jump to navigation

H ευκολία της …διαγραφής Οκτώβριος 4, 2016

Posted by Αργυρώ Σταθερού in : Αταξινόμητα, Κοινωνία, Οικογένεια / Παιδί, Προσωπικά / Σκέψεις, Σχέσεις, Τεχνολογία / Διαδίκτυο , add a comment

cut-fold-road

Της Αργυρώς Σταθερού

Το να διαγράψει κάποιος ένα φίλο στις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, το facebook ή το twitter είναι ό,τι πιο εύκολο. Πατάει δύο – τρία κλικ και όπως συνηθίζουν να λένε οι νέοι, «άντε γειά…»! Αναρωτιέται, όμως, κανείς αν αυτή η διαγραφή περιορίζεται στις επικοινωνίες με διαδικτυακές επαφές, ή επεκτείνεται στο νέο, σύγχρονο τρόπο γίγνεσθαι. Μήπως με την ίδια ταχύτητα και ευκολία που πιέζει κάποιος τα κλικ στο ποντίκι, «ξεπετάει» και τις σχέσεις του με τους ανθρώπους; Οι εμπειρίες της ζωής δείχνουν πως όσο δύσκολα κτίζονται οι ανθρώπινες φιλίες και σχέσεις, τόσο εύκολα γκρεμίζονται. Η εμπιστοσύνη και ο σεβασμός απαιτούν κόπο σε βάθος χρόνου για να εδραιωθούν και ένας κακός χειρισμός μπορεί να τα καταστρέψει όλα, κυριολεκτικά, σε μια στιγμή. Δεν παίρνει πολύ χρόνο στο σύγχρονο άνθρωπο, που κατά κόρον λειτουργεί σε ταχύτητες που συμβαδίζουν με αυτές της προηγμένης τεχνολογίας, να κόψει μια …σύνδεση. Μόνο που πίσω από ένα ηλεκτρονικό προφίλ κρύβεται ένας άλλος άνθρωπος και όχι ένας, ακόμα, λογαριασμός! Μία οντότητα με αισθήματα, παρελθόν, παρόν και μέλλον. Η διαγραφή μιας επαφής «ελαφριά τη καρδία» σημαίνει απόρριψη ενός προσώπου με διαδικασία «ψεκάστε – σκουπίστε – τελειώσατε» από το οπτικό μας πεδίο και εν κατακλείδι από το μυαλό μας. Ή τουλάχιστον, έτσι νομίζουν μερικοί, πως διαγράφοντας κάποιον από τη λίστα των φίλων τους θα διαγραφεί από το μυαλό και τη ζωή τους. Η καρδιά, όμως, όσο πληγωμένη, διεφθαρμένη κι αν είναι, σκουντάει το νου και αυτός θυμάται.

Τα παλιά χρόνια, όταν δεν υπήρχε η «προηγμένη», ηλεκτρονικού τύπου ενημέρωση μέσω του ίντερνετ, οι άνθρωποι και πάλι μάλωναν, χώριζαν και διέκοπταν φιλίες μακροχρόνιες. Αυτά, όμως, γίνονταν με σχετική ανωνυμία, κάποτε αθόρυβα και χωρίς οι εμπλεκόμενοι να «γίνονταν βούκινο» κοινοποιώντας και εκθέτοντας δημόσια τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους. Ίσως το πολύ – πολύ το μάθαινε η οικογένεια, η γειτονιά και ο μικρός, κοινωνικός περίγυρος που εμπλέκονταν αποκλειστικά μαζί τους. Ακόμα και τα δημόσια πρόσωπα μπορούσαν να έχουν μία ιδιωτική, προφυλαγμένη κατά κάποιο τρόπο ζωή, χωρίς τα φώτα της δημοσιότητας σε κάθε τους βήμα. Αυτό, πλέον, δεν ισχύει ούτε για τους διάσημους, ούτε για τους άσημους, ούτε για κανέναν, καθώς έγινε απόλυτα συνηθισμένη η δημόσια προβολή των πάντων.

