να μαλ­λιά. Καὶ τό­τε βρέ­θη­κε ξα­νὰ μιὰ νύ­χτα στὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο, ἀ­π᾿ ὅ­που εἶ­χε ξε­κι­νή­σει: στὴν πόρ­τα τοῦ  νε­α­ροῦ ποὺ εἶ­χε πρω­το­συ­ναν­τή­σει. Μὰ τώ­ρα τοῦ ἄ­νοι­ξε ἕ­νας ἀ­σπρο­μάλ­λης γέ­ρος.

–  Πρό­λα­βες νὰ κά­νεις κά­τι σπου­δαῖ­ο στὴ ζω­ή σου; ρώ­τη­σε ὁ Χρό­νος.

–  Δυ­στυ­χῶς ὄ­χι, ἀ­πάν­τη­σε ὁ γέ­ρος σκυ­θρω­πός. Τὰ ἄ­φη­να πάν­τα ὅ­λα γιὰ τὸ μέλ­λον. Μὰ κά­πο­τε κα­τά­λα­βα, πὼς εἶ­ναι πιὰ πο­λὺ ἀρ­γὰ γιὰ ὁ­τι­δή­πο­τε. Τὸ μέλ­λον δὲν ὑ­πῆρ­χε πιὰ γιὰ μέ­να. Μὲ εἶ­χε προ­σπε­ρά­σει. Χω­ρὶς νὰ τὸ ἀν­τι­λη­φθῶ, ἡ ζω­ή μου ἔ­γι­νε σι­γὰ – σι­γὰ ἕ­να πα­ρελ­θόν. Δὲν πε­ρι­μέ­νω τί­πο­τε πιά.

–  Στα­μά­τα νὰ κοι­τᾶς αὐ­τὸ τὸ πα­ρελ­θόν, εἶ­πε ὁ Χρό­νος. Δὲν χά­θη­κε κά­θε ἐλ­πί­δα. Στὰ χέ­ρια σου κρα­τᾶς ἀ­κό­μα τὸ πα­ρόν. Γιὰ ὅ­σο ζεῖς, αὐ­τὸ θὰ ὑ­πάρ­χει. Καὶ εἶ­ναι δι­κό σου. Τὸ κά­νεις ὅ,τι θέ­λεις ἐ­σύ. Κα­νέ­νας δὲν μπο­ρεῖ νὰ σοῦ τὸ πά­ρει. Τὸ πα­ρόν, αὐ­τὸ μο­νά­χα εἶ­χες πάν­το­τε δι­κό σου. Τὸ μέλ­λον δὲν ἤ­ξε­ρες πο­τὲ ἂν θὰ σοῦ δι­νό­ταν. Τὸ πα­ρελ­θόν σου πά­λι δὲν γυ­ρί­ζει πί­σω. Μὰ τὸ πα­ρόν σου, καὶ τώ­ρα ἀ­κό­μα, εἶ­ναι ἐ­δῶ. Ἔ­χεις και­ρό, ἐκ­με­ταλ­λεύ­σου το.  Ἔστω καὶ τώρα μπορεῖς νὰ κάνεις μιὰ ἀρχή, νὰ χτίσεις τουλάχιστον τὴ σχέση σου μὲ τὸν Θεό. Ἀρ­κεῖ νὰ τὸ θε­λή­σεις μό­νο.

Μὰ ὁ γέ­ρος μόρ­φα­σε ἀ­παι­σι­ό­δο­ξα:

–  Πο­λὺ ἀρ­γὰ πιὰ γιὰ ὁ­τι­δή­πο­τε.

Τὸ ρο­λό­ι χτύ­πη­σε τρεῖς φο­ρὲς μέ­σα στὴ νύ­χτα.

–  Νά, αὐ­τὴ ἡ ὥ­ρα ἐκ­φρά­ζει ὅ­λη τὴ ζω­ή μου, ξαναμί­λη­σε ὁ γέ­ρος μελαγχολικά. «Τρεῖς τὴ νύ­χτα: πο­λὺ νω­ρὶς καὶ συ­νά­μα πο­λὺ ἀρ­γὰ γιὰ ὁ­τι­δή­πο­τε» (Ζὰν-Πὼλ Σάρτρ).

Ὁ Χρό­νος τό­τε κί­νη­σε νὰ φύ­γει.

