jump to navigation

Το Καλοκαίρι και η «Βία της Ευτυχίας» Ιούλιος 20, 2017

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Κοινωνία , 1 comment so far

[] Πάντα με ρωτούσαν μα γιατί δεν πας διακοπές ή που θα πας; Όχι δεν ένιωσα ποτέ την ανάγκη σώνει και καλά επειδή είναι καλοκαίρι να πάω διακοπές. Το θεωρώ ωραίο αλλά όχι επιβεβλημένο. Και γενικά δεν μπορώ αυτό το άγχος του πρέπει, του σωστού, του μαζικού, την ομαδική χαρά «αυτό είναι το σωστό». Για σένα ίσως, για σας ναι, για μένα όχι. Λέει λοιπόν η Κατερίνα Τζάβαλου πάνω στο ίδιο θέμα, «Σε πειράζει που εφέτος δεν θα κάνεις διακοπές λόγω θεάτρου; «Καθόλου! Ποτέ δεν με ένοιαζε πού θα πάω διακοπές, όλο αυτό το μαζικό άγχος, ότι πρέπει οπωσδήποτε να πας κάπου και να περάσεις καλά το καλοκαίρι, δεν με εκφράζει. Κι αυτό ψυχαναγκαστικό είναι και εμείς οι Έλληνες το έχουμε σε τεράστιο βαθμό. Έχω μείνει πάρα πολλά καλοκαίρια στην Αθήνα κι έχω περάσει τέλεια…»

Συμφωνώ απόλυτα μαζί της. Καθε τι που εχει μέσα την φράση «πρέπει» εμένα με αποδυναμώνει μονο στο άκουσμα του. Δεν θέλω να «πρέπει να ειμαι χαρούμενος», να «πρέπει» να περνάω καλά, να πρέπει να παω κάπου. 

Ζητώ αυτη την ελευθερία της τεμπελιάς, την αναρχία της βαρεμάρας, του να εχω την δυνατότητα να μην κάνω τιποτα ή να τα κάνω όλα, αλλα ωστόσο να αποφασίζω εγώ. Θέλω να επιτρέπω στο ευατό μου να ζει αυτο που αισθάνεται. Εαν θελει να γελάσει να το πράξει εαν θελει να κλάψει επίσης. Εν νιώθει οτι θέλει διακοπές να τις κάνει εαν όμως θελει να μεινει στην Αθήνα ή Θεσσαλονίκη ή οπου αλλού μένει ο καθένας και να περάσει εκεί καλα με φιλους και αδέσποτα ας το κανει. 

Πρέπει να αντισταθούμε σε αυτη την βία της «ευτυχίας». Για να είμαι καλά χρειάζεται να επιτρέπω στο ευατό μου ενίοτε να μην είναι καλά, για να γελάσω με την καρδια μου, πρέπει να σεβαστό οτι κάποιες στιγμές εχω την ανάγκη να κλάψω και για να κερδίσω οτιδήποτε στην ζωή αυτή, βασική προϋπόθεση είναι οτι θα πρέπει να μάθω να χάνω. Ισως τις περισσότερες φορες. Μα έτσι θα είμαι ένας φυσιολογικός άνθρωπος, μακριά απο την εμμονη και το άγχος του «πρέπει» και του «σωστου», εκείνου που κάνουν ή λένε οι πολλοί. Ο πιο μεγάλος αγώνας στου κόσμου την συνάφεια ειναι να μην χάσεις το κέντρο σου, δηλαδή την μοναδική δικιά σου αλήθεια. Το «θέλω» και «μπορώ» να ειναι δικο σου και οχι δανεισμένο απο καρδιές ξένες…

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος – Λίβυος (FB)

Οι Δύο Όψεις του Πόνου Μάιος 30, 2017

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 1 comment so far

Πονάμε πολύ. Υποφέρουμε. Μα κάπου εκεί βαθιά μέσα μας, μια φωνή μας λέει, «κράτα, μην φοβάσαι, πρέπει να το περάσεις, σου χρειάζεται για το ταξίδι.» Σήμερα νιώθεις γυμνός. Κρυώνεις πολύ. Ναι το ξέρω. Μα αύριο αυτή η εμπειρία θα είναι το ρούχο που θα ζεστάνει την καρδιά σου, και θα αλλάξει την ζωή σου. Θα το δεις, αυτό που σήμερα σε πληγώνει αύριο θα σε δυναμώνει…

[]