Κάποτε κυκλοφορούσαν χαρακτηρισμένες «κουτσομπολίστικες» φυλλάδες (βάση περιεχομένου και κυρίως κοινωνικού ρεπορτάζ) και τώρα όλα τα ενημερωτικά μέσα αδιακρίτως, ακόμα και τα οικονομικά site, μάς τροφοδοτούν με όλων των ειδών, απόλυτα προσωπικές πληροφορίες, εικόνες και αφιερώματα που ξεπερνούν κάθε όριο ιδιωτικότητας, αηδιαστικού ή χυδαίου. Τα πρόσωπα εξευτελίζονται, οι συνήθειές τους, το σώμα τους, οι σχέσεις τους, τα λεγόμενα ή γραφόμενά τους προς τέρψη και διασκέδαση της μάζας που πρέπει να τα ξέρει όλα για όλους και ποτέ δεν ικανοποιείται, ούτε της κάνει εντύπωση πλέον και η πιο «κουφή» και ακραία είδηση, καθώς τα έχει δει και διαβάσει όλα! Ζούμε στην εποχή του απόλυτου ηθικού ξεπεσμού που προβάλλεται ως φυσιολογικός στην κάθε διαστροφή του, γιατί μας γίνεται τόση πλύση εγκεφάλου με περιττή υπερ-πληροφόρηση που, πλέον, σε τίποτα δεν αντιδράμε. (περισσότερα…)

Η Εξομολόγηση του Τραπεζίτη Αύγουστος 13, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Αταξινόμητα , 1 comment so far

Ένας τραπεζικός πηγαίνει να εξομολογηθεί σε έναν ναό. Ένα μεγάλο κρίμα βαραίνει την ψυχή του και τη ζωή του… Συγκινητική ταινία μικρού μήκους από την Ρωσία.

Ιστορίες του κυρίου Κόυνερ Ιούλιος 22, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Αταξινόμητα , add a comment

9-elyssasykessmith-js (3)

Αποσπάσματα από τις «Ιστορίες του κυρίου Κόυνερ», που ξεκίνησε ο Μπρέχτ να γράφει το 1927:

«Τι κάνετε όταν αγαπάτε έναν άνθρωπο;» ρώτησαν τον κύριο Κ.
«Του φτιάχνω ένα σκίτσο» είπε ο κύριος Κ. «και φροντίζω να του μοιάζει»
«Ποιο; Το σκίτσο;»
«Όχι, ο άνθρωπος», είπε ο κύριος Κ.

Ρώτησε κάποιος τον κύριο Κ. αν υπάρχει Θεός, και ο κύριος Κ. είπε:
«Σου συνιστώ να στοχαστείς αν η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα σε κάνει να αλλάξεις συμπεριφορά. Αν δεν πρόκειται ναλλάξεις, τότε το ερώτημα δεν έχει νόημα. Αν πάλι πρόκειται ναλλάξεις, τότε μόνο σε ένα μπορώ να σου φανώ χρήσιμος:να σου πω ότι έχεις ήδη αποφασίσει πως χρειάζεσαι ένα Θεό».

Ο κύριος Κ, σύστησε έναν άνθρωπο σε κάποιον έμπορο:
«Είναι υπεράνω χρημάτων», του είπε.
Σε δύο εβδομάδες, ο έμπορος έπιασε τον κύριο Κ. και τον ρώτησε:
«Τι εννοούσες όταν έλεγες «υπεράνω χρημάτων»;
Ο κύριος Κ. είπε: «Όταν λέω πως ο άνθρωπος που προσέλαβες είναι υπεράνω χρημάτων, εννοώ πως είναι αδύνατον να τον δωροδοκήσεις».
«Α», έκανε λυπημένος ο έμπορος, «Εγώ όμως έχω λόγο να φοβάμαι πως ο άνθρωπος σου είναι ικανός να δωροδοκηθεί ακόμη και από τους εχθρούς μου».
«Αυτό δεν μπορώ να το ξέρω», είπε αδιάφορα ο κύριος Κ.
«Μα πως!», φώναξε εκνευρισμένος ο έμπορος, «αυτός πηγαίνει πάντα με τα νερά μου, τόσο, που ακόμα και εγώ θα μπορούσα να τον δωροδοκήσω!»
Ο κύριος Κ. χαμογέλασε αυτάρεσκα: «Εγώ όμως δεν θα μπορούσα να τον δωροδοκήσω», είπε.

«Με τι ασχολείσθε;» Ρώτησαν τον κύριο Κ.
Και ο κύριος Κ. απάντησε: «Είμαι πολύ απασχολημένος:προετοιμάζω το επόμενο λάθος μου».

Μόνο ένα πράγμα είπε ο κύριος Κ. για το ύφος:
«Πρέπει να μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποφθεγματικά. Το απόφθεγμα είναι απρόσωπο. Ποια είναι τα καλύτερα παιδιά; Εκείνα που σε κάνουν να ξεχνάς τον πατέρα!»