«Μυ­στή­ριο πράγ­μα ὁ ἄν­θρω­πος», σκε­φτό­ταν. «Πῶς κα­τα­φέρ­νει νὰ χα­ρα­μί­ζει τὰ δῶ­ρα τοῦ Θε­οῦ, με­τα­στρέ­φον­τας τὴν εὐ­λο­γί­α σὲ κα­τά­ρα;»

Πηγή: ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 366, Ἰαν. 2014

Το νησί των συναισθημάτων Οκτώβριος 8, 2013

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Βίντεο , 1 comment so far YouTube Preview Image

Ένα μικρό παραμύθι από το Μάνο Χατζηδάκι για μικρούς και μεγάλους.

Το Καρότο, το Αυγό και το Τσάι Δεκέμβριος 28, 2012

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Φύση / Ζώα , 2Σχόλια

aroma

«Σου έχω πει την ιστορία την παλιά με το τσάι, το καρότο και τ’ αυγό;»
Η Έλλη γνέφει «όχι».

«Άκου, λοιπόν!» αρχίζει ο παππούς. «Κάποτε παραπονιόταν ένας άνθρωπος πως είχε βάσανα πολλά. Τον κάλεσε, που λες, στο σπίτι της κάποια σοφή γερόντισσα, έβαλε ένα τσουκάλι με νερό να βράσει κι έριξε μέσα ένα καρότο κι ένα αυγό. Όταν έβρασαν καλά, έφτιαξε λίγο τσάι του βουνού και ρώτησε τον άνθρωπο τι βλέπει. “Ένα καρότο που έχει μαλακώσει από το βράσιμο κι ένα σφιχτό αυγό”, της είπε κείνος. “Και τι μυρίζει;” ρώτησε η γερόντισσα. “Μοσχοβολάει τσάι του βουνού!” της απαντάει. “Ε, λοιπόν, οι λύπες και οι στενοχώριες μοιάζουνε με νερό που βράζει” λέει η γερόντισσα. “Υπάρχουν άνθρωποι που νιώθουν δυνατοί, μα σαν τους βρουν αναποδιές, θαρρείς και πέφτουν στο βραστό νερό σαν το καρότο, που μαλακώνει και διόλου δύναμη δεν έχει πια. Άλλοι πάλι μοιάζουνε με το αυγό. Μέσα τους είναι αδύναμοι και μόνο ένα τσόφλι έχουν απ’ έξω να τους προστατεύει. Όταν έρθουν δύσκολοι καιροί, θαρρείς και πέφτουν στο βραστό νερό σαν το αυγό και, σαν αυτό, γίνονται κι από μέσα τους σκληροί. Μα είναι κι άλλοι που θυμίζουνε το τσάι. Όταν τους βρίσκουν βάσανα, είναι κι εκείνοι σαν να πέφτουν σε βραστό νερό, μα ούτε σκληραίνουν, ούτε μαλακώνουν. Μεταλλάζουν μόνο το νερό σε τσάι του βουνού που ευωδιάζει. Κι ευφραίνονται με τη μοσχοβολιά του όσοι βρίσκονται κοντά. Τις λύπες και τις στενοχώριες, πάει να πει, τις κάνουν γνώση, καλοσύνη και χαρά. Πήγαινε στο καλό λοιπόν” του λέει η γερόντισσα “και φρόντισε να είσαι σαν το τσάι.”»

Απόσπασμα από το βιβλίο Στη σκιά της πράσινης βασίλισσας

Ευχαριστίες στην Χρυσή.