Ξέρεις τα φωτοστέφανα που ποθείς τι σταυρό έχουν; Τα χαρίσματα, με τι παθήματα ανθίζουν; Ξέρεις οι μεγάλοι έρωτες τι πόνο κρύβουν; Εκείνα τα σ» αγαπώ” με τι χείλη ξεραμένα στην μοναξιά προφέρονται; Και αυτά τα γέλια που ακούς, γνωρίζεις σε τι κλάμα ξεπλένονται; Πίσω από τον παράδεισο είναι η κόλαση, και πίσω από το χαμόγελο όλα εκείνα που μας πόνεσαν πολύ…

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος

Πίσω ἀπό τίς εἰκόνες τῶν Ἁγίων Νοέμβριος 20, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 1 comment so far
Παναγία η μητέρα
Μόνο ένα πράγμα θα σας ζητήσω να έχετε στην σκέψη σας καθώς θα προσκυνάτε την εικόνα ενός αγίου ή αγίας: ότι πίσω από το φωτοστέφανο που εσείς βλέπετε, καμαρώνετε και παρηγορήστε, να θυμάστε ότι ο άγιος υπήρξε πρόσωπο που πάλεψε πολύ με τον εαυτό του. Που η σχέση με τον Θεό του στοίχισε και τον «τσάκισε». Στα λαμπερά μάτια των εικόνων, να βλέπετε τον ανείπωτο πόνο του σταυρού, τις νύχτες τις απόλυτα μοναχικές που το ξημέρωμα έμοιαζε ως λύτρωση. Γι αυτό όταν φιλάτε τις εικόνες των αγίων μην ζητάτε μόνο, πείτε κι ένα ευχαριστώ, ένα σε αγαπώ γι αυτά που πέρασες και είσαι…..
 
Πηγή: π.λίβυος

Τό Ἄρωμα τῆς Ἁγιότητας Νοέμβριος 7, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 1 comment so far

leipsana-agiwn

Πριν μερικά χρόνια βρισκόμουν στον Άγιον Όρος και συγκεκριμένα στην μονή Οσίου Γρηγορίου. Την νύχτα ένιωσα μια θλίψη. Σύνηθες για τον ψυχισμό μου, που ωστόσο όμως ήταν πολύ έντονη σε σημείο να στραγγίζει μια μια τις ανάσες ψυχραιμίας μου. Φοβήθηκα πετάχτηκα όρθιος από το κρεβάτι και βγήκα στην αυλή της μονής. Καθώς περιφερόμουν, είδα φίλο ενάρετο ιερομόναχο ο οποίος περνούσε από την αυλή με προορισμό το κελί του. Ήταν ώρα ξεκούρασης.
«Τι κάνεις εδώ» μου λέει τέτοια ώρα;
«Εεε τι να κάνω, φόβος γέροντα» του λέω, «και ταραχή». «Μάλιστα» είπε προβληματισμένος. «Έλα μαζί μου», μονολόγισε και αμέσως έστριψε το κορμί του.
«Που;» του απάντησα γεμάτος απορία. «Ελα, ελα να πάμε κάπου όμορφα».
Με πήρε και αφού περπατήσαμε στους χαμηλά φωτισμένους διαδρόμους της μονής, φτάσαμε σε ένα μικρό εκκλησάκι. Μπήκαμε στο ναό. Κάθισε εδώ μου λέει και περίμενε. Εισήλθε στο ιερό. Σε λιγάκι βγήκε κρατώντας στα χέρια του, μια κάρα. Γονάτισα και εναπόθεσε αυτή επί της κεφαλής μου.
Τον άκουσα που κάτι ψιθύριζε, όπως η μάνα νανουρίσματα στα παιδικά αυτιά μας όταν θέλει να μας ηρεμήσει. Προσευχόταν για μένα. Ίσως να μην υπάρχει πιο αγαπητική πράξη.
Μαλάκωσα. Ειρήνευσα.
«Προσκύνησε» μου λέει. Σηκώνομαι, σκύβω και ασπάζομαι την κάρα. Τι… άρωμα ήταν αυτό Θεέ μου. Τι ευωδία!! Τρύπησε τα ρουθούνια μου. Εισήλθε εντός μου. Φώτισε τον κήπο της καρδιάς μου και δρόσισε την ξεραΐλα της θλίψης. Όλα έγιναν αλλιώς. Χαμογέλασα. Σημείο της παρουσίας του Θεού. Ήταν η κάρα της Αγ. Αναστασίας της Ρωμαίας που γιορτάζει στις 29 Οκτωβρίου. Αύριο δηλαδή και την θυμήθηκα. Καθώς θυμήθηκα και κάτι άλλο, ότι υπάρχουν πολλά όμορφα αρώματα μα σαν εκείνο της αγιότητας δεν υπάρχει…


Πηγή: π.λίβυος

Ευχαριστίες στην Ιωάννα Ι.