Ο κύριος Κ. δεν γνώριζε επαρκώς τους ανθρώπους και έλεγε:
«Η ανθρωπογνωσία είναι απαραίτητη όταν μπαίνει στη μέση η εκμετάλλευση. Σκέφτομαι θα πει αλλάζω. Όταν σκέφτομαι έναν άνθρωπο, τον άλλαζω, και μου φαίνεται πως δεν είναι έτσι όπως είναι, αλλά ότι ήταν έτσι, όταν έγω πρωτάρχισα να τον σκέφτομαι».

Όταν κρίνει κανείς μόνο από τον εαυτό του, δεν μπορεί να πιστέψει πως πέφτει σε σφάλματα που δεν τον αφήνουν να πάει μπροστά. Γιαυτό πρέπει κανείς να σκέφτεται εκείνους που θα συνεχίσουν το έργο του. Μόνο έτσι αποφεύγει τα αδιέξοδα. []

Ο κύριος Κ.προτιμούσε τη πόλη Β από την πόλη Α.
«Στην πόλη Α», έλεγε, «μαγαπούν, στην πόλη Β όμως, μου φέρονται φιλικά. Στην πόλη Α ήθελαν να μου φανούν χρήσιμοι, στην πόλη Β όμως με χρειάζονταν. Στην πόλη Α μου έκαναν τραπέζια, όμως στην πόλη Β με καλούσαν στην κουζίνα».

Ενας άνθρωπος, που είχε καιρό να δει τον κύριο Κ., τον χαιρέτισε λέγοντας:
«Δεν αλλάξατε καθόλου»
«Αχ!» έκανε ο κύριος Κ. και χλώμιασε.

Ευχαριστίες στον Μπολτσεβίκο

Πηγή: Βιβλίο Ιστορίες του κυρίου Κόυνερ

Το Άγιο Ντελίβερι Μάιος 25, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Αταξινόμητα , 1 comment so far

agio-delivery

Ο Όσιος Ιωάννης ο Ρώσος γεννήθηκε σε ένα χωριό της λεγομένης Μικράς Ρωσίας, περί το 1690 μ.Χ., από γονείς ευλαβείς και ενάρετους. Όταν έφθασε σε νόμιμη ηλικία στρατεύθηκε, ενώ βασίλευε στη Ρωσία ο Μέγας Πέτρος. Έλαβε μέρος στον πόλεμο που έκανε εκείνος ο τολμηρός τσάρος εναντίον των Τούρκων κατά το 1711 μ.Χ., και συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Τατάρους. Οι Τάταροι τον πούλησαν σε έναν Οθωμανό αξιωματικό Ίππαρχο, που καταγόταν από το Προκόπιον της Μικράς Ασίας, το οποίο βρίσκεται πλησίον στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο αγάς τον πήρε μαζί του στο χωριό του.

[] ο αφέντης του Ιωάννη [], αποφάσισε να υπάγει για προσκύνημα στη Μέκκα, τη ιερά πόλη των Μωαμεθανών.

Αφού πέρασαν αρκετές ημέρες από την αναχώρησή του, η σύζυγός του παρέθεσε τράπεζα και προσκάλεσε τους συγγενείς και τους φίλους του ανδρός της, για να ευφρανθούν και να ευχηθούν να επιστρέψει υγιής στον οίκο του από την αποδημία. Ο μακάριος Ιωάννης διακονούσε στην τράπεζα. Παρέθεσαν δε σε αυτή και ένα φαγητό, το οποίο άρεσε πολύ στον αγά, το λεγόμενο πιλάφι, το οποίο συνηθίζουν πολύ στην Ανατολή. Τότε η οικοδέσποινα θυμήθηκε τον σύζυγό της και είπε στον Ιωάννη: «Πόση ευχαρίστηση θα ελάμβανε, Γιουβάν, ο αφέντης σου, αν ήταν εδώ και έτρωγε μαζί μας από τούτο το πιλάφι!». Ο Ιωάννης τότε ζήτησε από την κυρία του ένα πιάτο γεμάτο πιλάφι και είπε ότι θα το έστελνε στον αφέντη του στη Μέκκα. Στο άκουσμα των λόγων του γέλασαν οι προσκεκλημένοι. Αλλά η οικοδέσποινα είπε στην μαγείρισσα να δώσει το πινάκιο με το φαγητό στον Ιωάννη, σκεπτόμενη ή ότι ήθελε να το φάει ο ίδιος μόνος του ή να το πάει σε καμιά φτωχή χριστιανική οικογένεια, όπως συνήθιζε να κάνει, δίδοντας το φαγητό του.