Το ραγισμένο δοχείο Αύγουστος 10, 2012

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Οικογένεια / Παιδί, Σχέσεις , 1 comment so far
Μια γριά γυναίκα, Κινέζα
Κουβαλούσε νερό με δύο μεγάλα δοχεία
Κρεμασμένα από τους ώμους της.
Το ένα δοχείο ήταν άψογο
Και  μετέφερε πάντα
Όλη την ποσότητα νερού που έπαιρνε.
Το άλλο είχε μια ρωγμή
Και στο τέλος της μακριάς διαδρομής
Από το ρυάκι στο σπίτι έφθανε μισοάδειο.
Έτσι για δύο ολόκληρα χρόνια
Η γριά κουβαλούσε καθημερινά
Μόνο ενάμισι δοχείο νερό στο σπίτι της.
Φυσικά το τέλειο δοχείο ένοιωθε υπερήφανο που εκπλήρωνε απόλυτα και τέλεια
Το σκοπό για τον οποίο είχε κατασκευαστεί.
Το ραγισμένο δοχείο ήταν δυστυχισμένο, που μόλις και μετά βίας
Μετέφερε τα μισά από αυτά που έπρεπε, ένοιωθε ντροπή για την ατέλεια του.
Ύστερα από δύο χρόνια δεν άντεχε πια την κατάσταση αυτή και αποφάσισε να μιλήσει στη γριά.
-Ντρέπομαι τόσο για τον εαυτό μου και θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη!
-Μα γιατί; ρώτησε η γριά.
-Για ποιο λόγο νιώθεις ντροπή;
-Ε, να!
-Δύο χρόνια τώρα μεταφέρω μόνο το μισό νερό λόγω της ρωγμής μου
Και εξαιτίας μου κοπιάζεις άδικα κι εσύ!
Η γριά χαμογέλασε:
-Παρατήρησες ότι στο μονοπάτι υπάρχουν λουλούδια μόνο στη δική σου πλευρά
Και όχι στη μεριά του άλλου δοχείου;
Πρόσεξα την ατέλειά σου και την εκμεταλλεύτηκα.
Φύτεψα σπόρους στην πλευρά σου και εσύ τους πότιζες.
Δύο χρόνια τώρα μαζεύω τα άνθη και στολίζω το τραπέζι μου.
Αν δεν ήσουν εσύ αυτή η ομορφιά δε θα λάμπρυνε το σπίτι μου!
Βέβαια δεν ήταν η ατέλεια του δοχείου που το έκανε ξεχωριστό
Αλλά η ιδιαίτερη ικανότητα της γυναίκας εκείνης
Να διακρίνει και να χρησιμοποιήσει την αδυναμία του.
Ο καθένας μας έχει τις «ρωγμές» του και τις «αδυναμίες» του
Που μπορούν ακόμη κι αυτές να γίνουν χρήσιμες και να ομορφύνουν τη ζωή μας.
Κάθε «ρωγμή» μπορεί να κάνει τη ζωή μας πιο πλούσια και πιο ενδιαφέρουσα
Αρκεί να βρει κάποιος την ομορφιά που μπορεί να δώσει η ατέλειά μας.
«Ραγισμένοι» φίλοι, μην ξεχνάτε να σταματάτε στην άκρη του δρόμου
Και να απολαμβάνετε το άρωμα των λουλουδιών που φυτρώνουν στη μεριά σας.
Αν ο καθένας μας μετέτρεπε, σαν τη γριά γυναίκας της ιστορίας μας
Τις ατέλειες του διπλανού του σε κάτι χρήσιμο και όμορφο
Σίγουρα ο κόσμος μας θα ήταν καλύτερος!
YouTube Preview Image
Πηγή: lllazaros

Μην κρίνεις τους άλλους από αυτό που βλέπεις Αύγουστος 6, 2012

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 1 comment so far

Την ημέρα της Κρίσεως, όταν ο Θεός θα κρίνει τους ανθρώπους, δε θα κοιτάξει ούτε τα βασιλικά στέμματα, ούτε τα υψηλά αξιώματα.
Θα ζητήσει να εξετάσει τις καρδιές μας. Και τότε, οι πιο ταπεινοί άνθρωποι, ο φτωχός χωριάτης, ο «καραβοτσακισμένος» από τα βάσανα της ζωής άνθρωπος, ο αγράμματος τσοπάνης, ο φυλακισμένος, ο ξενιτεμένος, ο ασθενής, η δυστυχισμένη χήρα, που κάθεται μαζί με τα παιδιά της μέσα στη φτώχεια και τη δυστυχία, γιατί κανείς δεν τους ανοίγει την πόρτα, όλοι αυτοί, αν σήμερα προσεύχονται με δάκρυα στο Θεό, κατά την ημέρα της Κρίσεως θα είναι ανώτεροι από όλους τους ηγεμόνες του κόσμου, τους σημερινούς και τους αυριανούς.