Η Ευλογία της Καταστροφής Σεπτέμβριος 7, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 1 comment so far

melagxolia-parathyro

Είναι σκληρό να κοιτάς τον ουρανό, να μιλάς στο Θεό, και να αισθάνεσαι την απόλυτη σιωπή. Να νιώθεις μοναξιά που σκοτεινιάζει κάθε κύτταρο της ύπαρξης σου. Εκείνη την στιγμή δεν μπορείς να κάνεις κάτι. Νιώθεις θλίψη και πλήρη ακινησία. Καμία όρεξη για ζωή. Μα και η πίστη σου χαμένη σε μαύρες σκέψεις και θύελλες λογισμών. Όμως, να θυμάσαι, μετά από λίγο καιρό ίσως και χρόνια, με τα ίδια μάτια, θα κοιτάς τον ουρανό και πάλι, και θα λες στο Θεό: «Σε ευχαριστώ Θεέ μου που δεν με άκουσες τότε και δεν έκανες αυτά που σου ζητούσα. Σε ευχαριστώ όπως λέει και ένας φίλος μου, «που με άφησες να καταστραφώ και βρήκα τον εαυτό μου».

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος (FB)

Η Μυστική Θύρα του Πόνου Αύγουστος 10, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

ponos-monaxia-dakrya

Πόνεσες, κοιμήθηκες μερόνυχτα στην κόλαση, αισθάνθηκες να χάνεις τα λογικά σου και να ουρλιάζεις δίχως λέξεις, το κορμί σου ένιωσες να τρυπάει στην μοναξιά, χιλιάδες φορές κατέρρευσες μα κι άλλες τόσες αναστήθηκες και τώρα είσαι εδώ να κοιτάς μια νέα μέρα που σε καλημερίζει. Πλέον, νομίζω να κατάλαβες, ότι ο πόνος έχει μια μυστική θύρα, μέσα από την οποία εισέρχεται, ο άνθρωπος, ο άγιος, ο σοφός. Εκεί μαθαίνεις και βλέπεις αυτά που οι άλλοι απλά κοιτάζουν, και αισθάνεσαι εκείνα που λίγες καρδιές σε αυτή την ζωή θα νιώσουν, γιατί απλά παρέα με τον πόνο θα κάνεις μακροβούτια στο βυθό την στιγμή που οι άλλοι απλά θα παίζουν επιφανειακά με τα κύματα. Και να θυμάσαι, ότι η θέα είναι στα υπόγεια και ο παράδεισος γεννιέται μες στην κόλαση. Όταν εσύ θα ανθίζεις πολλοί από τους επικριτές σου, θα σαπίζουν μες στην «ευτυχία» τους….

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος – Λίβυος (FB)

Μοιάζεις αδύναμος κι όμως είσαι ο νικητής… Αύγουστος 1, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 3Σχόλια

self-puzzle

Σε όλη την ζωή μας, προσπαθούμε να ολοκληρώσουμε ένα όνειρο, το όνειρο των άλλων για εμάς. Δεν το συνειδητοποιούμε, παρά μονάχα σε κάτι ύστατες στιγμές. Στιγμές όπου πλέον ο θάνατος είναι τόσο κοντά που τα χνώτα του μυρίζουν απαίσια ξερατά από στιγμές που δεν ζήσαμε και δεν υπήρξαμε αληθινοί ή τίμιοι με τον εαυτό μας.

Εκεί, στην ολική απογύμνωση, στην μοναξιά που θέλει να σε καταπιεί, δίχως άμυνες και πανοπλίες, αρχίζεις να βρίσκεις κάτι μοναδικά δικό σου. Την ώρα εκείνη, που μοιάζεις τόσο αδύναμος κι όμως είσαι ο νικητής.

π.λίβυος

Η Τελειότητα των Συζύγων Ιούλιος 28, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία, Σχέσεις , 5Σχόλια

Your-own-way

Ο άλλος δεν είναι ο Θεός σου αλλά ο άνθρωπος σου, μην ζητάς τελειότητα γιατί δε μπορεί να στην προσφέρει.