Ο Άγιος το πήρε και πήγε στον σταύλο. Εκεί γονυπέτησε και έκανε προσευχή εκ βάθους καρδίας παρακαλώντας τον Θεό να αποστείλει το φαγητό στον αφέντη του με όποιον τρόπο οικονομούσε Εκείνος με την παντοδυναμία Του. Με την απλότητα που είχε στην καρδιά του ο Ιωάννης πίστεψε ότι ο Κύριος θα εισακούσει την προσευχή του και το φαγητό θα πήγαινε θαυματουργικά στη Μέκκα. Πίστευε, «μηδὲν διακρινόμενος» κατά τον λόγο του Κυρίου, χωρίς να έχει κανένα δισταγμό ότι αυτό που ζήτησε θα γινόταν. Και, όπως λέγει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, «τὰ ὑπερφυῆ ταῦτα σημεῖα συμβαίνουσι τοῖς ἁπλουστέροις τῇ διανοίᾳ καὶ θερμοτέροις τῇ ἐλπίδι», ότι, δηλαδή, αυτά τα υπερφυσικά θαύματα συμβαίνουν σε εκείνους που έχουν απλούστερη διάνοια και είναι θερμότεροι στην ελπίδα την οποία έχουν προς τον Θεό. Πράγματι! το πιάτο με το φαγητό χάθηκε από τα μάτια του Οσίου. Ο μακάριος Ιωάννης επέστρεψε στην τράπεζα και είπε στην οικοδέσποινα ότι έστειλε το φαγητό στη Μέκκα. Ακούγοντας οι προσκεκλημένοι τον λόγο αυτό γέλασαν και είπαν ότι το έφαγε ο Ιωάννης.

Αλλά ύστερα από λίγες ημέρες γύρισε από την Μέκκα ο κύριός του και έφερε μαζί του το χάλκινο πιάτο, προς μεγάλη έκπληξη των οικίων του. Μόνο ο μακάριος Ιωάννης δεν εξεπλάγη. Έλεγε, λοιπόν, ο αγάς πιο οικίους του: «Την δείνα ημέρα (και ήταν η ημέρα του συμποσίου, κατά την οποία είπε ο Ιωάννης ότι έστειλε το φαγητό στον αφέντη του), την ώρα κατά την οποία επέστρεψα από το μεγάλο τζαμί στον τόπο όπου κατοικούσα, βρήκα επάνω στο τραπέζι, σε έναν οντά (δωμάτιο) όπου τον είχα κλειδωμένο, τούτο το σαχάνι (πιάτο) γεμάτο πιλάφι. Στάθηκα με απορία, σκεπτόμενος, ποίος άραγε είχε φέρει εκείνο το φαγητό και προ πάντων δεν μπορούσα να εννοήσω με τί τρόπο είχε ανοίξει την πόρτα, την οποία είχα κλείσει καλά. Μη γνωρίζοντας πως να εξηγήσω αυτό το παράδοξο πράγμα, περιεργαζόμουν το πιάτο μέσα στο οποίο άχνιζε το πιλάφι και είδα με απορία ότι ήταν χαραγμένο το όνομά μου επάνω στο χάλκωμα, όπως σε όλα τα χάλκινα σκεύη της οικίας μας. Ωστόσο, με όλη την ταραχή όπου είχα από εκείνο το ανεξήγητο περιστατικό, κάθισα και έφαγα το πιλάφι με μεγάλη όρεξη, και ιδού το πιάτο που το έφερα μαζί μου, και είναι αληθινά το δικό μας».

Ακούγοντας αυτή τη διήγηση οι οικείοι του Ιππάρχου εξέστησαν και απόρησαν, η δε σύζυγός του, του εξιστόρησε πως ζήτησε ο Ιωάννης το πιάτο με το φαγητό και είπε ότι το έστειλε στη Μέκκα, και ότι, ακούγοντάς τον να λέγει ότι το έστειλε, γέλασαν.