Κάποια μέρα λοιπόν ένας μεγάλος και ένδοξος βασιλιάς έτρεχε στο δρόμο μέσα στη χρυσή του άμαξα, περιστοιχισμένος από τους αυλικούς του. Κι εκεί που πήγαιναν όλοι μαζί, συνάντησαν σε μια γωνιά του δρόμου δύο άνδρες με σκισμένα, βρόμικα ρούχα και πρόσωπα μαραμένα από την άσκηση.
Ο βασιλιάς κατάλαβε αμέσως πως επρόκειτο για αγίους ανθρώπους του Θεού, που το σώμα τους είχε λιώσει από τη νηστεία, τους ασκητικούς αγώνες και την αϋπνία, ενώ η ψυχή τους έλαμπε από το φως του Θεού.
Σταμάτησε λοιπόν αμέσως, κατέβηκε από την άμαξα και έπεσε γονατιστός στα πόδια τους, κάνοντας μετάνοιες. Στη συνέχεια σηκώθηκε και ασπάστηκε το χέρι τους με σεβασμό.
Οι αυλικοί του όμως, δε χάρηκαν καθόλου με αυτό που είδαν. Όλη την ώρα μουρμούριζαν:
-Δες εδώ… Είναι σωστό τώρα αυτό; Ένας ολόκληρος βασιλιάς, και τόσο ένδοξος μάλιστα, να φέρεται έτσι;
-Άκουσον, άκουσον. Να πέσει στα πόδια των ζητιάνων! Πώ πώ ντροπή…
Δεν τολμούσαν όμως να πουν τίποτα στον ίδιο, αλλά πήγαν στον αδελφό του:
-Θα σε παρακαλέσουμε να πεις στο βασιλιά μας, άλλη φορά να μην εξευτελίσει έτσι τη φήμη και το βασιλικό του στέμμα! Αυτό κι αυτό έκανε στο δρόμο που πηγαίναμε…
Κι εκείνος ο καημένος κάποια στιγμή το μετέφερε στον αδελφό του, ο οποίος όμως τον κατσάδιασε για την απερισκεψία και την ανοησία του και τον έδιωξε κακήν κακώς από κοντά του.

Ξέχασα να σας πω ότι ο βασιλιάς αυτός είχε τη συνήθεια, όταν επρόκειτο να τιμωρήσει κάποιον με θάνατο, να στέλνει έξω από το σπίτι του έναν αγγελιαφόρο, για να τον ειδοποιεί με τη σάλπιγγα. Έτσι όποιος άκουγε τον ήχο της σάλπιγγας έξω από την πόρτα του γνώριζε ότι την επόμενη μέρα δε θα ζούσε.
Όταν λοιπόν βράδιασε, ο βασιλιάς έστειλε τον αγγελιαφόρο με τη σάλπιγγα να σαλπίσει έξω από την πόρτα του αδελφού του. Μόλις εκείνος άκουσε τη σάλπιγγα του θανάτου, τρομοκρατήθηκε. Όλη τη νύχτα την πέρασε ξάγρυπνος, μέσα στην αγωνία και την απελπισία! Και ταυτόχρονα, προσπάθησε όπως όπως να τακτοποιήσει όλα τα θέματα του σπιτιού του, ώστε να είναι έτοιμος για ό,τι θα ακολουθούσε.
Όταν ξημέρωσε, φόρεσε όπως και όλα τα μέλη της οικογένειάς του – η γυναίκα και τα παιδιά του – μαύρα, πένθιμα ρούχα κι αμέσως μετά πήγε στον αδελφό του το βασιλιά, κλαίγοντας και στενάζοντας για το τρομερό κακό που τον περίμενε.