π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος (FB)

Φωτογραφία: Erik Johansson

Η Πανοπλία του Αγίου Ιούλιος 25, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Ορθοδοξία / Εκκλησία , 1 comment so far

souper-manolis

Η αγιότητα προϋποθέτει αρχικώς και κυρίως την παραίτηση από κάθε ίχνος δύναμης, την πλήρη απογύμνωση. Η αδελφή μου είχε παραιτηθεί από όλα, δεν διεκδικούσε τίποτα, δεν ήθελε να πετύχει τίποτε. Ήταν η πρώτη και έγινε έσχατη. Της αρκούσε να ξημερωθεί καλά. Κάθε μέρα ήταν μια νέα μέρα, όπου όλα άρχιζαν από την αρχή. Ο άγιος πορεύεται μέσα στον κόσμο γυμνός και ανυπεράσπιστος. Ξαρμάτωτος…

π. Λίβυος

Η επέτειος ενός «Τρελού» Ιούλιος 4, 2016

Posted by Ζωντανό Ιστολόγιο in : Λογοτεχνία - Ποίηση, Ορθοδοξία / Εκκλησία , add a comment

reflecting

Περπατούσε μέρα και νύχτα στους δρόμους της πόλης σαν αερικό. Στο ένα χέρι ένα ποτήρι μπίρα και στο άλλο ένα ατελείωτο τσιγάρο. Γελούσε και κουβέντιαζε με σκιές. Έβριζε την μοίρα του και κοιμόταν όπου έβρισκε. Το καλοκαίρι σε παγκάκια κάτω από δέντρα και το χειμώνα σε εισόδους πολυκατοικιών. Είχε σπίτι. Το πατρικό του, αλλά σπάνια πήγαινε. Άντε για κανένα μπάνιο. Ίσως σε κάποια μεγάλη επέτειο, όπως έλεγε. Δίπλα του σε κάθε βήμα υπήρχαν σκυλιά. Άλλοτε γάτες. Μερικές φορές κρατούσε ποντίκια. Τα μεγάλωνε μέσα στις μεγάλες και βαθιές τσέπες του σκισμένου και λιγδιασμένου σακακιού του. Σόκαρε. Του άρεσε να προκαλεί τον φόβο στους νοικοκυραίους. Στους «καθώς πρέπει» πολίτες, που σέβονταν τους νόμους και κυρίως ήταν «εχέφρονες». Ενώ εκείνος για όλους ήταν ο «τρελός» της γειτονιάς.
Εγώ τον γνώρισα στο καφενείο. Καθόταν όπως πάντα μόνος. Βυθισμένος στις σκέψεις. Στο δεξί του χέρι ένα ποτήρι αλκοόλ. Στο αριστερό ένα τσιγάρο το οποίο δεν έσβηνε ποτέ. Λες και είχε τάμα την καταστροφή του. Έπαιρνε τη μπίρα στο χέρι και πηγαινοερχόταν με βιαστικά βήματα μες στο μαγαζί. Καμιά φορά, άμα αισθανόταν πιο καλά έπαιζε κανένα τάβλι. Γελούσε με την ψυχή του. Εάν κέρδιζε την παρτίδα, ένιωθε σπουδαίος και καυχιόταν για τις επιδόσεις του.
Λένε ότι όλα ξεκίνησαν όταν ήταν έφηβος. Τότε χάθηκε στους λαβυρίνθους του μυαλού του. Άρχισε να μιλάει με σκιές. Να ακούει φωνές. Φανταζόταν σκηνές που προβάλλονται κάθε αργά στο βουβό σινεμά του πόνου του. Παρ’ όλα αυτά ήταν ειρηνικός και άκακος. Ήσυχος και αθόρυβος. Μιλούσε και χαμογελούσε σε όλους. Όταν τον χαιρετούσες άνθιζε το πρόσωπό του. Μονάχα με ορισμένους ήταν κάπως επιφυλακτικός και απόμακρος. Ένιωθε με ένα δικό του τρόπο την σκληρότητα που έκρυβαν.
–Αυτούς να τους προσέχετε, συμβούλευε τους θαμώνες του καφενείου. Είναι κακοί άνθρωποι. Κάτω από την γραβάτα υπάρχει βρωμιά. Μυρίζει η καρδιά τους πονηριά.