Αυτό το θαύμα μαθεύτηκε σε όλο το χωριό και στη γύρω περιοχή και όλοι θεωρούσαν πλέον τον Ιωάννη ως άνθρωπο δίκαιο και αγαπητό στον Θεό, τον έβλεπαν δε με φόβο και σεβασμό, και δεν τολμούσε κανείς να τον ενοχλήσει. []

Πηγή: Ορθόδοξος Συναξαριστής

Εδώ σε έχω γραμμένο! Απρίλιος 12, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Αταξινόμητα , add a comment

Πρόταση αλλιώτικου ..»γραψίματος», δηλαδή χειρισμού όσων μας στενοχωρούν ή μας θυμώνουν…

agia-prothesi

Σχετική ανάρτηση: Το ιερό ραβασάκι

Πηγή: π. Παύλος Παπαδόπουλος (FB)

Φωτογραφία: Ιερός Ναός Αγίου Μηνά Ναούσης

Ἐσείς τί θά κάνετε τήν Κυριακή; Ιανουάριος 14, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Αταξινόμητα, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

kyriaki-agores

Ὄχι ψώνια τήν Κυριακή 🙂

Πηγή: Κόκκινη Πιπεριά

Τά Τρία Σημαντικότερα Ἐρωτήματα τῆς Ζωῆς Δεκέμβριος 21, 2015

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Αταξινόμητα, Γενικά, Κοινωνία , add a comment

agalma-sea-sunset

Λέοντος Τολστόι

Μια φορά και έναν καιρό, ένας βασιλιάς σκέφτηκε ότι αν ήξερε πάντοτε:
1) την κατάλληλη στιγμή για ν’αρχίζει κάτι, αν ήξερε ποιοι είναι:
2) οι κατάλληλοι άνθρωποι για ν’ ακούει και ποιοι είναι εκείνοι που θά’πρεπε ν’ αποφεύγει και πάνω από όλα:
3) αν ήξερε πάντοτε ποιο είναι το σημαντικότερο πράγμα να κάνει,
δε θα αποτύχαινε σε ό,τι επιχειρούσε.

Και όταν του ήρθε αυτή η σκέψη, φρόντισε να διακηρυχθεί σε ολόκληρο το
βασίλειό του ότι θα έδινε σπουδαία αμοιβή σ’εκείνον που θα του μάθαινε ποια
είναι η κατάλληλη στιγμή για κάθε ενέργεια, ποιοι είναι οι πιο αναγκάιοι άνθρωποι και πως θα μπορούσε να ξέρει ποιό είναι το πιο σπουδαίο πράγμα να κάνει.

Και ήλθαν σοφοί άνθρωποι στο βασιλιά, αλλά όλοι έδωσαν διαφορετικές
απαντήσεις στα ερωτήματα.

Σ’ απάντηση του πρώτου ερωτήματος, μερικοί είπαν ότι για να ξέρει κανείς την κατάλληλη στιγμή για κάθε ενέργεια, πρέπει να φτιάξει προκαταβολικά ένα πρόγραμμα ημερών, μηνών και ετών και να το ακολόυθήσει πιστά.
Μόνον έτσι, είπαν αυτοί, θα μπορούσε να γίνει το κάθε τι στην κατάλληλη στιγμή. (περισσότερα…)

Μια Πίτα – Στυλό παρακαλώ! Σεπτέμβριος 9, 2014

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Αταξινόμητα , 1 comment so far

Καλή σχολική χρονιά!

pita-stylo

Η Πεταλούδα, η Ελευθερία και ο Πόνος Ιούνιος 30, 2014

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Αταξινόμητα, Ορθοδοξία / Εκκλησία, Φύση / Ζώα , 4Σχόλια

petalouda-eleytheria

Ο Ουγκώ διηγείται ότι στο δωμάτιό του μπήκε μια πεταλούδα που αγωνιζόταν να βγει χτυπώντας τα παράθυρο. Προσπάθησα να την πιάσω μα εκείνη έφευγε. Όταν τέλος την έπιασα εκείνη σπαρταρούσε. Ήθελα να της δώσω την ελευθερία, αλλά εκείνη το αγνοούσε και έπασχε πίσω από το τζάμι.

Το ίδιο κάνει και ο Θεός με τον πόνο. Μας συνθλίβει για να μας βγάλει έξω.

Πηγή: Άγγελμα της ημέρας Κ. Κούρκουλα 27-6-2014

Ευχαριστίες στον Σπύρο Γκ.