Μόλις τον είδε ο βασιλιάς να κλαίει έτσι, τον κάλεσε ιδιαιτέρως, σε κάποιο δωμάτιο.
– Βρε άνθρωπε ανόητε και απερίσκεπτε! του είπε. Εάν εσύ φοβήθηκες τόσο πολύ από τη σάλπιγγα του θανάτου και τον αδελφό σου, που είναι άνθρωπος σαν και σένα και που απέναντί του σε τίποτα δεν έσφαλες ούτε είσαι ένοχος για κάτι, πώς μπόρεσες να κατηγορήσεις εμένα, που ασπάστηκα με ταπείνωση τους αγγελιαφόρους του Θεού μου;
Εκείνοι, βρε, μου υπενθυμίζουν τον θάνατο και τη φοβερή κρίση του Θεού, πολύ περισσότερο από όσο η σάλπιγγα αυτή! Διότι άνθρωπος είμαι κι εγώ κι έχω κάνει πολλά λάθη στη ζωή μου και μεγάλες αμαρτίες ενώπιον του Θεού. Ησύχασε λοιπόν. Μόνο την ανοησία σου ήθελα να σου δείξω και γι’ αυτό σε τρόμαξα με τη σάλπιγγα.
– Συγχώρεσε σε με, αδελφέ μου, που τόσο απερίσκεπτα σε κατέκρινα, του απάντησε ανακουφισμένος εκείνος.
-Εντάξει, αδελφέ μου, σε συγχωρώ. Αλλά σε λίγο θα διαπιστώσεις και μόνος σου την ανοησία εκείνων που σε παρακίνησαν να έρθεις και να μου πεις αυτά τα πράγματα.

Και αφού με τον τρόπο αυτό τον καθησύχασε και τον συνέτισε, τον άφησε να πάει στο σπίτι του. Κατόπιν πρόσταξε τους τεχνίτες του να φτιάξουν τέσσερα ξύλινα κιβώτια. Τα δύο από αυτά τους είπε και τα κάλυψαν ολόκληρα με φύλλα χρυσού, τα γέμισαν με δυσώδη οστά και τα σκέπασαν με επίχρυσο καπάκι.
Τα άλλα δύο τα άλειψαν εξωτερικά με πίσσα, τα γέμισαν με πολύτιμες πέτρες, μαργαριτάρια και άλλα πολύτιμα αντικείμενα και αρώματα και τα τύλιξαν με ένα τρίχινο πλεκτό από μαλλί γίδας.
Ύστερα κάλεσε τους άρχοντες και τους φίλους τους, εκείνους δηλαδή που τον είχαν κατακρίνει, επειδή γονάτισε μπροστά στους ανθρώπους του Θεού. Έβαλε λοιπόν μπροστά τους όλα τα κιβώτια και τους ζήτησε να εκτιμήσουν την αξία αυτών που ήταν επικαλυμμένα με φύλλα χρυσού και των άλλων, που είχαν την επίστρωση πίσσας.
Εκείνοι βέβαια του απάντησαν ότι τη μεγαλύτερη αξία την έχουν τα κιβώτια που ήταν επενδυμένα εξωτερικά με φύλλα χρυσού, πιστεύοντας ότι μέσα τους κρύβονταν θησαυροί, πολύτιμα πράγματα και πολυτελή υφάσματα, ενώ για τα άλλα, που ήταν αλειμμένα με πίσσα, είπαν ότι δεν είχαν καμμία αξία.

– Ήξερα πολύ καλά τι θα λέγατε! τους απάντησε ο βασιλιάς. Μόνο που κάνατε λάθος… Διότι ποτέ δεν πρέπει να κρίνουμε ένα πράγμα ή άνθρωπο από αυτό που εκ πρώτης όψεως βλέπουμε, αλλά πρέπει προηγουμένως να εξετάζουμε το εσωτερικό του, εάν είναι άξιο τιμής ή περιφρόνησης.
Οι άρχοντες τον άκουγαν με απορία: «Τί να εννοούσε, άραγε;».
– Ανοίξτε τα χρυσά κιβώτια! πρόσταξε τους υπηρέτες του.