Παρ’ όλα τα προβλήματα του, δεν έπαψε ούτε μια στιγμή να πλάθει όνειρα. Να κοιμάται στην αγκαλιά της προσωπικής του ελπίδας. Να πίνει πρωινό με πρόσωπα της φαντασίας του και να κοιμάται στις γλυκιές αγκαλιές των ονείρων του.
Αυτοί τουλάχιστον νοιάζονται για κείνον. Τον γλυκοχαιρετούσαν και τον πρόσεχαν. Και ας μην υπήρχαν. Οι άλλοι, οι «κανονικοί», τον κυνηγούσαν. Κρυφά τον λοιδορούσαν. Κι αυτά τα βλέμματά τους, πόσο πολύ τον τυραννούσαν. Γεμάτα οίκτο και λύπηση. Απόρριψη και περιφρόνηση που κόβει σαν τζάμι. Γι’ αυτό και δεν τους κοιτούσε στα μάτια. Σχεδόν καθόλου. Είχε σκυμμένο το κεφάλι και μετρούσε τα βήματά του στα σοκάκια των μονολόγων του. Λες και περίμενε ν’ αλλάξει ο δρόμος της ζωής του.
Ένα βράδυ τον κέρασα μια μπίρα. Την δέχτηκε με χαμόγελο. Έστρεψε το πρόσωπό του και με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια, σπάνιο φαινόμενο για εκείνον. Λες και ήθελε να μου κάνει κάποια μεγάλη δήλωση. Μια σπουδαία ανακοίνωση.
– Φίλε, αύριο έχω επέτειο.
– Τι επέτειο, βρε ; του απάντησα με απορία. Μήπως εννοείς γενέθλια;
– Όχι. Επέτειο. Ξέρω τι σου λέω. Σαν αύριο της Σταυροπροσκύνησης γεννήθηκα. Ήταν η μέρα που ήρθα στην ζωή. Κανείς δεν χάρηκε. Κανείς δεν γέλασε. Ήταν όλοι τους βουβοί και τρομαγμένοι.
– Πού το ξέρεις, ρε; Γιατί το λες;
– Ναι, ξέρω τι σου λέω. Κανείς δεν χάρηκε. Μου το είπε ο μεγάλος μου αδελφός.
Δεν ήθελαν άλλο παιδί και εγώ τούς έτυχα. Από τύχη γεννήθηκα. Θύμωσαν μαζί μου. Ντρεπόντουσαν για μένα. Δεν με ήθελαν. Η μάνα ντρεπόταν να με θηλάσει. Πήρε φάρμακα για να σταματήσει τον θηλασμό. «Σε τέτοια ηλικία να δείχνω τα στήθη μου; Ντροπής είναι». Σε αυτό συμφωνούσε και η γιαγιά μου. Η μάνα του πατέρα μου. Δύστροπη και σκληρή γυναίκα. Έζησε σε εποχές όπου το κορίτσι θεωρούταν κατάρα για μια οικογένεια. Η δε ζωή
της γυναίκας σκέτη κόλαση. Υποταγή, υποτέλεια, βία και περιθώριο. Λίγο καλύτερα από τα ζώα της φαμίλιας. Έτσι η γιαγιά μισούσε την ζωή. Οτιδήποτε είχε σχέση με την χαρά της ζωής. Δεν έζησε αυτή, δεν χάρηκε, κανείς να μην χαρεί. Αυτό ήταν το κρυφό της δόγμα. Έλεγε και ξανάλεγε στη μάνα μου, «Τι το θέλατε το παιδί σε τέτοια ηλικία; Να σας κοροϊδεύει ο κόσμος ότι δεν μπορείτε να κάνετε καλά τις ορμές σας; Ρεζίλι γίναμε σε όλο το χωριό».
Προσπάθησαν να με ρίξουν πολλές φορές. Τι μπουνιές έδινε ο πατέρας στην κοιλιά της μάνας, τι βίαιες και κουραστικές δουλειές τίποτα. Δεν έλεγα να το κουνήσω. Μέσα εκεί, γραπωμένος από την ζωή. Λένε οι παλιοί ότι άμα είναι να παιδευτείς, θα παιδευτείς. Δεν την γλυτώνεις. Και εγώ, φίλε μου, παιδεύομαι από την πρώτη ανάσα ζωής.
Κατάλαβες τώρα γιατί σού λέω ότι δεν με ήθελες κανείς; Αυτό το βασανιστικό ερώτημα στοίχειωσε μέσα στην ύπαρξή μου. Ξημερώνει, βραδιάζει και εγώ διερωτώμαι, «Με θέλεις κανείς;». Μόλις τελείωσε την φράση αυτή πετάχτηκε πάνω λες και τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα.