Το Πέντε στην Εξέταση και ο Γέροντας Πορφύριος Δεκέμβριος 16, 2013

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Αταξινόμητα , add a comment

13th June 149/365 : The Calm before the Storm

Κοιτάζω και ξανακοιτάζω την εικόνα του Γέροντα Πορφυρίου- του Αγίου Πορφυρίου, όπως ακούω να τον λένε οι πιστοί ολόγυρά μου. Κοιτάζω την αγιογραφία του με το φωτοστέφανο και νοιώθω ανόητη. Θεέ μου πόσο ανόητη! Ήταν Άγιος λοιπόν εκείνος ο γέροντας που με υποδεχόταν χωρίς να μιλά όταν έμπαινα στο κελάκι του τρομαγμένη; Ήταν άγιος εκείνο το γλυκό, υπομονετικό γεροντάκι που σεβάστηκε πάντα την άρνησή μου να ακούω συμβουλές τύπου Κατηχητικού και δε μου έδωσε ποτέ καμιά τέτοια συμβουλή; Ήταν Άγιος λοιπόν! Κι εγώ νοιώθω ανόητη γιατί πάντα ήξερα ότι ήταν Άγιος, κι όμως τον φοβόμουν. Ένα παιδί ήμουν όταν τον γνώρισα, με όλα τα θέματα που έχει ένα παιδί που μπαίνει σε μια άγρια μαύρη εφηβεία. Ένα παιδί, μεγαλωμένο με χριστιανικές αρχές που όμως ήθελε να τις γκρεμίσει γιατί δεν του άρεσαν, δεν το ικανοποιούσαν, το καταπίεζαν. Τέτοιο παιδί ήμουν όταν γνώρισα το Γέροντα, γι’ αυτό και καταπιεζόμουν όταν έπρεπε να ακολουθήσω την οικογένειά μου που λαχταρούσε να τον επισκεφτεί. Εκείνα τα Κυριακάτικα μεσημέρια όταν έπρεπε να βγάλω τα αγαπημένα μου τζιν και να φορέσω τη φούστα για να πάω να του φιλήσω το χέρι με εξόργιζαν. Τη θυμάμαι αυτή την οργή που έσκαγε μέσα μου σιωπηλά – γιατί δεν τολμούσα να πω ότι δεν ήθελα να τον δω. Δεν τολμούσα γιατί μέσα μου ήξερα ότι ήταν Άγιος- πώς να αρνηθώ την ευχή ενός τέτοιου ανθρώπου; Κι από την άλλη τον φοβόμουν που ήταν Άγιος. Στην αρχή φοβόμουν γιατί ένοιωθα ότι ήξερε τις σκέψεις και τις πράξεις μου και έτρεμα μην τις αποκάλυπτε στη μαμά μου… Κι όταν κατάλαβα ότι δεν αποκάλυπτε τίποτα, πάλι τον φοβόμουν γιατί πίστευα ότι με έκρινε για όσα είχα κάνει, όσα είχα πει, για ότι ήμουν, ότι δε με ενέκρινε για φιλαράκι του – και γιατί να το έκανε άλλωστε; Είχε ήδη εγκρίνει για φιλαράκια του την αδερφή μου, τη μαμά μου, το μπαμπά μου. Σ’ εκείνους μιλούσε, τους καλωσόριζε, τους έδινε το σταυρό που κρατούσε στο χέρι να τον φιλήσουν. Σε μένα δεν το έκανε… δεν άπλωνε το χέρι να του το φιλήσω… πλησίαζα μόνη μου, τρομαγμένη, καταπιέζοντας τον εαυτό μου να το κάνω και πάντα έφευγα με τρόμο ότι δεν με είχε δεχτεί. Ώσπου ένα μεσημέρι Σαββάτου , η μαμά μου ζήτησε επιτακτικά να ετοιμαστώ για να πάμε στο Γέροντα. Ήθελα να της πω ότι δεν ήθελα να έρθω μα δεν τόλμησα. Κι έτσι φώναξα ότι ήθελα να έρθω με το παντελόνι. Η μαμά μου ήταν ανένδοτη κι έτσι μπήκα οργισμένη στο δωμάτιό μου και πίσω από την ασφάλεια της μοναξιάς μου τον έβρισα. Τον έβρισα τόσο, που μετά από τόσα χρόνια ακόμα ντρέπομαι για όσα είπα μονάχη στο δωμάτιό μου. Μετά, βγήκα φορώντας τη φούστα μου, μπήκα στο αυτοκίνητο, σιωπηλή και πάντα με την ίδια οργή μέσα μου. Όταν φτάσαμε στο κελάκι του, μπήκαμε όλοι μέσα – εγώ απλά τυπικά θα του φιλούσα το χέρι και θα έφευγα τρέχοντας έξω. Εκείνο το απόγευμα ήταν η πρώτη φορά που με χαιρέτησε με το όνομά μου. Έλα Μάρω μου είπε και μου άπλωσε το χέρι. Θεέ μου πόσο μου άρεσε που άκουσα τη φωνή του να με λέει όπως με φώναζαν οι φίλοι μου! Και πόση ανακούφιση αισθάνθηκα, με την υποδοχή του! Ασφαλώς για να με υποδεχτεί έτσι για πρώτη φορά, ενώ εγώ είχα ξεσπάσει εναντίον του στο δωμάτιό μου, μάλλον δεν ήταν Άγιος. Μάλλον δεν ήξερε τι είχα πει…