Και μόλις εκείνοι άνοιξαν τα κιβώτια, ξεχύθηκε από μέσα τους μια ανυπόφορη δυσωδία. Παραξενεμένοι οι αυλικοί πλησίασαν κοντά και διαπίστωσαν πως το περιεχόμενο ήταν πράγματι απωθητικό και αξιοκαταφρόνητο.
– Έτσι ακριβώς μοιάζουν κι εκείνοι που είναι ντυμένοι με ωραία και ακριβά ρούχα και υπερηφανεύονται για τη μεγάλη τους περιουσία και για τη δόξα τους, ενώ η καρδιά τους είναι γεμάτη από έργα πονηρά, αμαρτωλά και βρόμικα, είπε με νόημα ο βασιλιάς.
Αμέσως μετά πρόσταξε ν’ ανοίξουν και τα κιβώτια που ήταν αλειμμένα με πίσσα. Όταν τα άνοιξαν, μία εξαίσια ευωδία πλημμύρισε το δωμάτιο και, πλησιάζοντας οι αυλικοί του, διαπίστωσαν ότι περιείχαν πολύτιμα πράγματα, ακριβά και σπάνια.
– Ξέρετε με τι μοιάζουν αυτά τα κιβώτια; συνέχισε ο βασιλιάς. Με εκείνους τους δύο ταπεινούς ανθρώπους, που ήταν ντυμένοι προχθές με σκισμένα ρούχα, που τα μάγουλά τους ήταν ζαρωμένα και τα πρόσωπά τους χλωμά από την άσκηση και τους κόπους. Κι εσείς τους είδατε και αμέσως με κατακρίνατε, επειδή τους έβαλα μετάνοια.
Όμως εγώ, αντιλαμβανόμενος με τα μάτια της ψυχής την καθαρότητα και τη λαμπρότητα των ψυχών τους, που ήταν άγιες και γι’ αυτό πολυτιμότερες και από το στέμμα μου και από τη βασιλική μου δόξα, ώστε όλα μου τα μεγαλεία να είναι μπροστά τους ένα μηδενικό, τους πλησίασα ταπεινά ζητώντας την ευλογία τους.
Μ’ αυτό τον τρόπο τους δίδαξε ο σοφός βασιλιάς ότι δεν πρέπει ποτέ να κρίνουν την αξία του κάθε πράγματος και του κάθε ανθρώπου από τα εξωτερικά του χαρακτηριστικά, αλλά μονάχα από τα εσωτερικά του γνωρίσματα.

Παρόμοια να κάνουμε λοιπόν κι εμείς και να τιμούμε τους δούλους του Θεού, διότι όλοι είναι αδελφοί Του. Και να μην ξεχνάμε ποτέ πως ο Θεός την Ημέρα της Κρίσεως δεν θα εξετάσει κανενός την όψη, όπως είπε και ο προφήτης Σαμουήλ, όταν εξέλεξε για βασιλιά τον Δαβίδ.
Ο Θεός, όπως και τώρα, έτσι και τότε θα ερευνήσει την καρδιά του ανθρώπου. Και τότε θα δοξασθούν οι ταπεινοί, οι περιφρονημένοι, οι περιγελόμενοι, οι διωγμένοι για τη θεία δικαιοσύνη, οι πτωχοί στο πνεύμα, εκείνοι δηλαδή που πιστεύουν ότι τα έργα τους είναι ελεεινά και άχρηστα, εκείνοι που επιθυμούν να εφαρμόζεται στον κόσμο η θεία δικαιοσύνη καθώς και όλοι όσους εμακάρισε ο Κύριος. Τότε θα λάμψουν όλοι οι περιφρονημένοι, αυτοί για τους οποίους πίστευαν πως ήταν το σκουπίδι της κοινωνίας.
Τα ανόητα και περιφρονημένα του κόσμου θα ντροπιάσουν τα σοφά. Τα μικρά και αδύνατα θα ντροπιάσουν τα δήθεν ισχυρά. Γι’ αυτό λέει ο Σωτήρας μας πως οι τελευταίοι θα γίνουν πρώτοι.
Εκείνοι οι οποίοι θεωρούνται από εμάς ασήμαντοι και αποτυχημένοι, εάν σ’ αυτή τη ζωή προσεύχονται στον Θεό με όλη την καρδιά τους, στη βασιλεία των ουρανών θα λάμπουν περισσότερο και από τον ήλιο! Ενώ οι βασιλείς του κόσμου και οι δυνατοί της γης, εάν δεν πιστέψουν στο Θεό, θα παρουσιαστούν ενώπιόν Του γυμνοί από αρετές και τελευταίοι απ’ όλους. Και αυτή την αντιστροφή των πραγμάτων μαζί με όλα αυτά τα εκπληκτικά γεγονότα θα τα δούμε όλοι μας να συμβαίνουν, διότι ο Θεός είναι δίκαιος και η δικαιοσύνη Του μένει στον αιώνα.

Πηγή: Ιστορίες Γέροντος Κλεόπα σελ, 76-82, Εκδόσεις Άθως
Αναδημοσίευση από: Αναβάσεις