– Άντε, καληνύχτα. Ευχαριστώ για την μπίρα.
Μέχρι να σηκωθώ είχε χαθεί τρέχοντας στα παρακάτω στενά γύρω από το καφενείο. Είχε τους δικούς του ρυθμούς, τα δικά του όρια και πάνω από όλα τον δικό του κόσμο που δεν χωρούσαν καθωσπρεπισμοί. Όλα ήταν ελεύθερα, αυθεντικά.
Αγαπούσε ιδιαίτερα τα παιδιά, τους παππούδες και τα αδέσποτα ζώα. Όλους τούς αδύναμους. Ένιωθε ότι συγγένευαν μαζί του. Μια σχέση πέρα από το μυαλό και την λογική έρεε μέσα του με αυτές τις υπάρξεις. Το πατρικό του σπίτι το είχε γεμίσει σκύλους και γάτες. Χελώνες, μικρές κουκουβάγιες και νυχτερίδες. Περνούσε, τα τάιζε και έπειτα χανόταν και πάλι στους δρόμους. Είχε συμφιλιωθεί απόλυτα μαζί τους. Ο κόσμος της λογικής τον είχε απορρίψει. Ο κόσμος όμως της «αλόγου» φύσεως τον είχε αγαπήσει και εντάξει απόλυτα στην κοινωνία του.
Τα βράδια, έπαιρνε κάποιο από τα σκυλιά του σπιτιού και κατέβαινε σε φτωχογειτονιές της πόλης. Όπου έβρισκε μια γριά ή ένα γέρο μόνο του βουτηγμένο στην μοναξιά, τον αγκάλιαζε, του έκανε αστεία και καθόταν για παρέα. Έπαιρνε μπίρες από το περίπτερο και κουβέντιαζε με τις ώρες μαζί τους. Έλεγε ότι, επειδή ένιωθαν τελειωμένοι, ήταν ωραίοι. Η σωματική αδυναμία άνθιζε μια δύναμη στην ψυχή τους. Του άρεσε η παρέα τους.
– Να σου κάνω, παιδί μου, ένα καφεδάκι;
– Όχι, ρε θεία, τι να τον κάνω τον καφέ; Ο καφές είναι για κείνους που θέλουν να θυμούνται. Εγώ προτιμώ να ξεχνώ. Να μην σκέφτομαι. Να ησυχάζει ο νους μου. Έτσι η μπιρίτσα κάνει καλύτερη δουλειά. Με ζαλίζει. Θολώνει το μυαλό και δεν καταλαβαίνω τίποτα. Με νιώθεις;
Οι γερόντοι έγνεφαν συγκαταβατικά κι ας μην καταλάβαιναν τίποτα απολύτως. Η ουσία γι’ αυτούς ήταν ότι είχαν μια παρέα. Έναν άνθρωπο να πουν μια κουβέντα. Για τα περασμένα μεγαλεία τους, τους άνδρες που τις τυραννούσαν, για τα παιδιά τους που έλειπαν στα ξένα. Οι περισσότεροι για την εγκατάλειψη που ένιωθαν.
Εκείνος τούς άκουγε. Δεν μαρτυρούσε τα μυστικά τους και το κυριότερο δεν απέρριπτε κανένα. Αντιθέτως τους έδινε με τον δικό του τρόπο δύναμη.
– Έλα, μωρέ θεία. Όλοι λίγο πολύ σταυρωμένοι είμαστε σε αυτό τον ντουνιά. Κάθε σπίτι και καημός. Κάθε άνθρωπος και βάσανα. Είδες εσύ κανένα να μην κουβαλάει σταυρό; Δες και εμένα που είμαι ένα ρεμάλι. Κανείς δε με υπολογίζει. Όλοι με λυπούνται και με φωνάζουν, «τρελό», «κακομοίρη», «άχρηστο». Εντάξει όμως. Ζω και εγώ. Αντέχω. Έφτιαξα τον δικό μου κόσμο και είμαι πρίγκιπας.
Αύριο ξημέρωνε της Σταυροπροσκύνησης. Γιόρταζε. Σκέφτηκε να πάει σπίτι. Να κάνει κανένα μπάνιο. Να αλλάξει τα ρούχα που φορούσε σχεδόν έξι μήνες. Οι γείτονες