Κι εκεί που πήγα μια ανάσα ανακούφισης τον άκουσα να μου λέει στοργικά- πολύ στοργικά: Μάρω θα μπορούσες να βγεις λίγο έξω, για να μιλήσω στο μητέρα σου;

Καλύτερα να άνοιγε η γη να με καταπιεί εκείνη την ώρα! Ήμουν σίγουρη ότι, ως Άγιος, όχι μόνο είχε ακούσει όλα όσα είχα ψιθυρίσει, αλλά θα τα έλεγε όλα στη μαμά μου! Βγήκα με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή κι όση ώρα περίμενα απ έξω είχα ετοιμάσει στη σκέψη μου την άμυνά μου: είχα φορτώσει κι ήμουν έτοιμη για μάχη! Κι όμως καμιά μάχη δε συνέβη. Δεν ξέρω τι της είπε, ξέρω όμως ότι όταν βγήκε από το κελάκι η μαμά μου μού ζήτησε συγγνώμη χωρίς να μου εξηγήσει γιατί. Ξέρω ακόμα ότι δεν μου επέβαλε ποτέ ξανά να πάω μαζί τους στο Γέροντα. Μόνη μου πήγαινα, από ντροπή, γιατί δεν άντεχα στην ιδέα ότι δεν ήθελα να πάω, γιατί ζήλευα τη σχέση που είχε η αδερφή μου μαζί του κι ας μην τον πήγαινα! Ήθελα να τον αγαπάω κι ας μην τον αγαπούσα. Ήθελα να ένοιωθα την ευλογία του κι ας μην την ένοιωθα! Ήθελα να με θεωρήσει φιλαράκι του κι ας μην αισθανόμουν ότι ήταν δικός μου φίλος. Έπρεπε να βγω από το σκοτάδι της εφηβείας μου για να καταλάβω με ντροπή ότι εκείνος με είχε αποδεχτεί, έτσι όπως ήμουν. Κατάλαβα πως όταν δεν μου άπλωνε το χέρι να το φιλήσω, το έκανε όχι από αποδοκιμασία αλλά από αποδοχή. Στη μεταξύ μας σχέση εκείνος ήταν ο ειλικρινής κι εγώ η ψεύτικη. Εγώ πλησίαζα κι ας μην ήθελα, εκείνος όμως δεν άπλωνε το χέρι επειδή σεβόταν το φόβο και την αντίδρασή μου. Εγώ καταπίεζα τη Μάρω, ενώ εκείνος την αποδεχόταν κι έκανε αυτό που η Μάρω ήθελε… Ακόμα και την οργή μου εκείνος την ερμήνευε σαν προσευχή. Δε μου έκανε καμιά νύξη για το Χριστό, δε μου έδωσε καμιά συμβουλή, δε μου μίλησε για θαύματα για να με πείσει. Κι όμως ξέρω πια ότι αυτή η σιωπή ήταν η πιο τρανή απόδειξη ότι με είχε αποδεχτεί σα φιλαράκι του, έτσι όπως ήμουν. Ίσως γι’ αυτό ήταν ο μόνος που δεν αντέδρασε όταν πέρασα στη Θεολογία. Όλοι οι άλλοι, φίλοι συγγενείς θορυβήθηκαν: Η Μάρω στη Θεολογία? Ακόμα κι εγώ η ίδια δεν ήξερα γιατί είχα βάλει τη Θεολογία ως πρώτη επιλογή. Εκείνος όμως δεν είπε τίποτα. Ούτε με συνεχάρη, ούτε θριαμβολόγησε. Κράτησε την ίδια σιωπηλή, ξεκάθαρη στάση που επιθυμούσε η ψυχή μου. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι βλέποντας το αγρίμι μέσα μου, με ανέθεσε απευθείας στο Θεό κι αυτό είναι για μένα η μεγαλύτερη απόδειξη ότι με ένοιωθε φιλαράκι του…