του άφηναν στην πόρτα κανένα ρουχαλάκι. Καλά ήταν. Φορεμένα, αλλά καθαρά και σιδερωμένα. Σκέφτηκε ότι είχε να πάει πολύ καιρό στην εκκλησία. Του είχε λείψει. Δεν μπορούσε να παραμείνει πολλή ώρα μέσα στο ναό, μια και δεν ησύχαζε το βήμα του, αλλά
ωστόσο θα άναβε το κερί του και θα έκανε τον Σταυρό του.
Πήγε σπίτι. Πλύθηκε. Έβαλε τα καθαρά ρούχα και κατέβηκε στην εκκλησία. Είχε αρκετό κόσμο. Άναψε κερί και σταμάτησε δίπλα σε ένα παιδί. Εκεί αναπαυόταν. Ένιωθε πιο οικεία. Τους ενήλικες δεν τους εμπιστευόταν.Κάθισε κατάχαμα. Δεν ήθελε τις καρέκλες. Άλλωστε ήξερε ότι δεν θα μπορέσει να μείνει πολύ. Θα τον έπιανε πάλι αυτή η νευρικότητα. Η τρεχάλα.
Η λειτουργία ήταν υπέροχη. Ένιωθε πολύ όμορφα. Τον είχε συνεπάρει τόσο πολύ που ξέχασε τα τρελά βήματά του. Είχε ειρηνεύσει η ψυχή και το σώμα του. Μια γλυκιά υπερκόσμια ηδονή έρεε μέσα στο είναι του. Ποτέ δεν είχε νιώσει τέτοια θαλπωρή. Τέτοιο δυνατό, ζεστό και όμορφο συναίσθημα. Λες και κάποιος τον αγαπούσε. Λες και κάποια τον κρατούσε αγκαλιά.
Αισθάνθηκε έναν γλυκό ύπνο να ξελογιάζει τα μάτια του. Έγειρε το κορμί του στο πάτωμα. Ξάπλωσε. Σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος και μάζεψε τα πόδια του στην κοιλιά του. Έγινε ένα κουβαράκι. Σαν μικρό παιδί.
Μερικοί γέλασαν. Άλλοι πάλι εκνευρίστηκαν με την ασέβειά του. Τι στάση ήταν αυτή μέσα στο ναό και μάλιστα εν ώρα Λειτουργίας; Άσχημα πράγματα Μερικοί είπαν να τον ξυπνήσουν. Να τον σκουντήξουν. Ορισμένοι όμως που τον αγαπούσαν τούς εμπόδισαν.
– Αφήστε τον. Δεν ενοχλεί κανένα.
Εκείνος έδειχνε τόσο ευτυχισμένος. Τόσο χαρούμενος και γαλήνιος. Λουσμένος στο φώς. Έφεγγε μακαριότητα, που έλειπε από όλους τους επικριτές του και ας μιλούσαν με τόσο «σεβασμό» και θρησκευτικό στόμφο για τα τελούμενα μυστήρια. Εκείνος είχε την Χάρη και αυτοί τον νόμο.
Η λειτουργία τελείωσε. Ο Σταυρός ήταν πλέον στην μέση του ναού. Στολισμένος με άνθη που μοσχοβολούσαν ελπίδα. Οι πιστοί είχαν σηκωθεί από τις θέσεις τους, σχηματίζοντας ουρές για το αντίδωρο. Αυτός δεν έλεγε να ξυπνήσει. Στην ίδια θέση γαλήνιος. Στην ίδια στάση ακίνητος και φωτεινός. Ο παπα Χρήστος είπε να φωνάξουν τους επιτρόπους.
– Καλά δε βλέπετε το παλικάρι: Ξυπνήστε τον να πάρει κι αυτός αντίδωρο. Να πάει σπίτι του.
– Σήκω, νεαρέ. Ξύπνα. Τελειώσαμε, είναι ώρα να πηγαίνεις.
Εκείνος όμως είχε μόλις αρχίσει. Στο ναό είχε μείνει μονάχα το σώμα του. Η ψυχή του ταξίδευε.
Στην εξόδιο ακολουθία ο ναός γέμισε από παιδιά και γέρους. Στην αυλή, μπροστά στην πόρτα, είχαν παραταχθεί σκύλοι και γάτες. Λες και κάποιος μυστικά τούς είχε ειδοποιήσει. Οι αγαπημένες του γιαγιάδες ξαγρύπνησαν δίπλα στο λείψανο του γλυκού «τρελού» τους. Όλοι οι «ανώνυμοι» ήταν εκεί.
Τον έθαψαν όπως τον βρήκαν. Σε στάση εμβρύου.