Αυτή τη σχέση την παθιασμένη την είχα με το Γέροντα ως το τέλος. Εγώ δε μαλάκωσα ποτέ κι εκείνος δεχόταν πάντα την ορμή μου σαν δείγμα αγάπης. Τον ξαναπρόσβαλα το Γέροντα, άλλη μια φορά και πάλι πίσω από την πλάτη του – ως γνήσια θρασύδειλη! Πάλι Σάββατο ήταν κι εγώ ήμουν φοιτήτρια πια και είχα εξεταστική. Τη Δευτέρα έδινα μάθημα και στις 9 το βράδυ του Σαββάτου έμαθα ότι είχα διαβάσει λάθος ύλη. Πανικοβλήθηκα κι όταν η μαμά μου προσπαθώντας να με ηρεμήσει μου είπε «Βρε τι σκας? Αφού έχεις το Γέροντα!», εγώ έγινα ηφαίστειο που έσκασε: «Δε μας παρατάς με το Γέροντά σου! Τι να μου κάνει τωρα ο Γέροντας;» Εκείνη την ώρα χτύπησε το τηλέφωνο κι όταν άκουσα τη μαμά μου να λέει: Γέροντα!… ναι εδώ είναι η Μάρω. Δίπλα μου!» ήθελα να έχει το πάτωμα μια καταπακτή για να χωθώ μέσα! Σα βρεμένο γατί πήρα το ακουστικό και η φωνή μου που τόσο στεντόρια τον είχε αμφισβητήσει, τώρα είχε γίνει ψίθυρος. Την απορία του δε θα την ξεχάσω ποτέ: «Άραγε, ποια από τις δυο σας με επικαλέστηκε στ’ αλήθεια;» με ρώτησε, σα να ήθελε να με διαβεβαιώσει ότι εκείνος ως Άγιος δεν άκουγε λόγια του στόματος αλλά της ψυχής… «θα μπορούσες να έρθεις αύριο να διαβάσεις εδώ;» με ρώτησε με μια ευγένεια που όμοιά της δεν έχω συναντήσει. Είπα ναι, όλο ντροπή και χωρίς άλλα λόγια έκλεισε το τηλέφωνο. Το άλλο πρωί στις 7 ήμουν με τους γονείς μου στη Μαλακάσα. Ο Γέροντας είχε δώσει εντολή να ανοίξουν ένα γραφείο για να περιμένω- κι ας είχε λειτουργία στο Ναό. Εκείνος με αποδεχόταν όπως ήμουν… Όταν με δέχτηκε στο κελάκι, μετά τις 10, πάλι δεν είχε πολλά λόγια: «Αχ και να πίστευες λίγο! 10 θα έγραφες!» μου είπε απαλά κι άνοιξε το βιβλίο τέσσερις φορές. «δεν πειράζει όμως. Και το 5 καλό είναι!»

Από τα τέσσερα θέματα διάβασα τα δύο. Τα άλλα τα βρήκα ανούσια και χαζά! Έπεσαν και τα τέσσερα κι εγώ πήρα 5! Καλό ήταν! Καλό μου έκανε! Άλλωστε πάντα με το Γέροντα 5 έπαιρνα. Το παραπάνω δεν το αντέχω, ούτε το αξίζω και το ξέρω. Μου αρκεί όμως αυτό το 5… με κάνει να νοιώθω ότι τον έχω κοντά μου κι αυτό μου αρκεί. Όσο για το ότι είναι Άγιος; Το ξέρω μα δε το αντέχει το μυαλό μου… ο γέροντας ήταν άγιος πάντα , μόνο ένας Άγιος θα άντεχε κάποιαν σαν εμένα. Για μένα είναι Άγιος μα παραμένει ο Γέροντας, ο δικός μου Γέροντας, αυτός που χρησιμοποιεί την απιστία και τον εγωισμό και την αμφιβολία μου ως μέσα για να επικοινωνήσει μαζί μου. Είναι ο Γέροντας που δε με μάλωσε ποτέ, δε με κολάκεψε ποτέ, δε με εγκατέλειψε ποτέ μα μόνο με τα εντελώς απαραίτητα λόγια. Είναι ο Γέροντας που δε μου απαντά όταν απευθύνομαι σ’ αυτόν από υποκριτικό καθωσπρεπισμό και που με καλωσορίζει πάντα όταν του μιλάω απλά ως Μάρω…

Πηγή: Επτάλοφος