 

Πηγή: π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος (π. Λίβυος), «Ο Κινέζος, ο Θεός και η Μοναξιά» εκδ. Αρμός 2011

Αναδημοσίευση από: Ποιείν

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Πρόκειται για δεκαοκτώ διηγήματα. Δεκαοκτώ αυτοτελής ιστορίες από την ζωή και για την ζωή. Τα κείμενα δεν είναι αυτοβιογραφικά, παρά μονάχα από ένα. Ωστόσο όλα έχουν αφορμές και πυρήνα έμπνευσης αληθινά περιστατικά.
Κυρίαρχο αίτημα των διηγημάτων είναι η επαφή με την ζωή. Την ζωή όχι ως μια απλή επιβίωση, αλλά την ζωή ως έκταση και θαύμα.
Το ζητούμενο αυτού του βιβλίο είναι η ανακάλυψη της ζωής ως δώρο. Δυστυχώς ο πολιτισμός μέσα στο οποίο ζούμε μας θέλει δυστυχισμένους. Μας εκπαιδεύει από μικρά παιδιά για την δυστυχία. Σε τέτοιο βαθμό ώστε να νιώθουμε ένοχοι στην χαρά. Όλη η κοινωνική πραγματικότητα μέσα στην όποια γεννιόμαστε και αναπτυσσόμαστε, μας εκπαιδεύει ότι εάν θέλουμε να μας δώσουν σημασία, οι γονείς, οι δάσκαλοι ,η γυναίκα μας ή τα παιδιά μας, το κράτος και οι υπηρεσίες, θα πρέπει να είμαστε δυστυχισμένοι, μίζεροι και κακόμοιροι. Αυτό είναι ένα θέατρο, ένα παιγνίδι που συνειδητά ή ασυνείδητα παίζουμε όλοι στην ζωή μας.
Οι ήρωες όμως αυτού του βιβλίου, δεν είναι μίζεροι. Ούτε κακόμοιροι και δυστυχισμένοι. Δεν χρησιμοποιούν τον πόνο και τα βάσανα τους, ως άλλοθι.
Αναλαμβάνουν τις ευθύνες της ζωής τους. Παλεύουν για την πραγμάτωση των προσωπικών τους ονείρων. Δίνουν μάχες για την ατομική τους αξιοπρέπεια και ιδιαιτερότητα. Έρχονται σε άμεση σύγκρουση με τους κοινωνικούς ρόλους, τους νόμους, την άνευρη ηθική και διεκδικούν το δώρο της στιγμής, το δώρο της ζωής.
Δεν μεταθέτουν την ζωή στην μεταφυσική αλλά στο εδώ και τώρα. Γνωρίζουν ότι εάν εδώ δεν είμαστε καλά, πουθενά αλλού όπως και αν ονομάσουμε αυτόν τον χώρο δεν θα είμαστε καλά. Ο παράδεισος για τους ήρωες του βιβλίου είναι ένας γλυκός καρπός όχι μεταφυσικός, αλλά υπαρκτός στο τώρα της ζωής.
Μια ζωή που αφήνει γλυκιά γεύση και απαλά αποτυπώματα στην ύπαρξης μας, συνεχίζει και μετά θάνατο να λαμπρύνει την ψυχή μας.
Η ομορφιά αυτής της ζωής ανακαλύπτεται από τους πρωταγωνιστές των διηγημάτων στα απλά και καθημερινά. Η ευτυχία είναι απλή, αλλά δεν μας έμαθαν την τέχνη να την ζούμε. Η ευτυχία κρύβεται μέσα στο πρωινό καφέ, σε ένα περίπατο με συνείδηση. Στην συντροφιά ενός ανθρώπου. Στο βλέμμα ενός παιδιού, στην συνάντηση με τον Θεό, τους ανθρώπους, την φύση. Έλεγε ο Νίκος Καζαντζάκης «Η ευτυχία είναι απλή και λιτοδίαιτη – ένα ποτήρι κρασί, ένα κάστανο, ένα μαγκαλάκι, η βουή της θάλασσας…»
Οι πρωταγωνιστές του βιβλίου, προσπαθούν να βιώσουν την σχέση τους με τον Θεό και τον έρωτα μακριά από ενοχές, τύψεις, ψυχολογισμούς και νομικισμούς, ελεύθερα και αγαπητικά. Κυνηγάνε την ζωή που φεύγει μέσα από τα χέρια τους σκορπισμένη και δωρισμένη σε ένα σύστημα που είναι εναντίον του ανθρώπου.
Ανακαλύπτουν την χαμένη αθωότητα και παρθενικότητα τους στο παιδί που όλοι κρύβουμε μέσα μας, αλλά το οποίο πρώιμα και βίαια φιμώσαμε. Του πάψαμε το δικαίωμα να επιθυμεί, δεν του μάθαμε τον τρόπο να πραγματώνει τα όνειρα του.
Κυρίως οι ήρωες των διηγημάτων δρουν πέρα από την συμβατικότητα που μυρίζει θάνατο. Συναντιούνται πρόσωπο με πρόσωπο όπως ελπίζω να πράξετε και όσοι διαβάσετε αυτά τα διηγήματα με το ψέμα και την αλήθεια της ζωής.

Εικόνα: Γεώργιος Κόρδης